Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2020

 ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΝ ΓΙΑ ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΝΑΖΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ



Μία υπαίθρια έκθεση για τα ελληνικά μαρτυρικά χωριά στήθηκε εν μέσω πανδημίας στο Μύνστερ. Ένας «ιστορικός περίπατος» κατατοπίζει τους περιπλανώμενους επισκέπτες για άγνωστες πτυχές της γερμανικής κατοχής.
Το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων σημαδεύει μέχρι και σήμερα τις ελληνογερμανικές σχέσεις, επαναφέροντας συχνά τις σκοτεινές μνήμες της γερμανικής κατοχής, των μαζικών εκτελέσεων και του Ολοκαυτώματος. «Αντίθετα με αυτό που πιστεύουν πολλοί Έλληνες, μόνο λίγοι στην Γερμανία και στην Ευρώπη γνωρίζουν για τα μαρτυρικά χωριά και τις μαρτυρικές πόλεις της Ελλάδας. Οι σφαγές και οι εκτελέσεις αμάχων, ο εκτοπισμός και η εξόντωση των Ελλήνων Εβραίων, παραμένουν άγνωστα», υπογραμμίζει ο Μπάμπης Χ. Καρπουχτσής, υποψ. διδάκτορας πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Ιένας.
Μια υπαίθρια έκθεση με τον τίτλο «Γερμανικά εγκλήματα στην Ελλάδα» στον προαύλιο χώρο της Βίλας τεν Χόμπελ στο Μύνστερ ρίχνει φως στις σκοτεινές αυτές σελίδες της ιστορίας και τους ελληνικούς τόπους μνήμης. Η βίλα του τσιμεντοβιομήχανου Ρούντολφ τεν Χόμπελ είχε μετατραπεί από τους ναζί σε αρχηγείο της αστυνομίας και σήμερα είναι ιστορικό κέντρο αφιερωμένο στα θύματα του εθνικοσοσιαλισμού.



Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η ιστορική μνήμη
Η έκθεση θα παραμείνει στον προαύλιο χώρο της Βίλας τεν Χόμπελ μέχρι τον Φεβρουάριο
Στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας υπάρχουν 29 οργανισμοί συνολικά που ασχολούνται με την διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Αυτοί εργάζονται υπό την επιστημονική αιγίδα της «Ομάδας εργασίας Μνημείων και Τόπων Μνήμης του Εθνικοσοσιαλισμού στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία», η οποία συστεγάζεται με το ιστορικό ίδρυμα Βίλα τεν Χόμπελ στο Μύνστερ.
Η ιδέα της έκθεσης προέκυψε τον Σεπτέμβριο του 2019 στα πλαίσια ενός προγράμματος ανταλλαγής γερμανών ιστορικών και ερευνητών, που ασχολούνται με τα εγκλήματα του Εθνικοσοσιαλισμού. Επί κεφαλής της ομάδας και του ταξιδιού ήταν ο Άλφονς Κένκμαν, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας. Στο ταξίδι συμμετείχαν επίσης ο Πέτερ Ρέμερ και ο Κρίστοφ Σπίκερ, διευθυντής της Βίλας τεν Χόμπελ.
«Τέτοια προγράμματα ανταλλαγής προσανατολίζονται κυρίως από γερμανικής πλευράς σε χώρες όπως η Πολωνία και το Ισραήλ. Παρόλα αυτά, καθώς η Γερμανία είναι μία πολυπολιτισμική κοινωνία και στην περιοχή εδώ μένουν πολλοί Έλληνες, αποφασίσαμε αυτή τη φορά να ακολουθήσουμε τα „ιστορικά χνάρια“ στην Ελλάδα» αναφέρει ο επιστημονικός συνεργάτης, Πέτερ Ρέμερ.
Λόγω των μέτρων κατά της εξάπλωσης της πανδημίας, οι διοργανωτές της έκθεσης έπρεπε να αναζητήσουν μία διαφορετική μορφή από εκείνη που είχαν αρχικά προγραμματίσει για να τιμήσουν τη μνήμη των θυμάτων. Μέσα από αφίσες, που κρέμασαν στον προαύλιο χώρο του ιστορικού κέντρου, κάνουν μία αναδρομή στο ταξίδι τους στην Ελλάδα, με ειδικές αναφορές στους τόπους μνήμης που επισκέφτηκαν και τα εγκλήματα των ναζί που διαπράχθηκαν. Το "Gallery Walk", οπως ονόμασαν το πρότζεκτ, παραμένει έτσι προσβάσιμο στους επισκέπτες παρά τα αυστηρά μέτρα κατά της πανδημίας.
Από την Κάνδανο μέχρι το Χορτιάτη
Μέσα σε μία εβδομάδα επισκέφτηκαν μαρτυρικά χωριά, πόλεις και τόπους μνήμης ξεκινώντας από την Κάνδανο, για να φτάσουν μέχρι το στρατόπεδο Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη και το Χορτιάτη, καλύπτοντας έτσι όλο το εύρος της ιστορικής μνήμης – από τις εβραϊκές κοινότητες σε Λάρισα και Θεσσαλονίκη, τις καταστροφές χωριών και τις μαζικές εκτελέσεις μέχρι την διπλή ιστορία του στρατοπέδου της Καισαριανής.
«Κάποιες στιγμές κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, έχοντας διαβάσει ήδη αρκετά για το ζήτημα, θεωρούσα απίστευτα ντροπιαστικό το πόσο μικρές ήταν οι αποζημιώσεις που πλήρωσε το γερμανικό κράτος στους Έλληνες την δεκαετία του ’50 - Αναλογιζόμενος μάλιστα παράλληλα ότι μέρος αυτών των αποζημιώσεων ήταν και η αγορά ελληνικού καπνού… Όταν επισκεφτήκαμε τα μαρτυρικά χωριά και τις περιοχές όπου οι κάτοικοι εκτελέστηκαν μαζικά, τότε ένιωσα τεράστια ντροπή για την ύβρη των Γερμανών της δεκαετίας του ‘50», αναφέρει ο καθηγητής, Άλφονς Κένκμαν.
Το μνημείο Ολοκαυτώματος στην πλατεία Ελευθερίας, Θεσσαλονίκη
Αν και η ανταπόδοση της επίσκεψης από ελληνικής πλευράς δεν έγινε εφικτό να γίνει φέτος λόγω της πανδημίας, έχει ήδη προγραμματιστεί για του χρόνου. Έτσι, σύμφωνα με τον καθ. Κένκμαν, με αυτή την πρωτοβουλία δημιουργήθηκε ένας νέος δίαυλος επικοινωνίας με την Ελλάδα. Μάλιστα, αναφερόμενος στις αδελφοποιημένες πόλεις Λειψία και Θεσσαλονίκη υπογράμμισε πως και ως καθηγητής στο εκεί πανεπιστήμιο θα προωθήσει τις ανταλλαγές «κυρίως όσον αφορά το στρατόπεδο συγκέντρωσης Παύλος Μελάς στη Θεσσαλονίκη. Το θέμα προσφέρει δυνατότητες για ενδιαφέροντα προγράμματα, τα οποία μπορούν να συνδέσουν τις δύο αδελφοποιημένες πόλεις μεταξύ τους».
Άλλωστε, όπως υπογραμμίζει και ο κ. Καρπουχτσής «Ο διάλογος και οι επισκέψεις κοινωνίας των πολιτών και ερευνητών συμβάλλουν στην ανάδειξη της ιστορίας και την ενδυνάμωση της δημοκρατίας σε τοπικό, εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο».
Η έκθεση θα παραμείνει στον εξωτερικό χώρο της Βίλας τεν Χόμπελ μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου 2021. Στη συνέχεια θα ταξιδέψει και σε άλλες γερμανικές πόλεις – εφόσον τα μέτρα κατά της πανδημίας το επιτρέπουν…
Χρύσα Βαχτσεβάνου
Ημερομηνία Κοινωνία & Πολιτισμός

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2020

 13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1943. Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Ένα από μεγαλύτερα εγκλήματα της Ναζιστικής Γερμανίας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στις 13 Δεκεμβρίου του 1943 δυνάμεις της «Βέρμαχτ» σκότωσαν σχεδόν όλους τους άρρενες κατοίκους των Καλαβρύτων, σε αντίποινα για την εκτέλεση αιχμαλώτων Γερμανών στρατιωτών από τον ΕΛΑΣ.
Το τελευταίο ιδίως έτος της Κατοχής είχαν αυξηθεί δραματικά οι ακρότητες των κατακτητών, καθώς η κυριαρχία τους βρισκόταν υπό διαρκή αμφισβήτηση από την ελληνική αντίσταση και οι δυνάμεις τους δεν επαρκούσαν για να ελέγχουν τη χώρα. Η τύχη των Καλαβρύτων φαίνεται να προδιαγράφτηκε μετά την ήττα των Γερμανών από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στη Μάχη της Κερπινής (20 Οκτωβρίου 1943), κατά την οποία σκοτώθηκαν δεκάδες Γερμανοί στρατιώτες και αιχμαλωτίστηκαν 78.
Τότε τέθηκε σε εφαρμογή από το γερμανικό στρατηγείο η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» («Unternehmen Kalavryta»), με αντικειμενικό στόχο την περικύκλωση των ανταρτών στην ορεινή περιοχή των Καλαβρύτων και την εξόντωσή τους. Την εκτέλεση της αποστολής ανέλαβαν μονάδες της 117ης Μεραρχίας Κυνηγών, που έδρευε στην Πελοπόννησο και είχε επικεφαλής τον υποστράτηγο Καρλ φον Λε Ζουίρ (1898-1954).

Ο υποστράτηγος Καρλ φον Λε Ζουίρ Ο γερμανός στρατηγός με τις αριστοκρατικές ρίζες, έχοντας πληροφορηθεί την εκτέλεση των 78 γερμανών αιχμαλώτων από τους αντάρτες, διέταξε τους άνδρες του να μην διστάσουν να λάβουν τα πιο σκληρά αντίποινα εναντίον του άμαχου πληθυσμού της περιοχής. Ήταν, άλλωστε, πρακτική των αρχών κατοχής να εκτελούν για κάθε σκοτωμένο γερμανό στρατιωτικό πολλαπλάσιους έλληνες αμάχους.
Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» ξεκίνησε στις 4 Δεκεμβρίου, όταν οι γερμανικές δυνάμεις άρχισαν να συρρέουν στην ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων από την Πάτρα, το Αίγιο, τον Πύργο και την Τρίπολη. Στο διάβα τους έκαιγαν χωριά και μοναστήρια (Μέγα Σπήλαιο και Αγία Λαύρα) και σκότωναν άοπλους πολίτες και μοναχούς.
Στις 9 Δεκεμβρίου έφθασαν στα Καλάβρυτα, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό κλοιό γύρω από την πόλη. Καθησύχασαν τους κατοίκους, διαβεβαιώνοντας ότι στόχος τους ήταν αποκλειστικά η εξόντωση των ανταρτών και μάλιστα ζήτησαν από όσους την είχαν εγκαταλείψει να επιστρέψουν άφοβα πίσω στα Καλάβρυτα. Για να τους πείσουν ακόμη περισσότερο προχώρησαν στην πυρπόληση σπιτιών, που ανήκαν σε αντάρτες, και αναζήτησαν την τύχη των γερμανών τραυματιών της μάχης της Κερπινής.
Έξαφνα, όμως, το πρωί της Δευτέρας 13 Δεκεμβρίου συγκέντρωσαν όλο τον πληθυσμό στην κεντρική πλατεία και οδήγησαν τον άρρενα πληθυσμό άνω των 13 ετών σε μια επικλινή τοποθεσία, που ονομαζόταν «Ράχη του Καπή», ενώ τα γυναικόπαιδα τα κλείδωσαν στο σχολείο. Στη ράχη του Καπή εκτυλίχθηκε τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες η τραγωδία, που οδήγησε σχεδόν όλο τον άρρενα πληθυσμό των Καλαβρύτων στο θάνατο. Με ριπές πολυβόλων οι Γερμανοί εκτέλεσαν τους συγκεντρωμένους, γύρω στους 800 ανθρώπους. Μόνο 13 Καλαβρυτινοί διασώθηκαν και αυτοί επειδή είχαν καλυφθεί από τα πτώματα των συμπολιτών τους και οι Γερμανοί τους θεώρησαν νεκρούς. Το σήμα για την εκτέλεση έδωσε με φωτοβολίδα από το κέντρο των Καλαβρύτων ο ταγματάρχης Χανς Εμπερσμπέργκερ και επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος ήταν ο υπολοχαγός Βίλιμπαντ Ακαμπχούμπερ.
Το έγκλημα ολοκληρώθηκε με την πυρπόληση όλων σχεδόν των σπιτιών των Καλαβρύτων. Όσον αφορά την τύχη των γυναικόπαιδων, αυτά σώθηκαν χάρη στον ανθρωπισμό ενός Αυστριακού στρατιώτη, στον οποίο είχε ανατεθεί η φύλαξή τους. Αυτός άφησε ελεύθερη την είσοδο του σχολείου και διευκόλυνε την απομάκρυνσή τους. Όμως, το πλήρωσε με τη ζωή του, αφού καταδικάσθηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της «Επιχείρησης Καλάβρυτα», οι Γερμανοί σκότωσαν 1.101 άτομα, κατέστρεψαν και λεηλάτησαν πάνω από 1.000 σπίτια, κατάσχεσαν 2.000 αιγοπρόβατα και απέσπασαν 260.000.000 δραχμές.
Κανείς από τους υπευθύνους του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων δεν λογοδότησε στη Δικαιοσύνη. Ο στρατηγός Λε Ζουίρ πέθανε αιχμάλωτος των Σοβιετικών το 1954, ο Εμπερσμπέργκερ σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο και ο Ακαμπχούμπερ πέθανε στην Αυστρία το 1972, σε ηλικία 67 ετών. Μόνο ο κατοχικός στρατιωτικός διοικητής της Ελλάδας, στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι (1885-1965), καταδικάσθηκε το 1948 σε κάθειρξη 15 ετών από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης για όλα τα εγκλήματα πολέμου του Γ’ Ράιχ στην Ελλάδα, αλλά μετά από τρία χρόνια αφέθηκε ελεύθερος
Το Αρχείο της ΕΡΤ με αφορμή την ημέρα μνήμης για τη σφαγή στα Καλάβρυτα, που υπήρξε από τα μεγαλύτερα εγκλήματα πολέμου της ναζιστικής Γερμανίας κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ψηφιοποίησε και παρουσιάζει το αφιέρωμα του 1988:
ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΘΡΗΝΟΣ ΣΤΑ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ



Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2020

 Από την Απελευθέρωση στα Δεκεμβριανά.



Βασιλική Λάζου και Μιχάλης Λυμπεράτος σε διαδικτυακή εκδήλωση που διοργανώνει το Bloco Νομικής, Οικονομικού, Πολιτικού και ΜΜΕ του ΑΠΘ και θα προβληθεί ζωντανά μέσω facebook

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2020

 Δεκεμβριανά - Ο Δεκέμβρης ήταν η αρχή



*avgi.gr
Ο Δεκέμβρης τελείωσε με τη Συμφωνία της Βάρκιζας και την παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ
ΟΔεκέμβρης του 1944 είναι ένα τεράστιας σημασίας ιστορικό γεγονός, που σηματοδοτεί το πέρασμα από την Κατοχή στην εμφύλια σύγκρουση. Η απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Γερμανούς βρήκε το ΕΑΜ καταξιωμένο από τον αγώνα της Εθνικής Αντίστασης, με τεράστια απήχηση στον ελληνικό λαό. Ο φόβος της ανάδειξής του σε κυρίαρχη πολιτική δύναμη είναι μεγάλος. Προκειμένου να αποτραπεί μια τέτοια εξέλιξη, οι εκπρόσωποι του ΕΑΜ εξωθήθηκαν σε παραίτηση από την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας και στη συνέχεια, μετά τις προβοκατόρικες δολοφονικές επιθέσεις εναντίον των ΕΑΜικών διαδηλώσεων, οργανώθηκε η στρατιωτική επέμβαση των Άγγλων στην Αθήνα.
Ένα από τα πράγματα που ελάχιστα συζητούνται είναι ότι τα βρετανικά στρατεύματα χρησιμοποίησαν κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης αυτής μεθόδους τις οποίες ακόμα και οι Γερμανοί δίστασαν να χρησιμοποιήσουν. Η πιο βάναυση από αυτές ήταν ο μαζικός βομβαρδισμός των λαϊκών συνοικιών, με εξαιρετικά σοβαρές απώλειες σε αμάχους, προκειμένου οι στρατιωτικές δυνάμεις του ΕΛΑΣ να εξωθηθούν σε συνθηκολόγηση. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι στο πλευρό των Άγγλων και των Ελλήνων πραιτωριανών που ήρθαν από τη Μέση Ανατολή πολέμησαν και συνεργάτες των Γερμανών, τσολιάδες και ταγματασφαλίτες, αφού προηγουμένως ντύθηκαν με τις στολές του ελληνικού στρατού.
Ο Δεκέμβρης τελείωσε με τη Συμφωνία της Βάρκιζας και την παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ. Αμέσως μετά, οι νικητές της σύγκρουσης, αντί να αφήσουν χώρο στην αποκατάσταση της δημοκρατίας και την ανεμπόδιστη έκφραση της λαϊκής θέλησης, ξεκινούν μια άνευ προηγουμένου τρομοκρατία με στόχο τη διάλυση της ΕΑΜικής βάσης, ειδικά στην ύπαιθρο. Χιλιάδες αγωνιστές δολοφονούνται, ενώ άλλοι τόσοι κλείνονται μαζικά στις φυλακές ή οδηγούνται στα εκτελεστικά αποσπάσματα.
Οι αφόρητες συνθήκες τρομοκρατίας εξωθούν τελικά το ΚΚΕ στην κήρυξη του Εμφυλίου, που θα διαρκέσει δύο χρόνια. Θεσμικά όμως ο Εμφύλιος θα κρατήσει πολύ περισσότερο. Σε όλη τη δεκαετία του ’50 θα λειτουργούν στην Ελλάδα στρατοδικεία, φυλακές με 2.000 πολιτικούς κρατούμενους και ένα στρατόπεδο εξόριστων. Οι τελευταίοι πολιτικοί κρατούμενοι θα απελευθερωθούν το 1966 για να συλληφθούν ξανά αμέσως μετά τη δικτατορία. Το τέλος του Εμφυλίου έρχεται τελικά το 1974, με την κατάργηση του Αναγκαστικού Νόμου 509/47 και το 1984 με την επίσημη αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης από το ελληνικό κράτος.
Η σύγκρουση του Δεκέμβρη ήταν η αρχή για όλα αυτά. Η Αριστερά δεν έπαψε ποτέ να στοχάζεται πάνω στα δραματικά εκείνα ιστορικά γεγονότα και να προβληματίζεται για το αν η εκδήλωσή τους και οι μετέπειτα εξελίξεις ήταν πράγματα που μπορούσαν να αποτραπούν. Τιμώντας την επέτειο του Δεκέμβρη, η ΑΥΓΗ φιλοξενεί σήμερα τα κείμενα δύο καταξιωμένων ιστορικών, του Πολυμέρη Βόγλη και της Βασιλικής Λάζου.



Αν ήταν τόσο εύκολο...
Της Βασιλικής Λάζου
Εβδομήντα έξι χρόνια από την κορύφωση της δεκεμβριανής σύγκρουσης επανέρχεται με τρόπο επίμονο -αλλά καθόλου τεκμηριωμένο- η πεποίθηση ότι ένας από τους κύριους λόγους που χάθηκε η μάχη της Αθήνας ήταν επειδή ο ΕΛΑΣ δεν έριξε στην πρωτεύουσα όλες τις δυνάμεις του, αλλά μόνο με το 1/5 της παρατακτής του δύναμης. Η όψιμα βολονταριστική αυτή άποψη δεν παραγνωρίζει μόνο τους διεθνείς πολιτικούς συσχετισμούς και την ιστορική συγκυρία -βρισκόμαστε πέντε μήνες πριν την άνευ όρων συνθηκολόγηση της ναζιστικής Γερμανίας- αλλά και την εγχώρια στρατιωτική διάσταση, καθώς και το πολιτικό ζητούμενο από την πλευρά του ΕΑΜ. Μπορεί ο ετερογενής κόσμος του ΕΑΜ να αρνιόταν να υποταχτεί στα κελεύσματα του Παπανδρέου και του Σκόμπι για αφοπλισμό των στρατιωτικών μονάδων -τελευταία εγγύηση ενάντια στην αμνήστευση των δωσίλογων και την παλινόρθωση του Γεωργίου Β΄-, η πραγματικότητα όμως πόρρω απείχε από τις θελήσεις και διαθέσεις του.
Η μάχη της Αθήνας έγινε μέσα στην πόλη «από τετράγωνο σε τετράγωνο, από δωμάτιο σε δωμάτιο... και ο μαχητής του βουνού, ο αντάρτης, προτιμούσε τη μάχη της υπαίθρου» γράφει στην έκθεσή του για τα Δεκεμβριανά ο Γιώργης Σιάντος, αποδίδοντας (απολογητικά ίσως) στο μειονέκτημα αυτό του ΕΛΑΣ την ήττα. Πράγματι, ο ΕΛΑΣ, παρά τις διαρκείς αψιμαχίες με χίτες και ταγματασφαλίτες μέσα στην κατοχική Αθήνα και τις τακτικές συγκρούσεις με τους κατακτητές στην ύπαιθρο, την άνοιξη και το καλοκαίρι 1944 δεν είχε ποτέ αντιμετωπίσει παρόμοιες στρατηγικές και τακτικές συνθήκες σαν αυτές που κλήθηκε να αντιμετωπίσει στην Αθήνα, μια πυκνοκατοικημένη πόλη 1,5 εκατομμυρίων κατοίκων. Τον Δεκέμβριο 1944 οι δυνάμεις του κλήθηκαν να νικήσουν μια βρετανική μεραρχία (οκτώ βρετανικά τάγματα, τέσσερα ελληνικά, μία μοίρα βαρέων αρμάτων, αεροπορία...) με ευρείες εφεδρείες από θαλάσσης, υλικό ανεφοδιασμό, αλλά και καλά επεξεργασμένα στρατιωτικά σχέδια για την καταστολή μιας ενδεχόμενης «ανταρσίας», ήδη από το καλοκαίρι του 1944, καθώς και ένα πλήθος συνεργαζόμενων ετερόκλητων ένοπλων σχηματισμών.
Την ίδια στιγμή ο ΕΛΑΣ αδυνατούσε να μεταφέρει έγκαιρα στην πρωτεύουσα μεγάλες μονάδες όχι μόνο λόγω προσυμφωνημένων περιορισμών και δυσκολιών στη μετακίνηση (ελλείψεις σε βενζίνη, καιρικές συνθήκες, απειλή βρετανικών βομβαρδισμών), αλλά και εξαιτίας προβλημάτων εφοδιασμού και επιμελητείας. Η επιμελητεία του αντάρτη δεν μπορούσε να λειτουργήσει ξεκομμένη από τον κοινωνικό χώρο ο οποίος στήριζε το ΕΑΜ. Επίσης, οι επιτάξεις των αποθηκών του Ερυθρού Σταυρού δεν μπορούσαν να ξεκινήσουν πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών. Από την άλλη, οι Βρετανοί, χάρη στα πλούσια μέσα που διέθεταν, ήταν σε θέση να μεταφέρουν στην Αθήνα δυνάμεις από την υπόλοιπη χώρα και την Ιταλία, αλλά και να μεταμορφώσουν τους έγκλειστους ταγματασφαλίτες σε νομοταγείς εθνοφύλακες.
Παρά τις αντιξοότητες, η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ προώθησε στην Αθήνα σημαντικές δυνάμεις του μόνιμου ΕΛΑΣ (το 7ο και το 34ο Σύνταγμα της ΙΙης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ - Αττικοβοιωτίας από την Εύβοια και τη Βοιωτία αντίστοιχα, τμήματα της ΧΙΙΙης Μεραρχίας Ρούμελης, την ΥΙΙΙη Ταξιαρχία και δύο ανεξάρτητα συντάγματα Πελοποννήσου, την Ταξιαρχία Ιππικού και το 54ο Σύνταγμα Βόλου, εφεδρικό ΕΛΑΣ), ένα σύνολο 9.000-10.000 μαχητών που παρατάχθηκαν όχι μόνο εντός του αστικού ιστού, αλλά και στα παράλια της Αττικής. Όμως το πραγματικό αδιέξοδο βρισκόταν στον οπλισμό και στα εφόδια. Εκεί το ισοζύγιο έγερνε δραματικά εις βάρος του ΕΛΑΣ.
Μετά τη στρατιωτική ήττα του στην Αθήνα, ο ΕΛΑΣ δεν αξιοποίησε το γεγονός ότι οι Βρετανοί δεν μπορούσαν χωρίς σημαντικό κόστος να συνεχίσουν τη σύγκρουση εκτός Αθηνών, ώστε να πετύχει μια λιγότερο επαχθή συμφωνία από τη Βάρκιζα. Η αδυναμία αυτή δεν αποτελεί ένδειξη προδοσίας της ηγεσίας, αλλά μια απόδειξη της πολιτικής του, η οποία με συνέπεια ήταν προσανατολισμένη προς την ομαλή δημοκρατική εξέλιξη. Όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, αυτή ήταν μια πορεία που οι ποικιλώνυμοι αντίπαλοί του ουδόλως επιθυμούσαν.
* Η Βασιλική Λάζου είναι ιστορικός. Διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ
Αναζητώντας νέους τρόπους αφήγησης για τα Δεκεμβριανά
Του Πολυμέρη Βόγλη
Για δεκαετίες τα Δεκεμβριανά τροφοδότησαν τις αφηγήσεις της Δεξιάς και της Αριστεράς και διαμόρφωσαν τους τρόπους με τους οποίους η δεκαετία του 1940 εγγράφηκε στη διαιρεμένη μνήμη της ελληνικής κοινωνίας. Οι αφηγήσεις αυτές ήταν ριζικά διαφορετικές, κάτι που είναι λογικό μετά από ένα τόσο διαιρετικό γεγονός. Ωστόσο, οι αφηγήσεις δεν ήταν απλά αντίπαλες, είχαν διαφορετικά χαρακτηριστικά και συνέπειες.
Η Δεξιά ενσωμάτωσε τα Δεκεμβριανά σε μια αντικομμουνιστική - εθνικιστική αφήγηση νίκης κατά των κομμουνιστών. Σ’ αυτήν την αφήγηση οι κομμουνιστές ταυτίστηκαν με την εθνική προδοσία και την εγκληματική βία. Η θριαμβολογία της επικράτησης κατά του κομμουνισμού και της σωτηρίας της πατρίδας συνοδεύτηκε από μια οξύτατη ρητορική μίσους κατά των αντιπάλων οι οποίοι χαρακτηρίζονταν «σφαγείς», «εαμοβούλγαροι», «μιάσματα» κ.ά. Επιπλέον, η αφήγηση αυτή επενδύθηκε με την κρατική εξουσία, με αποτέλεσμα την εφαρμογή για δεκαετίες πολιτικών διακρίσεων και απαγορεύσεων.
Στον αντίποδα κινήθηκε η αφήγηση της Αριστεράς. Η έκβαση της μάχης της Αθήνας δημιούργησε εξαρχής ένα πλαίσιο της αφήγησης το οποίο επικαθορίστηκε από την ήττα. Ήταν μια αφήγηση εσωστρεφής, η οποία δεν απευθυνόταν στον αντίπαλο, αλλά στον κόσμο της ΕΑΜικής Αντίστασης και της Αριστεράς που ήταν αντιμέτωπος με τις συνέπειες της ήττας. Η συζήτηση ήταν για «τη νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε», τα λάθη που έγιναν, τις ευθύνες της ηγεσίας. Η απογοήτευση και η αμηχανία, που γεννούσε η ανάμνηση της ήττας, εντείνονταν από την εργαλειοποίηση της βίας των Δεκεμβριανών από τη Δεξιά και την «πτωματολογία».
Τέλος, μια άλλη διαφορά των δύο αφηγήσεων ήταν ότι, ενώ η αφήγηση της ήττας οδήγησε στον αναστοχασμό και στην κριτική προσέγγιση του παρελθόντος, δεν συνέβη το ίδιο με την αφήγηση της νίκης. Ο αυτοδικαιωτικός λόγος της Δεξιάς δεν άφησε περιθώρια για μια νέα προσέγγιση του παρελθόντος, γι’ αυτό και μέχρι σήμερα επιβιώνει η αφήγηση που έχει στο επίκεντρό της τη βία της Αριστεράς στα Δεκεμβριανά.
Νικητές - ηττημένοι, θριαμβολογία - σιωπή, μνήμη - λήθη: ανάμεσα σ’ αυτά τα δίπολα κινήθηκαν για δεκαετίες οι αφηγήσεις για τα Δεκεμβριανά, όπως και για πολλά άλλα γεγονότα ή εξελίξεις της δεκαετίας του 1940. Οι αφηγήσεις αυτές έχουν κλείσει τον ιστορικό κύκλο τους. Χρειάζεται να αναζητήσουμε νέους τρόπους αφήγησης για το παρελθόν που θα το ανατέμνουν χωρίς να το αναπαράγουν, που θα το ανασυνθέτουν χωρίς να το προσαρμόζουν σε ιδεολογικές επιταγές, που θα κατανοούν χωρίς να δικαιολογούν και που δεν θα χρησιμοποιούν το διαιρετικό παρελθόν για να δημιουργήσουν διαιρέσεις στο παρόν.
* Ο Πολυμέρης Βόγλης, διδάσκει Σύγχρονη Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2020

 Μάνα η Χρύσω καίγεται!

7 Δεκέμβρη 1942. Η άγνωστη νικηφόρα μάχη στη Χρύσω Ευρυτανίας και τα βάρβαρα φασιστικά αντίποινα στο χωριό

Η Χρύσω και οι Ευρυτανικές Θερμοπύλες!
Μετά το σάλπισμα του απελευθερωτικού αγώνα με την εμφάνιση του Άρη και των συντρόφων του στη Δομνίστα Ευρυτανίας στις 7 Ιουνίου 1942 , το αντάρτικο φουντώνει και δυναμώνει στα κακοτράχαλα μα πάντα αδούλωτα βουνά της Ευρυτανίας. Η νικηφόρα μάχη του Κρίκελλου ανήμερα της 28ης Οχτώβρη 1942 αποτελεί κομβικό γεγονός στην εξέλιξη του αγώνα, όπως και η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου στις 25 του Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς.
Οι Ιταλοί φασίστες κρατάνε το Καρπενήσι με την υποδιοίκηση της Άλμπα Τζούλια. Έχουν αποκλείσει με συρματοπλέγματα την πόλη, τρομοκρατούν, βασανίζουν και δολοφονούν όσους αντιστέκονται, ενώ παράλληλα εφορμούν προς τα χωριά για ανεύρεση όπλων συνάμα βέβαια με την προσφιλή τους τακτική, το πλιάτσικο στα φτωχά και χειμαζόμενα από την πείνα αγροτόσπιτα. Μαζί τους διάφοροι μαυραγορίτες και ιταλοντυμένοι δωσίλογοι αλήτες όπως ο γνωστός Κοροκίδας, ο Στέλλας, ο Πατακιάς, ο Κιούσης, ο Τουρκοχρήστος και άλλα κατακάθια.
Ταυτόχρονα όμως στα χωριά περιοδεύουν και οι Αντάρτες του ΕΛΑΣ καλώντας το λαό να ξεσηκωθεί και να σπάσει έμπρακτα την τρομοκρατία και τα δεσμά της φασιστικής σκλαβιάς.
Η Χρύσω, ένα πανέμορφο ευρυτανικό χωριό σκαρφαλωμένο στα 750 μέτρα, βρίσκεται φωλιασμένη ανάμεσα στα βουνά Καυκί και Κόψη-Προσηλιάκου. Από το Καρπενήσι απέχει 50 χλμ. Φαντάζει σαν ένα απόρθητο φυσικό οχυρό με τα στενά της Σούιλας, με τους πελώριους κατακόρυφους βράχους που ορθώνονται επιβλητικοί σαν πέτρινοι τιτάνες. Τοξωτά γιοφύρια του 15ου αιώνα σμίγουν τις όχθες του Χρυσιώτη ποταμού, παλιές εκλησίες, νερόμυλοι και οι περίφημες 7 παμπάλαιες πετρόχτιστες βρύσες με τα οξύρυγχα τόξα που παραπέμπουν σε… αραβική τεχνοτροπία, συνθέτουν μια εικόνα απαράμιλλης ομορφιάς. Μαζί και οι υπέροχοι φιλόξενοι άνθρωποι με τη μεγάλη λαϊκή καρδιά που σε κάνουν αμέσως να αισθάνεσαι μέλος της ωραίας παρέας τους όταν τους επισκεφθείς!
Η Χρύσω προπολεμικά,
Η Χρύσω είναι ένα ιστορικό χωριό που οι ρίζες του χάνονται στα βάθη των αιώνων. Το χωριό κάηκε στη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα κατά τη διάρκεια συγκρούσεων μεταξύ του Λεπενιώτη (αδερφού του Κατσαντώνη) και του τουρκοπροσκυνημένου κοτζαμπάση Θέου ο οποίος είχε εκεί τον πύργο του. Για χρόνια στη Χρύσω κείτονταν και τα ερείπια από τον τάφο του πολύ Βεληγκέκα, πρωτοπαλίκαρου του Αλή Πασά, που είχαν εξοντώσει σε μάχη οι Κατσαντωναίοι. Στην εξέγερση του ’21 πολλοί Χρυσιώτες έλαβαν μέρος και τιμήθηκαν αργότερα και με αριστεία ανδρείας.
Από τη Χρύσω κατάγονταν ο επιστήθιος φίλος του Άρη Βελουχιώτη, ο δάσκαλος Βασίλης Πριόβολος (“καπετάν-Ερμής”) ηγετικό στέλεχος του Αρχηγείου Ευρυτανίας του ΕΛΑΣ. Από τη Χρύσω ήταν και ο ξακουστός “Λευτέρης Χρυσιώτης” (Σπύρος Τσιλιγιάννης), καθώς επίσης και ο “Ανδρούτσος (Παναγιώτης Καρανίκας), ο “Καραϊσκάκης” (Κώστας Καρανίκας), ο “Έλατος” (Λάμπρος Μπετχαβάς), ο “Μαυρομιχάλης” (Δημήτρης Μαρούλης), ο “Νέστορας” (Κώστας Μαντής), ο “Θησέας” (Τάκης Σαρρής) αλλά και πλήθος άλλων αγωνιστών. Στο δεύτερο αντάρτικο πολλοί Χρυσιώτες πολέμησαν στο πλευρό του ΔΣΕ.
Στις αρχές του Δεκέμβρη του 1942, ελάχιστες μέρες μετά το Γοργοπόταμο, οι Ιταλοί φασίστες ταπεινωμένοι από τις ήττες τους αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν εκτεταμένες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο γεωγραφικό χώρο της ανταρτομάνας Ευρυτανίας με αιχμή τ’ Άγραφα και στόχο να εξοντώσουν τα διαρκώς αναπτυσσόμενα αντάρτικα τμήματα του ΕΛΑΣ. Γι’ αυτό το λόγο συγκροτούνται δύο τεράστιες φάλαγγες δυναμικότητας χιλιάδων ανδρών (περίπου 3000 συνολικά) που ξεκινούν ταυτόχρονα από Καρπενήσι και Αγρίνιο.
Στις 4 Δεκέμβρη 1942 η ιταλική φάλαγγα από το Καρπενήσι στρατοπεδεύει στα λιβάδια της Βίνιανης. Η έτερη φάλαγγα εξ’ Αγρινίου φτάνει στο Κεράσοβο.
Ταυτόχρονα, όμως, δύναμη 100 περίπου ατρόμητων ανταρτών με μπροστάρη τον “Ερμή” του Αρχηγείου Ευρυτανίας προωθούνται πάνω από την παλιά Βίνιανη…
Στις 5 Δεκέμβρη, οι εκατό ψυχωμένοι αντάρτες ξεκινούν να πιάσουν τα στενά της Σούιλας στη Χρύσω για να ανακόψουν την εχθρική επέλαση της φάλαγγας από το Καρπενήσι. Από κακή όμως πληροφόρηση δεν έχουν γνώση για τις κινήσεις της δεύτερης ιταλικής φάλαγγας, αυτής από το Κεράσοβο, που ήδη προ-πορεύεται προς το ίδιο σημείο! Οι Ιταλοί σέρνουν μαζί τους και 4 χωρικούς ως ομήρους (Μιχάλη Τριανταφυλλόπουλο, Βασίλη Γκαρίλα, Σπύρο Μεριγκούνη και έναν αγροφύλακα τον Ανδρέα Δερμάνη τον οποίο πήραν δια της βίας για να τον χρησιμοποιήσουν ως οδηγό). Οι αντάρτες τούς αντιλαμβάνονται και κινούνται παραποτάμια στον Γαβρενίτη. Συμβαίνει όμως το εξής: Επειδή είναι χειμώνας και οι φυλλωσιές από τα πλατάνια έχουν πέσει οι αντάρτες δεν καλύπτονται επαρκώς… Έτσι γίνονται αντιληπτοί και βάλλονται με όλμους και συνεχή πυρά, ενώ ταυτόχρονα οι Ιταλοί κατηφορίζουν προς το σημείο. Η αντάρτικη δύναμη κόβεται στη μέση. Εξ’ αυτών, 70-80 πραγματοποιούν ελιγμό και κινούμενοι μέσω του ποταμού φτάνουν εξουθενωμένοι στον Άγιο Δημήτριο. Δεν υπάρχουν νεκροί ΕΛΑΣίτες, αλλά δυστυχώς συλλαμβάνονται 5 αντάρτες οι οποίοι κρατούνται ως όμηροι μαζί με τους χωρικούς που προαναφέραμε.
ΟΜΩΣ, 28 ατρόμητα παλικάρια με αρχηγό τον Ερμή κατορθώνουν να αποφύγουν τον ιταλικό κλοιό και να περάσουν… πιάνοντας πρώτοι τα στενά της Σούιλας!!! Ανάμεσά τους βρίσκονται και κάποιοι Χρυσιώτες. Οι λίγοι γενναίοι επαναστάτες μαχητές είναι αποφασισμένοι να μην επιτρέψουν στο ιταλικό φασιστολόι να διαβεί τις Ευρυτανικές Θερμοπύλες! Οι Ιταλοί δεν φαντάζονται ότι μια χούφτα άνθρωποι θα αποτολμούσαν ένα τέτοιο εγχείρημα.
Ανυποψίαστοι μπαίνουν στην επικίνδυνη στενωπό. Μόλις η εμπροσθοφυλακή τους φτάνει στην “Κόκκινη Στράτα” ο Ερμής δίνει το σύνθημα. Οι ταμπουρωμένοι στα βράχια αντάρτες βάζουν εναντίον τους. Η προσοχή τους εστιάζεται στο να μην χυπηθεί κανείς από τους ομήρους που οι ιταλοί κοκορόφτεροι φασίστες χρησιμοποιούν ως ανθρώπινες ασπίδες. Τα αντάρτικα βόλια βρίσκουν επιτυχώς το στόχο τους. Οι πρώτοι Ιταλοί εισβολείς σωριάζονται χτυπημένοι θανάσιμα. Ακολουθούν νέα καταιγιστικά πυρά. Αρχικά οι Ιταλοί προσπαθούν να ανταποδώσουν χωρίς όμως να καταφέρουν να πλήξουν τους επιτιθέμενους που αποδεικνύουν ότι κατέχουν άριστα την τεχνική του αντάρτικου αιφνιδιασμού! Τότε είναι που επικρατεί ασύλληπτος πανικός σε όλη την ιταλική φάλαγγα. Τρομοκρατημένοι γυρνάνε προς τα πίσω. Πολλοί ποδοπατιούνται αναμεταξύ τους, άλλοι πηδάνε στο γκρεμό. Οι αντάρτες συνεχίζουν να τους μακελεύουν, μέχρις ότου τελειώνουν τα πυρομαχικά που διαθέτουν!
Ο εχθρός οπισθοχωρεί άτακτα. Η Χρύσω δεν πατιέται με μάχη!
6 νεκροί και πάνω από 20 τραυματίες Ιταλοί είναι οι εχθρικές απώλειες, σύμφωνα με τις πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις. Ανάμεσα στους νεκρούς και ένας αξιωματικός. Άλλες πληροφορίες (από την εφημερίδα “Μαχόμενη Ευρυτανία” αλλά και από χιλιοτραγουδισμένα αντάρτικα τραγούδια) ανεβάζουν τον αριθμό τους σε 40 ή και 50 και τους τραυματίες σε 100. Το βέβαιο είναι ότι οι Ιταλοί προσπάθησαν να αποσιωπήσουν το πραγματικό μέγεθος της ήττας τους για να αποφύγουν τον απόλυτο εξευτελισμό.
Οι αντάρτες δεν έχουν καμιά απώλεια. Μάλιστα μέσα στην αναμπουμπούλα κατόρθωσαν να διαφύγουν και δύο από τους 9 ομήρους, ο Δερμάρης και ο Μεριγκούνης. Μετά τον επιτυχή αιφνιδιασμό και την οπισθοχώρηση των Ιταλών, οι 28 ατρόμητοι αντάρτες αποχωρούν με κατεύθυνση τον Αγιο Δημήτριο όπου θα συναντηθούν με τους υπόλοιπους συμμαχητές τους τους και κατόπιν εντολής θα προωθηθούν προς το Καροπλέσι Αγράφων για άλλες πολεμικές επιχειρήσεις.
“Μεσ’ στην Ευρυτανία και μες στο Σουιλά
οι αντάρτες πολεμάνε μ’ ιταλικά σκυλιά.
Με δυο με τρεις χιλιάδες, αντάρτες εκατό
ρεις μέρες πολεμάνε χτυπάνε τον οχτρό.
Σκοτώσανε πενήντα, σκορπίσαν στα βουνά
και μπήκαν οι φασίστες και βάλανε φωτιά.
Μας κάψαν το χωριό μας τ’ ανήμερα θεριά,
μας κάψαν το σχολιό μας που σπούδαζαν παιδιά.
Μας κάψαν το χωριό μας το Χρύσω το χρυσό
που είναι δοξασμένο στον κόσμο ξακουστό”
(Αντάρτικο τραγούδι για τη μάχη της Χρύσως)
Αντίποινα…
Οι Ιταλοί τρομοκρατημένοι θα κατευθυνθούν προς την τοποθεσία Νημάτια όπου και θα στρατοπεδεύσουν για δυο μερόνυχτα αναμένοντας και την άλλη φάλαγγα από το Καρπενήσι. “Μάτι δεν έκλεισαν” σύμφωνα με τις μαρτυρίες των αγωγιατών που είχαν μαζί τους!
Την επομένη 6 Δεκέμβρη 1942, οι θρασύδειλοι φασίστες ξεσπούν την εκδικητική τους μανία επάνω στους ανυπεράσπιστους ομήρους, αντάρτες και χωρικούς. Τους βασανίζουν απάνθρωπα και στη συνέχεια αφού τους βάζουν να σκάψουν μόνοι τους τον τάφο τους, τούς εκτελούν εν ψυχρώ, στη θέση Λογγά Σαρρή.
Οι 7 δολοφονημένοι ήρωες ήταν: Οι δύο όμηροι από το Κεράσοβο, ο Μιχάλης Τριανταφυλλόπουλος και ο Βασίλης Γκαρίλας, καθώς και οι 5 συλληφθέντες αντάρτες, Γιώργος Γκούβας, Δημήτρης Χειλάς, Γιώργος Χόντος, Δημήτρης Κακαβάς, και ένας άγνωστος Θεσσαλός μαχητής.
Σειρά πλέον έχει το χωριό…
Μόλις οι δειλοί Ιταλοί φασίστες νοιώθουν ότι βρίσκονται και πάλι σε θέση ισχύος ξεκινούν να ρίχνουν όλμους στο χωριό ενώ ταυτόχρονα συγκροτούν επίλεκτα τάγματα εφόδου.
Όμως οι κάτοικοι της Χρύσως, με πρωτοβουλία της ΕΑΜικής οργάνωσης και άλλων χωριανών, είχαν ήδη τοποθετήσει καραούλια-σκοπιές γύρω από το χωριό. Μόλις αντιλαμβάνονται τις εγκληματικές προθέσεις του εχθρού δίνουν “το σήμα” στον κόσμο να αποχωρήσει. Οι Χρυσιώτες καταφεύγουν στα γύρω βουνά, σε σπηλιές και άλλα απρόσιτα σημεία μέσα στα πυκνά ελατοδάση. Το κρύο του Δεκέμβρη θερίζει, αλλά δεν υπάρχει άλλη επιλογή, προκειμένου να αποφευχθεί βαρύτερο τίμημα-αίματος. Τελευταία στιγμή κρύβουν σε αυτοσχέδιες κρυψώνες ό,τι μπορούν από το φτωχικό βιός τους.
Στις 7 Δεκέμβρη ένας επιλεγμένος ιταλικός λόχος εισβάλλει αρχικά στο έρημο χωριό. Καίνε 18 σπίτια, 2 εκκλησίες με σπάνιες τοιχογραφίες του 1612, και το σχολείο. Κατόπιν ξαναγυρνάνε στα Νημάτια και από κει όλοι μαζί πλέον -πάνω από 3000 καθάρματα- διαβαίνουν μέσα από τη Χρύσω με κατεύθυνση τα Άγραφα. Στο πέρασμά τους δεν αφήνουν τίποτε όρθιο. Μπουκάρουν αφηνιασμένοι στα σπίτια, λεηλατούν τα λίγα υπάρχοντα των φτωχών χωρικών, σφάζουν και τρώνε τα ζώα και στο τέλος βάζουν φωτιά από άκρη σε άκρη σε όλο το χωριό. Από 90 σπίτια που έγιναν με το αίμα και τον ιδρώτα των Χρυσιωτών απομένουν όρθια μονάχα 5. Κι΄ αυτά επειδή κάποιοι Χρυσιώτες που έβλεπαν από απέναντι την καταστροφή, τούς έπληξαν με λίγα λιανοντούφεκα οπότε οι χιλιάδες… “γενναίοι του Μουσολίνι” κιότεψαν.
Από εκεί οι Ιταλοί με συνοδεία πολεμικών τους αεροπλάνων, περνάνε από το Μάραθο, το χωριό του Κατσαντώνη, όπου καίνε κάμποσα σπίτια, εκτελούν το Σπύρο Καλύβα και στις 10 Δεκέμβρη μπαίνουν στο πανέμορφο ιστορικό χωριό των Αγράφων το οποίο πυρπολούν ισοπεδώνοντάς το.
Στις 11 Δεκέμβρη ξαναγυρνούν στη Χρύσω, στρατοπεδεύουν όλη τη μέρα στο μακελεμένο χωριό και μαζί με μελανοχίτωνες που ήρθαν για επιπλέον ενισχύσεις απ’ το Καρπενήσι, ολοκληρώνουν την καταστροφή και τις λεηλασίες σε ότι είχε απομείνει. Στις 12 του μηνός αποχωρούν αφήνοντας ξοπίσω τους ερείπια και όλεθρο.
Οι Χρυσιώτες επιστρέφουν στο χωριό τους… Η εικόνα που αντικρύζουν παραπέμπει σε βιβλική καταστροφή. Παντού ερείπια που καπνίζουν, χαλάσματα, διαλυμένα νοικοκυριά, ακαθαρσίες στα σοκάκια, δέρματα σφαγμένων ζώων κρεμασμένα στους φράχτες, μέχρι και τις κατσαρόλες είχαν αχρηστέψει τρυπώντας τες με τις ξιφολόγχες. Δεν έμεινε “πέτρα στην πέτρα”. Και βέβαια ούτε ένα κατάλυμα για να μείνουν οι άστεγοι, ούτε ένα σπυρί καλαμπόκι για να τραφούν οι πληγέντες, οι οικογένειες και τα παιδιά…
Οι περήφανοι κι αδούλωτοι κάτοικοι της Χρύσως δεν το βάζουν κάτω. Με “ψυχή βαθιά”, με τη μεταξύ τους αλληλεγγύη και με την καθοριστική συμβολή των ΕΑΜικών οργανώσεων και της ΕΠΟΝ της Ευρυτανίας, απ’ όπου αποστέλλεται βοήθεια σε τρόφιμα, σκεύη, συνεργεία και υλικά ανακατασκευής, το ηρωικό χωριό, παρά τις βαριές πληγές του, ξαναστέκει στα πόδια του. Οι Χρυσιώτες λένε: “κάποτε τα σπίτια θα τα ξαναφτιάξουμε, σκλάβοι στους Νέρωνες να μην μείνουμε”!
Ουσιαστικά η ανοικοδόμηση του χωριού ξεκίνησε τη δεκαετία του ’50…
Το πείσμα και η θέληση για αντίσταση φουντώνει στη φτωχολογιά της ευρυτανικής αγροτιάς, ενώ όλο και περισσότερα παλικάρια εντάσσονται στα ένοπλα τμήματα του ΕΛΑΣ. Λίγες μέρες μετά την καταστροφή της Χρύσως ο Άρης και οι αντάρτες του παίρνουν εκδίκηση πετσοκόβοντας τους Ιταλούς στην περίφημη μάχη του Μικρού Χωριού στις 18 Δεκεμβρίου 1942. Από τις 28 Απρίλη 1943, οι Ιταλοί αποχωρούν και η ανταρτομάνα Ευρυτανία αναπνέει πλέον ελεύθερη!
Και η Χρύσω, αυτό το μέχρι τότες άσημο χωριουδάκι των ευρυτανικών βουνών, περνάει στο πάνθεον της χρυσής αντιστασιακής ιστορίας αυτής της χώρας…
“Των Χρυσιωτών τα ήσυχα σπιτάκια παν’ και εκείνα
τα έκαψε, τα γκρέμισε του Ιταλού η αξίνα
κι απ’ το χωριό το ολόμορφο ως μεσ’ το Καρπενήσι,
ο τύραννος χαλάσματα περνώντας έχει αφήσει.
Χρύσω μ’ αθάνατο χωριό, βάσταξε την ψυχή σου.
Να ζήσουν όλα σ’ τα παιδιά, Λευτέρης και Ερμής σου.
Οι αντάρτες μας τον πόνο σου τον έκαναν παντιέρα
και με αυτή τους βάρβαρους θα διώξουνε μια μέρα”
(Ανώνυμου)
katiousa.gr -Ευρυτάνας Ιχνηλάτης

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2020

 Το ματωμένο συλλαλητήριο της 3ης Δεκέμβρη


«Είδα τον κόσμο να έρχεται σε παράταξη με τις σημαίες του – ελληνική αμερικάνικη, βρετανική και ρωσική- μπροστά. Ήταν μία γιγάντια φάλαγγα, αλλά οι διαδηλωτές προχωρούσαν με τάξη τραγουδώντας αντάρτικα τραγούδια και φωνάζοντας συνθήματα. Έρχονταν δυτικά από την οδό Πανεπιστημίου και προσπαθούσαν να μπουν στην Πλατεία Συντάγματος στρίβοντας αριστερά στην οδό Όθωνος. Η αστυνομία τους σταμάτησε. Η πελώρια φάλαγγα άρχισε πάλι να κινείται για να μπει στην πλατεία, κατεβαίνοντας τα σκαλιά που οδηγούν από το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη.
Η αστυνομία και πάλι τους σταμάτησε κι η φάλαγγα άρχισε πάλι να κινείται. Ήμασταν στον εξώστη του πρώτου πατώματος του ξενοδοχείου της Μεγάλης Βρετανίας. Η αστυνομία είχε κινητοποιηθεί ολόκληρη επιδείχνοντας τα καινούργια βρετανικά τουφέκια και τόμυγκαν για πρώτη φορά. Υπήρχαν επίσης ολόγυρα βρετανικά τανκς και θωρακισμένα αυτοκίνητα (…)
Ξαφνικά ένα παράγγελμα «τραβηχτείτε πίσω» δόθηκε με μια στριγκιά στρατιωτική φωνή και όλοι οι αξιωματικοί υποχώρησαν κάπου είκοσι μέτρα, γονάτισαν και άρχισαν να πυροβολούν. Τα πυρά ήταν πυκνά. Διακόσιοι αστυνομικοί έβαλλαν ταυτόχρονα, οι περισσότεροι με αυτόματα(…)
Όταν άρχισαν οι πυροβολισμοί το πλήθος έμεινε ακίνητο για μια στιγμή σαν ζαλισμένο από το χτύπημα, ύστερα έπεσε μπρούμυτα χάμω. Σε ορισμένα σημεία το πλήθος ήταν πυκνό, οι άνθρωποι έπεφταν σωρός ο ένας πάνω στον άλλο. Καθώς όμως συνεχίστηκαν και αντιλαμβανόμενοι πως ανάμεσά τους υπήρχαν λαβωμένοι, οι διαδηλωτές άρχισαν να σκορπάνε. Η πλατεία όμως ήταν πολύ ανοιχτή και ήταν δύσκολο να βρούνε κάλυμμα(…)
Όταν η Πανεπιστημίου άδειασε μπορέσαμε να δούμε μόνο τους νεκρούς και τους πληγωμένους . Πτώματα ήταν σκόρπια παντού και σε άλλα σημεία λίμνες από αίμα που άφησαν μερικοί λαβωμένοι τους οποίους φίλοι μετέφεραν αλλού. Οι διαδηλωτές ξαναγύριζαν τρέχοντας σαν τρελοί μέσα στην αναμπουμπούλα αλλά και αυτούς οι αστυνομικοί τους πυροβολούσαν (…)
(Κώστας Κουβαράς, O.S.S. με την κεντρική του ΕΑΜ: Αμερικανική μυστική αποστολή Περικλής στην κατεχόμενη Ελλάδα, Αθήνα : Εξάντας, 1976)
Ποιος πυροβόλησε το πλήθος;
«Αφού συναντήθην με τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου και επ’ τη βάσει υπευθύνων διαταγών τας οποίας είχα, διέταξα τη βιαίαν διάλυσιν των διαδηλωτών».
(Συνέντευξη Άγγελου Έβερτ στην εφημερίδα Ακρόπολις, 12 Δεκεμβρίου 1958)
Η εκκαθάριση του Θησείου από τους Χίτες
4 Δεκεμβρίου 1944, 6 το πρωί «Οι σάλπιγγες των λόχων μας ρίχνουν το σύνθημα «προχωρείτε- προχωρείτε». Οι πολεμικές κραυγές των μαχητών μας «αέραα- αέραα» σπάνε την νεκρική ησυχία των Πετραλώνων. Άρχισε η κύρια κατά μέτωπο επίθεσή μας. Οι αναφορές μας έρχονται απανωτές. Το ένα τετράγωνο μετά το άλλο πέφτουν στα χέρια μας. Τα ελασιτάκια δε κρατιούνται με τίποτε. Ζητούν να άρουν εκδίκηση για τα αδικοχαμένα αδέλφια τους που πέσαν από τις άνανδρες επιθέσεις της «Γκρίχεν Πολιτσάι» και στην Κατοχή και στην Απελευθέρωση.
(Ορέστης Μακρής, Ο ΕΛΑΣ της Αθήνας, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1985, σ. 197)
Ο αφοπλισμός αστυνομικών τμημάτων
Παρά ταύτα κατά το διαρρεύσαν μέχρι της 6ης Δεκεμβρίου τριήμερον διάστημα, οι κομμουνισταί είχον επιτύχει να γίνωσι κύριοι του μεγαλυτέρου τμήματος της πρωτευούσης, δεν απέμενε δε προς ολοκλήρωσιν των σχεδίων των παρά η κάμψις της αντιστάσεως των ανθισταμένων φρουρών της Αστυνομίας Πόλεων και Χωροφυλακής και η εξουδετέρωσις της ΙΙΙ Ορεινής Ταξιαρχίας.
(Αρχηγείον Στρατού, Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Η Απελευθέρωσις της Ελλάδος και τα μετά ταύτην γεγονότα. (Ιούλιος 1944- Δεκέμβριος 1945), Έκδοσις Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήναι 1973)
Το πρώτο «Πολυτεχνείο»
5 Δεκέμβρη Λίγο μετά το μεσημέρι το μεγαλύτερο μέρος του λόχου των σπουδαστών που ανήκε στον εφεδρικό ΕΛΑΣ της Αθήνας προωθήθηκε από τα Εξάρχεια όπου ήταν η έδρα του και κατέλαβε όλα τα κτίρια του Πολυτεχνείου στη συμβολή των οδών Στουρνάρα και Πατησίων. Σκοπός της κίνησης αυτής, όπως τους εξήγησε ο Γρηγόρης, καπετάνιος του λόχου, ήταν να διαφυλαχθεί το Πολυτεχνείο από τους αντιπάλους και να χτυπηθεί η ασφάλεια που βρισκόταν απέναντι, στην οδό Πατησίων. (…)Το απόγευμα, απροσδόκητα φάνηκαν εγγλέζικα τανκς συνοδευόμενα από στρατό. Για πρώτη φορά φάνηκε καθαρά ότι επεμβαίνουν στις συγκρούσεις. Ζώσανε το Πολυτεχνείο και ένα τανκ έπεσε πάνω στην κεντρική σιδερένια πύλη, την έσπρωξε και την έριξε.
(Σπύρος Τζουβέλης, Μέρες και νύχτες του Δεκέμβρη, Αθήνα: Καστανιώτης, 2003, σ. 12)
Η έφοδος στου Μακρυγιάννη
6 Δεκέμβρη «Με το ξεκίνημα της επίθεσης απ’ την οδό Μισαραλιώτου η διλοχία μας αντιμετώπιζε πυκνά διασταυρούμενα πυρά απ’ τα σπίτια όλης της περιοχής. Υποχρεωθήκαμε να ξεκαθαρίσουμε μία-μία τις φωλιές αντίστασης του εχθρού. Μπαίναμε από σπίτι σε σπίτι και προχωρούσαμε τρυπώντας τις μεσοτοιχίες. Πιάσαμε και 10 αιχμαλώτους. Ήρθε ένα εγγλέζικο θωρακισμένο και ο Άγγλος αξιωματικός μας ζητούσε να παραλάβει τους αιχμαλώτους και απειλούσε ότι σε άρνησή μας θα μας χτυπούσαν. Τους απαντήσαμε ότι πρέπει να πάρουμε εντολή, για αυτό να ξανάρθουν να τους δώσουμε απάντηση. Και πράγματι ο Β γραμματέας της 5ης αχτίδας μας έδωσε εντολή να τους παραδώσουμε. Όταν ξανάρθαν τους πήραν».
(Αφήγηση Θωμά Κουγιαγκά, γιατρού, ανθυπολοχαγού της σχολής του βουνού, επιτελή του ΙΙΙου τάγματος του 1ου Συντάγματος και στρατιωτικού διοικητή διλοχίας Καλλιθέας στο Ορέστης Μακρής, Ο ΕΛΑΣ της Αθήνας, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1985, σ. 218)
Οι Βρετανοί στην Ακρόπολη
«Την Ακρόπολή μας που τη σεβάστηκαν ο χρόνος, οι κεραυνοί και οι Ούννοι, την καταπάτησαν οι μικροί και ανάξιοί σας συμπατριώτες. Και εδώ θα το βροντοφωνάξουμε το μεγάλο έγκλημα! Τον Παρθενώνα μας, τον παγκόσμιο Βωμό, τον έκαναν τηλεβολοστάσιο. Και από κει, εκμεταλλευόμενοι το σεβασμό μας αντίκρυ στο Μνημείο μας, βομβάρδιζαν με θηριωδία τα σπίτια μας. Σωστά! Δεν υπήρχε πιο απυρόβλητο μετερίζι. Πώς να ανταποδώσουμε τα πυρά; (Τέτοιαν ανανδρία δεν θα την έκανε ούτε ο Ταμερλάνος!). Είναι η πράξη του βδελυρότερου φονιά που σε σκοτώνει βάζοντας προκάλυμμα την πιο προσφιλή σου ύπαρξη.
(Μενέλαος Λουντέμης, Ο Μεγάλος Δεκέμβρης στο Αυτός ήταν ο Δεκέμβρης. Η ένοπλη αντίσταση του λαού στην αγγλική κατοχή, Αθήνα: Φιλίστωρ, 2004, σ.137)
Ο αγώνας στον Πειραιά
8 Δεκέμβρη Ο Πειραιάς βρίσκεται κάτω από φρικτή φωτιά. Ο λαός έστησε 2.000 οδοφράγματα. Υπάρχουν μόνο δύο εστίες φασιστών (Σχολή Δοκίμων και Μέγαρο Βάττη). Έξω από αυτές ο λαός χτυπιέται μόνο με Άγγλους. Δύο αγγλικά πολεμικά από το Τουρκολίμανο βάλλουν προς τον Αι- Γιώργη στο Κερατσίνι. Το πολεμικό πλοίο Κ.40 πλησίασε στο Μέγαρο Βάττη και χτυπά στον προφήτη Ηλία και στις ταράτσες…
(Ελεύθερη Ελλάδα, Το Χρονικό του Αγώνα, Δεκ .1945)
Βρετανοί στρατιώτες για τη Μάχη της Αθήνας
«Μόλις πριν τα Χριστούγεννα του 1944 διαταχθήκαμε να πάμε στην Ελλάδα. Φύγαμε από τον Τάραντα για την Αθήνα με ένα καναδικό πλοίο, το Eastern Prince. […] Τα πρώτα μου πυρά έγιναν με τα όπλα ενός ελληνικού καταδρομικού, με έναν Βρετανό αξιωματικό στο πλοίο να μεταφράζει τις διαταγές μου. Αυτό έγινε για πολιτικούς λόγους, καθώς θεωρήθηκε ανεπιθύμητο σε εκείνη τη φάση βρετανικά όπλα να πυροβολούν κατά της Αθήνας. Είμαι πιθανότατα ο μόνος Βρετανός αξιωματικός που κατεύθυνε τα πυρά ελληνικού καταδρομικού και μάλιστα προς την Αθήνα! […] Στις 29 Δεκεμβρίου, ήταν μια σπουδαία μέρα, καθώς ρίξαμε περίπου 2.000 βολές υποστηρικτικές της εκκαθάρισης της νότιας Αθήνας. Πολύ ικανοποιητικό με μεγάλη ανταπόδοση για εμάς μετέπειτα (…)».
(Μαρτυρία Peter Holloway – αρχείο BBC – WW2 People’s War, https://www.bbc.co.uk/.../ww2pe.../stories/66/a2002366.shtml)
Βρετανικά χρήματα για την ελληνική κυβέρνηση
«Κατατάχτηκα στο 2ο Τάγμα του Συντάγματος Leicester λίγο μετά τη Δουνκέρκη και αναχώρησα μαζί τους από το Λίβερπουλ μετά τα Χριστούγεννα του 1942. […] Εντωμεταξύ έδιωχναν τους Γερμανούς από την Ελλάδα και μας έστειλαν εκεί αεροπορικώς. Πολεμούσαμε με πολίτες που είχαν γερμανικά όπλα – ήταν απαίσια εκεί. Ένας αξιωματικός της υπηρεσίας Πληροφοριών με οδήγησε σε ένα από τα πλοία που στάθμευαν σε έναν κόλπο έξω από την Αθήνα. Μου είπε πως αυτό το πλοίο είχε προμήθειες του Ερυθρού Σταυρού αλλά επίσης κρυφά και 85 σφραγισμένα κουτιά με χρήματα για την Ελληνική Κυβέρνηση. Αυτά ήταν για να αντικαταστήσουν τα χρήματα που τύπωναν οι Γερμανοί και που ήταν άχρηστα πια. Στην πραγματικότητα, οι Έλληνες πολίτες χρησιμοποιούσαν χρυσές βρετανικές λίρες και εμείς πληρωνόμασταν με χαρτονομίσματα που τύπωνε ο Βρετανικός Στρατός – των 1 και 5 σελινίων και μισής κορώνας. Οι πολίτες δέχονταν αυτά τα χαρτονομίσματα αλλά θα σε χρέωναν 5 σελίνια για μια κονσέρβα κορν-μπιφ! Ήμουν πάνω στο πλοίο τα Χριστούγεννα του 1944 – έπρεπε να είμαι διακριτικός γιατί δεν έπρεπε κανείς να μάθει πως ήμασταν εκεί. Περίπου μια βδομάδα μετά, εμφανίστηκε ένας αξιωματικός και είπε πως θα άρχιζε να μεταφέρει τα κουτιά στην τράπεζα στην Αθήνα. Αφού έφυγαν όλα τα λεφτά, ο αξιωματικός μου είπε ότι θα έπρεπε να κάνουμε μια δικαστική έρευνα στο Κάιρο γιατί έλειπε ένα κουτί, αλλά την επόμενη μέρα τα επανακαταμέτρησαν και τα βρήκαν εντάξει. Μετά τον πόλεμο έγραψα σε εφημερίδες για να δω αν θα μάθαινα για πόσα χρήματα επρόκειτο – αλλά μόνο ένας μου απάντησε και είπε πως η Τράπεζα της Αγγλίας αρνήθηκε κάθε γνώση του συμβάντος».
(Μαρτυρία M.E. “Griff” Griffin – αρχείο BBC – WW2 People’s War, https://www.bbc.co.uk/.../ww2pe.../stories/00/a3566900.shtml)
Ο λαός της Αθήνας στο πλευρό του ΕΑΜ
«Η κομματική οργάνωση είχε κινητοποιήσει μάζες λαού, που δουλεύουν μέρα νύχτα με βάρδιες. Εθελοντές πεινασμένοι και ταλαιπωρημένοι φτιάχνουν οδοφράγματα πίσω από τις γραμμές μας για να εμποδίσουν την προέλαση των τανκς. Η παραγωγή μπουκαλιών με βενζίνη έχει «βιομηχανοποιηθεί» από τους επονίτες και διαθέτουμε αρκετές ποσότητες από το νέο αντιαρματικό μας όπλο. Τρία προβλήματα δεν μπορέσαμε να λύσουμε: την πείνα, το κρύο και τον ύπνο. Τα ξεπερνάμε με το τραγούδι και τα καλαμπούρια που δίνουν και παίρνουν (…) Πίσω από τη μετωπική γραμμή μας ένας ολόκληρος λαός, μέσα στη νύχτα, σκάβει κάθετα όλους τους δρόμους και κάνει βαθιά και φαρδιά χαντάκια, για να πέφτουν μέσα τα τανκς και με τα μπάζα κι άλλα υλικά κατασκευάζει πιο πίσω οδοφράγματα».
(Ορέστης Μακρής, ό.π., σ. 249 και 252)
Πείνα, όπως στην Κατοχή
«Η διανομή τροφίμων σταμάτησε. Αναμφισβήτητα ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού θα πλησιάζει την εξάντληση από την πείνα και άμεση δράση για την συγκρότηση συσσιτίων και δωρεάν διανομής θα πρέπει να εκπονηθεί για να αποφευχθεί η χειροτέρευση της δημόσιας υγείας και του ηθικού του πληθυσμού. Καμία πρόοδος στη διανομή. Υπό εξέλιξη η περίθαλψη σε νοσοκομεία, ιδρύματα κτλ που πραγματοποιείται από την ML και την Επιτροπή.Ως αποτέλεσμα της γενικής απεργίας και της μάχης στην περιοχή της Αθήνας και του Πειραιά το σχέδιο περίθαλψης συνάντησε σοβαρά εμπόδια. Η ζωή στην Αθήνα παρέλυσε εντελώς. Ο κόσμος παραμένει κλεισμένος μέσα. Ανακλήθηκαν τα πλοία με τα εφόδια που κατευθύνονταν στον Πειραιά και σε άλλα λιμάνια. Τα οχήματα της ML δεν προχωρούν έξω από τη βρετανική ζώνη στρατιωτικού ελέγχου».
(Έκθεση της Βρετανικής Επιτροπής Περιθάλψεως (Military Liaison – ML) για την εβδομάδα 1-7 Δεκεμβρίου 1944 στο FO/371, Greece File 52 pp.2233-2694, ΜL Headquarters (Greece), Progress Report No 5, 1-7 December 1944)
Οι αντάρτες στην Αθήνα: Οι μάχες στο Γουδί
Σταθήκαμε στην παρυφή του Χολαργού, εκεί που αρχίζει το δασωμένο, και πιάσαμε θέσεις. Απ’ το άλλο βράδυ άρχισε η προώθηση των τμημάτων μας στο νοσοκομείο Σωτηρία. Τέσσερις μέρες κράτησαν οι μάχες στο Γουδή – Σωτηρία – Σχολή Γυμναστικής και Σχολή Χωροφυλακής, και την κρίσιμη πάλι ώρα για τον εχθρό ο Σκόμπυ χρησιμοποίησε πάλι, όπως και στο Γουδί, τα βαριά όπλα. Τα μεγαθήρια ΣΕΡΜΑΝ με τα πυροβόλα τους τρυπάνε τους τοίχους και με τη μούρη τους γκρεμίζουν τα κτίρια. Το νοσοκομείο παίρνει φωτιά, οι φυματικοί βγαίνουν ανεμίζοντας τα σεντόνια τους για λευκές σημαίες αλλά οι Άγγλοι που δεν καταλαβαίνουν απ’ αυτά τους θερίζουν σαν πράσα. Δεκάδες είναι τα θύματα. Μια ομάδα μαζί με τον Θ. Πολύχρονο, καπετάνιο Τάγματος του 34ου Συντάγματος, πέφτει ομαδικώς σε ένα διάδρομο της Σχολής Γυμναστικής. Ο Γιώργος Γεωργιάδης, διοικητής του 3/42 Τάγματος, που αμύνεται μέσα στο χειρουργείο με 35 αντάρτες του τμήματός του, μην αντέχοντας άλλο στα καπνογόνα και στα δακρυγόνα που τους έχουν ρίξει, κάνουν ηρωική έξοδο αλλά οι πολλοί σκοτώνονται και ο Γεωργιάδης με 7-8 αντάρτες συλλαμβάνονται. Τον Γεωργιάδη τον σέρνουν ημίγυμνο και ξυπόλυτο στους δρόμους του Κολωνακίου, κι όπως ήταν πολύ μελαχρινός και είχε και μούσι, τον παρουσίαζαν σαν Βούλγαρο ταγματάρχη.
(Γ. Χουλιάρας (Περικλής), Ο δρόμος είναι άσωτος…». ΕΛΑΣ – ΔΣΕ- Πολωνία, 1941-1958, Ιωάννινα, 2005)
Οι «στόχοι» του Σκόμπι
18 Δεκεμβρίου Η δράση της εχθρικής (Αγγλικής) αεροπορίας και του Πυρ/κού σφοδρότερη. Εβλήθη από πυροβολικό και πολυβολήθηκε από αεροπλάνα η πλατεία Κυψέλης με πολλά θύματα αμάχων, ιδίως παιδιά. Επίσης εκδικούμενα τα αεροπλάνα το πάθημα των συναδέλφων τους στην Κηφισιά κτύπησαν αλύπητα τον πληθυσμό του Μαρουσιού και της Κηφισιάς. Εκτός από τον άμαχο πληθυσμό που υπέστη μεγάλες απώλειες κτυπήθηκε και το Νοσοκομείο του ΕΛΑΣ Κηφισιάς, αν και είχε τα διεθνή σήματα. Από τον πολυβολισμό σκοτώθηκαν από τους τραυματίες δύο αντάρτες και πολλοί τραυματίστηκαν. (…)
(Έκθεση Σιάντου για τα Δεκεμβριανά (έρευνα Π. Ροδάκης – Μπ. Γραμμένος, Αθήνα: εκδόσεις Γλάρος, 1986)
Οι μάχες στα Εξάρχεια
Την άλλη ημέρα ήρθε διαταγή να μετακινηθεί η ομάδα σ’ ένα άλλο σπίτι στην οδό Βαλτετσίου. Το προηγούμενο κατάλυμα στην οδό Αραχόβης θ’ ανατινάζονταν για να γίνει οδόφραγμα. Πριν ακόμα αναχωρήσουν, έφτασαν τα παιδιά από την ομάδα ανατινάξεων κι επιθεώρησαν την οικοδομή. Τοποθέτησαν δεματάκια από δυναμίτη σε κατάλληλα σημεία του υπογείου και ισογείου και ξετύλιξαν τα φιτίλια. Ένα μέρος από τα μπάζα θα έκλεινε την οδό Αραχόβης και το άλλο τη Μαυρομιχάλη. Υπήρχε κάποιο σχέδιο αποκλεισμού των προσβάσεων στην περιοχή της Νεάπολης, γιατί εγγλέζικα τανκς είχαν εμφανιστεί στην περιοχή του Χημείου. Έπρεπε να εμποδιστεί η δυνατότητα να εισχωρήσουν παντού. Μερικοί από την ομάδα αισθάνονται κάποια λύπη, ένα σφίξιμο. Αυτό το σπίτι το είχαν συνηθίσει. Και ύστερα σκέφτονται τους μόνιμους ενοίκους του… τι θα βρουν όταν γυρίσουν! Τα πράγματά τους, έπιπλα και ατομικά είδη, σκόρπια ανάμεσα στα ερείπια, κομματιασμένα και πλακωμένα από τις πέτρες και τα τούβλα.
(Πηγή: Σπύρος Τζουβέλης, Μέρες και νύχτες του Δεκέμβρη. Μαρτυρία, Αθήνα: Καστανιώτης, 2003)
Οι ανατολικές συνοικίες στον αγώνα
«Έτσι έφτασε η 29η Δεκέμβρη. Οι ανατολικές συνοικίες έχουν μεταβληθεί πια σε σωστό ηφαίστειο. Η γη χοροπηδάει και κομματιάζεται σε κάθε μέτρο. Τα σπίτια σωριάζονται κατά δεκάδες. Η υπεροχή του εχθρού είναι πια αδύνατο να υπολογιστεί. Τα ξημερώματα εξαπολύεται γενική επίθεση προς τις γραμμές Αι Γιάννη – Κατσιπόδι – Δουργούτι – Γούβα. Την επίθεση υποστηρίζουν 80 βαριά τανκς, δεκάδες ρουκετοβόλα και πυροβόλα κάθε διαμετρήματος. Από τις βόμβες και τα καπνογόνα οι συνοικίες Αι Γιάννη – Γούβα- Δουργούτι και ο λόφος του Αρδηττού φλέγονται σκεπασμένα με ένα αδιαπέραστο σύννεφο καπνού…»
(Οι ανατολικές συνοικίες της Αθήνας τον Δεκέμβρη του 1944, έκδοση της 6ης αχτίδα της ΚΟΑ, Αθήνα 1945)
Η αδούλωτη Αθήνα
«Ο στόλος, τα αεροπλάνα, τα κανόνια και τα τανκς του κ. Τσώρτσιλ με χιλιάδες βλήματα καθημερινά, ιδιαίτερα τις τελευταίες μέρες σπέρνουν το θάνατο σε γυναικόπαιδα και γέροντες και ισοπεδώνουν τις λαϊκές συνοικίες (…) μπροστά στη θηριώδη επιδρομική μανία του Σκόμπι η ΚΕ του ΕΛΑΣ για να γλιτώσει τους αμάχους από βέβαιο θάνατο, των βομβών και των μυδραλλίων, για να περισώσει την Αθήνα και τον Πειραιά από οριστική καταστροφή, απεφάσισε και διάταξε τη σύμπτυξη των ηρωικών υπερασπιστών της πρωτεύουσας και του Πειραιά (…) Πολίτες στα όπλα! Ο αγώνας συνεχίζεται. Θα διεξαχθεί με μεγαλύτερο ακόμα πάθος. Η Αθήνα και ο Πειραιάς είναι αδούλωτοι (…)
(Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ, Λευκή Βίβλος ΕΑΜ αρ.8
Επιμέλεια: Βασιλική Λάζου