Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

 Η γυναίκα στην Εθνική Αντίσταση

* Της Βασιλικής Λάζου, Ιστορικού και
Προέδρου του ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ «Φίλοι Μουσείου Εθνικής Αντίστασης και Σύγχρονης Ιστορίας Ρούμελης»
«Τι θα πει είμαι γυναίκα; Μήπως δεν είμαι παιδί της ίδιας πατρίδας; Κι η πατρίδα σήμερα έχει ανάγκη απ' όλα τα παιδιά της. Ξέρω, δε θα μείνω μόνη. Σήμερα ήμουν εγώ, αύριο έρχεται η δική σας σειρά, κορίτσια. Καλή αντάμωση», γράφει στη «Νέα Γενιά», το περιοδικό της ΕΠΟΝ, η Κωστούλα από τη Ρούμελη.
Οι γυναίκες της Ελλάδας συμμετείχαν στην Αντίσταση σε όλα τα μέτωπα του αγώνα. Στην Εθνική Αλληλεγγύη, στις μεγάλες διαδηλώσεις κατά των κατακτητών, στους αγώνες στις γειτονιές για την επιβίωση και σαν αντάρτισσες, βοηθητικές και μαχήτριες, με το όπλο στο χέρι. Η συμμετοχή τους στις εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις ξεκινά με αργό ρυθμό για να αυξηθεί γεωμετρικά προς το τέλος της Κατοχής. Σημείο καμπής η συνθηκολόγηση των Ιταλών, τον Σεπτέμβριο 1943 και η δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας, οπότε εντείνεται η τρομοκρατία των κατακτητών και των συνεργατών τους. ΕΑΜικές πηγές εκτιμούν ότι η συμμετοχή των γυναικών ανερχόταν στο ένα τρίτο των οργανώσεων του ΕΑΜ ενώ άλλες αναφορές ανεβάζουν τη γυναικεία παρουσία στο ΕΑΜ σε 45% και σε 50% την παρουσία των κοριτσιών στην ΕΠΟΝ [Χρύσα Χατζηβασιλίου, Οι Ελληνίδες στο Δεκέμβρη, ΚΟΜΕΠ 1945]. Είναι χαρακτηριστικό πως, από τα 3.000.000 μέλη της οργάνωσης της Εθνικής Αλληλεγγύης, σύμφωνα με στοιχεία της ίδιας της οργάνωσης 1.740.000 ήταν γυναίκες. Οι ««Αλληλεγγύτισσες» ήταν το 60% των μελών της Θεσσαλίας, το 55% της Ρούμελης, το 55% της Αθήνας, το 60% της Μακεδονίας και το 60% της Ηπείρου. Αν και ίσως υπερβολικά τα στοιχεία, η συμμετοχή των γυναικών στις ΕΑΜικές αντιστασιακές οργανώσεις ήταν πέρα από κάθε αμφιβολία μαζική.

Προκειμένου οι γυναίκες να στρατολογηθούν και να αξιοποιηθούν στον αντιστασιακό αγώνα αναπτύχθηκε κατά την κομματική ιδεολογία, «ιδιαίτερη δουλειά στις γυναίκες» τόσο από το ΕΑΜ όσο και από τη ραχοκοκαλιά του το ΚΚΕ. Συγκροτήθηκαν γυναικείες οργανώσεις και τμήματα και διοργανώθηκαν ειδικές εκδηλώσεις χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας ανδρών και γυναικών δεν ήταν ενιαίος. Όπως σημειωνόταν χαρακτηριστικά: «όλες οι γυναικείες οργανώσεις πρέπει να αποτελέσουν ένα κοινό εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο, τμήμα του γενικού εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου που ν' αγκαλιάζει τις πλατειές μάζες των γυναικών της χώρας μας».
Έκδοση της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ τον Φεβρουάριο 1943 διέγραφε με γενικές γραμμές τις κυριότερες μορφές πάλης των γυναικών μέσα στο ΕΑΜ. Οι εργάτριες, οι αγρότισσες, οι υπάλληλοι, οι δασκάλες, οι νοικοκυρές, οι μάνες, οι νέες που σπουδάζουν έπρεπε να μπουν στον αγώνα και να νιώσουν τον διπλό σκοπό του ΕΑΜ «να ελευθερωθούμε από τους κατακτητές. Να γίνει ο λαός κυρίαρχος της τύχης του». Η γυναίκα «έπρεπε να δεχθεί την πάλη όχι μόνο από ανάγκη, μα και σαν μέσο και σαν κίνητρο για να εκδηλώσει ενεργά το μίσος της στον καταχτητή, την αλληλεγγύη της στα θύματά του και την αγάπη της στη λευτεριά. Σπουδαιότητα έχει ο αγώνας αυτός νανε ομαδικός, οργανωμένος και πειθαρχημένος για να καταλήξει σε μια παλλαική εξέγερση. Η σημερινή Ελληνίδα έχει μπροστά της μακρυά παράδοση ατομικών ηρωισμών και Εθνικής υπερηφάνειας που δεν έσβυσε μέσα σε τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς, ούτε θα σβύσει ποτέ. Ονόματα γυναικών που γέμισαν με το γόητρό τους την Ελληνική Επανάσταση του 1821 στέκονται σαν σύμβολα που καλούν ακόμα και σήμερα σε μίμηση τις νέες γυναίκες. Μα κοντά σε αυτές τις εξαιρετικές μορφές η συμβολή του μεγάλου πλήθους των γυναικών της Ελλάδος ήταν πελώρια όχι μόνον στον αγώνα της Εθνικής μας ανεξαρτησίας μα και στους λοιπούς αγώνες. Όλο αυτό το Ανώνυμο πλήθος που ακολούθησε τους αγωνιστές, που ΄θρεψε τους επαναστάτες, που κουβάλησε τα πολεμοφόδια, τους βοήθησε, τους παραστάθηκε σαν ήταν λαβωμένοι και τους έκρυψε από τον εχθρό, που τους έδωσε κουράγιο και στην ανάγκη πήρες τόσες φορές το «τουφέκι στο χέρι» κι υπόμενε τις στερήσεις και τις συμφορές, χωρίς διαμαρτυρία, ένα είχε κοινό χαρακτηριστικό. Την απόφαση να θυσιαστεί για το μεγάλο σκοπό: τη λευτεριά του. Με αυτή την απόφαση βαδίζουν και σήμερα οι Ελληνίδες, ακλόνητες προς τη Νίκη. Ανάμεσα στα ρημάδια των πόλεων και των χωριών που σωριάζονται σ’ όλη την ελληνική γη, στα ξεραμένα από την πείνα κορμιά και τα σκελετωμένα παιδιά, επάνω στους σωρούς των κουρελιών και της αθλιότητας, οι Ελληνίδες αγωνίστριες θα υψώσουν σήμερα το ηθικό τους ανάστημα με την απλότητα και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου που ναι έτοιμος για κάθε θυσία».
Γυναικεία έντυπα όπως η «Φωνή της Γυναίκας», της Επιτροπής Γυναικών Πειραιά του ΕΑΜ, η «Γυναικεία Δράση» του ΕΑΜ Αθήνας, η «Φωνή της Ρουμελιώτισσας» και η «Συναγωνίστρια» κατέκριναν τα ήθη που κρατούσαν σκλάβες τις γυναίκες και υπογράμμιζαν τη μεγάλη αλλαγή που έφερνε το κίνημα της αντίστασης στην ισοτιμία των δύο φύλων. Είναι χαρακτηριστικό ότι προμετωπίδα της εφημερίδας «Συναγωνίστρια του ΕΑΜ Δυτικής Μακεδονίας ήταν το μότο «Σπάζω τις αλυσίδες της διπλής σκλαβιάς».
Το πρώτο βημα έγινε με την ανάθεση στις γυναίκες οικείων για αυτές δραστηριοτήτων, όπου θα μπορούσαν να εφαρμόσουν γνώριμες και δοκιμασμένες δεξιότητες. Οι γυναίκες οργανώνονται στην «Εθνική Αλληλεγγύη» (Ε.Α.), ένα είδος Ερυθρού Σταυρού για το μαχόμενο έθνος. Η οργάνωση ιδρύθηκε στις 28 Μαίου 1941 με σκοπό την παροχή βοήθειας στους φυλακισμένους, την στήριξη στις οικογένειες των εκτελεσμένων, των πυροπαθών, των αστέγων, την προσφορά ρουχισμού και τροφίμων στους αντάρτες, την ίδρυση φαρμακείων, νοσοκομείων και ιατρείων. Τον Ιούλιο του 1942 η Ε.Α. ξεκίνησε ένα μεγάλο πανελλήνιο έρανο «για τη σωτηρία των θυμάτων». Στην έκκληση πρώτες κλήθηκαν οι «Ελληνίδες μάνες, σύζυγοι, αδελφές». Μπροσούρα της Ε.Α. (Μια προσπάθεια και ένας άθλος. Το έργο της Εθνικής Αλληλεγγύης της Ελλάδος) καθόριζε τα γυναικεία καθήκοντα: «Εδώ οι γυναίκες βρίσκουν εκείνο που προσαρμόζεται στις χθεσινές τους συνήθειες και ταιριάζει στην ψυχοσύνθεσή τους, ανταποκρίνεται στους εθνικούς τους πόθους και δίνει διέξοδο στη ζωτικότητά τους, ικανοποιώντας τη δίψα τους για κοινωνική δράση». Η εθνική επιβίωση ανατίθετο στη μητρική στοργή για αυτό και η αντιστασιακή αυτή οργάνωση συχνά λάμβανε την προσωνυμία «Μάνα». Η στράτευση στην Αντίσταση γινόταν μητρική υποχρέωση. Ανταπόκριση για τη Β Περιφερειακή Συνδιάσκεψη της Ε.Α. Καστοριάς (27-9-44) επισήμανε τη μεγάλη συμβολή των γυναικών στον αγώνα της Αντίστασης και της επιβίωσης του ελληνικού λαού: «Είδαμε τις γυναίκες, τα όντα αυτά, που πριν μόνο να δουλεύουν ξέρανε και να εχτελούν τις διαταγές του αφέντη-συζύγου τους, να ξετυλίγουν μπροστά μας μια δράση πιο πλούσια από του άνδρα, μια τεράστια συμβολή σ’ όλες τις ανάγκες του αγώνα. Μας παρουσιάστηκαν μητέρες και αντάρτισσες μαζί, αδελφές και νοσοκόμες, νοικοκυρές κι οργανώτριες, πραγματικοί σύντροφοι των συναγωνιστών, αληθινές επαναστάτριες».
Η οργάνωση αναλάμβανε την οργάνωση συσσιτίων καθώς και τη δημιουργία παιδικών σταθμών για φτωχά και ασθενικά παιδιά. Η Ναυσικά Φλέγγα στο Μικρό Χωριό Ευρυτανίας πήρε την πρωτοβουλία για την οργάνωση συσσιτίων για τα παιδιά το χωριού της που πεινούσαν. Η ατομική συμπαράσταση εξελίχθηκε σε οργανωμένη προσπάθεια και τον Μάιο 1942 μια επιτροπή από 7 κοπέλες πρόσφερε συσσίτιο σε 50 παιδιά και 10 γέροντες. Για να εξασφαλιστούν τα απαραίτητα τρόφιμα δινόντουσαν θεατρικές παραστάσεις με εισιτήριο κάτι φαγώσιμο. Η Σοφία Βλάχου, τελειόφοιτη γυμνασίου, είχε αναλάβει την οργάνωση συσσιτίων σε 17 χωριά της Φθιώτιδας. Φρόντιζε ακόμη για τα καταλύματα των ανταρτών και των συνδέσμων και κατάφερε να οργανώσει ορεινό νοσοκομείο για τους τραυματισμένους αντάρτες στο χωριό Περίβλεπτο. Παιδικοί σταθμοί ιδρύθηκαν σε όλη τη Ρούμελη και τη Θεσσαλία. Οι γυναίκες μαγείρευαν για τα παιδιά που πεινούσαν ξεκινώντας από το τίποτα: λίγα φασόλια, καλαμποκίσιο αλεύρι, καρύδια. Στις Μηλιές Πηλίου πρόσφεραν, σε πάνω από 40 παιδιά, ομοιόμορφο ρουχισμό, τροφή και ψυχαγωγία. Στην Καρδίτσα, τον τομέα των παιδικών σταθμών είχε αναλάβει η ΕΠΟΝ. Το πρόγραμμα λειτουργίας τους το δημιούργησε η Ρόζα Ιμβριώτη (Τασούλα Βερβενιώτη, Η γυναίκα της αντίστασης, εκδ. Οδυσσέας).
Η πρώτη αμιγώς γυναικεία εθνικοαπελευθερωτική οργάνωση ήταν η «Λεύτερη Νέα». Ιδρύθηκε από σπουδάστριες του Πολυτεχνείου τον Ιούνιο 1942 και απευθυνόταν, όπως έγραφε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας που εξέδιδε «Η Φωνή της Νέας», «στη νέα που προορίζεται για μητέρα που δε θα γεννά γενιά σκλάβων, που ζητά να γίνει άξια για μια λεύτερη και όμορφη ζωή, που είναι η υπόσχεσή της Αύριο». Σκοπός της «Λεύτερης Νέας» ήταν να ελευθερώσει πραγματικά τα κορίτσια από το ζυγό και από την πείνα, να τα ελευθερώσει από την αμορφωσιά, να τα κάνει ανεξάρτητους και ζωντανούς ανθρώπους ικανούς να σταθούν στη ζωή μέσα στις συνθήκες της ξενικής κατοχής, παλεύοντας στο πλευρό του ΕΑΜΝ για το διώξιμο του κατακτητή». Η οργάνωση εξέδιδε προκηρύξεις, έγραφε συνθήματα σε τοίχους, συμμετείχε σε ευρύτερες κινητοποιήσεις, σε διαδηλώσεις για συσσίτια, σε επιτροπές για τη διεκδίκησή τους, σε παραστάσεις στις κατοχικές αρχές για την απελευθέρωση συλληφθέντων. Η οργάνωση αυτοδιαλύθηκε τον Φεβρουάριο 1943, όπως και οι άλλες οργανώσεις νέων και προσχώρησε στην ΕΠΟΝ.
Μαζική είναι και η συμμετοχή των γυναικών – συχνά μαζί με τα παιδιά τους - σε συλαλλητήρια για τη διανομή τροφίμων και φαρμάκων, για την απελευθέρωση κρατουμένων και εναντίον της τρομοκρατίας των Γερμανών και των συνεργατών τους. Όπως και στις κινητοποιήσεις εναντίον της δοσίλογης κυβέρνησης, στα μαζικά συλλαλητήρια της Αθήνας, του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης και άλλων πόλεων ενάντια στην πολιτική επιστράτευση που σχεδίαζαν οι Γερμανοί. Η ΕΠΟΝίτισσα Νίκη ήταν η πρώτη ομιλήτρια στις 24 Φεβρουαρίου (μια ημέρα πριν είχε ιδρυθεί η ΕΠΟΝ) την εβδομάδα εκείνη των μεγάλων κινητοποιήσεων με τις απεργίες και τις μαζικές διαδηλώσεις. Στο μαζικό συλλαλητήριο της Αθήνας στις 22 Ιουλίου 1943 ενάντια στην επέκταση της βουλγαρικής ζώνης Κατοχής στη Μακεδονία η 17χρονη ΕΠΟΝίτισσα Παναγιώτα Σταθοπούλου στάθηκε μπροστά στα γερμανικά τανκς κρατώντας την ελληνική σημαία. Μια άλλη ΕΠΟΝίτισσα, η Κούλα Λίλη, φοιτήτρια της Γαλλικής Φιλολογίας, σκαρφάλωσε στο «σιδερένιο θεριό» κι άρχισε να χτυπάει το δολοφόνο με το τακούνι της ώσπου μια ριπή την έρριξε νεκρή.
Η 32χρονη Ηλέκτρα Αποστόλου, πρωτοπόρο στέλεχος του ΚΚΕ και του ΕΑΜ έπεσε στα χέρια των κατακτητών τον Ιούλιο του 1944. Βασανίστηκε στο ξενοδοχείο «Κρυστάλ» της πλατείας Βικτωρίας από την Ειδική Ασφάλεια. Στο μαρτύριο της που κράτησε ένα μερόνυχτο είπε μόνο δύο φράσεις: «Είμαι Ελληνίδα. Υπηρετώ την Ελλάδα». Η Ηλέκτρα είχε αναλάβει υπεύθυνη της ομάδας διαφώτισης της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας του ΚΚΕ που έφτιαχνε το έντυπο προπαγανδιστικό υλικό στην Αθήνα, βοηθώντας τις μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις κατά των κατακτητών.
Η Κούλα Σουλιώτη αφού απέρριψε με περηφάνεια την πρόταση των Βουλγάρων φασιστών να αλλάξει εθνικότητα έπεσε λεβέντικα μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Για τη δράση της στις γραμμές του προοδευτικού κινήματος, είχε φυλακιστεί και εξοριστεί από τη δικτατορία Μεταξά μαζί με το παιδί της. Το 1942 μεταφέρθηκε από την εξορία στη Θεσσαλονίκη και παραδόθηκε μαζί με το εννιάχρονο τότε αγοράκι της στους Γερμανούς που την έκλεισαν στο στρατόπεδο «Παύλος Μελάς». Φυματική, την πήραν οι Γερμανοί από το Δημοτικό Νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν και την παρέδωσαν στους συμμορίτες του Δάγκουλα, μαζί με άλλους δέκα πατριώτες. Λίγο πριν εκτελεστεί στις 9 Σεπτεμβρίου 1944 η Σουλιώτη, έγραψε στο μονάκριβο γιό της : «…Μη λυπηθείς για το χαμό των γονιών σου παιδί μου, τράβα το δρόμο σου χωρίς δισταγμούς» (Σπύρος Κουζινόπουλος, Γυναίκες της Θεσσαλονίκης στο εκτελεστικό απόσπασμα).
Η ένταξη των νεών γυναικών στις ΕΑΜικές οργανώσεις ερχόταν σε σύγκρουση με την οικογένεια αλλά και τον «παραδοσιακό» ρόλο τους στην κοινωνία. Αν και η Εθνική Αλληλεγγύη αναπαρήγαγε γνώριμα στερεότυπα για το ρόλο της γυναίκας – ως μάνας, η ΕΠΟΝ με τις κοινές δράσεις αγοριών και κοριτσιών έθετε σε αμφισβήτηση τις τότε διευθετήσεις των σχέσεων ανάμεσα στα δύο φύλα. Γράφει η «Γυναικεία Δράση» (25 Μαρτίου 1943): «Δεν ντρέπεστε να βγαίνετε κι εσείς οι γυναίκες στα πεζοδρόμια αντί να κάθεστε στο σπίτι σας να κοιτάξετε τα παιδιά σας» είπε κάποιος ασυνείδητος «Έλληνας» σε μια νέα. Κι αυτή τον κοίταξε με περιφρόνηση και του απάντησε: «Οι Ελληνίδες δεν μπορούν να είναι σκλάβες και μάνες σκλάβων. Σήμερα ο προορισμός είναι ο αγώνας για τη ζωή και τη λευτεριά όλων των παιδιών της Ελλάδας». Με το στόμα της απαντούν όλες οι Ελληνίδες». Όπως σημείωνε το στέλεχος του ΚΚΕ, Χρύσα Χατζηβασιλείου στην μπροσούρα «Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και το γυναικείο ζήτημα» (έκδοση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Αθήνα 1946) «δεν είναι τυχαίο ότι από οικογένειες συντηρητικές, με απαρχαιωμένες παραδόσεις και αντιλήψεις για τη γυναίκα, ξεπετιούνται γυναίκες αγωνίστριες για την πρόοδο και τον πολιτισμό, ξεπετιούνται καλά μέλη του ΚΚΕ. Δεν είναι πια σπάνια τα φαινόμενα να είνε ο άνδρας συντηρητικός ή και χειρότερα ακόμα αντιδραστικός, χίτης, μοναρχικός και η γυναίκα ανεξάρτητη και με συνέπεια δημοκρατική. Αδελφός και μπαμπάς χίτης, η κοπέλα του σπιτιού στην ΕΠΟΝ. Όλα αυτά είναι σημεία των καιρών, ενδεικτικά της βαθειάς αλλαγής που συντελέστηκε στην πολιτική και την κοινωνική νοοτροπία των γυναικών».
Μέσα από αυτές τις διεργασίες οι γυναίκες σταδιακά συνειδητοποίησαν πως είχαν τα ίδια καθήκοντα, υποχρεώσεις και δικαιώματα στη ζωή με τους άντρες. Είτε στη διαδήλωση να καλύπτει τα τανκς, είτε δίπλα στους αντάρτες να υφαίνει, να πλένει μέρα νύχτα, να μεταφέρει τον παράνομο Τύπο, να κρύβει αγωνιστές, να περιθάλπει πληγές τραυματιών, ως σύνδεσμος να μεταφέρει πληροφορίες, να φροντίζει για το καθημερινό συσσίτιο, να παραδίδει μαθήματα, να στέκεται όρθια στα εκτελεστικά αποσπάσματα, στις απεργίες, στα σαμποτάζ, να ξεσηκώνει το λαό της Αθήνας με τα χωνιά η γυναίκα ήταν δυναμικά παρούσα στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.
Γυναίκες συμμετείχαν και στα ένοπλα σώματα της αντίστασης. Υπολογίζεται ότι οι αντάρτισσες του ΕΛΑΣ ήταν γύρω στις 1.000 ενώ το γυναικείο ποσοστό στον εφεδρικό ΕΛΑΣ άγγιζε το 10%. Στη Μακεδονία, τον Σεπτέμβριο του 1943 σε ΕΑΜίτικη εφημερίδα, μαζί με την είδηση ότι «οι γυναίκες σήμερα πήραν τα όπλα και βγήκαν στο βουνό» υπάρχει και η προτροπή «Πύκνωσε τις τάξεις του ΕΛΑΣ... γίνε πρωτοπόρα σ' όλες τις μορφές πάλης του αγώνα μας». Αν και περιορισμένη σε κλίμακα η γυναικεία συμμετοχή στα ένοπλα τμήματα ανέδειξε εμβληματικές μορφές του ΕΛΑΣ όπως η Μένη Παπαηλιού (Θύελλα), η Κούλα Ντάνου. Λίγο πριν από την Απελευθέρωση δημιουργήθηκαν κατά τα πρότυπα των ανταρτοεπονίτικων ομάδων υποδειγματικές γυναικείες διμοιρίες. Από τη Σχολή των Εφέδρων ανθυπολοχαγών του ΕΛΑΣ αποφοίτησαν 13 κορίτσια, ανάμεσά τους η Μαρία Φέρλα - Μπέικου και η Γεωργία Παλιγιαννοπούλου – Καλλίνου. Η παρουσία τους, ιδίως στις παρελάσεις της Απελευθέρωσης, βοηθούσε στο ξεσήκωμα του γυναικείου πληθυσμού και λειτουργούσε παραδειγματικά για τις άλλες γυναίκες.
«Αντάρτισσες είδαμε για πρώτη φορά στο Καρπενήσι, ένα μήνα μετά την είσοδό μας στην Ελλάδα», γράφει ο Κώστας Κουβαράς αμερικανός αξιωματικός ελληνικής καταγωγής, επικεφαλής της αμερικανικής αποστολής (OSS) «Περικλής» που συνδέθηκε με την Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ, από τα τέλη του Απρίλη 1944 μέχρι την απελευθέρωση. «Ντυμένες σαν άντρες πολεμιστές, με σοβαρά πρόσωπα, αυτές οι κοπέλες μοιραζόντουσαν ίσα με τους άντρες τη σκληρή αντάρτικη ζωή. Οι αντάρτες τις σεβόντουσαν από κάθε άποψη γιατί μερικές απ’ αυτές τις γυναίκες είχαν ήδη αποδείξει την αξία τους στη μάχη. Όταν φτάσαμε στο Καρπενήσι τον Μάη του 1944, οργανωνότανε μόλις μια γυναικεία μονάδα σαν μέρος της XIII Αντάρτικης Μεραρχίας. Οι περισσότερες κοπέλες ήταν καινούργιες στο αντάρτικο, αλλά ανάμεσά τους υπήρχανε μερικές που ανήκανε σε αντάρτικες μονάδες αρκετό διάστημα. Δεν χρειαζότανε να τις ξέρεις για να ξεχωρίσεις αυτές τις «βετεράνες». Το παρουσιαστικό κι η συμπεριφορά τους ήταν πολύ διαφορετική απ’ αυτή των νεοφερμένων. Είχαν αυτοπεποίθηση. Δρούσαν σαν ώριμοι μαχητές με όλη την έννοια της λέξης».
Το επιστέγασμα της μαζικής εθνικοαπελευθερωτικής δράσης των γυναικών ήρθε την άνοιξη του 1944 όταν η ΠΕΕΑ ‒ Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης‒ κατοχύρωσε την ισότητα αντρών και γυναικών. Με πράξεις και αποφάσεις της η ΠΕΕΑ πραγματοποίησε μεταρρυθμίσεις που αφορούσαν τα πλήρη πολιτικά δικαιώματα, την ισότητα στην εργασία, τη συμμετοχή των γυναικών στη δημόσια ζωή. Για πρώτη φορά οι γυναίκες εκλέγουν και εκλέγονται, συμμετέχουν στα όργανα της λαϊκή αυτοδιοίκησης και της λαϊκής δικαιοσύνης. Ως Εθνοσύμβουλοι στις εκλογές που προκήρυξε η «Κυβέρνηση του Βουνού» στις ελεύθερες αλλά και τις κατεχόμενες περιοχές εκλέχθηκαν 5 γυναίκες: οι Καίτη Ζεύγου, Μάχη Μαυροειδή, Μαρία Σβώλου, Φωτεινή Φιλιππίδη και Χρύσα Χατζηβασιλείου.
Από τη μη ΕΑΜική αντίσταση – η οποία δε διακρινόταν από μαζικότητα και είχε μικρή αριθμητικά συμμετοχή γυναικών - ξεχωρίζει η παρουσία της Λέλας Καραγιάννη, μιας μάνας επτά παιδιών που έγινε ηρωίδα της Αντίστασης. Στην Κατοχή μετέτρεψε το σπίτι της σε αρχηγείο της οργάνωσης που η ίδια δημιούργησε το 1941 με το όνομα «Μπουμπουλίνα». Στόχος της οργάνωσης ήταν η φυγάδευση Βρετανών στο Κάιρο αλλά και σαμποτάζ κατά του εχθρού. Μέσω ενός εκτεταμένου δικτύου κατασκοπείας η Λέλα Καραγιάννη συγκέντρωνε «ευαίσθητες» στρατιωτικές πληροφορίες για τις κινήσεις εχθρικών πλοίων, για Έλληνες συνεργάτες των κατακτητών και σχεδιαγράμματα αεροδρομίων. Μαζί της οργανώθηκαν άλλες 10 γυναίκες ενώ γυναικεία συμμετοχή καταγράφεται στα μέλη του δικτύου σαμποτάζ Υβόννη. Τον καλοκαίρι του 1944, η Καραγιάννη, που στο μεταξύ συνεργαζόταν με το κατασκοπευτικό δίκτυο «Απόλλων», συνελήφθη μαζί με πέντε από τα παιδιά της και βασανίστηκε στα κρατητήρια της οδού Μέρλιν. Μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου όπου εκτελέστηκε μαζί με άλλα 59 μέλη της Αντίστασης, συνεργάτες των Βρετανών στις 8 Σεπτεμβρίου 1944, λίγες μέρες πριν από την Απελευθέρωση.
Μια άλλη γυναικεία μορφή της «αστικής» Αντίστασης ήταν η Ιουλία Μπίμπα. Ως μέλος της Π.Ε.Α.Ν. (Πανελλήνια Ένωση Αγωνιζομένων Νέων) συμμετείχε μαζί με άλλα μέλη του «Ουλαμού Καταστροφών», όπως ο αεροπόρος Κώστας Περρίκος, στην ανατίναξη της φιλοναζιστικής οργάνωσης ΕΣΠΟ στις 20 Σεπτεμβρίου 1942. Στο σπίτι της φυλάχθηκαν τα 20 κιλά δυναμίτη τα οποία η ίδια μετέφερε στην οδό Γ Σεπτεμβρίου, όπου ήταν τα γραφεία της προδοτικής οργάνωσης. Στην έκρηξη και την πυρκαγιά που ακολούθησε, σκοτώθηκαν 29 μέλη της ΕΣΠΟ –ο αρχηγός της, γιατρός Στεροδήμας, τραυματίστηκε σοβαρά και πέθανε λίγες μέρες αργότερα- καθώς και 43 Γερμανοί στρατιωτικοί στον τρίτο όροφο. Επρόκειτο για το μεγαλύτερο σαμποτάζ μέχρι τότε στην κατεχόμενη Ευρώπη σε μια κρίσιμη καμπή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου όταν οι Ναζί προχωρούσαν ακάθεκτοι στα μέτωπα του πολέμου στην Αφρική και της Ευρώπη.
Η Μπίμπα συνελήφθη, υπέστη φριχτά βασανιστήρια για να μαρτυρήσει τους συνεργάτες της και καταδικάστηκε από γερμανικό στρατοδικείο σε εκτέλεση δια πελέκεως. Από το Εμπειρίκειο Άσυλο, όπου κρατούνταν, μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Βιέννη και εκτελέστηκε με το τσεκούρι – μόνο αυτή,οι συγκατηγορούμενοί της είχαν εκτελεστεί δια τυφεκισμού στην Καισαριανή - στη Βιέννη στις 26 Φεβρουαρίου 1943 μαζί με άλλους οκτώ αντιφασίστες αγωνιστές από τη Γερμανία, την Αυστρία και την Τσεχία (Βασίλης Φίλιας, Παντελής Βατάκης, Κωνσταντίνος Λαγος, «Κώστας Περρίκος. Η Βιογραφία ενός Ήρωα»).
Η συμμετοχή των γυναικών στην Αντίσταση – κυρίως και μαζικά μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ - αν και δεν ανέτρεψε τις κυρίαρχες σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα ή των ρόλων τους οδήγησε στη χειραφέτηση των γυναικών η οποία τυπικά θα αργούσε μερικές δεκαετίες ακόμα. Η μαζική έξοδος των γυναικών στη δημόσια σφαίρα και στον πολιτικό στίβο μέσα από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και το όραμα ενός καλύτερου αύριο πρόσφερε νέες δυνατότητες στις γυναίκες ατομικά και συλλογικά. Και αυτό παρά τα προδιαγεγραμμένα όρια δράσης τους.

Κυριακή 7 Μαρτίου 2021

 Η ιστορική μάχη της Κοκκινιάς τον Μάρτη του 1944

Το 1944 βρίσκει την Αντιστασιακή δράση του λαού της Αθήνας και του Πειραιά σε άνοδο, οι κάτοικοι των συνοικιών οργανώνονται μαζικά στο ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ και την ΕΠΟΝ. Οι Γερμανοί κατακτητές και η δωσίλογη κυβέρνηση του Ράλλη ανησυχούν. Κύριος στόχος τους το ξήλωμα των αντιστασιακών οργανώσεων και το γονάτισμα των συνοικιών.
Από την άλλη ο ΕΛΑΣ ετοιμάζει σχέδια και οργανώνει την άμυνα των συνοικιών. Το 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ είχε αναλάβει την υπεράσπιση της Κοκκινιάς. Δίπλα στον ΕΛΑΣ βρίσκονταν τα μέλη του ΕΑΜ, οι ΕΠΟΝίτες και κυρίως η συντριπτική πλειοψηφία του λαού της Κοκκινιάς.
Σάββατο 4 Μάρτη 1944
Χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες προσπαθούν να εισβάλουν από δυο διαφορετικά σημεία στην πόλη. Ακολουθούν πολύωρες συγκρούσεις με τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ, οι οποίοι καταφέρνουν και αναχαιτίζουν τους εισβολείς, που οπισθοχωρούν προς την Αθήνα και προς τον Κορυδαλλό.
Το ίδιο βράδυ συγκαλείται κοινή σύσκεψη στην Κοκκινιά από στελέχη του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ και αποφασίζουν γενική επιφυλακή και ενημέρωση του λαού της πόλης. Η Κομματική Οργάνωση της Κοκκινιάς του ΚΚΕ, αποφασίζει να γίνει την επόμενη ημέρα συλλαλητήριο του λαού της Κοκκινιάς ενάντια στην τρομοκρατία των Ταγμάτων Ασφαλείας.
Κυριακή 5 Μάρτη 1944
Οι Κοκκινιώτες απαντούν με μεγαλειώδες συλλαλητήριο κατά της τρομοκρατίας στην πλατεία του Αγίου Νικολάου. Παράλληλα απαιτούν συσσίτιο για τα παιδιά. Στο τέλος του συλλαλητηρίου η πόλη δέχεται επιδρομή, πάλι από δυο κατευθύνσεις. Από τη Λεύκα, στη Θηβών, με δύο φορτηγά γεμάτα χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες. Κατάφεραν να φτάσουν μέχρι την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων.
Η δεύτερη επίθεση γίνεται από το Γ. Νεκροταφείο με τρία καμιόνια γεμάτα γερμανοτσολιάδες. Οι μάχες εξαπλώνονται μέχρι την Παιδική Στέγη και εκεί το 3ο Τάγμα του ΕΛΑΣ Κοκκινιάς καταφέρνει να διασπάσει τους επιδρομείς. Το πρώτο φορτηγό διαφεύγει προς την παλαιά Κοκκινιά μέσω της οδού Σμύρνης, το δεύτερο προς το Κουτσουκάρι, όπου εκεί το «υποδέχονται» ΕΛΑΣίτες οπλισμένοι με χειροβομβίδες και το τρίτο φορτηγό οπισθοχωρεί προς την Αθήνα.
Ο λαός της Κοκκινιάς πανηγυρίζει που οι ΕΛΑΣίτες καταφέρνουν για δεύτερη ημέρα να αναχαιτίσουν την επίθεση των ντόπιων συνεργατών των Γερμανών. Από αυτή την επιτυχία του ΕΛΑΣ αλλά και από το μαζικό συλλαλητήριο που οργάνωσε η Κομματική Οργάνωση Κοκκινιάς του ΚΚΕ, ο διορισμένος από τον Ιωάννη Ράλλη, Δήμαρχος της Πόλης Γρηγόρης Χατζής, παραιτείται.
Δευτέρα 6 Μάρτη 1944

Την επόμενη μέρα ο Πειραιάς αντιδρά και κατεβαίνει σε μαζική πανεργατική απεργία κατά της τρομοκρατίας του λαού της Κοκκινιάς. Η συμμετοχή κι η αλληλεγγύη των εργατών και του λαού προς τους Κοκκινιώτες αγωνιστές είναι καθολική. Νεκρώνει το λιμάνι, τα συνεργεία, τα ραφτάδικα, τα υφαντουργεία, τα σαπουνάδικα, τα λαδάδικα… σε όλο τον Πειραιά. Εκτός από την αλληλεγγύη των εργατών και του λαού προς τους Κοκκινιώτες, οι απεργιακές κινητοποιήσεις μπλοκάρουν και σημαντικές δυνάμεις των Γερμανών, των Ταγμάτων Ασφαλείας και της Χωροφυλακής, στο κέντρο του Πειραιά και δεν μπορούν να εισβάλουν στην Κοκκινιά.
Όμως η μέρα δεν ήταν ήσυχη για την Κοκκινιά. Νωρίς το πρωί δύο φορτηγά με ταγματασφαλίτες προσπαθούν να μπουν στην πόλη από το Γ΄ Νεκροταφείο. Τους εμποδίζουν δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ και τους τρέπουν σε φυγή προς τον ελαιώνα δίπλα στο νεκροταφείο
Σε λιγότερο από μία ώρα, από το ίδιο σημείο, η πόλη δέχεται σχεδιασμένη επιδρομή. Καταφθάνουν δέκα φορτηγά με περίπου 600 γκεσταπίτες, χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες. Μέσω της οδού Κυδωνιών, αργά-αργά προσπαθούν να φτάσουν όσο πιο μέσα γίνεται στην Κοκκινιά. Την πρώτη αντίσταση τη συναντούν από τις ταράτσες των εργατικών πολυκατοικιών. Εκεί βρίσκεται οχυρωμένη η διμοιρία του Μιχάλη Ραφαηλάκη που η σθεναρή της άμυνα καθυστερεί σημαντικά τους επιδρομείς.
Στη συνέχεια οι φασίστες επιδρομείς δέχονται επίθεση από τη διμοιρία του «μπάρμπα-Γιώργου» (Γιώργος Κιστριάδης) στην Κυδωνιών (Πέτρου Ράλλη, στο σημείο που βρίσκεται σήμερα η ΕΥΔΑΠ).
Από τις ισχυρές επιθέσεις που δέχονται οι επιδρομείς στην Παιδική Στέγη, αναγκάζονται να σπάσουν τη φάλαγγά τους σε δύο μέρη (ό, τι ακριβώς έγινε και την προηγούμενη ημέρα).
Η πρώτη φάλαγγα πάει προς το Κουτσουκάρι, όπου συνεχώς δέχεται επιθέσεις από τα στενά, από τις διμοιρίες του Κώστα Διαμαντή και του Νίκου Παπαδόπουλου. Τελικά οι φασίστες επιδρομείς σκορπίζουν σε άτακτη φυγή.
Η δεύτερη φάλαγγα, που είναι πολύ μεγαλύτερη σε όγκο, οπισθοχωρεί προς την περιοχή των Άσπρων Χωμάτων. Εκεί δέχεται επιθέσεις από τις διμοιρίες του Θοδωρή Μπιζάνη και του Μιχάλη Ραφαηλάκη ο οποίος είχε μεταφερθεί εκεί από τις εργατικές πολυκατοικίες. Λίγο πιο κάτω βρίσκεται και το 1ο τάγμα του 5ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ το οποίο σταματά την επίθεση που πήγε να δεχτεί η πόλη από τη Λεύκα στη Θηβών.
Η έκθεση του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ αναφέρει ότι ένα αυτοκίνητο με χωροφύλακες φτάνει στο Κρατικό Νοσοκομείο Σαπόρτα στην παλαιά Κοκκινιά που έχει διακομιστεί ο νεκρός χωροφύλακας από τη συμπλοκή της προηγούμενης ημέρας. Στο Νοσοκομείο Σαπόρτα οι χωροφύλακες συλλαμβάνουν κάποιους επισκέπτες και ορισμένους από το προσωπικό. Σε πεζή φάλαγγα μέσω της οδού Θηβών κατευθύνονται προς τον Πειραιά με τους αιχμαλώτους. Ξαφνικά δέχονται επίθεση από τα στενά της οδού Θηβών από το 1ο Τάγμα του ΕΛΑΣ (Σ. Κύβελος – Ν. Χιωτάκης), που ελευθερώνει τους αιχμαλώτους και τραυματίζει δέκα χωροφύλακες.
Άλλη μια επίθεση στην πόλη έχει αναχαιτιστεί. Παρά τους τραυματισμούς, τις συλλήψεις, την τρομοκρατία και το φόβο για το τι ξημερώνει την επόμενη ημέρα, ο λαός της Κοκκινιάς πανηγυρίζει. Βλέπει τα παλικάρια του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ να αψηφούν το θάνατο για να μην πατήσουν οι Ναζί στην Κοκκινιά.
Το βράδυ οι ΕΑΜίτες γεμίζουν την πόλη με συνθήματα στους τοίχους, ενώ τα «χωνιά» του ΕΑΜ ακούγονται σε κάθε γωνιά της πόλης.
Τρίτη 7 Μάρτη 1944
Οι επιθέσεις των Γερμανών εντείνονται. Ο πολιορκητικός κλοιός στενεύει ασφυκτικά γύρω απ’ την πόλη. Από τις 5:00 το πρωί υπάρχουν κινήσεις των κατακτητών γύρω από όλη την πόλη.
Στις 6:00 η σάλπιγγα του ΕΛΑΣ από το Περιβολάκι, σημαίνει τη γενική επίθεση του λαϊκού στρατού. Σε κάθε στενό της Κοκκινιάς, γύρω από Περιβολάκι, γίνονται μάχες σώμα με σώμα για την κατάληψη του κάθε δρόμου.
Σε λίγες ώρες ο ΕΛΑΣ αρχίζει να υποχωρεί λόγω έλλειψης πυρομαχικών. Από τη μεριά του Δημαρχείου γερμανοτσολιάδες μπαίνουν στην πόλη. Τους αντιμετωπίζουν μαχητές του 3ου Τάγματος με ένα οπλοπολυβόλο και πέντε χειροβομβίδες.
Μέχρι τις 11:00, η αντίσταση του ΕΛΑΣ έχει καμφθεί. Τα πυρομαχικά είναι ελάχιστα. Οι Γερμανοί έχουν καταλάβει τις θέσεις στο Περιβολάκι. Την ίδια ώρα, 15 Γερμανοί προσπαθούν να εισβάλλουν από την οδό Καραϊσκάκη οπλισμένοι με όλμους και πολυβόλα. Τους απωθεί το 2ο τάγμα με ελάχιστα πυρομαχικά.
Οι πυροβολισμοί του ΕΛΑΣ είναι σποραδικοί για οικονομία πυρομαχικών αφού αυτά έχουν εξαντληθεί.
Στις 11:00 παίρνεται η απόφαση για γενική αντεπίθεση με όσα πυρομαχικά έχουν απομείνει και αν χρειαστεί ακόμα και με πέτρες ή με τα χέρια. Η αντεπίθεση έχει στόχο την πλατεία στο Περιβολάκι που έχει καταληφθεί από Ναζί.
Η αντεπίθεση του ΕΛΑΣ και του λαού της Κοκκινιάς κρατά περίπου μέχρι τις 13:30. Οι Γερμανοί παρά την υπεροπλία τους και τα αρκετά πυρομαχικά αιφνιδιάζονται και σιγά-σιγά αφήνουν τις θέσεις τους. Οπισθοχωρούν συντεταγμένα προς τον Αη Γιώργη του Κορυδαλλού και τον Αη-Γιώργη της Νίκαιας. Εκεί ταμπουρώνονται μέσα στο σχολείο που υπήρχε πάνω από τον Αη-Γιώργη της Νίκαιας (στη συμβολή των οδών Γρεβενών και Ραιδεστού σήμερα).
Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ δεν έχουν καθόλου πυρομαχικά για να αντεπιτεθούν, ενώ ο ανεφοδιασμός από τις γύρω περιοχές είναι αδύνατος αφού η Κοκκινιά έχει κυκλωθεί από περίπου 1800 Ναζί.
Στις μάχες της 7ης Μάρτη σκοτώνεται και ο λοχαγός του ΕΛΑΣ Γιώργος Βογιατζής και το πτώμα του το κρεμάνε οι ταγματασφαλίτες σε ένα δέντρο στη συμβολή των οδών Ιωνία και Κασταμονής.
Τετάρτη 8 Μάρτη 1944
Όλη τη νύχτα οι Ναζί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους είναι ταμπουρωμένοι στο σχολείο (Γρεβενών και Ραιδεστού). Περιμετρικά υπάρχουν φρουρές από Ναζί με οπλοπολυβόλα. Οι γύρω δρόμοι περιφρουρούνται από Ναζί και ταγματασφαλίτες. Όλο το βράδυ κάνουν μικρές επιδρομές στην πόλη, τρομοκρατούν και συλλαμβάνουν Κοκκινιώτες. Ψάχνουν στα σπίτια για μαχητές του ΕΛΑΣ και μέλη του ΕΑΜ.
Οι Ναζί βγάζουν τα δικά τους χωνιά και τρομοκρατούν τον κόσμο με απειλές. Προσπαθούν να στρέψουν το λαό της Κοκκινιάς κατά του ΕΛΑΣ, του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ. Φωνάζουν ότι αν δεν επιτεθεί ο ΕΛΑΣ δεν θα πειράξουν κανέναν. Δείχνουν καθαρά ότι οι ίδιοι είναι τρομοκρατημένοι.
Από νωρίς το πρωί μέσα στο σχολείο, ο Ι. Πλυντζανόπουλος φορώντας στολή Ελληνα αξιωματικού διαλέγει ποιοι από τους αιχμαλώτους Κοκκινιώτες θα μεταφερθούν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου.
Το ίδιο πρωί οι ταγματασφαλίτες εκτελούν στην πλατεία Αγίων Αναργύρων τους συλληφθέντες, από τις 5 Μάρτη 1944, υπαστυνόμο Νίκο Σαββαϊδη, το δάσκαλο Γιώργο Βενέτα, τον Δημήτρη Τσακανίκα και τον Τσακάρα.
Αργά το απόγευμα Ναζί και ταγματασφαλίτες αποχωρούν από την Κοκκινιά με την κουστωδία τους, μεταφέροντας 300 αιχμάλωτους στο Χαϊδάρι.
Ο λαός της Κοκκινιάς μετά από λίγο ξεχύνεται στους αιματοβαμμένους δρόμους και τα μπαρουτοκαπνισμένα κτίρια της πόλης για να πανηγυρίσει.
Πανηγυρίζει που οι επιδρομείς Ναζί και ταγματασφαλίτες δεν άντεξαν να μείνουν ούτε μια ολόκληρη ημέρα στην Κοκκινιά.
Τα «χωνιά» του ΕΑΜ πιάνουν αμέσως δουλειά, ανεβάζουν το ηθικό του λαού, ζητώντας εκδίκηση για τα 300 παλικάρια της Κοκκινιάς που πήραν οι κατακτητές στο Χαϊδάρι.
Οι Γερμανοί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους δεν ξαναπάτησαν οργανωμένα στην Κοκκινιά μέχρι τις 17 Αυγούστου 1944, ημέρα που η Κοκκινιά ζει τη πιο φριχτή μέρα της ιστορίας της, το Μπλόκο της Κοκκινιάς.
Στη μάχη της Κοκκινιάς , οι καταχτητές και οι συνεργάτες τους ηττήθηκαν όχι τόσο στρατιωτικά, όσο ηθικά και ιδεολογικοπολιτικά. Η σχετική έκθεση του 6ου συντάγματος του ΕΛΑΣ αναφέρει ότι οι εισβολείς είχαν 34 νεκρούς και περισσότερους από 100 τραυματίες, ενώ ο ΕΛΑΣ έχασε 8 παλικάρια και τραυματίστηκαν 20. Η ίδια έκθεση αναφέρει ότι ο οπλισμός που διέθετε ο ΕΛΑΣ και με τον οποίο αντιστάθηκε στις μάχες ήταν 42 περίστροφα, 1 οπλοπολυβόλο με 1300 σφαίρες, 1 πολυβόλο Τόμσον με 50 φυσίγγια και 50 χειροβομβίδες.
Αυτή η μάχη, είναι ένας σημαντικός σταθμός στην ιστορία του απελευθερωτικού αγώνα της πατρίδας μας, γιατί πρώτη φορά τμήματα του ΕΛΑΣ των πόλεων έδωσαν νικηφόρα μάχη εκ παρατάξεως, με τους Γερμανούς κατακτητές και τους ντόπιους φασίστες Γερμανοτσολιάδες.
Μετά τη Μάχη της Κοκκινιάς στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου έκλεισαν τους 300 Κοκκινιώτες στα υπόγεια του «μπλοκ 3» και στο πάνω πάτωμα του «μπλοκ 4».
Στις 9 Μάρτη 1944, 50 κρατούμενοι μεταφέρονται στα νταμάρια του Χαϊδαρίου όπου και εκτελούνται. Ανάμεσά τους και 37 Κοκκινιώτες, από τους οποίους οι 5 ήταν από την Αρμένικη κοινότητα της πόλης.
ΠΗΓΕΣ:
— Χρονικό Μνήμης του Δήμου Νίκαιας «Το Μπλόκο της Κοκκινιάς», 2004
— «ΕΙΣΦΟΡΑ – στο χρονικό της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης στην Αθήνα», Σπύρου Κωτσάκη (Νέστορα), Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»
— Ριζοσπάστης 8.3.1996
*imerodromos.gr

Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

 6 Μαρτίου 1943 - Άνοιγμα Φυλακών Λειβαδιάς

Ξημερώνοντας 6 Μαρτίου 1943, ομάδα 25 ανταρτών του ΕΛΑΣ Παρνασσίδας με μία ριψοκίνδυνη καταδρομική ενέργεια καταλαμβάνει τις Φυλακές της ιταλοκρατούμενης Λειβαδιάς -στην πόλη στρατοπεύδευαν 4.000 Ιταλοί στρατιώτες- και απελευθερώνει 80 κρατούμενους μεταξύ των οποίων ήταν και ο δάσκαλος Νίκος Δημητρίου, πατέρας του καπεταν-Νικηφόρου που ηγήθηκε της αποστολής, και η γερο-Σοφία, μάνα του ελασίτη Φώτη Παρνασσιώτη (Δήμος Τσόκας).
Πριν αποχωρήσει τελευταίος από τις Φυλακές, ο καπετάνιος Νικηφόρος αφηγείται:
«Έτρεξα πάλι μέσα στο γραφείο. Τράβηξα κι έκοψα τρία-τέσσερα φύλλα άγραφο χαρτί από το βιβλίο της υπηρεσίας.
Πήρα ένα κόκκινο και μπλε μολύβι κι έγραψα γρήγορα:
Προς τις ιταλικές δυνάμεις Λιβαδειάς.
Ευχαριστούμε που δε μας ενοχλήσατε απόψε στη δουλειά μας. Σας περιμένουμε και στα βουνά μας!
Θάνατος στο Φασισμό!
Ζήτω η Ελευθερία!
Ζήτω η Ελλάδα!
6 – 3 – 43
Για το Αρχηγείο Ανταρτών του ΕΛΑΣ
Παρνασσίδας-Λοκρίδας-Δωρίδας
και υπόγραψα»
Η καταδρομική αυτή επιχείρηση είναι μοναδική στην κατεχόμενη Ελλάδα και καύχημα για το Αρχηγείο ΕΛΑΣ Παρνασσίδας.
Στις εικόνες:
1. Στην πρώτη φωτογραφία, οι αντάρτες που συμμετείχαν στο άνοιγμα των φυλακών Λειβαδιάς, λίγες μέρες μετά, στην Δαύλεια.
Στη μέση, ο δάσκαλος Νίκος Δημητρίου, περιστοιχίζεται από τους γιους του Νικηφόρο (αριστερά στη φωτογραφία) και Σόλωνα (δεξιά του).
2. Η πίσω όψη της φωτογραφίας. Γραμμένα ιδιοχείρως από τον δάσκαλο Νίκο Δημητρίου, τα ονόματα των ανταρτών και δύο απελευθερωθέντων (ο δεύτερος είναι ο δάσκαλος Αντώνης Νικολάου -αργότερα αντάρτης, με το όνομα «Τρικούπης»).


*απο ανάρτηση Πέτρος Δημητρίου

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2021

 5 Μάρτη 1943 -Το ΕΑΜ ματαιώνει την πολιτική επιστράτευση

Η 5η Μάρτη 1943 είναι μια επική σελίδα της ελληνικής Ιστορίας. Είναι η ημέρα που μια σκλαβωμένη και υπόδουλη χώρα αλλά με έναν αδούλωτο λαό – η Ελλάδα της Αντίστασης – στέκεται ολόρθη απέναντι στον κατακτητή, αψηφά τη Βέρμαχτ, τη Γκεστάπο και τα Ες Ες, ανατρέπει τους σχεδιασμούς τους να αλυσοδέσουν τα παιδιά του λαού στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και τσακίζει τη θηριωδία τους.
Ήταν πριν από 78 χρόνια. Ήταν ακριβώς σαν σήμερα, όταν ο ελληνικός λαός ματαιώνει τα σχέδια του Χίτλερ για την επιστράτευση των Ελλήνων στα γερμανικά Νταχάου.
Στο φύλλο της 3 Μάρτη υπό τον τιτλο «ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ» ο «Ριζοσπάστης» παρουσιάζοντας το γερμανικό σχέδιο, σημειώνει:
«Δίνουμε το διάταγμα της πολιτικής επιστράτευσης, όπως δημοσιεύτηκε στον τύπο της Θεσσαλονίκης στις 13.2.43. Χαρακτηριστικά αφορά όλον τον πληθυσμό άντρες και γυναίκες, όλη την Ελλάδα δηλαδή και τις ιταλικές ζώνες αφού μιλάει και για τις ιταλικές στρατιωτικές υπηρεσίες ζητάει τους έλληνες να δουλέψουν σκλάβοι των στρατοπέδων-κατέργων, ακόμα και χωρίς τροφή ενδεχομένως!
ΔΙΑΤΑΞΙΣ
30 Ιανουαρίου 1943
Περί γενικής υποχρεωτικής εργασίας του ελληνικού πληθυσμού
Επί τη βάσει της υπό του Φύρερ και Ανωτάτου Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων χορηγηθείσης μοι εξουσιοδοτήσεως, διατάσσω τα ακόλουθα:
Αρθρον 1ον– Εκαστος κάτοικος της Ελλάδος, ηλικίας από 16 μέχρι 45 ετών είναι υποχρεωμένος, εάν το απαιτήσουν αι περιστάσεις, ν’ αναλάβη υποδεικνυομένην εις αυτόν εργασίαν διά γερμανικάς ή ιταλικάς υπηρεσίας. Ιδίως είναι υποχρεωμένος να παρουσιάζεται με ακρίβειαν εις την εργασίαν, να τηρή τας ώρας εργασίας και να παρέχη απόδοσιν εργασίας, ανταποκρινομένην προς τας σωματικάς του δυνάμεις. Οι άνδρες είναι υποχρεωμένοι να εργάσθούν και έξω του τόπου της μονίμου κατοικίας των συγκεκροτημένοι εις συμβιωτικάς ομάδας στρατοπέδου, εάν απαιτηθή το τοιούτον.
Αρθρον 2ον– Η πρόσκλησις προς ανάληψιν εργασίας γίνεται υπό των γερμανικών αρχών απ’ ευθείας ή υπό των εντεταλμένων προς τούτο ελληνικών αρχών, ιδίως Επιθεωρήσεων Εργασίας και δημάρχων.
Αρθρον 3ον– Αι γερμανικαί υπηρεσίαι παρέχουν ανάλογον προς τας συνθήκας αποζημίωσιν και εφ’ όσον τούτο είναι δυνατόν και τροφήν.
Αρθρον 4ον– Ο μη συμμορφούμενος προς τας εκ των άρθρων 1 και 2 απορρέουσας υποχρεώσεις τιμωρείται με:
1) Χρηματικήν ποινήν απεριορίστως, ή
2) Φυλάκισιν ή ειρκτήν, ή
3) Στρατόπεδον καταναγκαστικών έργων.(…)
Ο Ανώτερος Στρατιωτικός Διοικητής της Νοτιανατολικής εντεταλμένος ταυτοχρόνως με την αρχηγίαν του στρατού».
Το παραπάνω διάταγμα – που μέσα από τις ΕΑΜικές οργανώσεις των τυπογράφων έχει φτάσει στα χέρια του ΕΑΜ και του ΚΚΕ πριν καν δημοσιευτεί στην εφημερίδα της κυβερνήσεως – εκδίδεται σύμφωνα με την διαταγή του στρατηγού Αλεξάντερ Λερ, στρατιωτικού διοικητή ΝΑ Ευρώπης από τον Γενάρη ως τον Σεπτέμβρη του ’43, η οποία αναφέρει :
«1… Κάθε κάτοικος της Ελλάδας ηλικίας από 16-45 χρονών είναι υποχρεωμένος, όταν το απαιτήσουν οι συνθήκες, να αναλάβει δουλειά για γερμανικές ή ιταλικές υπηρεσίες που του υποδείχθηκε. Ανδρικές εργατικές δυνάμεις είναι υποχρεωμένες να εργαστούν κι έξω από τον μόνιμο τόπο κατοικίας τους, αν χρειαστεί συγκεντρωμένοι σε κοινότητες στρατοπέδευσης.
Η πρόσκληση για την ανάληψη της δουλειάς γίνεται ή άμεσα από τις γερμανικές υπηρεσίες ή μέσω των εντεταλμένων απ’ αυτές ελληνικών υπηρεσιών, ιδιαίτερα των επιθεωρήσεων εργασίας και των δημάρχων…
4.Όποιος δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις παραγράφους 1 και 2 τιμωρείται με
1.χρηματική ποινή απεριορίστου ύψους
φυλάκιση ή ειρκτή ή με
στρατόπεδο αναγκαστικής εργασίας
Φύλλο διαταγών για το κατεχόμενο ελληνικό έδαφος, εκδιδόμενο από το Στρατιωτικό Διοικητή ΝΑ Ευρώπης 1943/12» (Μάρτιν Ζεκεντορφ, Η Ελλάδα κάτω από τον αγκυλωτό σταυρό, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, σελ. 165).
Ετσι ήδη από τις 24 Φλεβάρη, ο λαός βρίσκεται στους δρόμους καθώς το μαντάτο της επικείμενης επιστράτευσης έχει κινητοποιήσει τις δυνάμεις του ΚΚΕ και του ΕΑΜ.
Στην έκτακτη έκδοσή του ο «Ριζοσπάστης» στις 25/2/1943 γράφει για τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας: «ΚΑΤΩ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ! Με το σύνθημα τούτο δεκάδες χιλιάδες λαού διαδήλωσαν χτες μαχητικά στους δρόμους της Αθήνας τη θέλησή τους να μην υποκύψουν στα δεσμά καταχτητών και λακέδων τους».
Στο ρεπορτάζ η εφημερίδα υπολογίζει τους διαδηλωτές που ξεχύνονται ενάντια στο πολιτικό γραφείο της κυβέρνησης των Κουίσλινγκ και στο υπουργείο Εργασίας «ως 50 χιλιάδες άτομα» καταγράφοντας ότι «¨όργανα της τάξεως¨ πυροβόλησαν και τραυμάτισαν Ελληνες». Το βράδυ της ίδιας μέρας σε ραδιοφωνικό του μήνυμα ο δοσίλογος «πρωθυπουργός» Λογοθετόπουλος επιτίθεται «κατά των βαρβάρων στρατιών του Στάλιν» ενώ ο παγκαλικός υπουργός Ταβουλάρης εκδίδει ανακοίνωση ότι οι συγκεντρώσεις λαού θα πυροβολούνται.
Στις 3 Μάρτη, δυο μέρες πριν ξεσπάσει η γενικευμένη λαική απείθεια, το ΚΚΕ καλεί σε “γενική ανυπακοή”. Ο «Ριζοσπάστης», παράλληλα με την αποκάλυψη του διατάγματος, κυκλοφορεί με υπέρτιτλο: “ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΦΕΚΙΣΜΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗΣ ΜΙΑ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΑΣ: ΓΕΝΙΚΗ ΑΝΥΠΑΚΟΗ, ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ, ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΙ’ ΑΝΤΑΡΤΟΠΟΛΕΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΤΑΙΩΣΗ ΤΗΣ!”. Στην πρώτη σελίδα, στο άρθρο με τίτλο «Ο ΠΑΛΑΙΚΟΣ ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ΅ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗΣ», σημειώνεται:«Κανένα από τα απάνθρωπα μέτρα των φασιστών κατακτητών δεν συγκλόνισε τόσο το λαό μας και δεν τον κίνησε κυριολεκτικά σύσσωμο στον αγώνα, όσο η απειλή της πολιτικής επιστράτευσης».
Στις 5 Μάρτη, πια, στην γενική απεργία που παίρνει καθολικό χαρακτήρα, το «επιβλητικό μεγαλείο» όπως περιγράφει ο «Ριζοσπάστης» την διαδήλωση της 24 Φλεβάρη, μετατρέπεται σε ξέφρενη θύελλα και σε παλλαϊκό σεισμό, με πάνω από 300.000 χιλιάδες λαού στους δρόμους να διαδηλώνουν κρατώντας τα πλακάτ με το σύνθημα «Κάτω η επιστράτευση!» και τις χιλιάδες προκηρύξεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ να κατακλύζουν την πόλη.
Η κινητοποίηση του λαού είναι τόσο μεγάλη που παρότι οι Γερμανοί αναμένουν τις αντιδράσεις (ήδη σε τηλεγράφημά του στις 24/2 προς το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών ο Γκέβενιτς, επιτετραμμένος του Ραιχ στην Αθήνα, προειδοποιεί ότι έρχεται «απεργιακό κίνημα σε πλατιά βάση» – «Η Ελλάδα κάτω από τον αγκυλωτό σταυρό», σελ 166»), αδυνατούν να τις ανακόψουν. Οι χιλιάδες των διαδηλωτών καταλαμβάνουν το υπουργείο Εργασίας, καταστρέφουν τα ναζιστικά σχέδια και πυρπολούν τις καταστάσεις, τα έγγραφα και τους καταλόγους με τα ονόματα των υπο επιστράτευση Ελλήνων.
Ο παράνομος «Ριζοσπάστης» περιγράφοντας τα γεγονότα στην έκτακτη έκδοση της 6 Μάρτη κάνει λόγο για «μεγαλειώδη παλλαικό συναγερμό των Ελλήνων», για «μυριάδες διαδηλωτές στην Αθήνα και τον Πειραιά» και σημειώνει:
«Το θέαμα της χτεσινής παλλαϊκής μάχης του λαού μας στην Αθήνα και τον Πειραιά θα μείνει ένα από τα λαμπρότερα και ηρωικότερα περιστατικά της ιστορίας του (…). Με τη δολοφονική ενέδρα που χαρακτηρίζει κάθε πράξη των φασιστών και με την ακόμα πιο σιχαμερή θρασύτητα των «ελλήνων» αστυνομικών οργάνων τους υποδέχτηκαν οι τύραννοι τις ανθρωποθάλασσες (…) Για την ώρα εξακριβώθηκαν δώδεκα νεκροί και πάνω από εκατό τραυματίες. Το αίμα των ελλήνων που έβαψε χτες τους δρόμους (…) εσφράγισε αμετάκλητα την απόφαση του λαού να συντρίψει τις αλυσίδες της σκλαβιάς, να ζήσει ελεύτερος».
Τα ναζιστικά πυρά που τελικά δολοφονούν πάνω από 18 διαδηλωτές και τραυματίζουν πάνω από 135 δεν είναι ικανά να φέρουν σε πέρας την επιστράτευση. Η Ελλάδα είναι ο τόπος που ο Χίτλερ δεν θα εφαρμόσει ό,τι εφάρμοσε σε κάθε άλλη κατεχόμενη χώρα, θα εξαναγκαστεί σε υποχώρηση και στην ακύρωση της επιστράτευσης, όπως αναγκάζεται ο ίδιος ο Λογοθετόπουλος να δηλώσει στον τύπο μια μέρα αργότερα.
Στις 11 Μάρτη ο Ριζοσπάστης στο πρωτοσέλιδο με τίτλο “ΕΝΩ ΑΧΝΙΖΕΙ ΤΟ ΑΙΜΑ…”, γράφει: “Ο ελληνικός λαός πήρε την υπόθεση της λευτεριάς του στα ίδια του τα χέρια. Ας τρέμουν όλοι οι εχθροί του (…). Ελληνες! Στις 5 του Μάρτη νικήσατε μια νίκη περίλαμπρη”.
«Όσοι συχνά με μοιρολατρική διάθεση – έγραφε ο Νίκος Καραντηνός – αποδέχονται με σκυμμένο το κεφάλι τα αμέτρητα όσα καθημερινά εξοντωτικά γίνονται σε βάρος του λαού πάνω στο ψωμί, πάνω στη ζωή του, στο αύριο αυτής της χώρας, στα δικαιώματά του θα πρέπει να διαβάσουν πώς με τυπωμένα όλα αυτά τα διατάγματα, μ’ έτοιμους τους καταλόγους, τελικά αναγκάστηκαν να τα πάρουν όλα πίσω. Και δημόσια να ανακοινώσουν οι εθνοπροδότες τη ματαίωση της πολιτικής επιστράτευσης».
***
Τα αποσπάσματα που ακολουθούν περιγράφουν με αυθεντικό τρόπο το πώς γεννήθηκε η 5ηΜάρτη του 1943. Το κείμενο είναι του Νίκου Πλουμπίδη.
Γράφτηκε στις 5 Μάρτη 1954, στις φυλακές της απομόνωσης όπου το μετεμφυλιακό κράτος είχε καταδικάσει τον άνθρωπο, τον κομμουνιστή, τον δάσκαλο Νίκο Πλουμπίδη.
«Η 5η του Μάρτη, του 1943, είναι ιστορική ημέρα για το Ελληνικό Λαϊκό επαναστατικό κίνημα με παγκόσμια απήχηση και σημασία. Την ημέρα αυτή ολόκληρος ο Αθηναϊκός λαός με ΓΕΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΠΑΛΛΑΪΚΗ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ στο κέντρο της Αθήνας επέβαλε στο Χίτλερ και στους Ελληνες πράκτορές του να ανακαλέσουν την ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ. Με λίγα λόγια και χωρίς φιλολογία η 3η Μάρτη εγεννήθη έτσι:
Στις 20 Φλεβάρη ο Γραμματέας της ΚΟΑ (Κομμουνιστική Οργάνωση της Αθήνας) ο αξέχαστος Κ. Χατζήμαλης (σσ: γραμματέας της Επιτροπής Πόλης της ΚΟΑ του ΚΚΕ, εκτελέστηκε από τους γερμανοτσολιάδες στη Θεσσαλονίκη το 1944) ήλθε στο σπίτι μου και μου ανέφερε ότι την επόμενη οι ΔΥ (Δημόσιοι Υπάλληλοι) κατεβαίνουν σε απεργία, ότι όλα είναι έτοιμα και σε ότι σε μια ώρα συνέρχεται η επιτροπή Γκρούπας (ομάδας Αχτίδων) των ΔΥ για να κανονίσουν τις λεπτομέρειες. Πριν δώσω τη συγκατάθεσή μου (διότι καθοδηγούσα την ΚΟΑ από το ΠΓ) θέλησα να εξετάσω προσωπικά τα πράγματα και πήγα στη συνεδρίαση (…). Από όσα ειπώθηκαν έκρινα ότι η απεργία ΔΕΝ είχε προπαρασκευαστεί και ΔΕΝ είχαν εκλεγεί απεργιακά όργανα παντού (…).Ανέβαλα την απεργία για μια βδομάδα και έδωσα συγκεκριμένες οδηγίες για την εκλογή απεργιακών οργανώσεων κ.λπ. Ταυτόχρονα έδωσα εντολή στην ΚΟΑ να προπαρασκευάσει τους εργατοϋπαλληλικούς κλάδους και τις λαϊκές μάζες των συνοικιών έτσι που όταν κηρύξουμε απεργία των Δ.Υ. να την επεκτείνουμε και να την γενικεύσουμε.
Στις 27 Φλεβάρη ξανασυνήλθε η επιτροπή Δ.Υ. (…). Εγώ αφού ανέπτυξα ότι δεν κάνουμε την απεργία για την απεργία αλλά την κάνουμε για να επιβάλουμε τη λύση των εργατικών διεκδικήσεων, ότι η απεργία είναι μια σοβαρή μάχη και η έκβασή της παίζει μεγάλο ρόλο, ότι οι Δ.Υ. χωρίς το βαρύ πυροβολικό τους, το ΤΤΤ, δεν μπορεί νάχουν την επιβολή που χρειάζεται και τον αντίκτυπο στην κοινή γνώμη, ανέβαλα για μια βδομάδα ακόμη και συνέστησα ειδικά συγκεκριμένα μέτρα για τα ΤΤΤ, και το Υπουργείο Οικονομικών.
Στις 4 του Μάρτη, πριν ακόμα φωτίσει, ήλθε ξαφνικά ο Κ. Χατζήμαλης και μου αναφέρει ότι “απεφασίσθη η πολιτική επιστράτευση και ότι αύριο στις 5 του μηνός θα το αναγγείλει από το Ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών ο Πρωθυπουργός Λογοθετόπουλος”. Η είδηση ήταν σοβαρή με εξαιρετική πολιτική σημασία. Έπρεπε να προλάβουμε τον εχθρό, προτού αναγγείλει την απόφασή του. Είπα να συγκληθεί αμέσως η επιτροπή πόλης και με συνδέσμους να ειδοποιηθούν τα στελέχη της ΚΟΑ να είναι σε επιφυλακή (…) το ζήτημα ήταν σοβαρότατο, ήταν γενικό πολιτικό ζήτημα (…). Κατέληξα να αναλάβω τις ευθύνες, έβλεπα καθαρά την επιτυχία και τη ΝΙΚΗ, όχι συναισθηματικά, αλλά με τη μελέτη της κατάστασης και αποφάσισα να κατεβάσω στις 5 του Μάρτη τους εργατοϋπαλληλικούς κλάδους της Αθήνας σε ΓΕΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ και όλο το λαό της Αθήνας σε ΠΑΛΛΑΪΚΗ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ με σύνθημα: ΚΑΤΩ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ. ΨΩΜΙ, ΔΟΥΛΕΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ.
Σε δυο ώρες συνήλθε η επιτροπή πόλης της ΚΟΑ που αποτελούνταν από διαλεχτούς αγωνιστές. Εκεί ανέπτυξα την πρότασή μου (σ.σ.: ΓΕΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ και ΠΑΛΛΑΪΚΗ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ με σύνθημα: ΚΑΤΩ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ. ΨΩΜΙ, ΔΟΥΛΕΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ) και ετόνισα τις ιστορικές ευθύνες που αναλαμβάνουμε. Όλα τα μέλη δέχτηκαν με ενθουσιασμό την πρότασή μου. Καθορίσαμε το γενικό πρόγραμμα δράσης και όλοι έφυγαν για να κινητοποιήσουν τους τομείς που καθοδηγούσε ο καθένας. Είπαμε να ειδοποιηθεί και η Κ.Ο. Πειραιά να βοηθήσει κι αυτή.
Από το μεσημέρι της Τρίτης 4 Μάρτη δεκάδες χιλιάδες λαϊκοί αγωνιστές βρίσκονταν σε πυρετώδη κίνηση. Τα τυπογραφεία και οι πολύγραφοι δούλευαν αδιάκοπα. Πλακάτ, σημαίες, συνθήματα ετοιμάστηκαν. Τα σχέδια πορείας του κάθε κλάδου και τομέα καταστρώθηκαν. Χιλιάδες προκηρύξεις και τρικ μοιράστηκαν. Οι συνδέσεις των διαφόρων κρίκων εκανονίστηκαν.
Τα ΧΩΝΙΑ τότε εφευρέθηκαν και τέθηκαν σε εφαρμογή. ΟΛΟΙ οι τομείς ΟΛΑ τα γρανάζια της πολύπλευρης και πολύπλοκης μηχανής τέθηκαν σε κίνηση και άρχισαν να δουλεύουν ταχύτατα και κανονικά. Ξημέρωσε η Τετάρτη 5 Μάρτη του 1943. Όλη η κίνηση, όλες οι υπηρεσίες σταματημένες.
Η ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ήταν πράγματι ΚΑΘΟΛΙΚΗ. Όλα νεκρώθηκαν. Εργάτες, υπάλληλοι, βιοτέχνες, έμποροι, όλοι απεργούν, όλα κλειστά και τότε άρχισε να ξεχύνεται στο κέντρο της Αθήνας ο λαϊκός χείμαρρος των συνοικιών. Για πρώτη φορά τόσο πυκνές λαϊκές μάζες κατέβηκαν στο πεζοδρόμιο για να διεκδικήσουν και να επιβάλουν τα αιτήματά τους. Για πρώτη φορά παρουσιάστηκε μια τόσο μεγάλη σε όγκο και μαχητικότητα ΠΑΛΛΑΪΚΗ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ. Αυτό ήταν πρωτοφανές όχι μόνο για την Αθήνα αλλά και για τις μεγάλες ξένες πρωτεύουσες κι αυτό όχι σε καιρούς ειρηνικούς αλλά κάτω απ’ τον πιο βάρβαρο καταχτητή.
Το παλλαϊκό ξεσήκωμα ήταν τέτοιο που οι κατακτητές αναγκάστηκαν να ανακαλέσουν την απόφασή τους και να δηλώσουν ότι “ΔΕΝ ΤΙΘΕΤΑΙ ζήτημα πολιτικής επιστράτευσης για την Ελλάδα”. Η 5η του Μάρτη του 1943 δεν έσωσε μόνο τα ελληνόπουλα από τα γερμανικά κάτεργα αλλά συνετέλεσε και στην πορεία και την εξέλιξη του πολέμου και έδειξε το δρόμο που πρέπει να ακολουθούν οι λαοί για να επιβάλουν τις θελήσεις τους (…)».
(Ν. Πλουμπίδης, Φυλακές Απομόνωσης 5.3.54).
(*) «Τα χωνιά του ΕΑΜ» και το χαρακτικό με θέμα τη διαδήλωση εναντίον της επιστράτευσης της 5ης Μάρτη 1943 είναι έργα του μεγάλου εικαστικού Α. Τάσσου.
Πηγές:
“Ριζοσπάστης Περίοδος 1941-1945” έκδοση Ριζοσπάστης – Σύγχρονη Εποχή,
Μάρτιν Ζέκεντορφ «Η Ελλάδα κάτω από τον αγκυλωτό σταυρό» εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή,
«Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΑΘΗΝΑ – Μερικοί βασικοί σταθμοί στην ιστορία της ΚΟΑ του ΚΚΕ» Βασ.Μπατζιώτας εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή,
Ριζοσπάστης 6/12/1998, 2/3/2003, 6/3/2005, 5/3/2006, 5/3/2011
*imerodromos.gr

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2021

 Η ιστορική μάχη της Κοκκινιάς, Μάρτιος του 1944

Το 1944 βρίσκει την Αντιστασιακή δράση του λαού της Αθήνας και του Πειραιά σε άνοδο, οι κάτοικοι των συνοικιών οργανώνονται μαζικά στο ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ και την ΕΠΟΝ. Οι Γερμανοί κατακτητές και η δωσίλογη κυβέρνηση του Ράλλη ανησυχούν. Κύριος στόχος τους το ξήλωμα των αντιστασιακών οργανώσεων και το γονάτισμα των συνοικιών.
Από την άλλη ο ΕΛΑΣ ετοιμάζει σχέδια και οργανώνει την άμυνα των συνοικιών. Το 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ είχε αναλάβει την υπεράσπιση της Κοκκινιάς. Δίπλα στον ΕΛΑΣ βρίσκονταν τα μέλη του ΕΑΜ, οι ΕΠΟΝίτες και κυρίως η συντριπτική πλειοψηφία του λαού της Κοκκινιάς.
Σάββατο 4 Μάρτη 1944
Χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες προσπαθούν να εισβάλουν από δυο διαφορετικά σημεία στην πόλη. Ακολουθούν πολύωρες συγκρούσεις με τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ, οι οποίοι καταφέρνουν και αναχαιτίζουν τους εισβολείς, που οπισθοχωρούν προς την Αθήνα και προς τον Κορυδαλλό.
Το ίδιο βράδυ συγκαλείται κοινή σύσκεψη στην Κοκκινιά από στελέχη του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ και αποφασίζουν γενική επιφυλακή και ενημέρωση του λαού της πόλης. Η Κομματική Οργάνωση της Κοκκινιάς του ΚΚΕ, αποφασίζει να γίνει την επόμενη ημέρα συλλαλητήριο του λαού της Κοκκινιάς ενάντια στην τρομοκρατία των Ταγμάτων Ασφαλείας.
Κυριακή 5 Μάρτη 1944
Οι Κοκκινιώτες απαντούν με μεγαλειώδες συλλαλητήριο κατά της τρομοκρατίας στην πλατεία του Αγίου Νικολάου. Παράλληλα απαιτούν συσσίτιο για τα παιδιά. Στο τέλος του συλλαλητηρίου η πόλη δέχεται επιδρομή, πάλι από δυο κατευθύνσεις. Από τη Λεύκα, στη Θηβών, με δύο φορτηγά γεμάτα χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες. Κατάφεραν να φτάσουν μέχρι την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων.
Η δεύτερη επίθεση γίνεται από το Γ. Νεκροταφείο με τρία καμιόνια γεμάτα γερμανοτσολιάδες. Οι μάχες εξαπλώνονται μέχρι την Παιδική Στέγη και εκεί το 3ο Τάγμα του ΕΛΑΣ Κοκκινιάς καταφέρνει να διασπάσει τους επιδρομείς. Το πρώτο φορτηγό διαφεύγει προς την παλαιά Κοκκινιά μέσω της οδού Σμύρνης, το δεύτερο προς το Κουτσουκάρι, όπου εκεί το «υποδέχονται» ΕΛΑΣίτες οπλισμένοι με χειροβομβίδες και το τρίτο φορτηγό οπισθοχωρεί προς την Αθήνα.
Ο λαός της Κοκκινιάς πανηγυρίζει που οι ΕΛΑΣίτες καταφέρνουν για δεύτερη ημέρα να αναχαιτίσουν την επίθεση των ντόπιων συνεργατών των Γερμανών. Από αυτή την επιτυχία του ΕΛΑΣ αλλά και από το μαζικό συλλαλητήριο που οργάνωσε η Κομματική Οργάνωση Κοκκινιάς του ΚΚΕ, ο διορισμένος από τον Ιωάννη Ράλλη, Δήμαρχος της Πόλης Γρηγόρης Χατζής, παραιτείται.
Δευτέρα 6 Μάρτη 1944
Την επόμενη μέρα ο Πειραιάς αντιδρά και κατεβαίνει σε μαζική πανεργατική απεργία κατά της τρομοκρατίας του λαού της Κοκκινιάς. Η συμμετοχή κι η αλληλεγγύη των εργατών και του λαού προς τους Κοκκινιώτες αγωνιστές είναι καθολική. Νεκρώνει το λιμάνι, τα συνεργεία, τα ραφτάδικα, τα υφαντουργεία, τα σαπουνάδικα, τα λαδάδικα… σε όλο τον Πειραιά. Εκτός από την αλληλεγγύη των εργατών και του λαού προς τους Κοκκινιώτες, οι απεργιακές κινητοποιήσεις μπλοκάρουν και σημαντικές δυνάμεις των Γερμανών, των Ταγμάτων Ασφαλείας και της Χωροφυλακής, στο κέντρο του Πειραιά και δεν μπορούν να εισβάλουν στην Κοκκινιά.
Όμως η μέρα δεν ήταν ήσυχη για την Κοκκινιά. Νωρίς το πρωί δύο φορτηγά με ταγματασφαλίτες προσπαθούν να μπουν στην πόλη από το Γ΄ Νεκροταφείο. Τους εμποδίζουν δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ και τους τρέπουν σε φυγή προς τον ελαιώνα δίπλα στο νεκροταφείο
Σε λιγότερο από μία ώρα, από το ίδιο σημείο, η πόλη δέχεται σχεδιασμένη επιδρομή. Καταφθάνουν δέκα φορτηγά με περίπου 600 γκεσταπίτες, χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες. Μέσω της οδού Κυδωνιών, αργά-αργά προσπαθούν να φτάσουν όσο πιο μέσα γίνεται στην Κοκκινιά. Την πρώτη αντίσταση τη συναντούν από τις ταράτσες των εργατικών πολυκατοικιών. Εκεί βρίσκεται οχυρωμένη η διμοιρία του Μιχάλη Ραφαηλάκη που η σθεναρή της άμυνα καθυστερεί σημαντικά τους επιδρομείς.
Στη συνέχεια οι φασίστες επιδρομείς δέχονται επίθεση από τη διμοιρία του «μπάρμπα-Γιώργου» (Γιώργος Κιστριάδης) στην Κυδωνιών (Πέτρου Ράλλη, στο σημείο που βρίσκεται σήμερα η ΕΥΔΑΠ).
Από τις ισχυρές επιθέσεις που δέχονται οι επιδρομείς στην Παιδική Στέγη, αναγκάζονται να σπάσουν τη φάλαγγά τους σε δύο μέρη (ό, τι ακριβώς έγινε και την προηγούμενη ημέρα).
Η πρώτη φάλαγγα πάει προς το Κουτσουκάρι, όπου συνεχώς δέχεται επιθέσεις από τα στενά, από τις διμοιρίες του Κώστα Διαμαντή και του Νίκου Παπαδόπουλου. Τελικά οι φασίστες επιδρομείς σκορπίζουν σε άτακτη φυγή.
Η δεύτερη φάλαγγα, που είναι πολύ μεγαλύτερη σε όγκο, οπισθοχωρεί προς την περιοχή των Άσπρων Χωμάτων. Εκεί δέχεται επιθέσεις από τις διμοιρίες του Θοδωρή Μπιζάνη και του Μιχάλη Ραφαηλάκη ο οποίος είχε μεταφερθεί εκεί από τις εργατικές πολυκατοικίες. Λίγο πιο κάτω βρίσκεται και το 1ο τάγμα του 5ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ το οποίο σταματά την επίθεση που πήγε να δεχτεί η πόλη από τη Λεύκα στη Θηβών.
Η έκθεση του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ αναφέρει ότι ένα αυτοκίνητο με χωροφύλακες φτάνει στο Κρατικό Νοσοκομείο Σαπόρτα στην παλαιά Κοκκινιά που έχει διακομιστεί ο νεκρός χωροφύλακας από τη συμπλοκή της προηγούμενης ημέρας. Στο Νοσοκομείο Σαπόρτα οι χωροφύλακες συλλαμβάνουν κάποιους επισκέπτες και ορισμένους από το προσωπικό. Σε πεζή φάλαγγα μέσω της οδού Θηβών κατευθύνονται προς τον Πειραιά με τους αιχμαλώτους. Ξαφνικά δέχονται επίθεση από τα στενά της οδού Θηβών από το 1ο Τάγμα του ΕΛΑΣ (Σ. Κύβελος – Ν. Χιωτάκης), που ελευθερώνει τους αιχμαλώτους και τραυματίζει δέκα χωροφύλακες.
Άλλη μια επίθεση στην πόλη έχει αναχαιτιστεί. Παρά τους τραυματισμούς, τις συλλήψεις, την τρομοκρατία και το φόβο για το τι ξημερώνει την επόμενη ημέρα, ο λαός της Κοκκινιάς πανηγυρίζει. Βλέπει τα παλικάρια του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ να αψηφούν το θάνατο για να μην πατήσουν οι Ναζί στην Κοκκινιά.
Το βράδυ οι ΕΑΜίτες γεμίζουν την πόλη με συνθήματα στους τοίχους, ενώ τα «χωνιά» του ΕΑΜ ακούγονται σε κάθε γωνιά της πόλης.
Τρίτη 7 Μάρτη 1944
Οι επιθέσεις των Γερμανών εντείνονται. Ο πολιορκητικός κλοιός στενεύει ασφυκτικά γύρω απ’ την πόλη. Από τις 5:00 το πρωί υπάρχουν κινήσεις των κατακτητών γύρω από όλη την πόλη.
Στις 6:00 η σάλπιγγα του ΕΛΑΣ από το Περιβολάκι, σημαίνει τη γενική επίθεση του λαϊκού στρατού. Σε κάθε στενό της Κοκκινιάς, γύρω από Περιβολάκι, γίνονται μάχες σώμα με σώμα για την κατάληψη του κάθε δρόμου.
Σε λίγες ώρες ο ΕΛΑΣ αρχίζει να υποχωρεί λόγω έλλειψης πυρομαχικών. Από τη μεριά του Δημαρχείου γερμανοτσολιάδες μπαίνουν στην πόλη. Τους αντιμετωπίζουν μαχητές του 3ου Τάγματος με ένα οπλοπολυβόλο και πέντε χειροβομβίδες.
Μέχρι τις 11:00, η αντίσταση του ΕΛΑΣ έχει καμφθεί. Τα πυρομαχικά είναι ελάχιστα. Οι Γερμανοί έχουν καταλάβει τις θέσεις στο Περιβολάκι. Την ίδια ώρα, 15 Γερμανοί προσπαθούν να εισβάλλουν από την οδό Καραϊσκάκη οπλισμένοι με όλμους και πολυβόλα. Τους απωθεί το 2ο τάγμα με ελάχιστα πυρομαχικά.
Οι πυροβολισμοί του ΕΛΑΣ είναι σποραδικοί για οικονομία πυρομαχικών αφού αυτά έχουν εξαντληθεί.
Στις 11:00 παίρνεται η απόφαση για γενική αντεπίθεση με όσα πυρομαχικά έχουν απομείνει και αν χρειαστεί ακόμα και με πέτρες ή με τα χέρια. Η αντεπίθεση έχει στόχο την πλατεία στο Περιβολάκι που έχει καταληφθεί από Ναζί.
Η αντεπίθεση του ΕΛΑΣ και του λαού της Κοκκινιάς κρατά περίπου μέχρι τις 13:30. Οι Γερμανοί παρά την υπεροπλία τους και τα αρκετά πυρομαχικά αιφνιδιάζονται και σιγά-σιγά αφήνουν τις θέσεις τους. Οπισθοχωρούν συντεταγμένα προς τον Αη Γιώργη του Κορυδαλλού και τον Αη-Γιώργη της Νίκαιας. Εκεί ταμπουρώνονται μέσα στο σχολείο που υπήρχε πάνω από τον Αη-Γιώργη της Νίκαιας (στη συμβολή των οδών Γρεβενών και Ραιδεστού σήμερα).
Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ δεν έχουν καθόλου πυρομαχικά για να αντεπιτεθούν, ενώ ο ανεφοδιασμός από τις γύρω περιοχές είναι αδύνατος αφού η Κοκκινιά έχει κυκλωθεί από περίπου 1800 Ναζί.
Στις μάχες της 7ης Μάρτη σκοτώνεται και ο λοχαγός του ΕΛΑΣ Γιώργος Βογιατζής και το πτώμα του το κρεμάνε οι ταγματασφαλίτες σε ένα δέντρο στη συμβολή των οδών Ιωνία και Κασταμονής.
Τετάρτη 8 Μάρτη 1944
Όλη τη νύχτα οι Ναζί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους είναι ταμπουρωμένοι στο σχολείο (Γρεβενών και Ραιδεστού). Περιμετρικά υπάρχουν φρουρές από Ναζί με οπλοπολυβόλα. Οι γύρω δρόμοι περιφρουρούνται από Ναζί και ταγματασφαλίτες. Όλο το βράδυ κάνουν μικρές επιδρομές στην πόλη, τρομοκρατούν και συλλαμβάνουν Κοκκινιώτες. Ψάχνουν στα σπίτια για μαχητές του ΕΛΑΣ και μέλη του ΕΑΜ.
Οι Ναζί βγάζουν τα δικά τους χωνιά και τρομοκρατούν τον κόσμο με απειλές. Προσπαθούν να στρέψουν το λαό της Κοκκινιάς κατά του ΕΛΑΣ, του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ. Φωνάζουν ότι αν δεν επιτεθεί ο ΕΛΑΣ δεν θα πειράξουν κανέναν. Δείχνουν καθαρά ότι οι ίδιοι είναι τρομοκρατημένοι.
Από νωρίς το πρωί μέσα στο σχολείο, ο Ι. Πλυντζανόπουλος φορώντας στολή Ελληνα αξιωματικού διαλέγει ποιοι από τους αιχμαλώτους Κοκκινιώτες θα μεταφερθούν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου.
Το ίδιο πρωί οι ταγματασφαλίτες εκτελούν στην πλατεία Αγίων Αναργύρων τους συλληφθέντες, από τις 5 Μάρτη 1944, υπαστυνόμο Νίκο Σαββαϊδη, το δάσκαλο Γιώργο Βενέτα, τον Δημήτρη Τσακανίκα και τον Τσακάρα.
Αργά το απόγευμα Ναζί και ταγματασφαλίτες αποχωρούν από την Κοκκινιά με την κουστωδία τους, μεταφέροντας 300 αιχμάλωτους στο Χαϊδάρι.
Ο λαός της Κοκκινιάς μετά από λίγο ξεχύνεται στους αιματοβαμμένους δρόμους και τα μπαρουτοκαπνισμένα κτίρια της πόλης για να πανηγυρίσει.
Πανηγυρίζει που οι επιδρομείς Ναζί και ταγματασφαλίτες δεν άντεξαν να μείνουν ούτε μια ολόκληρη ημέρα στην Κοκκινιά.
Τα «χωνιά» του ΕΑΜ πιάνουν αμέσως δουλειά, ανεβάζουν το ηθικό του λαού, ζητώντας εκδίκηση για τα 300 παλικάρια της Κοκκινιάς που πήραν οι κατακτητές στο Χαϊδάρι.
Οι Γερμανοί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους δεν ξαναπάτησαν οργανωμένα στην Κοκκινιά μέχρι τις 17 Αυγούστου 1944, ημέρα που η Κοκκινιά ζει τη πιο φριχτή μέρα της ιστορίας της, το Μπλόκο της Κοκκινιάς.
Στη μάχη της Κοκκινιάς , οι καταχτητές και οι συνεργάτες τους ηττήθηκαν όχι τόσο στρατιωτικά, όσο ηθικά και ιδεολογικοπολιτικά. Η σχετική έκθεση του 6ου συντάγματος του ΕΛΑΣ αναφέρει ότι οι εισβολείς είχαν 34 νεκρούς και περισσότερους από 100 τραυματίες, ενώ ο ΕΛΑΣ έχασε 8 παλικάρια και τραυματίστηκαν 20. Η ίδια έκθεση αναφέρει ότι ο οπλισμός που διέθετε ο ΕΛΑΣ και με τον οποίο αντιστάθηκε στις μάχες ήταν 42 περίστροφα, 1 οπλοπολυβόλο με 1300 σφαίρες, 1 πολυβόλο Τόμσον με 50 φυσίγγια και 50 χειροβομβίδες.
Αυτή η μάχη, είναι ένας σημαντικός σταθμός στην ιστορία του απελευθερωτικού αγώνα της πατρίδας μας, γιατί πρώτη φορά τμήματα του ΕΛΑΣ των πόλεων έδωσαν νικηφόρα μάχη εκ παρατάξεως, με τους Γερμανούς κατακτητές και τους ντόπιους φασίστες Γερμανοτσολιάδες.
Μετά τη Μάχη της Κοκκινιάς στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου έκλεισαν τους 300 Κοκκινιώτες στα υπόγεια του «μπλοκ 3» και στο πάνω πάτωμα του «μπλοκ 4». Στις 9 Μάρτη 1944, 50 κρατούμενοι μεταφέρονται στα νταμάρια του Χαϊδαρίου όπου και εκτελούνται. Ανάμεσά τους και 37 Κοκκινιώτες, από τους οποίους οι 5 ήταν από την Αρμένικη κοινότητα της πόλης.
* imerodromos.gr
ΠΗΓΕΣ:
— Χρονικό Μνήμης του Δήμου Νίκαιας «Το Μπλόκο της Κοκκινιάς», 2004
— «ΕΙΣΦΟΡΑ – στο χρονικό της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης στην Αθήνα», Σπύρου Κωτσάκη (Νέστορα), Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»
— Ριζοσπάστης 8.3.1996

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2021

 1 Μάρτη 1948: Το μακελειό της Μακρονήσου

Ολοκληρώνεται το μακελειό της Μακρονήσου, που ξεκίνησε στις 29 Φλεβάρη, όταν ο λόχος Ασφαλείας του στρατοπέδου άνοιξε πυρ κατά των φαντάρων που διαμαρτύρονταν για τη βίαιη συμπεριφορά των Αλφαμιτών έναντι των άρρωστων συντρόφων τους.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου Στρατιωτικών στις 29/2, τα θύματα ήταν 17 νεκροί και 61 τραυματίες, όλοι «επικίνδυνοι κομμουνισταί»…
Η εφημερίδα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας «Εξόρμηση» κάνει λόγο για «έγκλημα (που) ξεπερνάει σε αγριότητα και τα χιτλερικά εγκλήματα». Ωστόσο, την επόμενη μέρα (1/3) πραγματοποιήθηκε νέο δολοφονικό πογκρόμ, ακόμα πιο φρικιαστικό, πιο εξοντωτικό και πιο ανελέητο από το προηγούμενο: Περιπολικό του Πολεμικού Ναυτικού υπό τον συνταγματάρχη Μπαϊρακτάρη και δεσμοφύλακες της Μακρονήσου βάλλει κατά των κρατουμένων. Κανείς δε γνωρίζει τον ακριβή αριθμό των νεκρών! Ο γιατρός του Α’ τάγματος Λ. Γεωργιλάκος, πολλά χρόνια αργότερα, βεβαίωσε ότι ο ίδιος πιστοποίησε το θάνατο 180 σκαπανέων, τους οποίους η διοίκηση του στρατοπέδου και τα όργανά της φόρτωσαν στο αμπάρι ενός καϊκιού. Ο καπετάνιος του καϊκιού Μ. Βονταμίτης, πριν πεθάνει, σε μαρτυρία του, κάνει λόγο για 350 νεκρούς που τους μετέφερε με δρομολόγια μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερονήσι Σαν Τζιόρτζιο, όπου «παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στο βυθό της θάλασσας»… Πολλά έχουν γραφτεί μέχρι σήμερα για τη Μακρόνησο. Το γεγονός της σφαγής 300 περίπου άοπλων ανθρώπων, το επίσημο κράτος μέχρι σήμερα το αποκρύπτει. Δεν τολμά να δώσει τα επίσημα στοιχεία από τα αρχεία του για τη Μακρόνησο, για το έγκλημα της σφαγής και τον τόπο ταφής των νεκρών . Η πολιτεία και η Δικαιοσύνη συνεχίζουν επί 72 κοντά χρόνια να μην τολμούν και να μη θέλουν, έστω και για την ιστορική αλήθεια, να φωτίσουν το φάκελο Μακρόνησος. Για το έγκλημα αυτό οι πάντες σιώπησαν και σιωπούν. Η δημιουργία του στρατοπέδου Η Μακρόνησος, το άγονο αυτό νησί των 15 τετραγωνικών χλμ. αναγορεύτηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης με εισήγηση του ΓΕΣ προς το υπουργείο Στρατιωτικών στις 19/2/47. Η εισήγηση εγκρίθηκε στις 3/4/47 και οι πρώτοι σκαπανείς αριστεροί στρατιώτες δίχως όπλα έφτασαν στη Μακρόνησο στις 26/5/47. Η Μακρόνησος λειτούργησε ως το 1958 με τρόπο που να «ντρέπεται ο ήλιος ως διαβαίνει απ’ το νησί, τόσο σκυφτούς ανθρώπους ν’ αντικρίζει» Ο Υπουργός Εσωτερικών που άνοιξε την Μακρόνησο ήταν ο Στράτος .Το κολαστήρι χαιρέτησαν με ενθουσιασμό πολιτικοί της εποχής, Τσάτσος «Αναρρωτήριο ψυχών… Συνέχιση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού… Εθνική κολυμβήθρα… Νέα Εδέμ στα μάτια της ελληνικής Ιστορίας». Π. Κανελλόπουλος «στη Μακρόνησο αναγεννάται η Ελλάς ωραιοτέρα στην ψυχή των Ελλήνων». Ο σκοπός του στρατοπέδου, δεν ήταν άλλος από τη συγκέντρωση των κομμουνιστών, αριστερών και προοδευτικών νέων με στόχο την αναμόρφωσή τους σε εθνικόφρονες πολίτες και πειθήνια όργανα του καθεστώτος. Παράλληλα, η Μακρόνησος θα λειτουργούσε και ως χώρος συγκέντρωσης των πολιτικών κρατουμένων, ιδιαίτερα των πιο επικίνδυνων για το καθεστώς, με πρώτη προτεραιότητα αυτούς που κρατούνταν σε φυλακές οι οποίες βρίσκονταν κοντά στις εμπόλεμες περιοχές. Η διοικούσα αρχή του στρατοπέδου ήταν η BXI Διεύθυνση του ΓΕΣ, τα ίχνη της οποίας έχουν επιμελώς σβηστεί από τα στρατιωτικά αρχεία. Το εν λόγω στρατόπεδο φτιάχτηκε με τη βοήθεια και καθ’ υπόδειξη του «συμμαχικού» παράγοντα, δηλαδή των Αμερικανών και των Βρετανών. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που ενώ έχουν περάσει από τότε 70 σχεδόν χρόνια και το ουσιώδες αρχειακό υλικό που συνόδευε τη ζωή του στρατοπέδου παραμένει επτασφράγιστο. Η Μακρόνησος δεν ήταν ένας απλός τόπος εξορίας. Ήταν ένα οργανωμένο σύστημα εξόντωσης .Ήταν μια μελετημένη καταπιεστική και ψυχολογική μάχη που δινόταν καθημερινά ενάντια στη συνείδηση και αξιοπρέπεια όλων, ενάντια στην αντοχή του ανθρώπου. Ένα σύστημα «αναμόρφωσης» για όλα τ’ αγύριστα κεφάλια, προκειμένου ν’ αναβαπτιστούν και ν’ αλλάξουν τα φρονήματά τους, τις ιδέες τους, τα ιδανικά τους. Η μεγάλη σφαγή Ήταν πρωί Κυριακής 29 Φεβρουαρίου του 1948. Το προσκλητήριο στο Α` Ειδικό Τάγμα Οπλιτών Μακρονήσου έγινε κανονικά και οι 4.500 σκαπανείς άρχισαν να συγκεντρώνονται στο γήπεδο. Μετά την έπαρση της σημαίας, οι στρατιώτες διατάχτηκαν να κινηθούν προς το θέατρο για να ακούσουν «θρησκευτική ομιλία», πράγμα που έκαμαν. Τη στιγμή που είχαν φτάσει στο Θέατρο ο 7ος, ο 6ος, ο 4ος, και ο 3ος λόχος κατά σειρά, ενώ ο 2ος ήταν καθ’ οδόν και ο 1ος έτοιμος προς εκκίνηση (ο 5ος θα έμενε πίσω ως λόχος αγγαρείας), οι αλφαμήτες έφεραν προς τη συγκέντρωση σπρώχνοντας και δέρνοντας φαντάρους που ήταν ελεύθεροι υπηρεσίας λόγω ασθενείας. Το γεγονός αυτό, προκάλεσε την οργή των υπολοίπων φαντάρων που άρχισαν να διαμαρτύρονται. Ο διοικητής του τάγματος Α. Βασιλόπουλος εκείνη τη μέρα έλειπε για δουλειά στη ΣΦΑ και χρέη διοικητού είχε αναλάβει ο ανθυπολοχαγός Μπέσκος Κωνσταντίνος, αν και υπερδιοικητής ήταν ο υπασπιστής Καρδάρας, ο οποίος, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ανταπάντησε στις διαμαρτυρίες των φαντάρων με πυροβολισμό στον αέρα, που, απ’ ότι φαίνεται, ήταν το σύνθημα για να ξεκινήσει η αιματοχυσία. Αμέσως, ο λόχος ασφαλείας που ήταν ακροβολισμένος, άρχισε να πυροβολεί στο ψαχνό. Το στρατόπεδο έγινε κόλαση. Οι νεκροί και οι τραυματίες έπεφταν σωρό, αν και κανείς δεν ξέρει τον ακριβή αριθμό τους. Μετά το μακελειό και με την επέμβαση στρατιωτικών που ενέπνεαν κάποιο σεβασμό στους φαντάρους (όπως ο ταγματάρχης Καραμπέκιος), τα πράγματα ηρέμησαν κάπως. Ο Βασιλόπουλος, που εν των μεταξύ επέστρεψε στο τάγμα, επιχείρησε να κερδίσει χρόνο παραπλανώντας τους φαντάρους: Εγγυήθηκε προσωπικά την ασφάλειά τους και δέχτηκε τα αιτήματά τους, που, ανάμεσα σε άλλα, ήταν να εξεταστεί η υπόθεση από διακομματική επιτροπή, να διαλευκανθεί πλήρως και να τιμωρηθούν παραδειγματικά οι ένοχοι. Έτσι κύλησε το υπόλοιπο της τελευταίας ημέρας και νύχτας εκείνου του μαύρου Φλεβάρη. Όταν ξημέρωσε η 1η Μαρτίου, νεκρική σιγή επικρατούσε σ’ ολόκληρο το στρατόπεδο. Τι έμελλε να επακολουθήσει; Σε λίγο, δε θα υπήρχαν ερωτηματικά. Στις 9 η ώρα το πρωί στις ακτές του Α` Τάγματος εμφανίστηκε ένα περιπολικό του Πολεμικού Ναυτικού. Το περιπολικό πλησίασε σχεδόν ξυστά στην ακτή. Στο κατάστρωμά του είχαν παραταχθεί ένοπλοι και δίπλα στα κανόνια του οι πυροβολητές ήταν έτοιμοι. Λίγα λεπτά αργότερα, μια φωνή ακούστηκε από τον τηλεβόα:«Στρατιώται, σας ομιλεί ο συνταγματάρχης Μπαϊρακτάρης! Συλλάβατε και απομονώσατε τους δολοφόνους που δημιούργησαν τα χθεσινά γεγονότα! Αποδοκιμάσατε τους αρχηγούς σας και συγκεντρωθείτε εις τον 7ον λόχον».
Το μήνυμα αυτό επαναλήφθηκε μερικές φορές ακόμα, κάθε φορά περισσότερο απειλητικό: «Σας δίνω – απειλούσε ο Μπαϊρακτάρης – 5 λεπτά προθεσμία ν’ αποχωριστείτε από τους κομμουνιστάς…».
Και στη συνέχεια άρχισε να μετρά αντίστροφα: «τρία λεπτά… δύο λεπτά».
Την ίδια ώρα, περίπου 250 ένοπλοι και ροπαλοφόροι από το Γ` Τάγμα, κύκλωσαν τους σκαπανείς του πρώτου τάγματος από αριστερά με επικεφαλής τους Μιχ. Μπαρούχο και Μιχ. Σφακιανό ενώ το κέντρο και τη δεξιά πλευρά κάλυψε η μονάδα Ασφαλείας. Τέσσερα πολυβόλα έτοιμα να βάλλουν ανά πάσα στιγμή δεν άφηναν το παραμικρό περιθώριο διαφυγής στους στρατιώτες του Α` Τάγματος.
Σε λίγο άρχισε η επίθεση με εντολή του Μπαϊρακτάρη. Τα πρωτοπαλίκαρα του Μπαρούχου και του Σφακιανού, μαζί με τους Αλφαμήτες, ρίχτηκαν πάνω στους άοπλους σκαπανείς, στην αρχή με τα ρόπαλα και στη συνέχεια με τα όπλα. Οι νεκροί έπεφταν σωρό δίπλα στους ζωντανούς, που είχαν ξαπλώσει κάτω, παρακινούμενοι από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Ορισμένοι από τους πιο τολμηρούς του άοπλου τάγματος άρχισαν να αμύνονται, απαντώντας στις σφαίρες με πέτρες. Ύστερα γίνηκαν περισσότεροι και σε λίγο όλο το τάγμα ξεκίνησε μια μάχη χωρίς ελπίδα, πετώντας βροχή από πέτρες στους πραιτοριανούς δολοφόνους του και υποχωρώντας συνεχώς προς τη μεριά της θάλασσας.
Όταν οι άοπλοι στρατιώτες έφτασαν στη θάλασσα, αρκετοί έπεσαν στο νερό με την ελπίδα ότι εκεί θα έβρισκαν σωτηρία. Και τότε συνέβηκε κάτι που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί. Το περιπολικό του Πολεμικού Ναυτικού άρχισε να πυροβολεί εναντίον όσων βρίσκονταν στο νερό. Όταν κάποια στιγμή το μακελειό πήρε τέλος, ένα νέο μαρτύριο ξεκίνησε για τους φαντάρους του Α` Τάγματος: Βασανιστήρια, βρισιές εξευτελισμοί, αλλά και λαφυραγωγία από μέρους των «νικητών». Όλα αυτά και άλλα πολλά ενταγμένα σ’ ένα σκοπό: Στην πλήρη υποταγή των συνειδήσεων που ξεκινούσε από την απλή δήλωση μετανοίας. Η μαρτυρία του Μίμη Βρονταμίτη «…Έζησα όλα τα δραματικά γεγονότα της Μακρονήσου το 1948. Ο στρατός μας με είχε επιταγμένο με το καΐκι μου «Αγιος Νικόλαος», επί μισθώ, οκτώ χιλιάδες δραχμές το μήνα. Κουβαλούσα από το Λαύριο πέρα στη Μακρόνησο φαντάρους, πολιτικούς υπόδικους, νερό σε βαρέλια και άλλα.
Στο φοβερό τουφεκίδι του Μάρτη 1948 ο Σκαλούμπακας μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι και με απειλές με διέταξε να κουβαλάω σκοτωμένους φαντάρους πέρα μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερόνησο Σαν Τζιόρτζιο. Στο Γ’ Τάγμα φόρτωνα τους νεκρούς φαντάρους, που τους εξέταζε ο γιατρός Μαλάμης, κι έγραφε στο πιστοποιητικό θανάτου, τη λέξη «νεκρός». Ητανε δίπλα στο γιατρό Μαλάμη κι άλλοι δύο γιατροί. Τους σκοτωμένους φαντάρους τους τακτοποιούσανε στριμωχτά στο αμπάρι οι Αλφαμίτες Χούμης και Δήμητρας Λαγός. Σ’ ένα μόνο δρομολόγιο φορτώσαμε 185 νεκρούς φαντάρους. Λέω στον Σκαλούμπακα: «Το καΐκι δε σηκώνει τόσο πράμα, είναι πολύ το πράμα, θα μπατάρει το καΐκι». Αυτός κουβέντα δεν έπαιρνε, με το πιστόλι με διέταξε. Τι να ‘κανα; Το πιστόλι σε παγώνει…Ανοιγόμασταν τη νύχτα στον Κάβο Ντόρο. Εκεί στο Σαν Τζιόρτζιο περίμενε καράβι πολεμικό. Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στο βυθό της θάλασσας. Αυτό ξανάγινε. Οι νεκροί όλοι – όλοι ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν – έναν και ήταν 350 φαντάροι νεκροί. Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέτεια που έζησα στη ζωή μου…» Αυτή είναι η τραγική ιστορία των φαντάρων χωρίς όπλα, ενός θεσμού που εξυπηρετούσε όχι απλά στρατολογίες εμφυλιοπολεμικές, αλλά την ολοκληρωτική εξαφάνιση του προοδευτικού κινήματος, με βασανιστήρια που ξεπερνούσαν την ανθρώπινη αντοχή.
Η Μακρόνησος ήταν ένα αναμορφωτήριο συνειδήσεων, που έπρεπε να δικαιώσει το σκοπό για τον οποίο υπήρχε Η σφαγή της Μακρονήσου σηματοδότησε τους δύο κόσμους που συγκρούονταν τότε στην Ελλάδα.
O αστικός πολιτικός κόσμος και η πνευματική αστική διανόηση της εποχής χαρακτήριζαν τη Μακρόνησο «Εθνική κολυμβήθρα» και «σύγχρονο Παρθενώνα».
Η Μακρόνησος όντως υπήρξε Παρθενώνας, ένας Παρθενώνας από την ανάποδη.
Γιατί, αν ο Παρθενώνας είναι το κόσμημα του ανθρώπινου πολιτισμού, η Μακρόνησος είναι η ντροπή και η καταισχύνη του.