Πέμπτη 6 Μαΐου 2021

 Πρώτη αντιστασιακή ομάδα στην Στερεά .


Αποτελούνταν από τους :
1ο Χρήστο Παριανό,
2ο Νικόλαο Κοντό (Ζαΐμης),
3ο Σωτήρη Μπέγνη,
4ο Ιωάννη Καρανίκα,
5ο Σπύρο Ιωάν. Κατσικονούρη,
6ο Αρμακά,
7ο Τσάκωνα,
8ο Διαμαντάρα,
9ο Ευάγγελο Ντζανή.
Εκτός από τους τρεις πρώτους που ήταν ηλικιωμένοι και εμπειροπόλεμοι, οι άλλοι και κυρίως οι πέντε τελευταίοι ήταν νεαρά παιδιά,(15-21 ετών ) άπειρα από ντουφέκι και λίγο άψητα από κακουχίες, αλλά γεμάτα Ελλάδα και αισθήματα Ελευθερίας.
Τους πέρασαν στρατοδικείο στη Λαμία στις 4 Αυγούστου 1942 ημέρα Κυριακή, και εκεί στο στρατοδικείο στάθηκαν ψύχραιμοι, ανέλαβαν την ευθύνη για όλα, για το χτύπημα του αυτοκινήτου στη Χαλκωμάτα. για τη δολοφονία του Ιταλοπροδότη Ντζώρτζη στο χωριό Αυλάκι .
Το στρατοδικείο τους καταδίκασε όλους σε θάνατο πλην του Ευάγγελου Ντζανή που ήταν ο μικρότερος σε ηλικία, δεκαπέντε ετών και σύμφωνα με το νόμο δεν είχαν το δικαίωμα να τον δικάσουν σε θάνατο. Αυτόν τον καταδίκασαν σε ισόβια τον μετέφεραν σε φυλακές στην Ιταλία και με τη συνθηκολόγηση το Σεπτέμβριο του 1943 τον παρέδωσαν οι Ιταλοί όπως και πολλούς άλλους στους Εγγλέζους.
Αυτός επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση το Νοέμβριο του 1944 και είναι ο αυθεντικός πληροφοριοδότης αυτών των ντοκουμέντων.
Οι υπόλοιποι στήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα 6/8 /1942 στο γήπεδο της Λαμίας .
Η ομάδα
εφοδιάστικε με δυο όπλα, ένα ατομικό εγγλέζικο και ένα αυτόματο τόμσον με αρκετές σφαίρες, που είχε περιμαζέψει από τα λάφυρα τα εγκαταλελειμμένα των υποχωρούντων Εγγλέζων το Μάη του 1941.
Κινήθηκε την νύχτα πάνω από τα Θερμοπύλια, λημέριασαν εκεί σε ένα δασωμένο μέρος για να ξεκουραστούν και την επομένη αφού έκαναν αναγνώριση του εδάφους ο Κατσικονούρης, Ο Παριανός και ο Ζαΐμης σαν πιο έμπειροι το γιόμα κατευθύνθηκαν στο μοναστήρι της Δαμάστας για να δώσουν τον καθιερωμένο όρκο.
Ο μπάρμπα Γιώργης ο Γιαταγάνας έστειλε το σημείωμα στον Κατσικονούρη που τους ορμήνευε πώς θα περάσουν απέναντι στο Μώλο, με ποιο μέσον, πού θα συναντήσουν το σύνδεσμο Καραγιώργο, το δρομολόγιο του ιταλικού αυτοκινήτου που θα χτύπαγαν στη Χαλκωμάτα και τον όρκο γραπτό λέξη προς λέξη που θα τους διάβαζε ο ηγούμενος Δαμάστας σαν άλλος Παλαιών Πατρών Γερμανός να ορκιστούν εκδίκηση στους κατακτητές.
Αφού πήγε την επομένη στο μοναστήρι και σε σύντομη τελετουργία ορκίστηκαν, αποσύρθηκαν προς τις στροφές της Χαλκωμάτας να ερευνήσουν το μέρος για την ενέδρα που θα χτύπαγαν το ιταλικό αμάξι που θα έφερνε το ταχυδρομείο από τη Λειβαδιά στη Λαμία. Όπως μου διηγούνταν ο Ζαιμης, ο Παριανός κι αυτός έπιασαν τις πιο επίκαιρες θέσεις σαν πιο εμπειροπόλεμοι που ήταν κι ο Ζαΐμης είχε και το πιο αξιόμαχο όπλο το αυτόματο Τόμσον με αρκετές σφαίρες. Κατά τις τέσσερις το απόγευμα μέσα στο λιοπύρι δίψασε και ζήτησε να τον αντικαταστήσει κάποιος για να πάει πιο κάτω σε ένα ρεματάκι, που ακούγονταν να τρέχει νερό, να γεμίσει το παγούρι να πιει να ξεκολλήσει το στόμα του από τη δίψα. Ο Κατσικονούρης όμως που τον άκουσε τον μάλωσε και του είπε αυστηρά «συναγωνιστή μην κουνηθείς, είναι η ώρα να περάσει το αμάξι και στα χέρια σου και στο όπλο που κρατάς στηρίζουμε την επιτυχία αυτής της επιχείρησης» και είχε δίκιο.
Σε δέκα λεπτά ακούστηκε αμάξι να κατεβαίνει αργά και σε λίγο έφτασε στην ενέδρα. Ήταν πράγματι αυτό που περίμεναν. Με μια μπαταρία το ακινητοποίησαν, τρύπησαν ένα μπροστινό και ένα πισινό λάστιχο και αυτό κοκάλωσε. Οι Ιταλοί προσπάθησαν με τα πιστόλια να αμυνθούν αλλά ο Κατσικονούρης, ο Ζαΐμης και ο Παριανός τους ακινητοποίησαν. Ο σοφέρ ήταν τραυματισμένος στο αριστερό χέρι, τους έδεσαν τα μάτια, έδεσαν πρόχειρα και τον τραυματία, ερεύνησαν το αμάξι, πήραν το σάκο του ταχυδρομείου και έβαλαν φωτιά στο αμάξι που κάηκε αμέσως. Αυτοί απομακρύνθηκαν αμέσως γιατί και άλλα αμάξια βούιζαν από τη μια και την άλλη κατεύθυνση του δρόμου. Γρήγορα κρύφτηκαν σε μια ρεματιά πάνω από το χωριό Δαμάστα έως το σούρουπο και μετά ροβόλησαν στον κάμπο κατά τη Μύρπη (Άνθηλη). Είχαν κουραστεί και ξελιγωθεί από την πείνα. Ο Κατσικονούρης και ο Παριανός πήγαν στα ορεινά σπίτια του χωριού και προμηθεύτηκαν λίγα τρόφιμα και λημέριασαν στο βάλτο όλη την ημέρα, τους λίμνασαν τα κουνούπια και όταν σουρούπωσε πια ήταν όλοι ζαλισμένοι από τα τσιμπήματα των κουνουπιών. Η κατεύθυνση τους ήταν το χωριό Αυλάκι.
Για την πραγματοποίηση του τρίτου σκοπού της σύλληψης και δολοφονίας του Ιταλοπροδότη Ντζώρτζη. Ο σύνδεσμος που τους βρήκε στο βάλτο της Μύρπης τους έφερε την ευχάριστη είδηση πως ο Ντζώρτζης ήταν στο Αυλάκι και κατά πάσα πιθανότητα θα 'μενε και το βράδυ. Εκεί το κατάλυμα ήταν πια γνωστό στο σπίτι του παπά Γιαννόπουλου. Μόλις έμαθαν την είδηση από το σύνδεσμο άρχισαν να τρίβουν τα χέρια τους. Ο Κατσικονούρης και ο Παριανός είπαν στους άλλους «γερό μεζέ έχουμε το βράδυ παιδιά, πρέπει να τον πιάσουμε, τον έχουμε στη φάκα τον τυφλοπόντικα. Αν τον πετύχουμε συναγωνιστές και τον συλλάβουμε θα γλιτώσουμε πολλούς δικούς μας από τις καταδώσεις που κάνει στους Ιταλούς τώρα πιστά τόσον καιρό».
Για να μάθουν όμως αν πράγματι έμεινε εκείνο το βράδυ στο χωριό στο γνωστό στέκι έστειλαν ένα τσοπανούδι που φύλαγε τα πρόβατα του Ηλία Καλλιώρα να πάει δήθεν να πάρει ψωμί ισχυριζόμενο πως του το 'φαγαν τα σκυλιά και έμεινε νηστικό. Για να μην κινήσει την υποψία αυτός ο τσοπανάκος δεν ήταν άλλος αλλά ο πανέξυπνος Αργύρης Καρασαντές από το Νεοχώρι Δομοκού που όταν ξερογιάστηκε τέλη Οκτωβρίου το 1942, δηλαδή την ίδια χρονιά το παράτησε το τσοπανιλίκι και έτρεξε να καταταγεί στην ανταρτοομάδα. Ήταν πιστός, καλός και πολύ φιλότιμος αγωνιστής. Υπηρέτησε πιστά την εθνική αντίσταση τόσο την πρώτη 1941-45 όσο και στο δημοκρατικό στρατό. Ζει τώρα πρόσφυγας στις Ανατολικές χώρες. Αυτός ανύποπτος αφού πήρε ψωμί και τυρί πέρασε από το σπίτι του παπά, είδε το Ντζώρτζη να σουλατσάρει στην αυλή του σπιτιού με την κουμπούρα και έφυγε ολοταχώς να πάει το χαμπέρι στην ομάδα που περίμενε με αγωνία λίγο έξω απ' το χωριό.
Έφτασε, τους είπε τα καθέκαστα, τους έδωσε και το ψωμοτύρι να κολατσίσουν και αφού άφησαν να ησυχάσει ο κόσμος τέσσερις απ' την ομάδα ο Κατσικονούρης, ο Παριανός, ο Ζαΐμης και ο Μπέγνης μπήκαν στο χωριό με προφύλαξη, έφτασαν στο σπίτι του παπά, κάθισαν οι δυο απ' έξω για κάθε ενδεχόμενο και ο Κατσικονούρης με το Ζαΐμη μπήκαν μέσα, ακινητοποίησαν την οικογένεια και αστραπιαία μπήκαν στο δωμάτιο που κοιμόταν ο Ντζώρτζης τον βρήκαν στο πρωτούπνι, τον εκτέλεσαν αμέσως χωρίς διαδικασία, άρπαξαν την κουμπούρα και τα χαρτιά που είχε στις τσέπες του και του κόλλησαν ένα σημείωμα που έγραφε πως οι προδότες έτσι τιμωρούνται από τους αγωνιστές της λευτεριάς.
Έφυγαν ολοταχώς και ξημέρωσαν στο μοναστήρι του Αγίου Βλασίου πάνω από τη Στυλίδα. Εκεί τους περίμενε άλλος σύνδεσμος ο Γιώργος Σπανός (ή Σαίτης). Αυτός τους έφερε τρόφιμα και αυτός θα παραλάμβανε και την κατάσταση που βρισκόταν στις τσέπες του Ντζώρτζη . Η κατάσταση είχε 64 ονόματα Ελλήνων που τους θεωρούσε ύποπτους ο Ντζώρτζης και είχε σκοπό να τη δώσει στους Ιταλούς για να τους συλλάβουν ως ύποπτους ανατρεπτικών ενεργειών και τα επακόλουθα ήταν πια γνωστά, ξύλο στα κρατητήρια της Φενάτσας, φυλακή ή στο στρατόπεδο στη Λάρισα,
Τον Τσάκωνα που ήταν άρρωστος με πυρετό και τα πόδια του ήταν πρησμένα από τη συνεχή πορεία αλλά και την ξυπολυσιά, διότι του είχαν φύγει οι σόλες από τα παπούτσια του και πάταγε η πατούσα στ' αγκάθια και στις καλαμιές γυμνή και ήταν και λίγο άμαθος από πορεία, τον πήρε ο Κατσικονούρης και τον κατέβασε στη Στυλίδα να πάει στο σπίτι του, να τον περιποιηθούν να συνέλθει. Αυτός φρόντισε να μάθει τις ενέργειες των Ιταλών για τα δυο επεισόδια της Χαλκωμάτας και την εκτέλεση του Ντζώρτζη. Πώς θα αντιδρούσαν οι Ιταλοί; Την ομάδα την είχε λημεριάσει στα κονάκια στη θέση Παππού να ξεκουραστούν.
Η νέα κατεύθυνση που θα ακολουθούσε η ομάδα ήταν προς την Παλιονίκοβα. Κίνησαν νύχτα και ξημέρωσαν στη θέση αυτή. Αφού είχαν προμηθευτεί από τη Στυλίδα αρκετά τρόφιμα, έφτασαν νύχτα και λημέριασαν κοντά σε μια βρυσούλα. Αφού κοιμήθηκαν και ξεκουράστηκαν όλη την ημέρα κρυμμένοι σε μια δασωμένη πλαγιά, το απόγιομα ο Κατσικονούρης και ο Διαμαντάρας αποφάσισαν να κατέβουν στη Στυλίδα για πληροφορίες και τρόφιμα και να μάθουν και τις κινήσεις των Ιταλών. Όπως προανέφερα πιο πάνω η ομάδα ήθελε να έχει συνεχή επαφή με την οργάνωση Ε.Α.Μ. Λαμίας και για τούτο ήταν αναγκαίο να βρεθεί άνθρωπος ανύποπτος για να κρατάει τη σύνδεση. Σαν τέτοιο βρήκαν το Γιώργο Σαΐτη, χτίστη στο επάγγελμα, μεγαλοοικογενειάρχης που με μια σούστα (κάρο) έκανε τον αγωγιάτη Στυλίδα - Λαμία, μετέφερε και κάνα επιβάτη αλλά και ψώνια για τα μαγαζιά κάθε μέρα. Αυτός ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος και ήταν κι οργανωμένος.
Η ομάδα κατευθύνθηκαν προς την Αγία Παρασκευή Νίκοβας και εκεί διαπίστωσαν πως ο Καρανίκας τους είχε προδώσει, γιατί η αστυνομία νύχτα είχε κινηθεί με ενίσχυση Ιταλών και είχε κυκλώσει το γνωστό στέκι που λημέριαζε η ομάδα αυτές τις ημέρες.
Προσπάθησαν να αποφύγουν τη συμπλοκή σύμφωνα με την εντολή που είχαν από την οργάνωση και στην ανάγκη να μπαίνουν στην πόλη με τα πολιτικά άοπλοι για παραπλάνηση των καταδιωκτικών αρχών και μόνο οι τρεις καταζητούμενοι Παριανός, Ζαΐμης και Μπέγνης δε θα μπορούσαν να κάνουν αυτοί τη δουλειά. Ωστόσο δεν μπόρεσαν να αποφύγουν τη συμπλοκή και αναγκάστηκαν να δώσουν σύντομη μάχη. Ελίχθηκαν όμως σ' άλλο σημείο και απέφυγαν τον εντοπισμό. Τότε ο Κατσικονούρης και ο Διαμαντάρας άφησαν στους άλλους τα όπλα τους και αποφάσισαν να κατέβουν στη Στυλίδα για να συγκεντρώσουν πληροφορίες και να πάρουν τρόφιμα, που τους είχαν τελειώσει.
Ροβόλησαν από ανύποπτα μονοπάτια και έφτασαν το απόγευμα στον ελαιώνα της Στυλίδας, ανακατεύτηκαν με τους αγρότες που δούλευαν έξω στα κτήματα, και σίγουροι πως ήταν καλυμμένοι και δε θα τους υποπτεύονταν κανένας, ροβόλησαν και έφτασαν στα ακρινά σπίτια από το δρόμο του Αγίου Κωνσταντίνου. Είχαν και αυτοί πάρει στον ώμο από ένα τσαπί δήθεν πως πότιζαν και ανύποπτοι ακολούθησαν τους άλλους εργάτες. Η αστυνομία όμως με 3-4 Ιταλούς Καραμπινιέρους είχε στήσει ενέδρα και άφηνε τον κόσμο να περνάει μέχρι που έφτασαν στα παιδιά. Τότε πετάχτηκαν, τους ακινητοποίησαν προτάσσοντας τα όπλα και χωρίς μεγάλη διαδικασία τους πέρασαν τις χειροπέδες και τους πήγαν κατευθείαν στο τμήμα. Φαίνεται ότι προδότης τους το υπέδειξε και δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία. Μαζί με τα παιδιά τον Κατσικονούρη και το Διαμαντάρα, κατά σύμπτωση συνέλαβαν και το Χρήστο Καμάρα που είχε στο ζώο του ένα μονόκανο κυνηγετικό. Φαίνεται φύλαγε καρτέρι το προηγούμενο βράδυ για κάνα λαγό. Αυτός όμως ήταν άσχετος, ανοργάνωτος και μόνο επειδή τον συνέλαβαν με όπλο τον πήραν κρατούμενο. Πέρασε κι αυτός στρατοδικείο ασφαλώς για παράνομη κατοχή κυνηγετικού όπλου και όχι για ανατρεπτική δράση όπως τα παιδιά της ομάδας.
Τώρα ποιος ήταν προδότης δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο. Ίσως ο Καρανίκας που είχε δραπετεύσει από την ομάδα και τέθηκε υπό την προστασία της αστυνομίας, ίσως και ένας
πρώτος εξάδελφος του Σπύρου Κατσικονούρη, ο Δημήτριος Αθ, Κατσικονούρης, γαμπρός από τη μεγαλύτερη κόρη του Ι. Καρκαλή. Ο Σπύρος Κατσικονούρης από αφέλεια ίσως να είχε
την εντύπωση πως δε θα τον πήγαιναν στρατοδικείο οι Ιταλοί, μα τον προδοτικό ρόλο έπαιξε η αστυνομία και ειδικότερα ο υπονοματάρχης Πλιμένος που είχε ταχθεί στην
υπηρεσία των Ιταλών. Να ήταν σύμπτωση αποκλείεται, γιατί δε σταμάτησαν τους προηγούμενους και μόνον όταν έφτασαν τα παιδιά αυτοί σηκώθηκαν και τους ακινητοποίησαν.
Έτσι τους οδήγησαν σιδηροδέσμιους στο τμήμα της προδοτικής αστυνομίας και την επομένη τους μετέφεραν στη Λαμία με ισχυρή συνοδεία Καραμπινιέρων. Ο υπονοματάρχης Νικ. Πλιμένος έτρεξε να συλλάβει και τον Τσάκωνα που ήταν άρρωστος με πυρετό στο σπίτι του. Τον πήρε και αυτόν και μαζί με τους άλλους τους πήγαν στην Καραμπινιαρία Λαμίας.
Οι Ιταλοί πάντα με την ενίσχυση
της αστυνομίας κινήθηκαν αμέσως και με συνοδό τον Καρανίκα που πέρασε πια στην υπηρεσία τους, πήγαν και κύκλωσαν το γνωστό στέκι της ανταρτοομάδας στην Παλιονίκοβα.
Αυτοί όμως τους αντιλήφθηκαν και σε σύντομη μάχη ξέφυγαν από τον κλοιό που τους είχαν κάνει, τραυματίστηκε ο Άρμακας ελαφριά και καταδιώκοντας τον συνέλαβαν, αποκόπηκε, ξεχάσθηκε από τους άλλους ο Ευάγγ. Ντζανής και αφού περιπλανήθηκε αρκετά ψάχνοντας να τους βρει δεν μπόρεσε και κατέβηκε και αυτός στη Στυλίδα να μπορέσει να πάρει σύνδεση, Στη Στυλίδα τον πήρε σύνδεσμος ο Γιώργος Χαλάτσης και τον έβαλε στο λεωφορείο να πάει στην Ομβριακή Δομοκού. Εκεί θα τον κατεύθυνε άλλος σύνδεσμος σε σημείο που θα συναντούσε άλλους καταδιωκόμένους, αλλά προτού να φτάσει στον προορισμό του, στην Ομβριακή τον συνέλαβαν. Κάποιος φαίνεται τον παρακολούθησε από τη Στυλίδα.
Στις 4 Αυγούστου 1942 τους πέρασαν σε έκτακτο στρατοδικείο και τους δίκασαν σε θάνατο όλους τους άλλους εκτός το Βαγγέλη Ντζανή που ήταν ανήλικος και απαγορεύονταν από τον ιταλικό νόμο να δικάσουν εις θάνατο και να εκτελέσουν κάποιον κάτω των 15 ετών. Έτσι αυτόν τον καταδίκασαν ισόβια και τον μετέφεραν στην Ιταλία να εκτίσει την ποινή του μαζί με άλλους όπως και τον Καμάρα που δικάστηκε 10 χρόνια φυλακή για κατοχή κυνηγετικού όπλου.
Τους τέσσερις που δίκασαν εις θάνατο την μεθεπόμενη, στις 6 Αυγούστου 1942 ημέρα Κυριακή, τους εκτέλεσαν στο γήπεδο Λαμίας. Το δε Ντζανή αφού τον μετέφεραν στην Ιταλία να εκτίσει την ποινή του το Σεπτέμβριο του 1943 με τη συνθηκολόγηση των Ιταλών τον παρέλαβαν οι Εγγλέζοι, τον μετέφεραν στη Μέση Ανατολή και με την απελευθέρωση τηςΕλλάδας τον Οκτώβριο του 1944 ήλθε στην Ελλάδα. Αυτός ως γνώστης των γεγονότων τα διηγήθηκε λεπτομερώς και ότι είχε πει ο Γιαταγάνας και με τα λίγα που θυμόταν η αδελφή του Τσάκωνα, κυρία Πλατή, μπόρεσαν και γράφτηκε αυτό το ιστορικό με πλήρη και αυθεντικά στοιχεία για να καταγραφεί στην ιστορία της εθνικής μας αντίστασης.
Η Στυλίδα όπως ανάφερα έχει ένα μεγάλο μέρισμα σε θύματα τόσο στον αγώνα 1941-44 όσο και στον εμφύλιο. Θα αρχίσω με τους εκτελεσθέντες της πρώτης ανταρτοομάδας.
1.Σπύρος Κατσικονούρης
2.Χρήστος Διαμαντάρας
3.Βαγγέλης Αρμακάς
4.Ηλίας Τσάκωνας
Τα παιδιά αυτά μέλη της πρώτης ανταρτομάδας καταδικάστηκαν από έκτακτο στρατοδικείο στη Λαμίας στις 4 Αυγούστου 1942 και στις 6 Αυγούστου 1942 στους εκτέλεσαν στο γήπεδο Λαμίας.
ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ Σ ΑΥΤΟΎΣ ΠΟΥ ΟΡΙΣΑΝ ΤΟΝ ΕΎΑΤΟ ΤΟΥΣ ΝΑ ΦΥΛΑΤΤΟΥΝ ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ
Η ανάρτηση αυτή είναι αφιερωμένη στον θείο μου Χρήστο Διαμαντάρα και σ' αυτά τα νέα παιδιά που πολέμησαν , για μια Ελεύθερη πατρίδα, απέναντι στο φασισμό και κάθε υποδούλωση χωρίς να υπολογίσουν ούτε αυτή την ζωή τους.
*απο ανάρτηση Διαμαντάρα Αλέξανδρου

Τρίτη 4 Μαΐου 2021

 3 Μάη 1944 — Οι πρώτες γυναίκες εκτελούνται στην Καισαριανή

Μετά την ανθρωποσφαγή στο Θυσιαστήριο της Καισαριανής, της 1ης του Μάη 1944, οι εκτελέσεις και η τρομοκρατία συνεχίστηκαν και τις υπόλοιπες μέρες. Δύο μέρες αργότερα, τα ξημερώματα στις 3 Μάη 1944, ένα μαύρο φορτηγό αυτοκίνητο μετέφερε με ισχυρή συνοδεία Γερμανών και τσολιάδων, ανάμεσα στους άλλους μελλοθάνατους, για πρώτη φορά, πέντε γυναίκες μελλοθάνατες στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Ηταν οι ηρωίδες αγωνίστριες της Εθνικής Αντίστασης:
Φρόσω Χατζηδάκη, 73 χρόνων.
Μαρία Χατζηδάκη, 35 χρόνων.
Στέλλα Ντέρη, 26 χρόνων
Σούλα (Ασπασία) Ανυσίου, 35 χρόνων.
Φιφή Χωραφά (Σοφία)
Ο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, την επόμενη χρονιά, στις 3 Μάη του 1945, δημοσιεύει στην πρώτη του σελίδα
ΠΕΝΤΕ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΠΡΟΣΦΕΡΑΝ
το αίμα τους, τη ζωή τους
ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ!

Αν ο ηρωικός λαός της δεν ήταν πιασμένος μέσα στον αποπνικτικό βρόγχο που του έχουν περάσει γύρω από το λαιμό του τα ζωντανεμένα υπολείμματα του φασισμού, θα γονάτιζε σήμερα ελεύθερος σ’ ένα ευλαβικό μνημόσυνο για να τιμήσει τη μνήμη των πρώτων πέντε Ελληνίδων, που έπεσαν πέρυσι σαν σήμερα από τα βόλια των βαρβάρων μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Η ιστορία αυτών των πέντε Ελληνίδων είνε ένας αληθινός θρύλος, που το τραγικό μεγαλείο του ξεπερνάει και αυτή την εποποιΐα του Ζαλόγγου.
Στις φυλακές «Χατζηκώστα» οι γερμανόδουλες «ελληνικές» αρχές κρατούσαν 26 Ελληνίδες πατριώτισσες, όλες αγωνίστριες του εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου. Οι στερήσεις, η πείνα και τα βασανιστήρια στα οποία τις υπέβαλλαν καθημερινά, δεν μπόρεσαν να κάμψουν το ηθικό τους. Τον Μάρτη του 1944, κατέβηκε στα μπουντρούμια των κρατουμένων ο ίδιος ο Λάμπου, και προσπάθησε ν’ αποσπάσει από τις κρατούμενες δηλώσεις, που ν’ αποκηρύσσουν τον εθνικοαπελευθερωτικόν αγώνα του ελληνικού λαού. Η πρόταση συνοδευόταν από τη δελεαστική υπόσχεση ότι θ’ αφήνονταν αμέσως ελεύθερες. Η απάντηση που έδωσαν οι πατριώτισσες στον απαίσιο αυτόν «Ελληνα» ήταν η φωνή του μαχόμενου Εθνους:
— Μόνο οι προδότες απαρνιώνται την πατρίδα τους.
Κι όταν ο μισητός δήμιος τους δήλωσε ξεδιάντροπα, ότι η άρνησή τους θα είχε σαν συνέπεια να εκτελεστούν, δέχτηκε κατάμουτρα τα άτρομα αυτά λόγια:
— Δεν φοβόμαστε το θάνατο. Οι προδότες σαν και σένα τον φοβούνται!
Μανιασμένος από το αδάμαστο αυτό θάρρος, ο Λάμπου διέταξε και τις έκλεισαν στα φρικτά απομονωτήρια των Ιταλών, δυο μέτρα μέσα στη γη. Εκεί τις άφησε δέκα ημέρες. Τότε πια πείσθηκε ότι τίποτα δεν ήταν ικανό να λυγίσει τις 26 ηρωίδες και στις 26 Απρίλη τις παρέδωσε στα γερμανικά Ες-Ες που τις μετέφεραν στο σφαγείο του Χαϊδαριού.
Στις 2 του Μάη, πέντε από τις κρατούμενες γυναίκες οδηγήθηκαν στην «απομόνωση». Δεν δίστασαν να τους πουν ότι την άλλη ημέρα επρόκειτο να εκτελεστούν. Ηταν η πρώτη φορά που θα γινόταν εκτέλεση γυναικών. Οι πέντε πατριώτισσες που θ’ αντίκρυζαν την άλλη μέρα το πρωί το εκτελεστικό απόσπασμα, ήσαν η Φρόσω Χατζηδάκη, γρηά 73 χρονών, η κόρη της Μαρία, η Στέλλα Ντέρη (την ίδια μέρα εκτελέστηκαν και τα δυο αδέρφια της), η Σούλα Ανυσίου (τη βάραινε η «κατηγορία» ότι έμενε σπίτι της ο αγωνιστής του Αλβανικού μετώπου Λευτέρης Αναστασιάδης ανάπηρος με κομμένα και τα δυο πόδια, που εκτελέσθηκε κι αυτός την ίδια μέρα), η Φιφή Χωραφά (την ίδια μέρα εκτελέστηκε και ο άντρας της).
Πρωί-πρωί ένα από τα μαύρα αυτοκίνητα που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί, μετέφερε με ισχυρή συνοδεία τις πέντε μελλοθάνατες στην Καισαριανή. Η πορεία προς το θάνατο ήταν ένα θριαμβευτικό πέταγμα προς την Αθανασία. Οι δρόμοι αντηχούσαν από το ηρωικό τραγούδι και σκόρπιζαν ρίγη στους αραιούς διαβάτες που με τρόμο έβλεπαν να διαβαίνει ο θάνατος νικημένος από πέντε αδύναμα γυναικεία πλάσματα
Σε λίγη ώρα το θυσιαστήριο της λευτεριάς στην Καισαριανή, που το χώμα του ήταν ακόμη υγρό από το άγιο των διακοσίων ηρώων, δέχτηκε τα πρώτα κορμιά των πέντε Ελληνίδων, που έπεφταν από τα γερμανοφασιστικά βόλια, εξιλαστήρια θύματα του αγώνα για τη λευτεριά!
***
Ο δημοκρατικός λαός της Αθήνας τιμάει σήμερα την Ιερή μνήμη των ηρωικών αυτών Ελληνίδων, που με το χαμόγελο πρόσφεραν στην υπόθεση της ελευθερίας το τίμιο αίμα τους.»
Μαζί με τις πέντε ηρωίδες εκτελέστηκαν την ίδια μέρα, 3 Μάη, και δεκάδες άλλοι πατριώτες, τα ονόματα των οποίων δεν ανακοινώθηκαν. Στον 4α τόμο του «ΕΠΕΣΑΝ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ», σελ. 208, σημειώνονται εκείνα που έγιναν γνωστά: Δημόπουλος Στράτος του Χρ. Φοιτητής Νομικής. Μπιτσάκης Γιώργος του Νικ. από τα Χανιά. Σακελλαρίου Δημήτρης του Χαραλάμπου, από την Ωλένη Ηλείας. Χατζημιχάλης Αχιλλέας, γεννήθηκε στη Λάρισα το 1888, από νωρίς προσχώρησε στο προοδευτικό εργατικό κίνημα. Διετέλεσε πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λάρισας, μέλος του ΕΑΜ και της Εθν. Αλληλεγγύης. Χωραφάς Γιώργος, σύζυγος της Φιφής. Δίβαρης Χαράλαμπος, 22 χρόνων, ξυλουργός.
Η Φρόσω και η Μαρία Χατζηδάκη, μάνα και κόρη, εκτελέστηκαν μαζί, αγκαλιασμένες, η Σούλα Ανυσίου (Ασπασία) κατηγορήθηκε και εκτελέστηκε επειδή έκρυβε στο σπίτι της τον ανάπηρο πολέμου της Αλβανίας, Αναστασιάδη Λευτέρη, ο οποίος ήταν ένας από τους 200 που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944. Η Φιφή (Σοφία) Χωραφά εκτελέστηκε την ίδια μέρα με τον σύζυγό της. Την ίδια μέρα που εκτελέστηκε η Στέλλα Ντέρη, από τα Ιλίσια, εκτελέστηκαν δι’ απαγχονισμού, στο μεγάλο Πεύκο, στον Λουτρόπυργο τα αδέλφια της Μιχάλης και Θανάσης Ντέρης. Στις 10 Μάη εκτελέστηκε και ο άλλος αδελφός της, ο Νίκος Ντέρης.
Οι εκτελέσεις γυναικών δεν σταμάτησαν εκεί. Λίγες μέρες μετά, στις 10 Μάη 1944, μεταφέρθηκαν από το Χαϊδάρι και εκτελέστηκαν στην Καισαριανή άλλοι 92 Ελληνες πατριώτες, ανάμεσά τους 13 γυναίκες:
Μάρω Μάστρακα, 44 χρόνων, καθηγήτρια της γαλλικής γλώσσας και λογοτέχνιδα, καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη, ήταν υπάλληλος του Τεχνικού Επιμελητηρίου με μεγάλη μόρφωση, στέλεχος του ΕΑΜ. Οι Γερμανοί την αποκαλούσαν «Χερ Ντόκτορ».
Βασιλική (Βάσω) Ντάκουρη, 24 χρόνων, η «Αδελφή του Αγώνα», νοσοκόμα, στέλεχος του ΚΚΕ και υπεύθυνη της ΕΑΜικής οργάνωσης του νοσοκομείου, εργάζονταν στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο.
Μαρία Μηλιώτη, 23 χρόνων, υπάλληλος των Τ.Τ.Τ., και η αδελφή της
Δήμητρα (Τούλα) Μηλιώτη, 28 χρόνων, υπάλληλος των Τ.Τ.Τ.
Πάολα Παύλοβιτς, 45 χρόνων, Γιουγκοσλάβα.
Αννα Σαββαΐδη, 25 χρόνων, γυναίκα του αντιστασιακού υπαστυνόμου Σαββαΐδη που πιάστηκε στο μπλόκο της Κοκκινιάς στις 5 Μάρτη 1944 και εκτελέστηκε από τον ίδιο τον Λάμπου, διοικητή της Ειδικής Ασφάλειας.
Καίτη Βιντιβίλια, 34 χρόνων, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ζούσε στη Νέα Φιλαδέλφεια και τα Νέα Λιόσια., μέλος του ΚΚΕ πριν τη δικτατορία Μεταξά, δούλεψε σε παράνομες δουλειές, ήταν υπάλληλος της Εταιρείας Υδάτων (ΟΥΛΕΝ). Αθλιος συνάδελφός της, συνεργάτης των Γερμανών, τοποθέτησε κρυφά στο συρτάρι της μια ΕΑΜική εφημερίδα και μετά κάλεσε τους Γερμανούς. Βασανίστηκε φριχτά πριν εκτελεστεί.
Ελσα Δανιηλίδη
Χρυσούλα Ιωσηφίδου, από την Κοκκινιά.
Μαρία ή Μάρθα Ξανθοπούλου – Οικονόμου
Χρύσα Μωυσιάδου
Ελένη Πανέλη ή Πανέτα.
Μαζί με τις πέντε της 3ης του Μάη 1944 ήταν οι πρώτες γυναίκες που εκτέλεσαν οι Γερμανοί στην Καισαριανή
Στο Θυσιαστήριο της Λευτεριάς εκτελέστηκαν και πέρασαν στην Ιστορία 600 αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης. Το 1942 εκτελέστηκαν 13 αγωνιστές, το 1943 εκτελέστηκαν 147 και το 1944 γύρω στους 440. Μαζί τους 20 Ιταλοί και 5 Γερμανοί αντιφασίστες αγωνιστές.
Σαρανταοκτώ πρωινά το Σκοπευτήριο της Καισαριανής έζησε στιγμές άφθαστου ηρωισμού. Σαρανταοκτώ φορές τα σκουπιδιάρικα αυτοκίνητα του Δήμου πέρασαν την εξώπορτα φορτωμένα με τα πτώματα και αφήνοντας στους δρόμους της Καισαριανής και της Αθήνας αδρά τα αιμάτινα ίχνη τους ως το Νεκροταφείο.
*Ημεροδρομος

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΕΛΑΣ

Στις 4 Μάη 1942 στη Λαμία στη συνοικία Νέα Σφαίρα στην οδό Δωριέων κάτω από το κάστρο στο σπίτι του Μήτσου Μυρεσιώτη σύμφωνα με τις αναμνήσεις του Α. Χουλιάρα συνήλθαν σε κοινή σύσκεψη οι Περιφερειακές Επιτροπές του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, και άλλα στελέχη μεταξύ των οποίων και ο Θανάσης Κλάρας, με εισηγητή τον Γραμματέα της Περιφερειακής Επιτροπής Φθιωτιδοφωκίδας Γιώργη Γιαταγάνα. Αποφασίστηκε να συγκροτηθούν αμέσως ένοπλα τμήματα του ΕΛΑΣ και να αρχίσουν δράση εναντίον των κατακτητών και των εθνοπροδοτών. Η διοίκηση κάθε τμήματος αποφασίστηκε να είναι τριμελής. και να αποτελείται από ένα στρατιωτικό Διοικητή, ένα καπετάνιος και έναν πολιτικό και οι αποφάσεις να παίρνονται από κοινού. Στην αρχή όλες οι ομάδες θα είναι αυτοτελείς και θα καθοδηγούνται από την Περιφερειακή επιτροπή του ΕΑΜ με στόχο να συνενωθούν αργότερα σε ένα Αρχηγείο της Ρούμελης. Στις 14 Μαΐου 1942 στο ίδιο σπίτι στη Νέα Σφαίρα έγινε η ιστορική σύσκεψη των τριών υπεύθυνων στελεχών για την ανάπτυξη του αντάρτικου στη Ρούμελη του Θανάση Κλάρα, Γιώργη Γιαταγάνα και Γιώργου Χουλιάρα-Περικλή. Με εισηγητή το Θανάση Κλάρα πάρθηκαν όλα τα μέτρα για την άμεση έξοδο στα βουνά της Ρούμελης αντάρτικων ομάδων του ΕΛΑΣ. Ο Άρης αναλαμβάνει να δημιουργήσει αντάρτικη ομάδα στις περιοχές της Ευρυτανίας, Φθιώτιδας και Δομοκού. Ταυτόχρονα στο Γιώργο Χουλιάρα-Περικλή ανατίθεται να δημιουργήσει αντάρτικη ομάδα στις περιοχές της Παρανασσίδας και της Λοκρίδας. Η σύσκεψη ενέκρινε και την πρώτη φλογερή διακήρυξη για το αντάρτικο προς το λαό της Ρούμελης γραμμένη από τον Θανάση Κλάρα με τον τίτλο «ΕΜΠΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΑΡΜΑΤΟΛΙΚΙ» που καλεί τους Ρουμελιώτες να δημιουργήσουν τους καινούργιους αρματολούς και κλέφτες. Η διακήρυξη τυπώθηκε στα τυπογραφεία του Λαμιακού Τύπου σε χιλιάδες αντίτυπα και μοιράστηκε στην περιοχή ( Λαδάς σελ. 44, Χατζής1982: 286).
Ύστερα από τη σύσκεψη της Λαμίας γίνηκε η συνάντηση στο σπίτι του Φώτη Μαστροκώστα (Θάνου) στη Σπερχειάδα όπου ο Κλάρας απευθύνει το ερώτημα ‘Ποιος θαρθεί μαζί μου;’(Λαγδάς,σελ. 47). Η πρώτη αυτή εθελοντική ομάδα του λαϊκού εθνικοαπελευθερωτικού στρατούριν βγει οριστικά στο βουνό. κρύφτηκε στην καλύβα του Στεφανή που βρίσκεται στην τοποθεσία Αλώνια 500 μέτρα έξω από τη Σπερχειάδα. Την απαρτίζουν ο Άρης Βελουχιώτης, ο Στέφανος Στεφανής (ιδιοκτήτης της καλύβας) ο Φώτης Μαστροκώστας από τη Σπερχειάδα, οι αδελφοί Νίκος και Βαγγέλης Λέβας από την Ομβριακή και ο Βασίλης Ξυνοτρούλιας από τους Βελεσιώτες με οπλισμό πέντε περίστροφα και έναν γκράς (Λαγδάς, σελ. 51). Σιγά –σιγά άρχισαν να φτάνουν από τα γύρω χωριά και άλλοι αγωνιστές έγιναν όλοι- όλοι δεκατέσσαρες. Δέκατος πέμπτος λογαριάστηκε ο νεαρός Βασίλης Λαγός που ο Άρης θα χρησιμοποιούσε για σύνδεσμο με την οργάνωση της Σπερχειάδας.
Έτσι το Μάιο του 1942 η πρώτη ένοπλη ομάδα του ΕΛΑΣ εναντίον του κατακτητή υπό την αρχηγία του Άρη Βελουχιώτη ξεκίνησε από τηκαλύβα του Στεφανή στη Σπερχειάδα και κατευθύνθηκε τη Γουλινά το μικρό βουνό πάνω και νοτιοδυτικά από τη Σπερχειάδα. Εκεί ο Θανάσης Κλάρας γίνεται ο θρυλικός Αρης Βελουχιώτης και όλοι οι καπετάνιοι για λόγους συνωμοτικότητας παίρνουν τα ψευδώνυμα με τα οποία θα γίνουν γνωστοί στο πανελλήνιο και θα περάσουν στην ιστορία. Εκεί, δίνουν τον όρκο του αντάρτη που ετοίμασε ο Άρης: «Εγώ παιδί του εργαζόμενου ελληνικού λαού, ορκίζομαι να αγωνιστώ για να διώξω τον εχθρό της πατρίδας μου από τον τόπο, χύνοντας και την τελευταία ρανίδα του αίματός μου. Να αγωνιστώ μέσα από τις γραμμές του ΕΛΑΣ για τις ελευθερίες του λαού».
Στη Δομνίστα Ευρυτανίας στις 7 Ιουνίου του 42 ο Άρης με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ κάνει την πρώτη εμφάνιση του παρελαύνουν μπροστά στα έκπληκτα μάτια των κατοίκων κρατώντας την ελληνική σημαία και τραγουδώντας. Στη λαϊκή συγκέντρωση που ακολούθησε στην πλατεία του χωριού ο Αρης με λόγια απλά και πάθος εκλαϊκεύει τους στόχους του αγώνα. Μιλάει για το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ που συνεχίζει την Επανάσταση του 21, «κηρύσσει την Επανάσταση κατά των ξένων κατακτητών και των ντόπιων συνεργατών τους» (Λαγδάς, τόμος 2, σελ. 18)και ζητά την ενίσχυση τους στον αγώνα. Από στόμα σε στόμα η είδηση για εμφάνιση ανταρτών απλώθηκε αστραπιαία στην ύπαιθρο και φτάνει στις σκλαβωμένες πολιτείες….
Η σύσκεψη στην καλύβα του Στεφανή και το ξεκίνημα του ΕΛΑΣ από τα βουνά της Ρούμελης
Μετά την ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) το Σεπτέμβριο του 1941, ο Θανάσης Κλάρας (Άρης Βελουχιώτης) στέλεχος του ΚΚΕ και υπέρμαχος του αντάρτικου αποσπά την έγκριση της ηγεσίας του κόμματος έρχεται στη Φθιώτιδα με εντολή του κόμματος για να διερευνήσει την δυνατότητα για ξεκίνημα της ένοπλης λαϊκής αντίστασης.
Για το σκοπό αυτό στις αρχές Νοεμβρίου του 1941 ο Αρης άρχισε την περιοδεία του στις περιοχές της Φθιώτιδας, Θεσσαλίας και Ευρυτανίας (Χουλιάρας, σελ.13). Στη Ρούμελη οι συνθήκες ήταν δύσκολες και οι κομματικές οργανώσεις αδύναμες. Δεν υπήρχαν παραδόσεις μαζικής πάλης υπήρχαν όμως επιβιώσεις ένοπλης αντάρτικης δράσης, συνέχεια από την κλεφτουριά και τα αρματολίκια. Και ήταν αρκετοί οι ανυπότακτοι πατριώτες που άρπαζαν τα όπλα και έβγαιναν στα βουνά (κλαρίτες) (Χατζής, 284). Το ΚΚΕ έστειλε στη Φθιωτιδοφωκίδα για να ανασυγκροτήσει τις κομματικές οργανώσεις και να οργανώσει τον αγώνα τον Γιώργο Γιαταγάνα ένα από τα εκλεκτά στελέχη του που τη περίοδο της κατοχής είχε δραπετεύσει από το στρατόπεδο της Φολέγανδρου. Ο Άρης με την οξυδέρκειά του από τη πρώτη στιγμή είδε τα στρατηγικά πλεονεκτήματα του ορεινού όγκου της Ρούμελης για ανάπτυξη του αντάρτικου. Και ήταν ευτυχής σύμπτωση που οι ο Θανάσης Κλάρας βρήκε υποστηρικτή της προσπάθειάς του το Γιαταγάνα. Οι δύο Ρουμελιώτες συμφώνησαν πως εδώ πρέπει να πιάσουν τον ειδικό αυτό κρίκο που θα τους συνδέσει με το λαό-που είναι η αντάρτικη παράδοση της Ρούμελης στο ‘κλαρί’. Οργανωμένες από το ΕΑΜ ανταρτοομάδες δεν υπάρχουν στη Ρούμελη εκτός από την ομάδα του παλιού κομμουνιστή Ψαρρού από το Χρυσό της Παρνασσίδας που κρατούσε επαφή με το Γραμματέα του ΕΑΜ Ν. Διάνη (Παπούα). Όλο το Φλεβάρη και το Μάρτη ο Θανάσης Κλάρας δούλεψε εντατικά. Με την επιστροφή του στην Αθήνα υπέβαλε την έκθεσή του στην ΚΕ και το Μάιο του 1942 κατορθώνει με την επιμονή του να υπερνικήσει τους δισταγμούς της ηγεσίας και να πάρει εντολή να συνεργαστεί με την περιφερειακή οργάνωση της Λαμίας του ΚΚΕ για τη δημιουργία ένοπλων ομάδων αντίστασης στη Ρούμελη. Ο ΣιάντοςΓ.Γ του ΚΚΕ ύστερα από επιμονή του Τζήμα δέχεται να ανατεθεί στον Άρη η αρχηγία των ενόπλων δυνάμεων του ΕΛΑΣ στη Ρούμελη. Ο Αρης χωρίς να ρωτήσει και πολλά την ηγεσία γιατην ακριβή θέση του στο αντάρτικο φεύγει με ενθουσιασμό , έχοντας την πεποίθηση πως κάνει στο ακέραιο το καθήκον του απέναντι στην πατρίδα, το λαό και το κόμμα του (Χατζής, 284). Βάση για τη συγκρότηση των πρώτων ανταρτικών ομάδων στη Ρούμελη αποτέλεσε η πατριωτική οργάνωση Μέτωπο Εθνικής Σωτηρίας (ΜΕΣ) που αφομοιώνεται στο ΕΑΜ και ανασυγκροτείται. Σύμφωνα με τις αναμνήσεις του Γ. Χουλιάρα- Περικλή, το ΜΕΣ ιδρύθηκε στη στη Λαμία, από τις πρώτες μέρες της κατοχής με πρωτοβουλία των ξεκομμένων κομμουνιστών Γιώργου Χουλιάρα, Γ. Φράγκου, Ανδρέα Δημόπουλου, Κ. Νταμάτη και Α. Παπαλάμπρου. Σκοπός του (ΜΕΣ) ήταν η συσπείρωση όλων των πολιτών σε εθνική βάση ανεξάρτητα από πολιτικές και άλλες διαφορές ώστε να αγωνιστούν για την επιβίωση του λαού και να αρχίσουν σιγά-σιγά την αντίσταση ενάντια στον κατακτητή (Χουλιάρας, 2006:46).
*Από την Χαρά Παρμενοπούλου
Βιβλιογραφία
– Ζωϊδη, Γ., Κάϊλα, Μ κ.ά,1979, Ιστορία της Εθνικής Αντίστασης 1940-45, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα
-Λαγδάς, Πάνος, Άρης Βελουχιώτης, ο Πρώτος του Αγώνα, εκδ. Σφαέλος Ν., Αθήνα
– Χατζηπαναγιώτου, Γιάννης (καπετάν Θωμάς), Η πολιτική διαθήκη του Άρη Βελουχιώτη, Δωρικός, Αθήνα 1975
– Χατζής, Θανάσης, 1982, Η Νικηφόρα Επανάσταση που χάθηκε (εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας 41-45), β έκδοση, Εξάντας, Αθήνα
-Χουλιάρας Γιώργος- Περικλής,2006, «Ο δρόμος είναι άσωτος…», Λαμία, Οιωνός

Κυριακή 2 Μαΐου 2021

 2 Μαΐου 1943: Ιδρύεται το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ

Με κοινή απόφαση των Κεντρικών Επιτροπών του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, ιδρύθηκε, στις 2 του Μάη 1943, το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ. Το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ αποτελούνταν από τον συνταγματάρχη Στέφανο Σαράφη, στρατιωτικό διοικητή, τον Άρη Βελουχιώτη, καπετάνιο και τον Ανδρέα Τζήμα, αντιπρόσωπο του ΕΑΜ. Το ΓΣ και η ΚΕ του ΕΛΑΣ βοήθησαν στην αύξηση της δύναμης του λαϊκού στρατού και στο συντονισμό της δράσης των τμημάτων του ΕΛΑΣ με βάση ένα ενιαίο σχέδιο.
Είχαν προηγηθεί η ιδρυτική σύσκεψη του ΕΛΑΣ, στις 2 του Φλεβάρη 1942, καθώς και η ίδρυση του ΕΛΑΣ (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός), δηλαδή του ενόπλου τμήματος του ΕΑΜ, στις 16 του Φλεβάρη της ίδιας χρονιάς.
Στον Ριζοσπάστη διαβάζουμε: “Με την ίδρυση του Γενικού Στρατηγείου, ο Λαϊκός Στρατός απέκτησε την κεντρική εκείνη διοίκηση, που του εξασφάλιζε έγκυρη, ενιαία και συντονισμένη καθοδήγηση και διεύθυνση. (…) Εδρα του, ήταν το Περτούλι.
Το Γενικό Στρατηγείο προώθησε το ζήτημα της στελέχωσης του ΕΛΑΣ. Στη λύση αυτού του προβλήματος συνέβαλε και η ίδρυση από το Γενικό Στρατηγείο, τον Αύγουστο του 1943, της Σχολής Αξιωματικών του ΕΛΑΣ, στη Ρεντίνα, που έδωσε στα τμήματα του λαϊκού στρατού, συνολικά, 1.269 νέους ανθυπολοχαγούς. Επίσης, το ΓΣ του ΕΛΑΣ προετοίμασε και έθεσε σε εφαρμογή ένα στοιχειώδες πρόγραμμα στρατιωτικής εκπαίδευσης των ανδρών του.
Οταν το Γενικό Στρατηγείο άρχισε να λειτουργεί κανονικά, δούλεψε συστηματικά για την όσο το δυνατόν καλύτερη οργάνωση του ΕΛΑΣ. Το ΓΣ συμπλήρωσε τις διοικήσεις των τμημάτων του ΕΛΑΣ σε όλη την κλίμακα της ιεραρχίας, συγκρότησε – όπως ήδη σημειώσαμε – Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών, που άρχισε να λειτουργεί από την 1η Αυγούστου του 1943. Διέταξε να συγκροτηθούν Σχολές Υπαξιωματικών στα Γενικά Αρχηγεία ή Στρατηγεία του ΕΛΑΣ των διαφόρων περιοχών. Επίσης, συγκροτήθηκαν Τμήμα Μηχανικού, Τμήμα Διαβιβάσεων, Υπηρεσία Επιμελητείας, Υγειονομική Υπηρεσία. Καθόρισε την εισφορά των κατοίκων για τη διατροφή του Λαϊκού Στρατού. Προχώρησε στη συγκρότηση τακτικών στρατοδικείων, καθώς και στη συμπλήρωση του τηλεφωνικού δικτύου και του δικτύου ασυρμάτων.
Το ΓΣ συγκρότησε, επίσης, Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο, που συνήλθε στα τέλη του Ιούλη 1943, στην έδρα του, και πήρε απόφαση να συγκροτηθεί ο ΕΛΑΣ «κατά το σύστημα του τακτικού στρατού με σύνθεση ελαφρή και ευκίνητη». Κανόνισε τα ζητήματα της διοίκησης σε όλη την ιεραρχία του ΕΛΑΣ και άλλα ζητήματα.”
*rizospastis.

Σάββατο 1 Μαΐου 2021

 Πως γιορτάστηκε το πρώτο ελεύθερο Πάσχα μετά την Κατοχή


Ήταν 6 Μαίου 1945. Η Θεσσαλονίκη, όπως και η υπόλοιπη Ελλάδα, γιορτάζει χαρμόσυνα το πρώτο ελεύθερο Πάσχα, μετά την αποτίναξη της γερμανικής σκλαβιάς ύστερα από τρεισήμισι μαύρα χρόνια ναζιστικού ολέθρου και συμφοράς. Παντού, σε όλες τις πόλεις, τις συνοικίες τους και τα χωριά, εκδηλώσεις χαράς και αγαλλίασης, έστω κι αν αυτές γίνονταν λιτά από τους περισσότερους, καθώς έλειπαν βασικά είδη διατροφής και ο οβελίας ήταν απλησίαστος. Μόνιμη έγνοια για την ομαλή λειτουργία της πόλης, ήταν η εξεύρεση καύσιμης ύλης, κυρίως καυσόξυλων και κάρβουνων, για να μπορούν να λειτουργούν οι φούρνοι, παράγοντας ψωμί.
Εκτός από την Ανάσταση του Χριστού, εκείνο το σημαδιακό Πάσχα, οι πολίτες, πανηγυρίζουν και για τη συντριβή του Χιτλερικού τέρατος το οποίο εκείνες τις ημέρες σπαρταρούσε πριν το οριστικό τέλος του. Δεδομένου ότι οι σοβιετικές στρατιές του Κόκκινου Στρατού, υπό τον στρατάρχη Ζούκοφ, είχαν κυκλώσει το Βερολίνο, ενώ τα στρατεύματα Αμερικανών και Βρετανών υπό τον στρατηγό Μοντγκόμερι, διαβαίνοντας τον Έλβα, βάδιζαν τάχιστα κατά της γερμανικής πρωτεύουσας στην οποία ο παράφρονας Αδόλφος Χίτλερ είχε αυτοκτονήσει από τις 30 Απριλίου μαζί με την αγαπημένη του Εύα Μπράουν.
Τα πρώτα μαύρα σύννεφα
Εκείνο το Πάσχα, στο εσωτερικό της Ελλάδος είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται απειλητικά τα σύννεφα του εμφυλίου πολέμου, καθώς αφοπλισμένες οι δυνάμεις της Εθνικής Αντίστασης, μετά την ολέθρια Συμφωνία της Βάρκιζας, είχαν αρχίσει να δέχονται τις λυσσαλέες επιθέσεις κρατικών οργάνων και φασιστικών παρακρατικών συμμοριών, ενώ πάνω από 7.000 δημοκρατικοί πολίτες είχαν περάσει το Πάσχα στις φυλακές όλης της χώρας.
Παρ’ όλα αυτά, οι οργανώσεις του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα (ΕΑΜ, ΕΠΟΝ και Εθνική Αλληλεγγύη) και οι δυνάμεις των κομμάτων της Αριστεράς, όχι μόνο δεν πτοήθηκαν, αλλά γιόρτασαν εκείνο το Πάσχα περήφανα και αγωνιστικά. Με αντάρτικα τραγούδια και θεατρικά σκετς, δίνοντας και το αληθινό νόημα της Ανάστασης, όπως την προσδοκούσε ο ελληνικός λαός στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς.
Παραθέτουμε στη συνέχεια το ρεπορτάζ που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα του ΕΑΜ Μακεδονίας «Ελευθερία», στις 8 Μαίου 1945, μετά τη διήμερη αργία, με ενδιαφέροντα στοιχεία για τον εορτασμό της Ανάστασης και του Πάσχα στις διάφορες συνοικίες της Θεσσαλονίκης.
Έγραφε η εφημερίδα:
Θεατρική παράσταση στην Αθήνα το Πάσχα 1945
Το δημοσίευμα της «Ελευθερίας»
«Η πρώτη Ανάσταση μετά την απελευθέρωση, γιορτάστηκε σε όλη την πόλη της Θεσσαλονίκης και τις λαϊκές συνοικίες, παλλαϊκή και πηγαία, όπως ξέρει να γιορτάζει ο λαός, γιατί συμβολίζει και την εθνική του Ανάσταση και απολύτρωση από τη φασιστική σκλαβιά.
Στα σπίτια και στα καφενεία, στις πλατείες και στους δρόμους των συνοικιών αντηχούσαν βροντερά αντάρτικα τραγούδια και ανταλλάσσονταν ευχές για την εξαφάνιση και των τελευταίων υπολειμμάτων της φασιστικής αντίδρασης στη χώρα μας.
Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, αμέσως μετά την Ανάσταση, το συμβούλιο της ΕΠΟΝ Πόλης Θεσσαλονίκης έδωσε χορό στην αίθουσα «Μοσκώφ» που κράτησε μέχρι το πρωί. Το γλέντι άρχισε με το σερβίρισμα της πατροπαράδοτης μαγειρίτσας.
Οι εφημερίδες μας «Ελευθερία» και «Λαϊκή Φωνή» που εκδόθηκαν εκείνο το βράδυ, έγιναν ανάρπαστες.
Την Κυριακή του Πάσχα, η Εθνική Αλληλεγγύη Πανεπιστημίου, οργάνωσε γιορτή στην οποία απαγγέλθηκαν με μεγάλη επιτυχία το ποίημα «Τον αντρειωμένο μην τον κλαις» από τη μικρή Σουλιώτου, το σατυρικό ποίημα «Έρχεται» του φοιτητού Γ.Καραγιαννίδη και παίχθηκαν διάφορα σκετς.
Στο Τσινάρι, στο φρούριο αυτό του αντιφασιστικού αγώνα, ο ενθουσιασμός και η χαρά του λαού για την συντριβή του φασισμού, ήταν απερίγραπτη. Στα σπίτια και στα καφενεία, αντηχούσαν τα αντάρτικα τραγούδια, το εμβατήριο «Μιας νέας Ανάστασης χτυπάει η καμπάνα» και πολλά άλλα.
Στην ωραία Βάρνα, στις Συκιές, στη Νεάπολη, στην Ξηροκρήνη, κυριαρχούσε ο ίδιος φλογερός λαϊκός ενθουσιασμός.
Στην Καλαμαριά σε διάφορα σπίτια οργανώθηκαν γλέντια στα οποία απαγγέλθηκαν ποιήματα και παίχθηκαν διασκεδαστικά σκετς.
Όσο για την ηρωϊκή Τούμπα, αυτή ξεπέρασε σε χαρά και ενθουσιασμό κάθε προηγούμενο και ο δημοκρατικός και αντιφασιστικός λαός της, πρωτοστάτησε στις εκδηλώσεις για τη συντριβή του φασισμού, τη νίκη των δημοκρατικών συμμαχικών δυνάμεων και την επικράτηση της ειρήνης στην πολυβασανισμένη Ευρώπη.
Οι λαϊκές αυτές εκδηλώσεις και τα εθνικά δημοκρατικά και λαϊκά τραγούδια, κράτησαν μέχρι αργά τη νύχτα. Στο γήπεδο της ΜΕΝΤ, χιλιάδες λαού με θερμές δημοκρατικές αντιφασιστικές εκδηλώσεις, παρακολούθησαν συνάντηση των ποδοσφαιρικών ομάδων Άνω και Κάτω Τούμπας και καταχειροκρότησαν τους παίκτες των δύο ομάδων της ΕΠΟΝ Τούμπας. Τη νύχτα, δόθηκε εξαιρετικά επιτυχημένη γιορτή της ΕΠΟΝ Κάτω Τούμπας, όπου επικράτησε αφάνταστος ενθουσιασμός και θερμές εκδηλώσεις υπέρ του ΕΑΜ και της δημοκρατίας.
Πρέπει να σημειωθεί ιδιαιτέρως πως ο γιορτασμός παντού έγινε πολιτισμένα με παραδειγματική τάξη», κατέληγε το δημοσίευμα της εφημερίδας "Ελευθερία".
*του Σπύρου Κουζινόπουλοu farosthermaikou.blogspot.com

 "Πάσχα πλατύ, Πάσχα τρανό σαν την καρδιά μας, Πάσχα για οχτρούς, Πάσχα για φίλους, Πάσχα για όλους. Τι ένα σφαχτό μπορεί να φτάσει σε χιλιάδες, σαν οι καρδιές μονιάσουν όλες στην Αλήθεια".    Άγγελος Σικελιανός  






Το Δ.Σ του σωματείου «Φίλοι  Μουσείου Εθνικής Αντίστασης και Σύγχρονης Ιστορίας Ρούμελης» σας εύχεται Χρόνια Πολλά και καλό Πάσχα με υγεία, ειρήνη, αλληλεγγύη.

 1η Μαΐου του 1976 "έφυγε" ο αγωνιστής ενάντια στη δικτατορία Αλέκος Παναγούλης.


Μια μέρα σαν σήμερα, ο Αλέκος Παναγούλης πέρασε στην αθανασία με ένα μυστηριώδες τροχαίο δυστύχημα.

Ἀγωνίες

Ἂν χτυπήσουν τὴν πόρτα, μὴν ἀνοίξεις.

Ὅσο καὶ νὰ χτυποῦν.

Πρέπει νὰ πιστέψουν πὼς τὸ σπίτι

εἶναι ἀδειανό.

Δὲν θὰ τὴ σπάσουν. Μὴ φοβᾶσαι.

Ἂν τὴ σπάσουν,

θὰ ξέρουμε πὼς μᾶς πρόδωσαν.

Οὔτε κ᾿ ἐγὼ τὸ πιστεύω.

Ναί, θὰ πυροβολήσω ἂν μποῦνε.

Ἐσὺ δοκίμασε νὰ φύγεις.

θὰ μπορέσεις.

Γιὰ μᾶς θἆναι. Τόση ὥρα

τριγυρίζουν τὸ σπίτι.

Κύταξε ἀπ᾿ τ᾿ ἄλλο παραθύρι.

Μὰ πρόσεχε.

Ναί, βλέπω. Χτυπᾶνε ἀπέναντι.

Μίλα σιγότερα.

Ἀκοῦς; Φασαρία; Τί νὰ γίνεται;

Κάποιον πιάσανε. Εἶναι γέρος.

Τὸν χτυπᾶνε τὰ σκυλιά.

Ἄτιμοι.

Πόσους θὰ πιάσετε; θὰ μείνουν

ὅσοι χρειάζονται καὶ περσότεροι.

θὰ μείνουν καὶ δὲν θὰ σταυρώσουν

τὰ χέρια.

Αλέκος Παναγούλης

45 χρόνια από το χαμό ενός αυθεντικού λαϊκού ήρωα , που πέρασε στην ιστορία, με την απόπειρά του, να δολοφονήσει τον Αύγουστο του 1968 τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο.
Ήταν ξημερώματα πρώτης Μαΐου του 1976 , όταν ο Παναγούλης άφηνε την τελευταία του πνοή, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στη Βουλιαγμένη , λίγες μέρες, πριν αποκαλύψει στη Βουλή, ως ανεξάρτητος Βουλευτής, τους φακέλους της ΕΣΑ, που αφορούσαν τα πολιτικά πρόσωπα, που συνεργάστηκαν, με τα όργανα ασφαλείας της Χούντας.

Ήταν η Πρωτομαγιά του 1976. Δύο χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας και το δράμα της Κύπρου. Οι Έλληνες έβλεπαν με αισιοδοξία το μέλλον, αλλά και με την καχυποψία ότι δεν έχουν εξαφανιστεί οι πιθανότητες μίας επιστροφής των χολερικών και των απομειναριών της χούντας.

Ήταν μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή μέρα και σε όλη την Ελλάδα είχαν αρχίσει οι προετοιμασίες για τα παραδοσιακά γλέντια. Ξαφνικά το ραδιόφωνο της ΕΡΤ (τότε δεν υπήρχαν τηλεοπτικά κανάλια και η τηλεόραση της ΕΡΤ ξεκινούσε το πρόγραμμά της το απόγευμα) διέκοψε τα τραγούδια και μετέδωσε την τραγική είδηση: Το θάνατο του Αλέκου Παναγούλη. Το αυτοκίνητό του, ένα Fiat Mirafiori, που έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης κατευθυνόμενο προς τη Γλυφάδα, ξέφυγε της πορείας του…

Ξαφνικά συννέφιασε. Όχι στον ουρανό, αλλά στα πρόσωπα σχεδόν όλων των Ελλήνων, που έχασαν τον άνθρωπό τους, τον ήρωά τους. Έναν άνθρωπο, που κρατούσε ψηλά τη συνείδηση των Ελλήνων, που δεν θα συμβιβαζόταν και θα συνέχιζε να δίνει μάχες για το εθνικό και δημόσιο καλό. Αμέσως οι φήμες ότι πρόκειται για δολοφονία εξαπλώθηκαν σε όλη τη χώρα. Την επομένη οι εφημερίδες είχαν κυκλοφορήσει με πρώτο θέμα την πιθανή δολοφονία Παναγούλη. Το κλίμα, έτσι κι αλλιώς, φορτισμένο και έντονα πολιτικοποιημένο δεν μπορούσε να μην επηρεαστεί περαιτέρω από τον ξαφνικό και αναπάντεχο χαμό του. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η «αποχουντοποίηση» δεν είχε ολοκληρωθεί και κυβερνητικοί κύκλοι, με πρώτο τον τότε υπουργό Εθνικής Αμύνης Ευάγγελο Αβέρωφ, έκαναν λόγο για «σταγονίδια» (χουντικά) στο στράτευμα. Παράλληλα, ο ίδιος ο Παναγούλης είχε αποκαλύψει αρχεία της ΕΣΑ, που θα προκαλούσαν τεράστια προβλήματα στο πολιτικό κατεστημένο και τον είχαν φέρει σε ευθεία σύγκρουση με τον Αβέρωφ. Επίσης, είναι χαρακτηριστικό ότι ο Παναγούλης ήταν έτοιμος να παραιτηθεί από την Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις, με την οποία είχε εκλεγεί βουλευτής στις πρώτες εκλογές του 1974, λόγω της ύπαρξης πολιτικού και επίσης βουλευτή του ιδίου κόμματος, ο οποίος είχε συνεργαστεί με τους χουντικούς…

Περίεργο τροχαίο…

Ακόμη και ο εισαγγελέας Δημήτρης Τσεβάς, που είχε αναλάβει την υπόθεση, μιλούσε αρχικώς για εγκληματική ενέργεια. Ο γνωστός δικαστικός θα πει: «Ερευνάται η υπόθεσις προς πάσα κατεύθυνσιν και αφήνει μεγάλα λογικά περιθώρια στην πιθανότητα της εγκληματικής ενέργειας. Είναι περίεργο τροχαίο ατύχημα. Τόσο περίεργο, ώστε να μην μπορεί κανείς να υποστηρίξει λογικώς ότι είναι ατύχημα».

Σημειώνεται ότι εκείνες τις μέρες όλοι αναζητούν τα τρία άγνωστα αυτοκίνητα που εικάζεται ότι έβγαλαν από την πορεία το αυτοκίνητο του Παναγούλη. Υπήρξαν πολλά ερωτήματα και σημαντικές καταγγελίες από ερευνητές κι από την οικογένειά του, που δεν απαντήθηκαν ποτέ. Τελικώς σημαντικές πληροφορίες έμειναν στο σκοτάδι και οι φήμες δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ.

Η κηδεία του γίνεται στις 5 Μαΐου και μεταβάλλεται σε πάνδημο δημοκρατικό συλλαλητήριο, ενώ το βασικό σύνθημα, «Ζει», που αντηχεί στην Αθήνα θα γραφτεί και στους περισσότερους δρόμους της πόλης: Χαρακτηριστικό είναι ότι στην κηδεία του δεν παρίσταται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο πρωθυπουργός, ενώ οι ένοπλες δυνάμεις δεν στέλνουν επίσημο εκπρόσωπο.

Ένας αυθεντικός ήρωας

Έχουν περάσει από εκείνη τη μέρα 44 χρόνια. Το πιθανότερο για ένα σημερινό σαραντάρη, ή μικρότερο, το όνομα «Αλέκος Παναγούλης» να μη λέει και πολλά. Ίσως μόνο ένα δρόμο, κάτι συγκεχυμένο, έναν ήρωα απ’ τους πολλούς ήρωες αυτής της χώρας, έναν τρελό, που ήθελε να σκοτώσει τον δικτάτορα. Όμως ο Παναγούλης ήταν κάτι πολύ παραπάνω. Ήταν ο Έλληνας που δεν μπορούσε να ζει υπό το τυραννικό καθεστώς.

Ο Αλέκος Παναγούλης (1939-1976) ήταν αξιωματικός του στρατού ξηράς, με σπουδές στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Στις 13 Αυγούστου, του 1968, αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο με εκρηκτικά στη Βάρκιζα, αλλά απέτυχε από μια λεπτομέρεια. Συλλαμβάνεται, καταδικάζεται «εις θάνατον», αλλά κάτω από τις διεθνείς αντιδράσεις φυλακίζεται και εκεί αρχίζει ίσως ο μεγαλύτερος αγώνας του. Μπροστά στα απίστευτα βασανιστήρια αυτός βγάζει γλώσσα στους βασανιστές του, τους δείχνει ότι δεν φοβάται τίποτα, ούτε το θάνατο ούτε τα μαρτύρια και βρίσκει διέξοδο στην ποίηση, η οποία θα γοητεύσει ακόμη και τον Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Δεν ήταν της αριστεράς, δεν θα μπορούσε να ήταν κανενός, τα καλούπια και τα σχήματα δεν του ταίριαζαν. Ήταν ένας άνθρωπος αντισυμβατικός, ένας ιδεολόγος, που δεν άντεχε την τυραννία, δεν έκανε εκπτώσεις στην αξιοπρέπεια. Για όσους τον γνώρισαν ήταν απλώς ένας άγιος με πάθη. Θα γίνει σύμβολο. Το βιβλίο της Οριάνα Φαλάτσι «Ένας άντρας» θα τον τοποθετήσει παγκοσμίως δίπλα στους αγίους των εξεγερμένων, όλων αυτών που δεν άντεχαν την καταπίεση των λαών τους.

Ένας αυθεντικός λαϊκός ήρωας δεν έχει ανάγκη τα βιβλία. Τα βιβλία τον έχουν ανάγκη. Και σίγουρα οι λαοί…