Σάββατο, 1 Μαΐου 2021

 "Πάσχα πλατύ, Πάσχα τρανό σαν την καρδιά μας, Πάσχα για οχτρούς, Πάσχα για φίλους, Πάσχα για όλους. Τι ένα σφαχτό μπορεί να φτάσει σε χιλιάδες, σαν οι καρδιές μονιάσουν όλες στην Αλήθεια".    Άγγελος Σικελιανός  






Το Δ.Σ του σωματείου «Φίλοι  Μουσείου Εθνικής Αντίστασης και Σύγχρονης Ιστορίας Ρούμελης» σας εύχεται Χρόνια Πολλά και καλό Πάσχα με υγεία, ειρήνη, αλληλεγγύη.

 1η Μαΐου του 1976 "έφυγε" ο αγωνιστής ενάντια στη δικτατορία Αλέκος Παναγούλης.


Μια μέρα σαν σήμερα, ο Αλέκος Παναγούλης πέρασε στην αθανασία με ένα μυστηριώδες τροχαίο δυστύχημα.

Ἀγωνίες

Ἂν χτυπήσουν τὴν πόρτα, μὴν ἀνοίξεις.

Ὅσο καὶ νὰ χτυποῦν.

Πρέπει νὰ πιστέψουν πὼς τὸ σπίτι

εἶναι ἀδειανό.

Δὲν θὰ τὴ σπάσουν. Μὴ φοβᾶσαι.

Ἂν τὴ σπάσουν,

θὰ ξέρουμε πὼς μᾶς πρόδωσαν.

Οὔτε κ᾿ ἐγὼ τὸ πιστεύω.

Ναί, θὰ πυροβολήσω ἂν μποῦνε.

Ἐσὺ δοκίμασε νὰ φύγεις.

θὰ μπορέσεις.

Γιὰ μᾶς θἆναι. Τόση ὥρα

τριγυρίζουν τὸ σπίτι.

Κύταξε ἀπ᾿ τ᾿ ἄλλο παραθύρι.

Μὰ πρόσεχε.

Ναί, βλέπω. Χτυπᾶνε ἀπέναντι.

Μίλα σιγότερα.

Ἀκοῦς; Φασαρία; Τί νὰ γίνεται;

Κάποιον πιάσανε. Εἶναι γέρος.

Τὸν χτυπᾶνε τὰ σκυλιά.

Ἄτιμοι.

Πόσους θὰ πιάσετε; θὰ μείνουν

ὅσοι χρειάζονται καὶ περσότεροι.

θὰ μείνουν καὶ δὲν θὰ σταυρώσουν

τὰ χέρια.

Αλέκος Παναγούλης

45 χρόνια από το χαμό ενός αυθεντικού λαϊκού ήρωα , που πέρασε στην ιστορία, με την απόπειρά του, να δολοφονήσει τον Αύγουστο του 1968 τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο.
Ήταν ξημερώματα πρώτης Μαΐου του 1976 , όταν ο Παναγούλης άφηνε την τελευταία του πνοή, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στη Βουλιαγμένη , λίγες μέρες, πριν αποκαλύψει στη Βουλή, ως ανεξάρτητος Βουλευτής, τους φακέλους της ΕΣΑ, που αφορούσαν τα πολιτικά πρόσωπα, που συνεργάστηκαν, με τα όργανα ασφαλείας της Χούντας.

Ήταν η Πρωτομαγιά του 1976. Δύο χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας και το δράμα της Κύπρου. Οι Έλληνες έβλεπαν με αισιοδοξία το μέλλον, αλλά και με την καχυποψία ότι δεν έχουν εξαφανιστεί οι πιθανότητες μίας επιστροφής των χολερικών και των απομειναριών της χούντας.

Ήταν μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή μέρα και σε όλη την Ελλάδα είχαν αρχίσει οι προετοιμασίες για τα παραδοσιακά γλέντια. Ξαφνικά το ραδιόφωνο της ΕΡΤ (τότε δεν υπήρχαν τηλεοπτικά κανάλια και η τηλεόραση της ΕΡΤ ξεκινούσε το πρόγραμμά της το απόγευμα) διέκοψε τα τραγούδια και μετέδωσε την τραγική είδηση: Το θάνατο του Αλέκου Παναγούλη. Το αυτοκίνητό του, ένα Fiat Mirafiori, που έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης κατευθυνόμενο προς τη Γλυφάδα, ξέφυγε της πορείας του…

Ξαφνικά συννέφιασε. Όχι στον ουρανό, αλλά στα πρόσωπα σχεδόν όλων των Ελλήνων, που έχασαν τον άνθρωπό τους, τον ήρωά τους. Έναν άνθρωπο, που κρατούσε ψηλά τη συνείδηση των Ελλήνων, που δεν θα συμβιβαζόταν και θα συνέχιζε να δίνει μάχες για το εθνικό και δημόσιο καλό. Αμέσως οι φήμες ότι πρόκειται για δολοφονία εξαπλώθηκαν σε όλη τη χώρα. Την επομένη οι εφημερίδες είχαν κυκλοφορήσει με πρώτο θέμα την πιθανή δολοφονία Παναγούλη. Το κλίμα, έτσι κι αλλιώς, φορτισμένο και έντονα πολιτικοποιημένο δεν μπορούσε να μην επηρεαστεί περαιτέρω από τον ξαφνικό και αναπάντεχο χαμό του. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η «αποχουντοποίηση» δεν είχε ολοκληρωθεί και κυβερνητικοί κύκλοι, με πρώτο τον τότε υπουργό Εθνικής Αμύνης Ευάγγελο Αβέρωφ, έκαναν λόγο για «σταγονίδια» (χουντικά) στο στράτευμα. Παράλληλα, ο ίδιος ο Παναγούλης είχε αποκαλύψει αρχεία της ΕΣΑ, που θα προκαλούσαν τεράστια προβλήματα στο πολιτικό κατεστημένο και τον είχαν φέρει σε ευθεία σύγκρουση με τον Αβέρωφ. Επίσης, είναι χαρακτηριστικό ότι ο Παναγούλης ήταν έτοιμος να παραιτηθεί από την Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις, με την οποία είχε εκλεγεί βουλευτής στις πρώτες εκλογές του 1974, λόγω της ύπαρξης πολιτικού και επίσης βουλευτή του ιδίου κόμματος, ο οποίος είχε συνεργαστεί με τους χουντικούς…

Περίεργο τροχαίο…

Ακόμη και ο εισαγγελέας Δημήτρης Τσεβάς, που είχε αναλάβει την υπόθεση, μιλούσε αρχικώς για εγκληματική ενέργεια. Ο γνωστός δικαστικός θα πει: «Ερευνάται η υπόθεσις προς πάσα κατεύθυνσιν και αφήνει μεγάλα λογικά περιθώρια στην πιθανότητα της εγκληματικής ενέργειας. Είναι περίεργο τροχαίο ατύχημα. Τόσο περίεργο, ώστε να μην μπορεί κανείς να υποστηρίξει λογικώς ότι είναι ατύχημα».

Σημειώνεται ότι εκείνες τις μέρες όλοι αναζητούν τα τρία άγνωστα αυτοκίνητα που εικάζεται ότι έβγαλαν από την πορεία το αυτοκίνητο του Παναγούλη. Υπήρξαν πολλά ερωτήματα και σημαντικές καταγγελίες από ερευνητές κι από την οικογένειά του, που δεν απαντήθηκαν ποτέ. Τελικώς σημαντικές πληροφορίες έμειναν στο σκοτάδι και οι φήμες δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ.

Η κηδεία του γίνεται στις 5 Μαΐου και μεταβάλλεται σε πάνδημο δημοκρατικό συλλαλητήριο, ενώ το βασικό σύνθημα, «Ζει», που αντηχεί στην Αθήνα θα γραφτεί και στους περισσότερους δρόμους της πόλης: Χαρακτηριστικό είναι ότι στην κηδεία του δεν παρίσταται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο πρωθυπουργός, ενώ οι ένοπλες δυνάμεις δεν στέλνουν επίσημο εκπρόσωπο.

Ένας αυθεντικός ήρωας

Έχουν περάσει από εκείνη τη μέρα 44 χρόνια. Το πιθανότερο για ένα σημερινό σαραντάρη, ή μικρότερο, το όνομα «Αλέκος Παναγούλης» να μη λέει και πολλά. Ίσως μόνο ένα δρόμο, κάτι συγκεχυμένο, έναν ήρωα απ’ τους πολλούς ήρωες αυτής της χώρας, έναν τρελό, που ήθελε να σκοτώσει τον δικτάτορα. Όμως ο Παναγούλης ήταν κάτι πολύ παραπάνω. Ήταν ο Έλληνας που δεν μπορούσε να ζει υπό το τυραννικό καθεστώς.

Ο Αλέκος Παναγούλης (1939-1976) ήταν αξιωματικός του στρατού ξηράς, με σπουδές στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Στις 13 Αυγούστου, του 1968, αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο με εκρηκτικά στη Βάρκιζα, αλλά απέτυχε από μια λεπτομέρεια. Συλλαμβάνεται, καταδικάζεται «εις θάνατον», αλλά κάτω από τις διεθνείς αντιδράσεις φυλακίζεται και εκεί αρχίζει ίσως ο μεγαλύτερος αγώνας του. Μπροστά στα απίστευτα βασανιστήρια αυτός βγάζει γλώσσα στους βασανιστές του, τους δείχνει ότι δεν φοβάται τίποτα, ούτε το θάνατο ούτε τα μαρτύρια και βρίσκει διέξοδο στην ποίηση, η οποία θα γοητεύσει ακόμη και τον Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Δεν ήταν της αριστεράς, δεν θα μπορούσε να ήταν κανενός, τα καλούπια και τα σχήματα δεν του ταίριαζαν. Ήταν ένας άνθρωπος αντισυμβατικός, ένας ιδεολόγος, που δεν άντεχε την τυραννία, δεν έκανε εκπτώσεις στην αξιοπρέπεια. Για όσους τον γνώρισαν ήταν απλώς ένας άγιος με πάθη. Θα γίνει σύμβολο. Το βιβλίο της Οριάνα Φαλάτσι «Ένας άντρας» θα τον τοποθετήσει παγκοσμίως δίπλα στους αγίους των εξεγερμένων, όλων αυτών που δεν άντεχαν την καταπίεση των λαών τους.

Ένας αυθεντικός λαϊκός ήρωας δεν έχει ανάγκη τα βιβλία. Τα βιβλία τον έχουν ανάγκη. Και σίγουρα οι λαοί…

 

 


Τετάρτη, 28 Απριλίου 2021

 Νταχάου: Σαν σήμερα, το 1945 οι Αμερικανοί μπαίνουν στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης

«Arbeit macht frei» στα γερμανικά… «Η εργασία απελευθερώνει».
Το ρητό στην πύλη ήταν, κατά κάποιον αποτρόπαιο τρόπο, σωστό: όντως η σκληρή καταναγκαστική εργασία των κρατουμένων στο Ναζιστικό στρατόπεδο «απελευθέρωσε» οριστικά από τα δεινά τους δεκάδες χιλιάδων από αυτούς. Πράγματι, οι έγκλειστοι του Νταχάου εκμισθώνονταν σε δημόσιες και ιδιωτικές γερμανικές βιομηχανίες για σκληρή χειρωνακτκή εργασία. Τα λεφτά της εκμίσθωσης, ο συμπυκνωμένος ιδρώτας και το αίμα των κρατουμένων, πλούτιζαν τα Ες- Ες, τους Σουτσστάφφελ, που διαχειρίζονταν το στρατόπεδο, προς δόξαν της Αρίας Φυλής και της οικονομίας της αγοράς γενικότερα...
Να πούμε πως το Νταχάου, στα νότια της Γερμανίας, ήταν το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης, που ίδρυσαν το 1933 οι Ναζί, προορισμένο αρχικά για πολιτικούς κρατούμενους: Σοσιαλδημοκράτες, κομουνιστές και συνδικαλιστές. Μετά, οι έγκλειστοι πολλαπλασιάστηκαν, καθώς μεταφέρθηιαν εκεί Μάρτυρες του Ιεχωβά, Αθίγγανοι και ομοφυλόφιλοι.
Στο Νταχάου επίσης διεξάγονταν φρικαλέα «ιατρικά πειράματα», ενώ οι συνθήκες κράτησης και διαβίωσης των Σοβιετικών, Γάλλων, Γιουγκοσλάβων, Τσέχων, Γερμανών, Αυστριακών, Πολωνών, Ελλήνων και βέβαια Εβραίων αιχμαλώτων, συνέθεταν ένα περιβάλλον που προσομοίαζε με δαντική Κόλαση. Από το 1933 μέχρι το 1945 καταγράφηκαν επίσημα 206.000 κρατούμενοι, αλλά ο αριθμός τους ήταν πολύ μεγαλύτερος - οι Σοβιετικοί αιχμάλωτοι, ας πούμε, δεν συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτό το νούμερο. Επίσημα, στο Νταχάου πέθαναν 31.000 άτομα – αν εξαιρέσουμε και πάλι τους Σοβιετικούς, που οι Γερμανοί δεν μπήκαν στον κόπο να καταγράψουν. Θάλαμοι αερίων υπήρχαν στο Νταχάου, και ένας από αυτούς χρησιμοποιήθηκε για εξόντωση κρατουμένων, αν και το ίδιο το στρατόπεδο δεν θεωρούνταν στρατόπεδο εξόντωσης, όπως το Άουσβιτς. Όταν στα τέλη του Απρίλη του 1945 μπήκαν οι Αμερικανοί στο Νταχάου, με τους διοικητές του Βάις και Όττο να έχουν ήδη διαφύγει, οι στρατιώτες βίωσαν μια απόλυτη φρίκη, με τους σωρούς των πτωμάτων και τους κρατούμενους που έμοιαζαν με σκελετούς.
Το Νταχάου είναι ένας καρκινικός όγκος, ένα μελάνωμα στην Ιστορία του Ανθρώπου γενικά, και όχι μόνο της Γερμανίας. Η ίδια η ύπαρξη του Νταχάου, αλλά και των άλλων στρατοπέδων που ίδρυσε το Τρίτο Ράιχ, επιβεβαιώνει πως, πράγματι, η Ανθρωπότητα είναι ικανή και για το καλύτερο, όπως η Τέχνη κι η φιλοσοφία, ας πούμε, αλλά και για το χειρότερο. Ο Γκαίτε κι ο Σοπενάουερ, ο Μπετόβεν και ο Μπαχ ήταν Γερμανοί, όπως Γερμανοί ήταν κι ο Χάινριχ Χίμλερ, που ίδρυσε το Νταχάου, αλλά και ο Ρούντολφ Ες, που αποφοίτησε από το κέντρο εκπαίδευσης για τη διοίκηση και την οργάνωση στρατοπέδων που λειτουργούσε μέσα στο Νταχάου. Αυτός ο επιφανής Ναζί, μετά τις λαμπρές σπουδές του στο Νταχάου, έγινε διοικητής στο στρατόπεδο εξόντωσης Άουσβιτς, «απελευθερώνοντας» εκατομμύρια ανθρώπων...
*news247

Τρίτη, 27 Απριλίου 2021

 28 Απρίλη 1944- Η ηρωική μάχη στο «Κάστρο του Υμηττού» - Η θυσία των τριών ηρώων

Σωρό τα πτώματα έλεγαν θα βρούνε
και βρήκαν μόνον τρία νεκρά παιδιά.
Κατάπληκτοι τα βλέπουν κι απορούνε
πούθε έβγαινε μια τέτοια λεβεντιά.
Πούθε έβγαινε; Απ’ τα Νιάτα απ’ τη θυσία,
τάχεν η ΕΠΟΝ γεννήσει η ηρωική
να ξαναγράψουν μια παλιά ιστορία
σε νέα σελίδα ακόμα πιο λαμπρή.
Εκείνη την Παρασκευή, 28 Απρίλη 1944, το μικρό σπιτάκι της οδού Αγραίων 47, στην συνοικία του Υμηττού, μεγάλωσε, γιγαντώθηκε, έγινε και έμεινε Κάστρο και τρεις νεολαίοι υπερασπιστές του συνάντησαν την Ιστορία, έγιναν θρύλος, έγιναν τραγούδι, έγιναν μια από τις λαμπρότερες σελίδες της Αντίστασης. Ο 18χρονος διμοιρίτης του ΕΛΑΣ Δημήτρης Αυγέρης και οι 17χρονοι μαχητές Κώστας Φολτόπουλος και Θανάσης Κιοκμενίδης.
Οι Ανατολικές Συνοικίες της Αθήνας, εκείνο τον Απρίλη, είχαν δώσει σκληρές και μεγάλες μάχες με τους Γερμανούς και του γερμανοτσολιάδες, με τελευταία την ισχυρή επίθεση που εξαπέλυσαν στις 21 Απρίλη, οι Γερμανοί μαζί με τα Τάγματα Ασφαλείας και τους Μπουραντάδες, εναντίον της Καισαριανής και τις γειτονικές συνοικίες. Η επίθεση αποκρούστηκε αποτελεσματικά, οι Γερμανοτσολιάδες υποχώρησαν χωρίς να πετύχουν τους στόχους τους. Όμως τα πυρομαχικά των μαχητών εξαντλήθηκαν, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ στις Ανατολικές Συνοικίες έμειναν με ελάχιστα πολεμοφόδια. Πέρασαν τουλάχιστον 20 μέρες για να εφοδιαστούν ξανά με νέα πυρομαχικά. Στο μεταξύ τα λιγοστά όπλα και πολεμοφόδια που ήταν διαθέσιμα, αποθηκεύτηκαν κύρια σε δύο αποθήκες στην περιοχή. Η μια από αυτές ήταν το σπίτι, που προσωρινά είχε μετατραπεί σε οπλαποθήκη, της οδού Αγραίων στον συνοικισμό του Υμηττού.
Παρασκευή 28 Απρίλη. Οι τρεις ΕΠΟΝίτες γυρνώντας εκείνο το πρωινό από νυχτερινή επιχείρηση πήγαν στο παράνομο σπιτάκι της οδού Αγραίων για να ξεκουραστούν.
Ήταν ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΥΓΕΡΗΣ, πρωτοπόρο μέλος του ΕΑΜ Νέων, από τα ιδρυτικά μέλη της ΕΠΟΝ Υμηττού. Πρωτοπόρος αγωνιστής ενάντια στη γερμανική επιστράτευση ξαι την κάθοδο των Βουλγάρων, ΕΛΑΣίτης, διμοιρίτης του 2ου Λόχου Υμηττού, που είχε αναδειχτεί παλικάρι ατρόμητο στις μάχες κατά των Γερμανών και τσολιάδων στην υπεράσπιση της συνοικίας, 18 χρόνων.
ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΙΟΚΜΕΝΙΔΗΣ, μαχητής του ΕΛΑΣ της διμοιρίας Αυγέρη, ΕΠΟΝίτης και αργότερα ΕΛΑΣίτης, 17 χρόνων, και
ο ΚΩΣΤΑΣ ΦΟΛΤΟΠΟΥΛΟΣ, μαχητής του ΕΛΑΣ στη διμοιρία Αυγέρη, ΕΠΟΝίτης που πέρασε στον ΕΛΑΣ, 17 χρόνων.
Οι τρεις ήρωες υπερασπιστές του Κάστρου του Υμηττού, από δεξιά ο Θάνος Κιοκμενίδης, ο Δημήτρης Αυγέρης και ο Κώστας Φολτόπουλος
Κατά τις 10.00 το πρωί 200 ταγματασφαλίτες και Γερμανοί, μετά από προδοσία, κύκλωσαν το σπιτάκι και όλο το οικοδομικό τετράγωνο.
Οταν ξημέρωσε η 28η του μηνός, η γειτονιά γέμισε από Γερμανούς στρατιώτες και τσολιάδες. Κάποιος είχε ειδοποιήσει τις κατοχικές δυνάμεις και οι επικεφαλής τους δεν έχασαν καιρό. Αφού περικύκλωσαν όλο το οικοδομικό τετράγωνο. Οι γερμανοτσολιάδες του Μαργαρίτη κάλεσαν τους ΕΛΑΣίτες να παραδοθούν διαφορετικά, θα έβαζαν φωτιά στην αποθήκη.
Η απάντηση των τριών παλικαριών ήταν ακαριαία. Όχι μόνο δεν παραδόθηκαν, αλλά ξεκίνησαν μια λυσσαλέα μάχη ενάντια στις γερμανικές δυνάμεις, μην αφήνοντας κανένα να προσεγγίσει ούτε την είσοδο του μικρού σπιτιού, κρατώντας τους επιδρομείς σε απόσταση 500 μέτρων.
Οι ταγματασφαλίτες ζήτησαν ενισχύσεις από τους Γερμανούς της φρουράς του Μαλτσινιώτη. Σε λίγο φτάνουν ενισχύσεις με πολυβόλα, όλμους και ένα αντιαρματικό που τα ’στησαν απέναντι με στόχο το κυκλωμένο σπιτάκι, ενώ άλλες δυνάμεις τους έπιασαν το μετερίζι της Δεξαμενής και τους γύρω λόφους για να προστατέψουν τα νώτα τους, αφού η μάχη συνεχιζόταν ως το μεσημέρι. Άνιση μάχη. Κατά τις 12.30΄ τα πολεμοφόδια των ΕΠΟΝιτών τελείωναν.
Ο Κώστας Φολτόπουλος είχε ανέβει στο πατάρι, για να επιβλέπει την κατάσταση από το πάνω παράθυρο. Οι άλλοι δύο βρίσκονταν κάτω. Ο οπλισμός του ΕΛΑΣ δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να πέσει στα χέρια του εχθρού. Ετσι, ο ένας καταστρέφει τον οπλισμό κι ο άλλος μένει μόνος να αντιπαλεύει τους φασίστες. Πρώτος φαίνεται ότι έπεσε ο Θάνος Κιοκμενίδης.
Μετά από λίγο μια ριπή χτυπάει στο κεφάλι και σκοτώνει τον Κώστα Φολτόπουλο. Ο Αυγέρης, μόνος πια, υπερασπίζεται το σπίτι ανυποχώρητα, για ώρες. Οι επιδρομείς επωφελούμενοι από το αραίωμα των πυρών των αμυνόμενων πλησίασαν, έριξαν μέσα καπνογόνα και έβαλαν φωτιά.
Το σπίτι άρχισε να τυλίγεται στις φλόγες. Ο Δημήτρης Αυγέρης, πνιγμένος από τα καπνογόνα και χωρίς άλλες σφαίρες, επιχειρεί έξοδο φωνάζοντας: «Ζήτω το ΕΑΜ! Ζήτω ο ΕΛΑΣ! Σας νικήσαμε τέρατα!»
Βροχή οι σφαίρες έπεσαν πάνω του. Σωριάζεται κάτω και πριν πεθάνει πρόλαβε να πετάξει μακριά το όπλο του «για να μη πέσει στα βρώμικα χέρια των προδοτών».
Εισβάλλοντας στη μικρή αποθήκη για να μαζέψουν τα πτώματα των «ηττημένων ανταρτών», οι Γερμανοί περίμεναν να βρουν όλη τη διμοιρία του ΕΛΑΣ, δεκάδες άνδρες. Δεν πίστευαν στα μάτια τους όταν έβγαλαν έξω στο πεζοδρόμιο τα σώματα του Κώστα και του Θάνου. Ντροπιασμένοι ανακάλυψαν πως είχαν νικηθεί από τρία παιδιά.
Πέντε ώρες κράτησε το σπιτάκι – κάστρο του Υμηττού και το κρατούσαν τρεις ΕΠΟΝίτες, τρία παλικάρια του ΕΛΑΣ Αθήνας, αποδεικνύοντας ότι τα κάστρα δεν τα κάνουν οι πέτρες. Τα κάνουν τα παλικάρια που τα υπερασπίζονται με τη λεβεντιά τους…
Ο λαός της Γούβας και του Υμηττού τίμησε, όπως άρμοζε σε ήρωες, τα τρία παλικάρια, έκανε το καμένο και χιλιοτρυπημένο από το αντιαρματικό και τα πολυβόλα σπιτάκι τόπο προσκυνήματος και το ονόμασε «Κάστρο» και «Φρούριο Ηρώων». Οι γύρω τοίχοι, μέσα και έξω, γέμισαν επιγραφές: «Μην αγγίζετε το χώμα όπου έπεσαν οι ήρωές μας. ΕΑΜ – ΕΛΑΣ – ΕΠΟΝ», «Διαβάτη που περνάς από το σπίτι των τριών ηρώων του Υμηττού, γονάτισε, σφίξε τη γροθιά σου κι ορκίσου εκδίκηση», «Τιμή και Δόξα στους ήρωες: ΕΛΑΣ – ΕΠΟΝ», «Εδώ μέσα έπεσαν ηρωικά οι Δ. Αυγέρης, Κ. Φολτόπουλος, Θ. Κιοκμενίδης – ΕΠΟΝ».
Την Πρωτομαγιά συντάχτηκε Ημερήσια Διαταγή του Α΄ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ για το Κάστρο του Υμηττού. Απόσπασμά της καταχωρήθηκε στον παράνομο Τύπο και περισώθηκε:
«…Ούτω ο διμοιρίτης Αυγέρης Δημήτριος και οι μαχηταί Φολτόπουλος Κωνσταντίνος και Κιοκμενίδης Αθανάσιος, την 28.04.1944, εκεί, εις τον οικίσκον του Υμηττού , έστησαν λαμπρόν ηρώον δόξης… Το ολοκαύτωμα των αξίων και υπερόχων αυτών μαχητών του ΕΛΑΣ των Αθηνών, πυρσός πατριωτισμού, πυρπολεί τας ψυχάς μας τας ημέρας αυτάς… Αιωνία η μνήμη των τριών ανδρείων…».
Στο ερώτημα: Γιατί οι υπόλοιπες δυνάμεις του ΙΙου Τάγματος, μα ακόμη και του Συντάγματος ολόκληρου, δε βοήθησαν τους τρεις λεβέντες με χτυπήματα έξω απ’ τον κλοιό του λόχου των γερμανοτσολιάδων και της διμοιρίας των Γερμανών που ήταν καθηλωμένοι στα υψώματα γύρω από το Κάστρο του Υμηττού; Δε μπορούσαν άραγε να κινητοποιηθούν γρήγορα 3-4 ομάδες με αυτόματα και αραβίδες, να αναγκάσουν τους εχθρούς σε αναδίπλωση και να βρουν ευκαιρία τα τρία παλικάρια μας να φύγουν; Ο Ορέστης Μακρής, στο «Ο ΕΛΑΣ της Αθήνας» σημειώνει:
«α) Η κινητοποίηση από το σύνταγμα και τα τάγματα πραγματοποιήθηκε αμέσως. Χρειάστηκαν γι’ αυτό περίπου δυο ώρες, με τα πρωτόγονα μέσα συνδέσμων, τις αποστάσεις από συνοικία σε συνοικία και την ιδιομορφία στρατωνισμού των ελασιτών.
β) Απ’ αυτή την κινητοποίηση διαπιστώθηκε Η ΠΛΗΡΗΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΜΑΣ να συγκεντρώσουμε τις απαραίτητες δυνάμεις με αυτόματα και μακρύκανα, για να εκτοπίσουμε τον εχθρό απ’ τα υψώματα που κατείχε.
Το ΙΙΙο τάγμα της Καισαριανής δεν είχε ούτε μια σφαίρα για βαριά όπλα, διέθετε μόνο μερικά πιστόλια. Το Ιο τάγμα του Μουστάκια (Γ. Ζαφειρόπουλου) επίσης δεν είχε πυρομαχικά. Τα είχαμε ξοδέψει όλα στις μάχες της 21.4.44.
Τα ίδια και χειρότερα συνέβαιναν στο ΙΙο τάγμα του Λευτέρη (Γ. Κυριακίδη). Ο μισός οπλισμός αυτού του τάγματος ήταν κρυμμένος σε καινούργια πρόχειρη αποθήκη μετά τις πρόσφατες μάχες, μέχρι να γίνει ο εφοδιασμός σε πυρομαχικά και στάθηκε αδύνατο σ’ αυτές τις στιγμές να βρεθεί ο αποθηκάριος, παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες του καπετάν Λευτέρη. Αλλά κι αν τον έβρισκαν, τα πυρομαχικά στην αποθήκη ήταν ελάχιστα. Ο δε άλλος μισός οπλισμός του τάγματος βρισκόταν μέσα στο Κάστρο του Υμηττού. Το σπιτάκι αυτό ήταν η δεύτερη καινούργια αποθήκη οπλισμού του ΙΙου τάγματος και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο έγινε και η αιφνιδιαστική επίθεση του εχθρού, ύστερα από προδοσία.»
Η ποιήτρια της Εθνικής Αντίστασης Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη, λίγες μέρες αργότερα γράφει το ποίημα «Σαν Θρύλος», για τη θυσία των τριών ΕΠΟΝιτών:
ΣΑΝ ΘΡΥΛΟΣ
Κάστρο δεν ήταν, ένα σπίτι απλό
βαμμένο απ’ τα συνθήματα του αγώνα
σαν όλα τ’ άλλα εκεί στον Υμηττό.
Μα τ’ όρισε η τύχη προμαχώνα.
Κάστρο δεν ήταν, μ’ άντεξε σαν Κάστρο.
Ολάκερη μια μέρα και βωμός
υψώθηκε κι ολόκληρο σαν άστρο
στην αίγλη του το πήρεν ο ουρανός
Τρία παιδιά, τρεις νέοι, τρεις επονίτες
ήταν οι μόνοι άξιοι του φρουροί
και γύρω ένα φουσάτο γκεσταμπίδες,
τσολιάδες, καστροπάρτες Γερμανοί.
Κι όταν το γέρμα του ήλιου οι αντρειωμένοι
σιγήσαν πια κι αυτοί, χωρίς πνοή
προχώρησαν αργά, δειλά, σκιαγμένοι
οι πολιορκητές μες στη σιγή.
Σωρό τα πτώματα έλεγαν θα βρούνε
και βρήκαν μόνον τρία νεκρά παιδιά.
Κατάπληκτοι τα βλέπουν κι απορούνε
πούθε έβγαινε μια τέτοια λεβεντιά.
Πούθε έβγαινε; Απ’ τα Νιάτα απ’ τη θυσία,
τάχεν η ΕΠΟΝ γεννήσει η ηρωική
να ξαναγράψουν μια παλιά ιστορία
σε νέα σελίδα ακόμα πιο λαμπρή.
Στο Κούγκι τώρα και στ’ Αρκάδι,
το σπίτι – Κάστρο στέκεται ιερό.
Κι οι τρεις λεβέντες λάμπουν κάθε βράδυ
τρίδυμα αστέρια εκεί στον Υμηττό.
ΑΠΟ ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟΣ 28 ΑΠΡΙΛΗ 2018

 Η απόκρυψη και διάσωση των αρχαιοτήτων στα χρόνια της κατοχής 1941 -1944

Κυριακή του Θωμά, 27 Απρίλη 1941, στις 8.10 το πρωί, εισβάλουν οι πρώτες μηχανοκίνητες μονάδες των Γερμανών σε μια άδεια από κόσμο πρωτεύουσα. Ο λαός είναι κλεισμένος στα σπίτια του. Οι μόνοι που τους υποδέχονται στην είσοδο της πόλης – στη διασταύρωση Λεωφόρου Αλεξάνδρας και Κηφισίας, στους Αμπελόκηπους — είναι: Ο Στρατηγός Καβράκος, ο Δήμαρχος της Αθήνας Αμβρόσιος Πλυτάς, ο Δήμαρχος Πειραιά Μανούσος και ο Νομάρχης Αττικής Πεζόπουλος.,,
Την άλλη κιόλας μέρα, Δευτέρα 28 Απρίλη, Γερμανοί αξιωματικοί επισκέπτονται το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και αντικρίζουν άδειες αίθουσες…
Ηδη από το 1937 είχαν αναπτυχθεί προβληματισμοί για την διάσωση των αρχαιοτήτων σε περίπτωση αεροπορικών επιδρομών.,,Ένα μήνα μετά την έναρξη του ελληνοιταλικού πολέμου, στις 11 Νοέμβρη 1940, φτάνει σε όλα τα μουσεία επιστολή με τίτλο «Γενικαί τεχνικαί οδηγίαι για την προστασία των αρχαίων των διαφόρων μουσείων από τους εναερίους κινδύνους».,,Οι οδηγίες πρότειναν δυο τρόπους: Ο ένας να καλυφτούν τα αγάλματα με σάκους γεμάτους με άμμο, αφού κλειστούν σε ξύλινα πλαίσια, και ο δεύτερος που τελικά προτιμήθηκε, ήταν να ασφαλιστούν τα αγάλματα και να θαφτούν στο πάτωμα της αίθουσας ή στην αυλή του μουσείου ή σε αυλές και υπόγεια δημόσιων ιδρυμάτων.,,Τα αγάλματα έπρεπε να αποτεθούν σε επενδυμένο με οπλισμένο σκυρόδεμα όρυγμα, σε οριζόντια θέση, να καλυφτούν με αδρανή υλικά και να σφραγιστεί το όρυγμα με πλάκα τσιμέντου. Τα χάλκινα και τα πήλινα έπρεπε να τυλιχτούν με πισσόχαρτο ή κερόχαρτο, για να αντιμετωπιστεί η πιθανή φθορά από υγρασία και να μπουν σε ασφαλή κιβώτια,



Αμέσως σήμανε συναγερμός στα μουσεία της χώρας. Σε όλα τα Μουσεία σχηματίστηκαν Επιτροπές Απόκρυψης και Ασφάλισης Αρχαιοτήτων από δικαστικούς και αρχαιολόγους , που με τους φύλακες των μουσείων και των αρχαιολογικών τόπων, τους τεχνίτες των μουσείων, τους εργάτες μερικούς εθελοντές φοιτητές και λίγους ξένους αρχαιολόγους ρίχτηκαν με αυταπάρνηση στον αγώνα για τη διάσωση του πολιτιστικού μας πλούτου
Στο Μουσείο της Ακρόπολης τα γλυπτά φυλάχτηκαν σε διάφορες κρύπτες. Ανοίχτηκε μεγάλος λάκκος μέσα στην αίθουσα του Παρθενώνα και χωρίστηκε σε τρία διαμερίσματα. Στο τέλος του Γενάρη του 1941 ο λάκκος είχε γεμίσει από τα γλυπτά και κατασκευάστηκε μια καλυπτήρια πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα. Οσα αρχαία δεν χώρεσαν στο λάκκο φυλάχτηκαν «εις την κρύπτην της Εννεακρούνου», στις φυλακές του Σωκράτη, «εις την κρύπτην της πύλης του Μουσείου» και «εις την κρύπτην της αυλής». Χρησιμοποιήθηκαν επίσης πάνω στο Βράχο της Ακρόπολης, κατά μήκος της βόρειας πλευράς του Παρθενώνα, τέσσερα λαξευτά φρέατα, όπου τάφηκαν σε στρώσεις αρχαία, όπως επίσης τάφηκαν και «εις την λεγόμενην υπόνομον».,,Ο Γιάννης Μηλιάδης εξετάζει την Αθηνά αρ. 140 του Μουσείου Ακροπόλεως, μετά την εξαγωγή της από την κρύπτη της το 1947 – (Από το βιβλίο του Β. Πετράκου «Τα αρχαία της Ελλάδος στον πόλεμο 1940 -1944»),,Στο Μουσείο του Πειραιά τα πολυτιμότερα γλυπτά καταχώθηκαν στον βαθύ ημικυκλικό αγωγό της ορχήστρας του αρχαίου θεάτρου, που βρίσκεται έξω από το μουσείο. Τα μικρότερης αξίας γλυπτά μαζί με τα κεραμικά, τα χαλκά, τα γυάλινα και τα πήλινα θάφτηκαν στο δάπεδο της νέας αίθουσας του μουσείου.,






Στο Μουσείο των Δελφών τα ευμετακόμιστα αρχαία, ανάμεσά τους ο Ηνίοχος, εξασφαλίστηκαν πρώτα – πρώτα στους δυο λαξευτούς τάφους που είναι και σήμερα θεατοί στον κήπο του μουσείου. Τα υπόλοιπα φυλάχτηκαν στον υπόγειο ελληνιστικό τάφο μεταξύ του μουσείου και του ιερού. Ο Ηνίοχος είχε χωριστεί σε δυο τμήματα, τα οποία είχαν τοποθετηθεί σε κιβώτια με άχυρο και μπαμπάκι. Μαζί με τα μέρη του αγάλματος είχαν τοποθετηθεί και μικρά χάλκινα του Μουσείου Δελφών.,,Στο Μουσείο του Κεραμικού επτά γλυπτά τάφηκαν σε δυο λάκκους που ανοίχτηκαν πίσω από τα μνημεία του Δεξίλεω και της Δημητρίας και Παμφίλης, ενώ 19 κιβώτια γεμάτα αρχαιότητες μεταφέρθηκαν στο Εθνικό Μουσείο.,,Το άγαλμα της Αφροδίτης με τον Πάνα και τον Ερωτα, καλυμμένο με προστατευτικό γύψινο καλούπι. Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου,,Ανάλογος τιτάνιος αγώνας για την διάσωση των αρχαιοτήτων, δόθηκε με απόλυτη επιτυχία, από το σύνολο των Μουσείων της χώρας. Το Νομισματικό, το Βυζαντινό, τα Μουσεία Ολυμπίας, Κορίνθου, Θηβών, Χαλκίδας, Σπάρτης, Τεγέας, Βόλου, Κέρκυρας, Κεφαλονιάς, Ρεθύμνου, Θεσσαλονίκης, Ελευσίνας, Ναυπλίου και τα υπόλοιπα.,,Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο συστάθηκε μια Επιτροπή Απόκρυψης και Ασφάλισης των εκθεμάτων, με υπουργική απόφαση, με επικεφαλής τρεις Αρεοπαγίτες και μέλη τον γραμματέα της Αρχαιολογικής Εταιρείας Γεώργιο Οικονόμο, τον προσωρινό διευθυντή του μουσείου Αναστάσιο Ορλάνδο, τον καθηγητή Σπυρίδωνα Μαρινάτο, τους εφόρους Γιάννη Μηλιάδη (ο μετέπειτα Εθνοσύμβουλος στην Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), και η Σέμνη Παπασπυρίδη -Καρούζου, την επιμελήτρια Ιωάννα Κωνσταντίνου και ορισμένους μηχανικούς και αρχιτέκτονες του υπουργείου. Στην ομάδα προστέθηκαν και εθελοντές, όπως ο διευθυντής του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Otto Walter, ο Βρετανός αρχαιολόγος Allan Wace και o ακαδημαϊκός Σπύρος Ιακωβίδης, που ήταν τότε πρωτοετής φοιτητής Αρχαιολογίας.,,Ο Εφηβος των Αντικυθήρων σε μια ιδιαίτερα λεπτή και επικίνδυνη στιγμή.,, «Πολύ πρωί, πριν να δύσει η σελήνη, συγκεντρώνονταν στο μουσείο όσοι είχαν αναλάβει την εργασία τούτη. Νύχτα έφευγαν το βράδυ για να πάνε στα σπίτια τους» γράφει χαρακτηριστικά η Σέμνη Καρούζου. Η φύλαξη των γλυπτών γινόταν ανάλογα με το μέγεθος και τη σημασία του καθενός. Τα μεγαλύτερα από αυτά παρατάσσονταν όρθια σε βαθιά ορύγματα που είχαν ανοιχτεί στα δάπεδα των βόρειων αιθουσών του μουσείου, το οποίο ήταν, άλλωστε, θεμελιωμένο πάνω στον μαλακό βράχο. Για την κάθοδο των αγαλμάτων στα ορύγματα χρησιμοποιήθηκαν αυτοσχέδιοι ξύλινοι γερανοί, τους οποίους χειρίζονταν αδιάκοπα οι τεχνίτες του μουσείου. Τα ορύγματα, που έμοιαζαν με πολυάνδρια, δηλαδή με ομαδικούς τάφους, συγκέντρωσαν ένα σαστισμένο πλήθος μορφών, σαν αυτό που εικονίζεται στην πιο πολύτιμη από τις φωτογραφίες του ομώνυμου αρχείου του μουσείου. Ανάμεσα στις μορφές των αγαλμάτων, που στέκονται αμήχανα στον νέο τους τάφο, βρίσκεται κι ένας από τους ανώνυμους πρωταγωνιστές του Έπους της Απόκρυψης. Ένας τεχνίτης του μουσείου που κοιτά αφηρημένα τον φακό. Κι έτσι όπως συμμερίζεται την αβέβαιη μοίρα των ημερών, καταλήγει να μην ξεχωρίζει από το πλήθος τριγύρω.,,«Αν καμιά ζημιά δεν έγινε στα μάρμαρα, παρόλες αυτές τις μετακινήσεις, οφείλεται τούτο κυριότατα στο ότι προϊστάμενος του συνεργείου των εργατών ήταν τότε, έως και στα πρώτα χρόνια ύστερα από τον πόλεμο, ο παλαιός, έμπειρος και αφοσιωμένος γλύπτης των ελληνικών μουσείων Ανδρέας Παναγιωτάκης» αφηγείται η Σέμνη Καρούζου.,,Ένα από τα ορύγματα με τα πλήθη των αγαλμάτων. Δεξιά διακρίνεται ο εργαζόμενος του Μουσείου, μια ζωντανή παρουσία. Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου,,Όταν οι Γερμανοί κατακτητές επισκέφτηκαν τον χώρο στις 28 Απρίλη 1941 αντίκρισαν τις άδειες αίθουσες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Οι προθήκες άδειες, τα αγάλματα άφαντα. Στις επίμονες ερωτήσεις των Ναζί για το που βρίσκονται τα εκθέματα έπαιρναν την μονότονη απάντηση των αρχαιολόγων: «Τα αρχαία είναι θαμμένα στη γη».,,Οι Αρχαιολόγοι επέμεναν. Αλλωστε χρειάζονταν χρήματα για να επανέλθουν τα αρχαία στα Μουσεία και η εμπόλεμη Γερμανία δεν μπορούσε να διαθέσει. Επρεπε να περιμένουν τη λήξη του πολέμου.,,Μόνο στο Μουσείο του Κεραμικού, το οποίο στέγαζε εκθέματα από τις ανασκαφές του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου και οι Ναζί απαίτησαν και πέτυχαν το ξεθάψιμο των αρχαίων, προκειμένου οι Γερμανοί αρχαιολόγοι να συνεχίσουν να δουλεύουν. Μόλις ξεθάφτηκαν και επανεκτέθηκαν έγινε ξενάγηση Γερμανών Αξιωματικών, στις 9 Νοέμβρη 1941, όπου μπροστά στα μάτια του Γερμανού αρχαιολόγου Getauer ένας από αυτούς ενθουσιάστηκε με έναν πήλινο μελανόμορφο πίνακα «εξαιρετικής τέχνης μετά παραστάσεως προθέσεως νεκρού» και τον πήρε. Το έκθεμα δεν βρέθηκε ποτέ.,,Ο Χρήστος Καρούζος , σε συνέντευξή του στο περιοδικό «ΜΕΝΤΩΡ» της Αρχαιολογικής Εταιρείας (16 Ιούνη 1945), υπογραμμένη με τα αρχικά Μ.Α.Β., διηγείται:,,



«Μόλις μπήκαν οι Γερμανοί, οι αρχαιολόγοι τους απαιτήσανε πρώτα – πρώτα να ανοίξουμε αμέσως τα μουσεία, λέγοντας στην αρχή πως ο πόλεμος τελείωσε πια, ύστερα πως τα αρχαία θα πάθουν κρυμμένα, ύστερα πως στον πόλεμο οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να καταφεύγουν στην τέχνη. Η επίμονη αντίσταση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας μας, γλύτωσε τα σπουδαιότερα μουσεία μας από την καταστροφή και τη λεηλασία. Γιατί όπου βρήκαν ευκαιρία, όχι πολύ συχνά ευτυχώς, τα έκαμαν και τα δύο. Πέτυχαν να ανοίξουν το Μουσείο του Κεραμικού, που το είχαν κάμει αυτοί: Σε λίγες μέρες Γερμανοί αξιωματικοί έκλεψαν μπροστά στα μάτια του Γερμανού αρχαιολόγου, που τους οδηγούσε, έναν ωραίο πήλινο αρχαϊκό πίνακα, με παράσταση πρόθεσης του νεκρού. Σε διάφορα άλλα επαρχιακά Μουσεία (Μέγαρα, Θήβα, Χαιρώνεια, Τανάγρα, Αλμυρό, Λάρισα, Βέροια, Θέρμο, Κόρινθο, Αργός, Δήλο, Σίφνο, Κνωσό, Χανιά, Σάμο), Γερμανοί και Ιταλοί, αφού μπήκαν ή εγκαταστάθηκαν στα μουσεία, αλλού έσπασαν βιτρίνες και αποθήκες, αλλού έκαψαν την ξυλεία, αλλού πήραν ό,τι αρχαία μπόρεσαν. Οι φύλακές μας στάθηκαν όλοι, σχεδόν, αξιοθαύμαστα πιστοί στο καθήκον τους, με κίνδυνο όχι μόνο της δικής τους ζωής, αλλά και όλου του σπιτιού τους. Μερικά έπαθαν ανεπανόρθωτες καταστροφές για να κάμουν αυτοί τα «απόρθητα» οχυρώματά τους (Βασιλικός τάφος Κνωσού, Ακρόπολη Ασίνης, βωμός ανακτόρου Τίρυνθος, Ναός Ποσειδώνος – Σούνιο, ανατίναξη του Λαβυρίνθου της Γύρτυνος, του μινωικού βασιλικού τάφου των Ισοπάτων, τείχη του Κόνωνος). Η Αρχαιολογική μας Υπηρεσία δεν άφησε καμία ευκαιρία που να μην απευθυνθεί στη στρατιωτική τους «υπηρεσία προστασίας της τέχνης» και να τους καταγγείλει, με σπάνια παρρησία και με πολύ έντονα έγγραφα, τα εγκλήματα τους. Οι αρχαιολογικοί σταυρωτήδες, όμως, που υπηρετούσαν εκεί, μόνη έγνοια είχαν το πώς θα γλιτώσουν το μέτωπο. Η γενναιότητά τους ξεθύμαινε με έγγραφα απερίγραπτης τραχύτητας και θρασύτητας, με τα οποία κατά κανόνα έριχναν πάντα την ευθύνη στους Ελληνες και φοβέριζαν τους αρχαιολογικούς μας υπαλλήλους για τη δυσφήμιση του στρατού κατοχής. Αρκετοί φύλακες φυλακίσθηκαν και βασανίστηκαν, επειδή είχαν τολμήσει να κάμουν τέτοιες καταγγελίες. Ας αφήσουμε τις παράνομες λαθραίες ή τις φανερές ανασκαφές τους».,,Η άδεια αίθουσα του Μουσείου την Δευτέρα 28 Απρίλη 1949. Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου,,Στη διάρκεια της κατοχής ο Χρήστος Καρούζος αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (1942) και μαζί με τον Μαρίνο Καλλιγά, τον Γιάννη Μηλιάδη και άλλους αγωνιστές μέλη του ΕΑΜ Αρχαιολόγων, μαζί με τον καθημερινό αγώνα να εμποδίσουν τις καταστροφές και τις λεηλασίες των αρχαιολογικών θησαυρών, ξεκινούν το 1943, την πρώτη απόπειρα καταγραφής της λεηλασίας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.,,Παρά την γιγάντια προσπάθεια της διάσωσης των αρχαίων, σε έκθεση του ΕΑΜ Αρχαιολόγων που εκδόθηκε το 1946, καταγράφονται κλοπές αρχαιοτήτων από τους κατακτητές σε 37 πόλεις, κύρια στην Κρήτη και τη Θεσσαλία. Οι Γερμανοί αρχαιολόγοι έκαναν παράνομες ανασκαφές σε 17 περιοχές της Ελλάδας, στέλνοντας τα ευρήματα στη Γερμανία. Κατά την αναχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα προκλήθηκαν μεγάλες ζημιές σε αρχαιότητες. Με πυροβολισμούς και με ξιφολόγχες κατέστρεψαν αγάλματα και αγγεία στην Ακρόπολη και τον Κεραμεικό.,,Σύμφωνα με την έκθεση, οι Γερμανοί διέπραξαν κλοπές και αφαίρεσαν αρχαιότητες μεγάλης επιστημονικής και καλλιτεχνικής αξίας από τα εξής μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους: Κεραμεικού, Πειραιά, Σκαραμαγκά, Βούλας, Βάρης, Κορωπίου, Κερατέας, Σουνίου, Ελευσίνας, Αίγινας, Μεγάρων, Θήβας, Λιβαδειάς, Ευπαλίου, Γαλαξιδίου, Τανάγρας, Χαιρώνειας, Κωπαΐδας, Δελφών, Χαλκίδας, Ερέτριας, Κορίνθου, Αργους, Λακωνίας, Κυθήρων, Βασιλικού Μεσσηνίας, Πεταλιδίου Μεσσηνίας, Θερμού, Μονής Βελάς, Ν. Αγχιάλου, Λάρισας, Καλαμπάκας, Χασίων(Μονή Αναλήψεως), Μονής Γκούρας, Θεσσαλονίκης, Ποτιδαίας, Κομοτηνής, Μυτιλήνης, Σάμου, Τηγανίου, Μήλου, και Καστελίου Κισσάμου, Κνωσού, Αγίας Τριάδας, Γόρτυνας, Φαιστού (Κρήτη).,,Ανάμεσα στις αθλιότητες των κατακτητών που καταγράφονται με λεπτομέρεια, αναφέρονται ενδεικτικά και χαρακτηριστικά:,,Ελευσίνα: «Μορφωμένοι Γερμανοί στρατιωτικοί κατόπιν επισταμένης μελέτης του Μουσείου απεφάσισαν και εξετέλεσαν κλοπήν , αφού προηγουμένως κατεσκεύασαν και το προς την κλοπήν κατάλληλον εργαλείον. Εθραυσαν δηλαδή δια καταλλήλως προητοιμασμένου κοντού το παράθυρον της παρά το Μουσείον αποθήκης και δια του κοντού αφήρεσαν αγγεία και ειδώλια εξ αυτής. Γενόμενοι δε αντιληπτοί έφυγον επί μοτοσικλέτας. Αναιδής και αχαρακτήριστος είναι επίσης η δικαιολογία, την οποίαν έδωσεν η γερμανική υπηρεσία προστασίας καλλιτεχνημάτων δια του από 27.2.42 εγγράφου της (Kraiker) όπερ έχει επί λέξει ως εξής: «Η προκειμένη περίπτωσις δέον να μη θεωρηθή ως κλοπή, δι ής θα επλούτιζον οι δράσται. Τούτο συνάγεται εκ του γεγονότος ότι πρόκειται περί μορφωμένων ανθρώπων οίτινες έχουν ενδιαφέρον διά την ελληνικήν αρχαιότητα, όπερ συνάγεται εκ του ότι εγνώριζον την Αγγλικήν και έκανον χρήσιν του αγγλιστί γεγραμμένου οδηγού. Οι αποκομίσαντες θα είχον προφανώς την πρόθεσιν ν’ αποκτήσουν ενδεχομένως διά του τρόπου τούτου έν ενθύμιον»»!!!,,Αθήνα: Τον Αύγουστο του 1941 εγκαταστάθηκαν στο χώρο του Ολυμπίου των Αθηνών, για δυο μήνες, γερμανικές στρατιωτικές φάλαγγες, αναζητούσες προστασία στον αρχαιολογικό χώρο. Τον χειμώνα του 1941 – 42 γερμανική πυροβολαρχία εστάθμευε στην πλατεία της Παλαιάς Αγοράς απέναντι από την βιβλιοθήκη Αδριανού.,,Ολυμπία: Από την 19.6.43 μέχρι την 8.9.43 μέσα στο ιερό της Αρχαίας Ολυμπίας ανάμεσα στα ερείπια γερμανικές μηχανοκίνητες φάλαγγες, άρματα μάχης και τεθωρακισμένα αυτοκίνητα μετέτρεψαν τον χώρο σε σταθμό αυτοκινήτων…,,Η ίδια η Ακρόπολη μετατράπηκε πολλές φορές σε πορνείο, ακόμα και σε δημόσιο ουρητήριο: «Δια τους στρατιωτικούς της κατοχής όλα τα μνημεία της Ακροπόλεως ήσαν ουρητήρια, κατά προτίμησιν δε ο Παρθενών. Την νύκτα της 27-28 Νοεμβρίου 1942 στρατιωτικός των στρατών κατοχής εκόπρισεν εις το εσωτερικόν του Παρθενώνος». Στις σχετικές διαμαρτυρίες των Ελλήνων Αρχαιολόγων ο Kraiker με θράσος απαντά ότι «δεν υπάρχουν αρκετά ευκρινώς τοποθετημέναι πινακίδες, αίτινες να υποδεικνύουν που υπάρχουν WC»!!!,,Μετά την απελευθέρωση…,,Δεκέμβρης 1944. Μέρος του τοίχου στο αίθριο του Μουσείου, γεμάτος σημάδια από θραύσματα οβίδων όλμων, όπως διατηρείται μέχρι σήμερα.,,Μετά την απελευθέρωση ήρθαν τα Δεκεμβριανά. Αυτό που φοβόντουσαν οι Αρχαιολόγοι να συμβεί στη διάρκεια του Πολέμου, συνέβη τον Δεκέμβρη του 1944, όταν οι Αγγλοι βομβάρδισαν με αεροπορικές επιδρομές, ανάμεσα σε άλλους στόχους και το κτίριο του Μουσείου, κυνηγώντας τον εχθρό λαό της Αθήνας.,,
Ο Διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, Χρήστος Καρούζος ανέφερε χαρακτηριστικά το 1945 στα «Ελεύθερα Γράμματα»: «Το Μουσείο μας κατορθώσαμε και το γλυτώσαμε από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, που ζήτησαν πολλές φορές να το μεταχειριστούν, όχι όμως και από τους Ελληνες ανθρωπιστές. Αυτοί το έκαμαν φυλακή και ιατρεία για δημόσιες γυναίκες».,,Το 1945 ξεκίνησε το έργο της επανέκθεσης των συλλογών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, κάτι που τελικά ολοκληρώθηκε το 1964.,,Δεν ήταν η πρώτη φορά,,Υπάρχει προηγούμενο διάσωσης με τέτοιο τρόπο, αγαλμάτων, στην ιστορία μας. Ηταν το 86 – 85 π.Χ. όταν ο Ρωμαίος στρατηγός Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας επιτέθηκε στην Αθήνα και τον Πειραιά καταστρέφοντας και λεηλατώντας ότι βρήκε στο δρόμο του. ,,Τότε οι Πειραιώτες, για να γλυτώσουν τα χάλκινα αγάλματα, τα έθαψαν και παρέμειναν θαμμένα μέχρι το καλοκαίρι του 1959 που βρέθηκαν, μαζί με άλλα τρία μαρμάρινα αγάλματα, κοντά στο λιμάνι του Πειραιά, σε έργα αποχέτευσης στη γωνία των οδών Βασιλέως Γεωργίου και Φίλωνος.,,Σήμερα στις αίθουσες 3 – 4 του Μουσείου παρουσιάζονται τέσσερα μοναδικά και εντυπωσιακά χάλκινα αγάλματα. Ένα του Απόλλωνα, ένα της Αθηνάς και δυο της Αρτέμιδας, μαζί με ένα τραγικό προσωπείο που είχαν φυλαχτεί όλα μαζί για να γλυτώσουν από την ιερόσυλη μανία του Σύλλα.,,Αξίζει , αν δεν έχετε επισκεφτεί το Μουσείο του Πειραιά, όταν ξανανοίξουν τα Μουσεία, να το προγραμματίσετε.,,Τα χάλκινα αγάλματα του Αρχαιολογικού Μουσείου Πειραιά. Από αριστερά ο Κούρος του Απόλλωνα, η Αθηνά, και δίπλα τους τα δυο αγάλματα της Αρτέμιδας,
Πηγές:
— Καρούζου Σ., «Σύντομη Ιστορία του Εθνικού Μουσείου», στο Καρούζου Σ., Εθνικόν Αρχαιολογικόν Μουσείον, Συλλογή Γλυπτών, Περιγραφικός Κατάλογος, Αθήναι 1967, ια’-κ’.,— Πασχαλίδης Κ., «Η ίδρυση, η ιστορία και οι περιπέτειες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, 130 χρόνια λειτουργίας σε μία διάλεξη». ,— Πετράκος Β.Χ., «Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο 1940-1944»,— «Ζημίαι των Αρχαιοτήτων εκ του Πολέμου και των Στρατών Κατοχής», Αθήναι 1946,, Βασισμένο στο ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟ 3 Οκτώβρη 2016 και 26 Απρίλη 2020
Βασισμένο στο ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟ 3 Οκτώβρη 2016 και 26 Απρίλη 2020

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2021

 27 Απριλίου 1941: Οι Γερμανοί στην Αθήνα - Η παράδοση της πόλης σε καφενείο



Κυριακή, 27 Απριλίου 1941. Οι γερμανικές δυνάμεις μπαίνουν στην Αθήνα και σε ένα καφενείο στους Αμπελόκηπους περίμεναν τους εισβο-λείς οι τέσσερις άνδρες που ανέλαβαν το θλιβερό καθήκον της παράδοσης της πόλεως των Αθηνών.
Ήταν ο φρούραρχος Αθηνών υπο¬στράτηγος Χρ. Καβράκος, ο νομάρχης Αττικοβοιωτίας Κ. Πεζόπουλος και οι δήμαρχοι Αθηναίων και Πειραιώς Αμ¬βρόσιος Πλυτάς και Μιχ. Μανούσκος.
Το καφενείο στους Αμπελόκηπους ονομαζόταν «Λουξ» – άλλοι έγραψαν «Παρθενών» –, ανήκε στον κτηματία Ανδρέα Γλεντζάκη και βρισκόταν στη διασταύρωση των λεωφόρων Αλεξάν¬δρας και Κηφισίας, απέναντι από την τότε έπαυλη Θων.
Οι Έλληνες αξιωματούχοι δήλωσαν πως η Αθήνα ήταν μια ανοχύρωτη πό¬λη που δεν είχε την πρόθεση να προ¬βάλει αντίσταση. Ο Γερμανός αντι¬συνταγματάρχης Φον Σέιμπεν όρισε ουσιαστικά πολιτικούς διοικητές των Αθηνών και του Πειραιά τους δύο δη¬μάρχους, ενώ κατέστησε αιχμάλω¬το πολέμου και υπεύθυνο για τυχόν εχθρικές πράξεις τον υποστράτηγο Καβράκο.
Στην επιτροπή προβλεπόταν ως πρόεδρος ο αρχιεπίσκοπος Χρύσαν¬θος (πρώην μητροπολίτης Τραπεζού¬ντας [1913-1938] σε δύσκολη στιγμή του Ελληνισμού), ο οποίος αρνήθηκε όμως να παραστεί μη αντέχοντας να συναντήσει τους εισβολείς, κάτι βέβαια που δεν πέρασε απαρατήρητο.

«Στο καφενείο μας παραδόθηκε η Αθήνα»
Τίποτε σήμερα δεν είναι ίδιο στο σημείο όπου υπεγράφη η παράδοση της πόλης στους Γερμανούς. Ωστόσο δύο δεκάχρονοι τότε «μάρτυρες» της ιστορικής στιγμής θυμούνται ακόμη πολλά...
Η σκόνη που απλωνόταν εκείνο το κυριακάτικο πρωινό του Απρίλη επάνω από τη λεωφόρο Κηφισιάς δεν οφειλόταν στον άνεμο ούτε προμήνυε κάτι καλό. Στα αφτιά δύο μικρών παιδιών, που στέκονταν αντικριστά, στη συμβολή των λεωφόρων Κηφισιάς και Αλεξάνδρας, έφτανε ο θόρυβος από τις ερπύστριες και τις μηχανές αρμάτων μάχης και μοτοσικλετών. Μέσα από τη σκόνη, και μπροστά από την Αγία Τριάδα, ξεπρόβαλαν οι πρώτες φιγούρες: στρατιώτες και αξιωματικοί πάνω σε μοτοσικλέτες και τεθωρακισμένα οχήματα. Την ίδια ώρα, στο καφενείο απέναντι από την έπαυλη Θων, κατέφτανε η αντιπροσωπεία των αξιωματούχων της πρωτεύουσας. Σε λιγότερο από δύο ώρες η Αθήνα κηρυσσόταν «ανοχύρωτη πόλη» και παραδιδόταν στους γερμανούς κατακτητές.
Εχουν περάσει 69 χρόνια από την 27η Απριλίου του 1941, όταν οι τελευταίοι εκπρόσωποι του μεταξικού καθεστώτος, ο φρούραρχος και στρατιωτικός διοικητής της πόλης υποστράτηγοςΧρήστος Καβράκος και ο δήμαρχος Αμβρόσιος Πλυτάς, συνάντησαν σε εκείνο το καφενείο με την επωνυμία «Παρθενών» τους αξιωματικούς των χιτλερικών ορδών και τους παρέδωσαν τα «κλειδιά» της Αθήνας. Για τον κ. Μάρκο Γλεντζάκη και τον κ. Νίκο Παραδείση όμως, τα δύο μικρά παιδιά εκείνου του «φυλλοβόλου Απρίλη», το πέρασμα κοντά επτά δεκαετιών δεν έχει σβήσει τις θύμησες, τις εικόνες, τη στενοχώρια, την έκπληξη αλλά και την οργή των στιγμών. Ειδικά για τον πρώτο, που ήταν τότε 10 ετών και γιος του ιδιοκτήτη του «Παρθενώνα» Ανδρέα Γλεντζάκη, ενός αψίκορου Κρητικού από την Ασή Γωνιά Χανίων, βετεράνου του Μακεδονικού Αγώνα, των Βαλκανικών και των χαρακωμάτων του Βερντέν, στον «Μεγάλο Πόλεμο».
Σπίτια και καταστήματα κλειστά
«Από τα χαράματαο πατέρας μου τριγύριζε σαν το λιοντάρι στο κλουβί μέσα στο σπίτι, ως τη στιγμή που χτύπησε το τηλέφωνο. Την προηγούμενη ημέραείχε εκδοθεί διαταγή από το Φρουραρχείο να μείνουν καταστήματα και σπίτια κλειστά. Σήκωσε το ακουστικό, του είπαν να κατέβει στο καφενείο, να το ανοίξει, ήταν προσωπική διαταγή του Καβράκου, θα συνέβαινε κάτι σημαντικό» διηγείται ο κ. Γλεντζάκης ενθυμούμενος εκείνη την ημέρα.
Ο Ανδρέας Γλεντζάκης κατέβηκε. Τον είχαν όμως ζώσει τα φίδια. «Ούτε πρόσεξε που τον ακολούθησα ούτε τον ένοιαξε. Ανοιξε το καφενείο, έβαλε φωτιά για τη χόβολη, τακτοποίησε τα μαρμάρινα τραπεζάκια. Περίμενε». Οπως περίμενε, με κρατημένη την ανάσα της, όλη η Αθήνα. Στις 8 το πρωί οι πρώτοι μοτοσικλετιστές με επικεφαλής τον ανθυπολοχαγό της Βέρμαχτ Φριτς Ντίρφλιγκ σταματούσαν μπροστά από το καφενείο. Οι Καβράκος και Πλυτάς συνοδευόμενοι από τον δήμαρχο Πειραιά Μιχάλη Μανούσκο, τον νομάρχη ΑττικοβοιωτίαςΚωνσταντίνο Πετζόπουλο και τον γερμανομαθή συνταγματάρχη Κώστα Κανελλόπουλο, που ανέλαβε χρέη μεταφραστή, τον υποδέχθηκαν και του υπέβαλαν το αίτημα παράδοσης. Ο Ντίρφλιγκ δήλωσε αναρμοδιότητα και έστειλε αγγελιαφόρο να ειδοποιήσει τον διοικητή του, συνταγματάρχη Χέρμαν φον Σέφεν, που βρισκόταν ακόμη στο Μπογιάτι, τον σημερινό Αγιο Στέφανο.
Με το βλέμμα ενός παιδιού
Την ώρα που η μακρά φάλαγγα οχημάτων, υποζυγίων και ανθρώπων έφθανε σε μπουλούκια στους Αμπελοκήπους, ο οκτάχρονος τότε Νίκος Παραδείσης το είχε σκάσει από το σπίτι του και παρατηρούσε, με δέος, φόβο και έκπληξη, από το πεζοδρόμιο της Θων, τους εκπροσώπους της ναζιστικής τάξης πραγμάτων. «Τα παράθυρα ήταν σφαλιστά, οι πόρτες κλειστές, τα παντζούρια μανταλωμένα. Ελάχιστοι ήμασταν στους δρόμους. Οι στολές των Γερμανών είχαν γίνει άσπρες από τη σκόνη, κατέβαιναν από τις μοτοσικλέτες και τα φορτηγά, τινάζονταν, χτυπούσαν τις μπότες τους στο κράσπεδο. Οι οδηγοί έβγαζαν τα αεροπορικά γυαλιά. Μόνο τα ζυγωματικά τους ήταν στο χρώμα του δέρματος. Κατέβαιναν από τα πλαϊνά κουβούκλια των μηχανών, έστριβαν τσιγάρα, λεηλατούσαν τις νεραντζιές και έτρωγαν τους στυφούς καρπούς». Στο βλέμμα του κ. Γλεντζάκη αστράφτει ακόμη η σπίθα της έκπληξης. «Περιεργαζόμουν τα τεθωρακισμένα οχήματα, τριγυρνούσα ανάμεσα στους στρατιώτες, 10 χρονών παιδί, με αγνοούσαν. Κάποιοι ήταν πολύ αδύνατοι, άλλοι φαίνονταν καταπονημένοι. Αναρωτιόμουν αν αυτά ήταν τα θηρία του πολέμου, αυτοί οι άνθρωποι που πνίγονταν από τη σκόνη και έτρωγαν λαίμαργα φρούτα και κουταλιές ζάχαρης». Οι Γερμανοί αρνήθηκαν τους καφέδες που παρήγγειλε ο Καβράκος και ετοίμασε ο πατέρας Γλεντζάκης. Ο υποστράτηγος κάπνιζε το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο, γεγονός που αποτυπώνεται στις φωτογραφίες των γερμανικών αρχείων. Οταν έφθασε ο Φον Σέφεν, η διαδικασία επιταχύνθηκε. Το πρωτόκολλο παράδοσης υπεγράφη πάνω σε ένα από τα μαρμάρινα τραπεζάκια του καφενείου, δίπλα στο μεγάλο μπιλιάρδο. Η αντιπροσωπεία των ελλήνων αξιωματούχων, συνοδευόμενη από γερμανούς μοτοσικλετιστές και τον Φον Σέφεν, επιβιβάστηκε στα τεθωρακισμένα οχήματά της και πήρε τον δρόμο για το Σύνταγμα. Μέσα στην επόμενη ώρα οι Γερμανοί θα καταλάμβαναν τα κύρια δημόσια κτίρια, θα εγκαθιστούσαν, προσωρινά, την Ανώτατη Διοίκηση στη «Μεγάλη Βρεταννία» και θα ύψωναν τη σβάστικα στην Ακρόπολη. Η Αθήνα ήταν κατεχόμενη, αλλά όχι υπόδουλη.
Το κτίριο και οι μνήμες της Κατοχής
Το κτίριο στο οποίο, στο ισόγειο, στεγαζόταν ο «Παρθενών» και αποτελούσε παράλληλα και κατοικία της οικογένειας Γλεντζάκη υπάρχει ακόμη στον αριθμό «6» της λεωφόρου Κηφισιάς. Σήμερα στον ίδιο χώρο στεγάζεται ένα υποκατάστημα γνωστής αλυσίδας γρήγορων γευμάτων. Δεν είναι όμως το μοναδικό σημείο των Αμπελοκήπων φορτισμένο από την ιστορία της Κατοχής.
Οπως μνημονεύει ο κ. Παραδείσης, «οι Φυλακές Αβέρωφ ήταν τα δεσμωτήρια των αντιστασιακών, στα Κουντουριώτικα στήνονταν τα συσσίτια, με χυλό και πλιγούρι, στην Ακαρνανίας, μπροστά από το δημοτικό σχολείο “Καρανίκα”, είχαν σκοτωθεί από έκρηξη εγκαταλειμμένης χειροβομβίδας δύο συνομήλικοί μας και δύο άλλοι είχαν χάσει την όρασή τους».
Ανάμεσα σε αυτά, το κάρο του δήμου «κατηφόριζε την Κηφισιάς και την Αλεξάνδρας καιμάζευε τους σκελετωμένους, αποστεωμένους νεκρούς από τα πεζοδρόμιατον χειμώνα τηςπείνας». Υπήρχαν και οι στιγμές ανάτασης, ελπίδας και αντίστασης. «Τα χωνιά, τα συνθήματα στους τοίχους, οι προκηρύξεις, οι κρυφές μαζώξεις να ακούσουν οι μεγάλοι τα νέα από το ραδιόφωνο, από το Λονδίνο ή τη Μόσχα, ή η διάδοση από στόμα σε στόμα ότι κατέβηκε η σβάστικα από την Ακρόπολη, όταν την κουρέλιασαν ο Γλέζος και ο Σάντας».
(ΤΟ ΒΗΜΑ)

Σάββατο, 24 Απριλίου 2021

 24 Απριλίου 1915 ξεκινά η Γενοκτονία των Αρμενίων

Σαν σήμερα 250 διανοούμενοι Αρμένιοι δολοφονούνται από τους Τούρκους για να καταστραφεί ο πυρήνας της αρμένικης κουλτούρας . Το 1915 οι ηγέτες της Τουρκίας έθεσαν σε εφαρμογή ένα σχέδιο για να «εξαφανίσουν» τον πληθυσμό των Αρμένιων που ζούσε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αν και οι αριθμοί ποικίλλουν, οι περισσότερες πηγές συμφωνούν ότι υπήρχαν περίπου 2 εκατομμύρια Αρμενίων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά τη στιγμή της σφαγής. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1920, όταν οι σφαγές και ο εκτοπισμός ολοκληρώθηκαν, 1,5 εκατομμύριο Αρμένιοι της Τουρκίας ήταν νεκροί και πολλοί περισσότεροι απομακρύνθηκαν βίαια από τη χώρα. Σήμερα, οι περισσότεροι ιστορικοί αποκαλούν το συμβάν γενοκτονία, μια προμελετημένη και συστηματική εκστρατεία για την εξόντωση ενός ολόκληρου λαού. Ωστόσο, η τουρκική κυβέρνηση δεν αναγνωρίζει το τεράστιο μέγεθος αυτών των γεγονότων. Παρά την πίεση από τους Αρμένιους και τους υποστηρικτές της κοινωνικής δικαιοσύνης σε όλο τον κόσμο, εξακολουθεί να είναι παράνομη στην Τουρκία οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από τα γεγονότα αυτής της εποχής. Χιλιάδες Αρμένιοι τότε πνίγηκαν σε ποτάμια, έπεσαν από γκρεμούς, σταυρώθηκαν και κάηκαν ζωντανοί. Για ένα χρονικό διάστημα μάλιστα, η τουρκική ύπαιθρος ήταν γεμάτη με πτώματα Αρμενίων.
Οι ρίζες της Γενοκτονίας - Η Οθωμανική Αυτοκρατορία
Οι Αρμένιοι ζούσαν ειρηνικά στην περιοχή του Καυκάσου της Ευρασίας για περισσότερα από 3.000 χρόνια. Το βασίλειο της Αρμενίας ήταν αρχικά μια ανεξάρτητη οντότητα (στην αρχή του 4ου αιώνα μ.Χ. είχε γίνει η πρώτη χώρα στον κόσμο που έκανε τον χριστιανισμό επίσημη θρησκεία), αλλά ως επί το πλείστον, ο έλεγχος της περιοχής πήγαινε από τη μία αυτοκρατορία στην άλλη. Κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα, η Αρμενία άρχισε να απορροφάται από την πανίσχυρη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι Οθωμανοί άρχοντες, όπως και οι περισσότεροι από τους υπηκόους τους, ήταν μουσουλμάνοι. Επέτρεπαν σε θρησκευτικές μειονότητες, όπως οι Αρμένιοι να διατηρήσουν κάποια αυτονομία, ωστόσο τους θεωρούσαν «άπιστους», ενώ η μεταχείρισή τους ήταν άνιση και άδικη. Για παράδειγμα, οι χριστιανοί έπρεπε να πληρώνουν υψηλότερους φόρους από τους μουσουλμάνους, ενώ είχαν πολύ λίγα πολιτικά και νομικά δικαιώματα.
2.9.2016 Όπισθεν Γερμανίας στο θέμα της Γενοκτονίας των Αρμενίων:
Μη δεσμευτική η απόφαση αναγνώρισης Παρά τα εμπόδια όμως, η αρμένικη κοινότητα άνθισε κάτω από την οθωμανική κυριαρχία. Είχαν την τάση οι Αρμένιοι να είναι πιο μορφωμένοι και πλουσιότεροι από τους Τούρκους γείτονες τους, οι οποίοι με τη σειρά τους, δυσανασχετούσαν με αυτή την ευημερία τους. Αυτή η δυσαρέσκεια άρχισε να επιδεινώνεται από τις υποψίες ότι οι χριστιανοί Αρμένιοι θα είναι πιο πιστοί στις χριστιανικές κυβερνήσεις (δηλαδή στους Ρώσους, οι οποίοι μοιράζονταν τα ασταθή σύνορα με την Τουρκία), από ό, τι θα ήταν στο Οθωμανικό χαλιφάτο. Η καχυποψία των Τούρκων προς τους Αρμένιους αυξήθηκε περισσότερο όταν κατέρρευσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο δεσποτικός Τούρκος Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίντ ο δεύτερος -ο οποίος είχε εμμονή με την πίστη πάνω απ 'όλα, ενώ είχε εξαγριωθεί και από την εκκολαπτόμενη εκστρατεία των Αρμενίων για να κερδίσουν βασικά πολιτικά δικαιώματα- δήλωσε ότι θα λύσει το «αρμενικό ζήτημα» άπαξ και δια παντός. «Θα τους τακτοποιήσω σύντομα αυτούς τους Αρμένιους», είπε σε έναν δημοσιογράφο το 1890. «Θα τους δώσω τέτοιο χαστούκι, που θα τους κάνει να... παραιτηθούν από τις επαναστατικές φιλοδοξίες τους.»
Το 1922, όταν η γενοκτονία ολοκληρώθηκε, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία είχαν επιβιώσει μόλις 388.000 Αρμένιοι. Η πρώτη σφαγή των Αρμενίων Μεταξύ 1894 και 1896, αυτό το «χαστούκι» πήρε τη μορφή ενός κράτους με κυρώσεις τύπου πογκρόμ. Σε απάντηση της μεγάλης κλίμακας διαμαρτυρίας των Αρμενίων, τουρκικά στρατιωτικά στελέχη, στρατιώτες και απλοί άνδρες λεηλάτησαν τα χωριά και τις πόλεις των Αρμενίων και έσφαξαν τους πολίτες τους. Εκατοντάδες χιλιάδες Αρμένιοι δολοφονήθηκαν τότε. Η άνοδος των Νεότουρκων Το 1908, μια νέα κυβέρνηση ανέλαβε την εξουσία στην Τουρκία. Μια ομάδα μεταρρυθμιστών (η τριανδρία των Ταλαάτ Πασά, Εμβέρ Πασά και Τζεμάλ Πασά) που αποκαλούνταν «Νεότουρκοι» ανέτρεψαν τον σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίντ καθιερώνοντας μια πιο σύγχρονη συνταγματική κυβέρνηση.
Αρχικά, οι Αρμένιοι ήταν αισιόδοξοι ότι θα έχουν ίση θέση και μεταχείριση στη νέα τάξη πραγμάτων, ωστόσο σύντομα έμαθαν ότι οι Νεότουρκοι ήταν ακόμη πιο εθνικιστές από τον Χαμίντ, και στόχος τους ήταν ο «εκτουρκισμός» της αυτοκρατορίας. Ο νέος τρόπος σκέψης, ήθελε τους μη-Τούρκους και ιδιαίτερα τους χριστιανούς μη-Τούρκους να αποτελούν σοβαρή απειλή για τη νέα κατάσταση Τούρκος αξιωματούχος χλευάζει τα πεινασμένα παδιά των Αρμένιων κουνώντας τους ένα κομμάτι ψωμί Α 'Παγκόσμιος Πόλεμος Το 1914, οι Τούρκοι μπήκαν στον Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας και της Αυστρο-Ουγγρικής Αυτοκρατορίας. (Ταυτόχρονα, οι οθωμανικές θρησκευτικές αρχές δήλωσαν τζιχάντ, ή ιερό πόλεμο εναντίον όλων των χριστιανών, εκτός από τους συμμάχους τους). Οι στρατιωτικοί ηγέτες άρχισαν να υποστηρίζουν ότι οι Αρμένιοι ήταν προδότες, αφού θεωρούσαν ότι ήταν πρόθυμοι να πολεμήσουν για τον εχθρό. Καθώς ο πόλεμος εντάθηκε, οργανωμένα εθελοντικά τάγματα των Αρμενίων συντάχθηκαν με το ρωσικό στρατό στον αγώνα κατά των Τούρκων στην περιοχή του Καυκάσου. Αυτά τα γεγονότα, και γενικά η τουρκική καχυποψία προς τον αρμένικο λαό, οδήγησε την τουρκική κυβέρνηση να πιέσει για την «απομάκρυνση» των Αρμενίων από τις εμπόλεμες ζώνες κατά μήκος του Ανατολικού Μετώπου.
Η αρχή της Γενοκτονίας Στις 24 Απριλίου του 1915, μια μέρα σαν σήμερα, ξεκίνησε η γενοκτονία των Αρμενίων. Εκείνη την ημέρα, η τουρκική κυβέρνηση συνέλαβε, βασάνισε και εκτέλεσε με συνοπτικές διαδικασίες, περίπου 250 Αρμένιους διανοούμενους, για να σημάνει με την κίνηση αυτή την αρχή του τέλους ενός ολόκληρου λαού. Μετά από αυτό, άρχισε ο διωγμός των Αρμενίων σε πορείες θανάτου μέσω της Μεσοποταμίας, στην έρημο χωρίς τροφή ή νερό. Συχνά, οι άνθρωποι αυτοί υποβάλλονταν σε βασανιστήρια και αναγκάζονταν να περπατήσουν γυμνοί κάτω από τον καυτό ήλιο μέχρι να πέσουν νεκροί. Όσοι σταματούσαν για να ξεκουραστούν, πυροβολούνταν. Την ίδια στιγμή, οι Νεότουρκοι δημιούργησαν μια «Ειδική Οργάνωση», η οποία οργάνωνε «διμοιρίες θανάτου» ή «τάγματα σφαγής» και έπρεπε να πραγματοποιήσει, όπως το έθεσε ένας αξιωματούχος, «εκκαθάριση των χριστιανικών στοιχείων». Αυτές οι ομάδες αποτελούνταν από δολοφόνους και άλλους πρώην κατάδικους. Χιλιάδες Αρμένιοι τότε πνίγηκαν σε ποτάμια, έπεσαν από γκρεμούς, σταυρώθηκαν και κάηκαν ζωντανοί. Για ένα χρονικό διάστημα μάλιστα, η τουρκική ύπαιθρος ήταν γεμάτη με πτώματα Αρμενίων. Τα αρχεία δείχνουν ότι κατά τη διάρκεια αυτής της κυβερνητικής εκστρατείας «τουρκοποίησης», οι ομάδες αυτές απήγαγαν αρκετά παιδιά Αρμενίων, τα προσηλύτισαν στο Ισλάμ και τα έδωσαν σε τουρκικές οικογένειες. Σε άλλες περιπτώσεις, βίασαν γυναίκες και τις ανάγκασαν να ενταχθούν σε τουρκικά «χαρέμια» ή τις χρησιμοποίησαν ως σκλάβες. Μουσουλμανικές οικογένειες μετακινήθηκαν στα σπίτια Αρμενίων, αφού αυτοί είχαν απελαθεί και τα περιουσιακά στοιχεία τους είχαν κατασχεθεί. Το 1922, όταν η γενοκτονία ολοκληρώθηκε, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία είχαν επιβιώσει μόλις 388.000 Αρμένιοι. Η "εκκαθάριση των χριστιανικών στοιχείων" Η Γενοκτονία των Αρμενίων σήμερα Μετά την παράδοση των Οθωμανών το 1918, οι ηγέτες των Νεότουρκων κατέφυγαν στη Γερμανία, η οποία υποσχέθηκε να μην ασκήσει δίωξη για την γενοκτονία. Ωστόσο, μια ομάδα Αρμενίων εθνικιστών επινόησε ένα σχέδιο, γνωστό ως «Επιχείρηση Νέμεσις», ώστε να εντοπίσει και να δολοφονήσει τους ηγέτες της γενοκτονίας. Έκτοτε, η τουρκική κυβέρνηση αρνείται ότι συνέβη η γενοκτονία. Οι Αρμένιοι ήταν μια εχθρική δύναμη, υποστηρίζουν, και η σφαγή τους, ήταν ένα αναγκαίο μέτρο του πολέμου.
2.8.2016 Η Ευρώπη ενάντια στις γενοκτονίες και στους αρνητές της Ιστορίας Σήμερα, η Τουρκία αποτελεί σημαντικό σύμμαχο των ΗΠΑ και άλλων δυτικών χωρών, και έτσι οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών είναι απρόθυμες να καταδικάσουν την εξόντωση των Αρμένιων. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα αμερικανικά ειδησεογραφικά πρακτορεία δεν χρησιμοποιούσαν για πάρα πολλά χρόνια τη λέξη «γενοκτονία» για να περιγράψουν τα εγκλήματα της Τουρκίας. Η φράση «γενοκτονία Αρμενίων» εμφανίζεται στην εφημερίδα τον New York Times, μόλις το 2004.
Τον Μάρτιο του 2010, μια ομάδα του Κογκρέσου των ΗΠΑ (αν και αργά), ψήφισε για την αναγνώριση της γενοκτονίας. Μόλις στις 16 Απριλίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε ένα ψήφισμα που χαρακτηρίζει γενοκτονία τη σφαγή έως και 1,5 εκατομμυρίων Αρμενίων πριν 100 χρόνια, λίγες ημέρες αφότου ο Πάπας Φραγκίσκος χρησιμοποίησε τον ίδιο όρο. Παρά το γεγονός ότι το ψήφισμα επαναλάμβανε τον όρο που είχε υιοθετηθεί από το Κοινοβούλιο το 1987, ο πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε πριν την έναρξη της ψηφοφορίας ότι θα αγνοήσει το αποτέλεσμά της. «Ό,τι απόφαση κι αν λάβουν, θα μπει από το ένα αφτί και θα βγει από το άλλο», είχε δηλώσει νωρίτερα στο αεροδρόμιο της Άγκυρας προτού αναχωρήσει για επίσημη επίσκεψη στο Καζακστάν. Ένας πατέρας με τα παιδιά του νεκροί Ψηφίζοντας με ανάταση των χεριών, οι ευρωβουλευτες ενέκριναν το ψήφισμα που αναφέρει πως «τα τραγικά γεγονότα που συνέβησαν μεταξύ 1915 – 1917 εναντίον των Αρμενίων στην περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτελούν μια γενοκτονία». Μετά το ψήφισμα, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών κατηγόρησε το Κοινοβούλιο ότι επιχειρεί να ξαναγράψει την Ιστορία. Στη δήλωση τόνισε πως οι νομοθέτες που υποστήριξαν το ψήφισμα ήταν σε συνεργασία με «όσους δεν έχουν καμία σχέση με τις ευρωπαϊκές αξίες και θρέφουν το μίσος, την εκδίκηση και την κουλτούρα των συγκρούσεων». Η Τουρκία συμφωνεί ότι χριστιανοί Αρμένιοι σκοτώθηκαν σε μάχες με Οθωμανούς στρατιώτες που ξεκίνησαν στις 15 Απριλίου 1915, όταν οι Αρμένιοι ζούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά αρνείται ότι ο αριθμός των νεκρών είναι τόσο υψηλός για να χρησιμοποιηθεί ο όρος γενοκτονία.
Πηγή: lifo.gr
Αυτή είναι μια ανατριχιαστική φωτογραφία από την Γενοκτονία των Αρμενίων του 1915.
Η λεζάντα κάτω, γράφει: «Σταυρωμένες Αρμένισες γυναίκες στην περιοχή του Der-es-Zor (Ντέιρ αλ-Ζορ, σήμερα ανήκει στην Συρία). Συνολικά, ήταν 16 γυναίκες.
Οι Τούρκοι τις ξεγύμνωσαν, τις βασάνισαν και τις σταύρωσαν. Μερικές σώθηκαν από Άραβες Βεδουίνους που τις κατέβασαν από τους σταυρούς.