Δευτέρα 17 Αυγούστου 2020

 Το Μπλόκο της Κοκκινιάς στις 17 Αυγούστου 1944


Ήταν κοντά 3 τα ξημερώματα της Πέμπτης 17 Αυγούστου 1944, όταν οι Γερμανοί με τους Έλληνες συνεργάτες τους – κουκουλοφόρους, ξεκίνησαν μια επιχείρηση που οδήγησε σε λουτρό αίματος με ομαδικές εκτελέσεις, εμπρησμούς και λεηλασίες σπιτιών.

Στις εποχές μας ήρθε να προστεθεί ένα στοιχείο που κάνει τραγικά επίκαιρο να θυμάται κανείς τις θηριωδίες των ναζί στη συγκεκριμένη περιοχή, καθώς εκεί που πάτησαν οι μπότες του Γ΄ Ράιχ, ακολούθησαν μερικές δεκαετίες μετά, τα στιλέτα του χρυσαυγίτη Ρουπακιά, που στην περιοχή της Νίκαιας ξεδίπλωσε τη δράση του, με τραγικό αποτέλεσμα τη δολοφονία του Π. Φύσσα στη γειτονική περιοχή του Κερατσινίου.

Παρουσιάζουμε συνέντευξη με μέλη της Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης (ΠΕΑΕΑ) παραρτήματος Νίκαιας, που είχαν ζήσει τα συγκεκριμένα γεγονότα.
Οι αντιστασιακοί είναι οι: Δημήτρης Μαυράκης, Μαρίτσα Παπαδημητρίου – Κοκκινάρη, Δέσποινα Κρομμυδάκη.
Οι συνεντεύξεις τους προέρχονται από το εξαντλημένο πια βιβλίο «Εργατικές Ιστορίες – συνεντεύξεις με πρωταγωνιστές του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα από το 1920 έως το 1967». Εκδόσεις BUX 1998, ISBN 960-7939-00-X, συγγραφέας Νάσος Μπράτσος.

Δ.Κ.: «Τότε η Κοκκινιά απαρτίζονταν, όπως και σήμερα, από προσφυγιά που είχε καυτά ζωτικά προβλήματα. Ο λαός που είχε έρθει από τη Μικρά Ασία, από τον Πόντο και από άλλες περιοχές, ήταν ρακένδυτος, χωρίς στέγη, χωρίς το νοικοκυριό του. Τα είχαν αφήσει εκεί πέρα, που τους είχαν κυνηγήσει οι Τούρκοι και τους ξεκληρίσανε. Φοβούμενοι μήπως χάσουν και τη ζωή τους, προτιμήσανε να εγκαταλείψουν τα υπάρχοντά τους και να έρθουν στην Ελλάδα και να ξαναρχίσουν πάλι από την αρχή. Ο κόσμος αυτός είχε συσπειρωθεί γύρω από τα εργατικά σωματεία και αγωνιζόταν για να μπορέσει να επιβιώσει εδώ. Τα προβλήματά τους ήταν η εργασία, η στέγη, φως, νερό κλπ και συσπειρώθηκαν γύρω από το εργατικό ΕΑΜ.

Τότε όλοι οι ξένοι (Γερμανοί, Ιταλοί, Άγγλοι) είχανε τα βλέμματά τους στραμμένα στην Ελλάδα και όταν συστάθηκαν ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ με αιμοδότη το ΚΚΕ, στα διάφορα καλέσματα που έκανε το εργατικό ΕΑΜ, ο λαός της Κοκκινιάς και ιδιαίτερα η προσφυγιά, ήταν πρώτη και ενωμένη.
Οι φασίστες ονομάζανε την Κοκκινιά “Μικρή Μόσχα” και είχαν βάλει στόχο να μας ξεκληρίσουνε. Καλούσαν να παρουσιαστούμε με ψηλά τα χέρια στην πλατεία του Αγίου Νικολάου και από εκεί άλλους θα τους κρατούσανε, άλλους θα τους πηγαίνανε στη Γερμανία, άλλους στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου για εκτέλεση, κλπ».

Δ.Μ.: «Οι Γερμανοί μαζί με τους ταγματασφαλίτες, άρχισαν από το Μάρτη μέχρι τον Αύγουστο που έγινε το μπλόκο, να μπαίνουν κρυφά με πολιτικά στην περιοχή. Γίνονταν όμως αντιληπτοί, τους κυνηγούσανε και έφευγαν.
Υπήρχαν πληροφορίες πριν το μπλόκο για κάποιες κινήσεις των Γερμανών και πάντα ο ΕΛΑΣ έπαιρνε τα μέτρα του. Και περιφρούρηση το βράδυ έβγαινε και φρουραρχείο είχε. Συλλαμβάναμε διάφορους γερμανοτσολιάδες με πολιτικά, τους παίρναμε τα ρούχα και φεύγανε γυμνοί.
Οι μάχες στην περιοχή της Νίκαιας, άρχισαν στις 7 του Μάρτη. Δόθηκε σκληρή μάχη από τον ΕΛΑΣ και έτσι δεν κατάφεραν να μπουν στην Κοκκινιά. Ξαναδοκίμασαν πάλι, αλλά δεν κατάφεραν τίποτα. Τότε ετοίμασαν άλλο σχέδιο και στις 15 Αυγούστου, δεν επιχείρησαν να μπουν κατευθείαν στην Κοκκινιά, αλλά να μπαίνουν σιγά – σιγά, από την Αγιά Σοφιά, τα Μανιάτικα, να κυκλώνουν δηλαδή την Κοκκινιά.
Γίνονταν μάχες με τον ΕΛΑΣ αλλά 17 Αυγούστου μπήκαν μέσα και κύκλωσαν την Κοκκινιά από βραδύς. Με τις ντουντούκες που είχαν καλούσαν όλους τους άνδρες, από 15 χρονών έως 60, να παρουσιαστούν όλοι στην πλατεία της Οσίας Ξένης. Tα συνθήματα τα φωνάζανε οι προδότες που ήξεραν ελληνικά».

Δ.Κ.: «Οι προδότες της εποχής εκείνης που ματοκύλισαν την Κοκκινιά, δείχνοντας στους Γερμανούς τους προοδευτικούς ανθρώπους, ήταν οι παρακάτω: ο Μπατράνης, ο Βακαλόπουλος, ο Σγούρος, ο Πλυντζανόπουλος, κλπ. Οι χαφιέδες αυτοί είχαν παράδοση συνεργασίας και με τη δικτατορία του Μεταξά».

Δ.Μ.: «Όταν γέμισε η πλατεία της Οσίας Ξένης, από τους συγκεντρωμένους, τους γονάτισαν όλους. Βάλανε τότε τις κουκούλες οι χαφιέδες και περνάγανε δίπλα από τον κόσμο και έδειχναν. Όποιον έδειχναν τον έπαιρναν για εκτέλεση στη μάντρα. Όπου υπήρχε παράνομος που κρυβόταν, οι Γερμανοί έβαζαν φωτιά στη συνοικία. Το μεγαλύτερο ολοκαύτωμα έγινε στην περιοχή Αρμένικα. Τα σπίτια τα λαμπάδιασαν και εκτέλεσαν πολλούς στη μάντρα που σήμερα είναι το γήπεδο.
Τη μέρα του μπλόκου έγινε μάχη με την Κουμπάτη τη Διαμάντω. Σκοτωθήκανε πολλοί κι έμεινε μόνη της. Την φέρανε σέρνοντας από τα μαλλιά στη μάντρα για την εκτέλεση.
Όσοι δεν εκτελέστηκαν τους πήγαν στο Χαϊδάρι κι από εκεί στη Γερμανία. Οι Γερμανοί εκτέλεσαν κι ένα προδότη, τον Μπαστράνη, μέχρι κι αυτοί τον σιχάθηκαν. Έψαξαν τα σπίτια κι όποιον έβρισκαν κρυμμένο, τον εκτελούσαν επιτόπου στο δρόμο. Γι αυτούς τους εκτελεσμένους, κάνουμε κάθε χρόνο στις 17 Αυγούστου μια ειδική εκδήλωση, που τη λέμε «τα Στεφανώματα». Δηλαδή στον τόπο των εκτελέσεων, καταθέτουμε στεφάνι και λέμε και δύο λόγια. Υπήρχε και κόσμος που κατάφερε να φύγει από την περιοχή και βγήκε στην παρανομία».

Δ.Κ.: «Οι εκτελεσμένοι ήταν γύρω στα 200 άτομα, αλλά δεν είναι οι μόνοι νεκροί της περιοχής, αφού τόσο στον αγώνα εναντίον των Ιταλών, όσο και ενάντια στους Γερμανούς, αλλά και αργότερα στους Άγγλους, είχαμε νεκρούς. Την ημέρα του μπλόκου, που θα μείνει στη μνήμη όλων μας, είναι το αιματοκύλισμα, αλλά πιο πολύ εντύπωση μου έκανε το σπάσιμο της επάνω μάντρας των Αρμένικων. Είχανε στοιβάσει όλα τα άτομα το ένα πάνω στο άλλο και βγήκε το χωνί και είπε να έρθουν οι οικογένειες να πάρουν τους νεκρούς τους για να τους θάψουνε.
Όμως δεν υπήρχανε τότε τα κατάλληλα μέσα, εμένα προσωπικά μου έκανε εντύπωση του Μπογδάνου η περίπτωση, που ήρθε στη μάντρα στα Αρμένικα και πήρε το παιδί του σαν σφαγμένο πρόβατο, το έβαλε στον ώμο του και το κατέβασε σπίτι του, βάφοντας όλο τον δρόμο με αίμα.
Επειδή έζησα όλα αυτά τα γεγονότα, θα φωνάζω με όλη μου τη δύναμη που έχει απομείνει, ποτέ πια πόλεμος, ποτέ πια φασισμός, εδραίωση της ειρήνης σε όλες τις χώρες».

Δ.Μ.: «Παρά τα θύματα που είχε ο Κοκκινιώτικος λαός, συνέχισε τον αγώνα με διαμαρτυρίες, με συγκεντρώσεις και ξαναβρήκε το ηθικό του, μέσα σε ένα τέτοιο κακό.
Ο αντίκτυπος του μπλόκου ήταν να δυναμώσει το αντιστασιακό κίνημα. Τα χτυπήματα σε βάρος των κατακτητών τα συνεχίσαμε και φυσικά ξέραμε ποιοι προδότες τους είχαν βοηθήσει, έτσι ώστε κάναμε αυτό που έπρεπε, τα χτυπήματα πήραν το δρόμο που έπρεπε να πάρουν.
Για το σήμερα, για τις ομάδες των νοσταλγών του φασισμού που εμφανίζονται αμελητέες, έχω να πω ότι το μικρό γίνεται μεγάλο. Ξεκινάει κάτι με 5-6 άτομα, γίνονται 10-20 και ανεβαίνει. Το κακό πρέπει να το χτυπάς στη ρίζα του.
Βλέπω ότι ορισμένοι μεγαλοκαρχαρίες και κυβερνήσεις, υποστηρίζουν έμμεσα τους νεοναζί. Εάν θέλουνε μπορούσαν να τους είχαν εξαφανίσει μόλις είχαν εμφανιστεί, όμως τους άφησαν και μεγαλώνουν και τους βοηθάνε.
Μέχρι και στα γραφεία μας έστειλαν απειλητικές επιστολές και αγκυλωτούς σταυρούς. Εμείς αυτή την κατάσταση την πολεμήσαμε και θα συνεχίσουμε. Τον αγώνα που αρχίσαμε, θα τον συνεχίσουμε, δεν θα αφήσουμε να πάνε χαμένα τα όνειρα αυτών που έπεσαν».

Δ.Κ.: «Να επιμείνουμε στα τότε αιτήματα, που ήταν για ψωμί, για παιδεία, για ελευθερία, για ανεξαρτησία, για ειρήνη. Οράματα που ακόμα και σήμερα μένουν ανεκπλήρωτα και συνεχίζουμε όλοι εμείς τον αγώνα και θα τον συνεχίζουμε μέχρι να πεθάνουμε.
Μετά από τον αγώνα του Κοκκινιώτικου λαού και ειδικά των κομμουνιστών, θα το τονίσω αυτό, γι αυτά όλα τα ιδανικά που έκαναν τον αγώνα, τους στείλανε φυλακή και εξορίες. Αυτή ήταν η αμοιβή των αντιστασιακών και σήμερα παραμένει το πρόβλημα καυτό και ανεκπλήρωτο».

*στοιχεία της ομάδας γυναικείων σπουδών του Α.Π.Θ.
Από τα τρία εκατομμύρια οργανωμένων μελών της εθνικής αντίστασης, οι 1.740.000 ήταν γυναίκες, ενώ γυναίκες και κορίτσια ήταν τα περισσότερα μέλη της ΕΠΟΝ και του παιδικού της τμήματος. Οι γυναίκες της αντίστασης ίδρυσαν 679 λαϊκά ιατρεία, 169 λαϊκά νοσοκομεία και 1.253 λαϊκά φαρμακεία σε όλη τη χώρα.

του Νάσου Μπράτσου
*ert

 Σαν σήμερα, 17 Αυγούστου 1982

Κυριακή 16 Αυγούστου 2020

 Η σφαγή στο Κομμένο Άρτας

Το “άγνωστο” ολοκαύτωμα από τα γερμανικά στρατεύματα με 317 νεκρούς
(97 παιδιά και 192 γυναίκες)

Το φρικτό αυτό έγκλημα ήταν ένα οργανωμένο σχέδιο που στόχο είχε να καμφθεί η αντίσταση του ελληνικού λαού, τη στιγμή που ο απελευθερωτικός αγώνας εναντίον των γερμανών και ιταλών καταχτητών είχε φτάσει στο αποκορύφωμά του.
Συγκεκριμένα, αφού το γερμανικό μέτωπο άρχισε να καταρρέει, οι Γερμανοί έθεσαν σε εφαρμογή τη χιτλερική αρχή της «αλληλέγγυας ευθύνης» και άρχισαν να διαπράττουν φρικιαστικά εγκλήματα. Θύμα αυτής της θηριωδίας υπήρξε και το Κομμένο, για το οποίο οι φασίστες είχαν πληροφορίες ότι αποτελούσε κέντρο δράσης αντιστασιακών οργανώσεων. Ακολουθεί η περιγραφή της φριχτής ιστορίας του μαρτυρικού χωριού, όπως καταγράφεται στην ιστοσελίδα του χωριού.

Η «επίσκεψη Ζάλμινγκερ»

Στις 12 Αυγούστου του 1943, ημέρα Πέμπτη, λίγο πριν το μεσημέρι, ένα γερμανικό αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο ίδιος ο διοικητής του 98ου Συντάγματος της 1ης Ορεινής Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών Γιόζεφ Ζάλμινγκερ, έφτασε στο Κομμένο, προφανώς για να ερευνήσει αν πράγματι στο χωριό δρούσαν ομάδες ανταρτών. Η «επίσκεψη» Ζάλμινγκερ στο Κομμένο αποτελούσε μέρος των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του 98ου Συντάγματος στην περιοχή της Ηπείρου, με σκοπό την εξόντωση των ανταρτών και το κάψιμο των χωριών εκείνων για τα οποία υπήρχαν υπόνοιες ότι τους τροφοδοτούν και τους ενισχύουν με οποιονδήποτε τρόπο. Το Κομμένο θα ήταν η συνέχεια της εκδικητικής μανίας και των αντιποίνων που είχαν ήδη αρχίσει να εφαρμόζουν οι Γερμανοί σε βάρος αμάχων και είχαν ήδη μετατρέψει σε ερείπια δεκάδες χωριά της Ηπείρου.

Ακριβώς τη μέρα και την ώρα εκείνη στην πλατεία του χωριού οι αντάρτες του Ε.Δ.Ε.Σ. και του Ε.Λ.Α.Σ. (σημ. Οικ.: που λίγο πιο πριν «διαφωνούσαν» για το πώς θα τροφοδοτούνταν με προμήθειες από τους κατοίκους του χωριού) είχαν στήσει τα όπλα τους και κάθονταν κάτω απ’ τα δέντρα. Όταν ο Γερμανός Διοικητής βρέθηκε μπροστά στην εικόνα αυτή, διέταξε τον οδηγό του και έκανε αμέσως στροφή αφήνοντας πίσω τους το χωριό, με την απόλυτη πλέον βεβαιότητα πως οι πληροφορίες του ήταν βάσιμες και δε χωρούσαν την παραμικρή αμφιβολία. Μερικές γυναίκες, μάλιστα, έσπευσαν από φόβο να μαζέψουν και να κρύψουν τα όπλα, αλλά φαίνεται πως η κίνησή τους αυτή έγινε αντιληπτή από τους Γερμανούς.

Από τη στιγμή εκείνη που φεύγουν οι Γερμανοί, αρχίζει για τους κατοίκους του Κομμένου ο τρομερός εφιάλτης. Έντρομοι οι κάτοικοι κουβάλησαν τ’ αγαθά τους και τα ’κρυψαν στα χωράφια τους, στα οποία διανυκτέρευαν και οι ίδιοι, ενώ μια επιτροπή, με επικεφαλής τον πρόεδρο της Κοινότητας Λάμπρο Ζορμπά, μετέβη την επόμενη κιόλας μέρα στην Άρτα και ζήτησε από τις Ιταλικές αρχές και τις συνεργαζόμενες με τους κατακτητές ελληνικές αρχές της πόλης Άρτας να πληροφορηθεί σχετικά με την τύχη του χωριού. Οι αρχές, μάλλον με κάποια αδιαφορία, ίσως διαβεβαίωσαν την επιτροπή πως το χωριό δεν είχε να φοβηθεί τίποτε, γιατί οι αντάρτες δεν ήταν κάτοικοι του Κομμένου. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, και η ίδια η επιτροπή να μην είδε με τη δέουσα σοβαρότητα το γεγονός και να μην έδωσε την πρέπουσα σημασία στην τακτική των αντιποίνων που εφάρμοζαν οι Γερμανοί.

Έτσι στις 15 Αυγούστου, ημέρα που κοιμήθηκε η Παναγία Θεοτόκος, γιόρταζαν όπως είχαν συνήθεια το πανηγύρι τους. Και ο Θόδωρος Μάλλιος τέλεσε το γάμο της κόρης του Αλεξάνδρας με το Θεοχάρη Καρίνο από το χωριό Παχυκάλαμος.



Η εξόντωση

Τα χαράματα, ωστόσο, της 16ης Αυγούστου 120 άντρες του 12ου λόχου του 98ου Γερμανικού Συντάγματος, το οποίο έδρευε στην περιοχή της Φιλιππιάδας, μια μικρή κωμόπολη 10 περίπου χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Άρτας, επιβιβάζονται πάνοπλοι στα φορτηγά και σταθμεύουν έξω από το Κομμένο. Αποστολή του 12ου λόχου ήταν η εξόντωση των ανταρτών που δρούσαν στην περιοχή και η εξαφάνιση του χωριού που τους υποστήριζε και τους προμήθευε με τρόφιμα και άλλα απαραίτητα για την αντίστασή τους εναντίον των Γερμανών.

Ήδη όμως από την Πέμπτη 12 Αυγούστου ο Διοικητής του 98ου Συντάγματος συνταγματάρχης Γιόζεφ Ζάλμινγκερ σημείωνε στην αναφορά του σχετικά με την επίσκεψή του στο Κομμένο: «Προσωπική αναγνωριστική επιχείρηση διαπίστωσε ότι το Κομμένο (12 χλμ. νότια-νοτιοανατολικά της Άρτας) βρίσκεται στα χέρια συμμοριτών, 25 – 30 άντρες με στολές ερήμου. Προς το παρόν δεν έχουν σχεδιαστεί αντίποινα» (Χ. Φ. Μάγερ, 59) και το Σάββατο 14 Αυγούστου έλαβε διαταγή «να προετοιμάσει αιφνιδιαστική επιχείρηση κατά της διαπιστωμένης συμμορίας στο Κομμένο». (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 60)

Την Κυριακή 15 Αυγούστου συγκέντρωσε τη μονάδα του, για να της ανακοινώσει πως Γερμανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν στο Κομμένο και όφειλαν, γι’ αυτό, να δράσουν αμέσως με σκληρά αντίποινα εναντίον των ανταρτών και ξεκλήρισμα του χωριού που είχαν το λημέρι τους. Οι στρατιώτες δε δέχτηκαν με ιδιαίτερη προθυμία τη διαταγή να συμμετάσχουν εθελοντικά στην επιχείρηση. «Τουλάχιστον δώδεκα–δεκαπέντε άντρες είχαν προσφερθεί εθελοντικά για την επιχείρηση». (Mark Mazower, 226) Έτσι η διαταγή άλλαξε και η επιχείρηση ανατέθηκε στο 12ο λόχο του 98ου Συντάγματος. Διοικητής του 12ου λόχου ήταν ο υπολοχαγός Ρέζερ, πρώην στέλεχος της νεολαίας του Χίτλερ, φανατικός ναζί και αποκαλούμενος Νέρων από κάποιους στρατιώτες. Οι στρατιώτες που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση ήταν στο σύνολό τους κληρωτοί.

Οι άντρες του 12ου λόχου του 98ου Συντάγματος Πεζικού συγκεντρώθηκαν στις 5.00 το πρωί πάνοπλοι με οβιδοβόλα, πολυβόλα, οπλοπολυβόλα, χειροβομβίδες και καραμπίνες, και επιβιβάστηκαν στα στρατιωτικά αυτοκίνητα, για να διανύσουν μια διαδρομή μιάμισης περίπου ώρας από την κοιλάδα του ποταμού Λούρου ως το Κομμένο.

Αφού πρώτα πήραν το πρωινό τους και τη ρητή διαταγή «κανείς δεν πρέπει να επιζήσει, όλοι στο χωριό πρέπει να εκτελεστούν» (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 67),περικύκλωσαν το χωριό από τρεις πλευρές, αφήνοντας αφύλαχτη τη δυτική πλευρά όπου κυλούσε ο Άραχθος ποταμός, ο οποίος, κατά τη γνώμη του Ρέζερ, αποτελούσε φυσικό εμπόδιο διαφυγής. Όλα οργανώθηκαν με κανονικό σχέδιο μάχης, καθώς για τους Γερμανούς το χωριό ήταν κέντρο ανταρτών, οι οποίοι την ώρα εκείνη βρίσκονταν στον ύπνο μαζί με τους άλλους κατοίκους. Γι’ αυτό και δεν πείραξαν κανέναν και τίποτε πριν δοθεί το σύνθημα της μάχης.

«Είδαμε τους Γερμανούς, μια μικρή ομάδα, την ώρα που βγαίναμε απ’ το χωριό», αφηγείται η Ιφιγένεια Παππά – Κοντογιάννη, κορίτσι 18 χρονών τότε.«Είχαμε ακούσει τα αυτοκίνητα που έρχονταν, αλλά δεν ξέραμε ούτε τι κουβαλούσαν ούτε τι έρχονταν να κάνουν. Μας σήκωσε ο πατέρας μου και μας έδιωξε απ’ το σπίτι, φοβόταν ο άνθρωπος μη μας κάνουν κακό. Φύγετε, να περάσετε το ποτάμι και να πάτε να κρυφτείτε στα χωράφια, μας είπε. Σηκωθήκαμε. Μόλις είχε σκάσει ο ήλιος. Στο χωριό ακούγονταν αμάξια, θόρυβος, φασαρία. Φτάσαμε στα τελευταία σπίτια. Σχεδόν πέσαμε απάνω τους. Δε μας πείραξαν. Κρατούσαν όπλα στα χέρια τους και κουβέντιαζαν μεταξύ τους. Νιώσαμε το κορμί μας να τρέμει. Εκείνοι, κάτι όμορφα παιδιά, μας κοίταξαν και κάτι ψιθύρισαν μεταξύ τους χαμογελώντας. Ήταν παιδιά. Δεν προλάβαμε να απομακρυνθούμε στα εκατό μέτρα κι άρχισε το μακελειό».
Θα πρέπει να ήταν 6.30 το πρωί όταν δόθηκε το σύνθημα της «επίθεσης εναντίον των ανταρτών» με δυο φωτοβολίδες που ρίχτηκαν στον αέρα. Οι μονάδες εφόδου άρχισαν να βάλλουν με όπλα, με πολυβόλα, χειροβομβίδες και όλμους. Στόχος τους η εξαφάνιση από γης ολόκληρου του χωριού, χωρίς κανένα έλεος. Έκαιγαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και σκότωναν με μιαν απερίγραπτη αγριότητα άντρες, γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Ακόμη και μωρά. Οι στρατιώτες, κρατώντας μια χειροβομβίδα στα χέρια τους, έσπρωχναν βίαια τις πόρτες των σπιτιών και, ρίχνοντάς την μέσα, τα έκαναν κάρβουνο.

Ολόκληρες οικογένειες κάηκαν ζωντανές μέσα στα σπίτια τους, πριν ακόμη ξυπνήσουν και καταλάβουν τι γίνεται γύρω τους. Άλλοι έτρεχαν στους δρόμους για να σωθούν και έπεφταν από τις σφαίρες που θέριζαν το χωριό. Ανθρώπινα σώματα έγιναν κομμάτια ή διαλύθηκαν εντελώς και δε βρέθηκαν ποτέ. Η διαταγή του υπολοχαγού Ρέζερ και των ανωτέρων του ήταν σαφής: να μη μείνει τίποτε ζωντανό, να μη μείνει τίποτε όρθιο σ’ ένα χωριό που αποτελούσε φωλιά των ανταρτών.

Έξι ώρες κράτησε η σφαγή. Οι δρόμοι, οι αυλές, τα καμένα σπίτια, τα χαντάκια, οι κήποι, η πλατεία, ολόκληρο το χωριό γέμισε πτώματα, που μερικά έμεναν άθαφτα για αρκετές μέρες, αφού δεν απέμεινε κανείς ζωντανός απ’ τους συγγενείς για να θάψει τους νεκρούς του. Το Κομμένο σβήνει και χάνεται τυλιγμένο στις φλόγες και βουβό κάτω απ’ τους καπνούς και τις στάχτες που άφησαν πίσω τους φεύγοντας οι άντρες του 12ου λόχου.

Στο σπίτι του Θόδωρου Μάλλιου γινόταν ο γάμος τη κόρης του Αλεξάνδρας με το Θεοχάρη Καρίνο από τον Παχυκάλαμο, χωριό κοντά στο Κομμένο. Χάθηκαν όλοι. Τους έκαψαν και τους σκότωσαν. Τριάντα με σαράντα άτομα. Από τα 12 μέλη της οικογένειας του οικοδεσπότη Θόδωρου Μάλλιου σώθηκαν εκείνο το πρωινό μόνο δύο, ο Αλέξανδρος και η Μαρία, δεκατριών και δέκα χρόνων, που είχαν φύγει μόλις πριν λίγα λεπτά για να φροντίσουν στο χωράφι τα ζώα. Οι ναζί δε σεβάστηκαν και δε λογάριασαν τίποτε και κανέναν. Σκότωσαν και τη νύφη την Αλεξάνδρα και το γαμπρό το Θεοχάρη.

Όσοι πρόλαβαν και πετάχτηκαν έξω απ’ τα σπίτια τους, έτρεχαν να σωθούν στα χωράφια ή να κρυφτούν χωμένοι στα βαθιά χαντάκια. Μόνη σωτηρία απέμεινε για πολλούς το ποτάμι. Πλήθος κόσμου έτρεχε κατά εκεί. Άλλοι ρίχνονταν στα νερά του για να περάσουν απέναντι και να σωθούν. Άλλοι κρέμονταν απ’ τις βάρκες και τρέμοντας πάλευαν να γλιτώσουν απ’ τον εφιάλτη. Κι εκεί πνίγηκαν σχεδόν όλοι όσοι μπήκαν στη βάρκα του Σπύρου Βλαχοπάνου, δεκαεφτά άτομα. Κι ο θρήνος κι οι κραυγές του πνιγμού έσμιγαν με τη βουή της φωτιάς και των όπλων που αφάνιζαν το Κομμένο.

Σώθηκαν περνώντας στην άλλη όχθη του Αράχθου ή κρυμμένοι στους θάμνους, στα καλαμπόκια και στα λαγκάδια τριακόσιοι πενήντα (350) περίπου.Κι έκαναν μερικοί μέρες πολλές να γυρίσουν στα σπίτια τους και τους νεκρούς να μετρήσο υν. Γιατί φώλιασε στην ψυχή τους ο φόβος μήπως ξανάρθουν οι Γερμανοί, για να ολοκληρώσουν το έργο τους. Όταν πια δε γινόταν αλλιώς, βρήκαν τη δύναμη και το πήραν απόφαση. Πρόχειρα και στον τόπο ακριβώς της σφαγής άνοιξαν λάκκους κι έριξαν τους νεκρ ούς μέσα, για να μην τους φάνε τα σκυλιά και τα όρνια και να μην πέσουν αρρώστιες αγιάτρευτες στο χωριό. Τρία χρόνια έζησαν με τους τάφους των αγαπημένων προσώπων τους στις αυλές τους. Ύστερα μάζεψαν ό,τι είχε απομείνει από αυτούς και το μετέφεραν στο κοιμητήριο του χωριού. Εκείνοι που σώθηκαν έπρεπε ν’ αντέξουν και ν’ αφήσουν γι’ αργότερα τα δάκρυα και τον πόνο.

Η σφαγή τελειώνει

Όταν το μεσημέρι χτύπησε η καμπάνα για να δώσει το μήνυμα στους Γερμανούς στρατιώτες ότι η μάχη τελείωσε, ελάχιστοι από αυτούς μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που έγινε. Αλλά ακριβώς το ίδιο είχε συμβεί και με τους κατοίκους του Κομμένου που κατόρθωσαν να σωθούν και να επιζήσουν. Το τοπίο έμοιαζε απερίγραπτο και απίστευτο. Κάποιοι από αυτούς που άκουσαν το θόρυβο των αυτοκινήτων, σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν προς την πλατεία για να δουν ποιοι ήταν αυτοί που ήρθαν και τι ήθελαν. Άλλοι, αντί να φύγουν για να σωθούν, βγήκαν στους δρόμους για να δουν τι συμβαίνει, ακόμη κι όταν άρχισε η «μάχη» και το χωριό μεταβαλλόταν σε κόλαση. Κι άλλοι, ίσως οι περισσότεροι, είχαν την πλάνη στο νου τους, ίσως γιατί έτσι μπορεί να διαδόθηκε την προηγούμενη μέρα, πως οι Γερμανοί θα κάψουν τα σπίτια που θα βρουν άδεια και δε θα πειράξουν τα σπίτια που θα βρουν μέσα ανθρώπους.

«Ήμουν στο γάμο του Μάλλιου, μέχρι το πρωί», αφηγείται ο Χρήστος Χαραλάμπους, 24 χρονών τότε. «Γυρίζω στο σπίτι μου, έπαιρνε να χαράξει. Είχε ξυπνήσει ο πατέρας μου. Ακούμε θόρυβο από αυτοκίνητα. Έρχονται Ιταλοί, είπε ο πατέρας μου. Ξύπνα και τον αδερφό σου το Σπύρο και φύγετε, με συμβούλεψε. Έρχονται να μαζέψουν την ηλικία σας. Εμάς δε θα μας πειράξουν. Ξύπνησα το Σπύρο, ένα θηρίο παλικάρι μέχρι εκεί πάνω. Μόλις βγήκαμε έξω απ’ το χωριό, ακούμε εδώ πέρα να γίνεται χαλασμός. Τρέχαμε σαν παλαβοί. Χιλιάδες σφαίρες σφύριζαν στ’ αφτιά μας κι έπεφταν δίπλα στα πόδια μας. Μέχρι το μεσημέρι το ’καναν το χωριό κάρβουνο. Γυρίσαμε σπίτι μας την άλλη μέρα. Τι να ιδούμε! Μια αυλή γεμάτη πτώματα. Η δική μας οικογένεια και ολόκληρη η οικογένεια του προέδρου Λαμπράκη Ζορμπά. Τι να κάνουμε Ανοίγουμε ένα λάκκο και τους τραβάγαμε με μια τριχιά και τους ρίχναμε μέσα. Δεκαπέντε – είκοσι νοματαίοι».

Ο Νάσος Βλαχοπάνος έμεινε στο σπίτι για να παρακαλέσει τους Γερμανούς να μην το κάψουν, γιατί είχε μέσα φυλαγμένα τα προικιά της κόρης του Γιαννούλας, την οποία θα πάντρευε ύστερα από λίγες μέρες. Δεκατρείς σφαίρες τρύπησαν το κορμί του και η φωτιά έκαψε και το σπίτι και τα προικιά. Ο Βασίλης Σκουραβέληςέμεινε με ολόκληρη την οικογένειά του μέσα στο σπίτι, για να μην το βρουν άδειο οι Γερμανοί και το κάψουν. Μαζί με το σπίτι έκαψαν και ολόκληρη την οικογένεια του Βασίλη Σκουραβέλη, εννιά άτομα.

Είναι αλήθεια πως οι Γερμανοί στρατιώτες πίστευαν πως λάβαιναν μέρος σε μια μάχη με τους αντάρτες. Καθώς όμως περνούσε η ώρα και δε συναντούσαν πουθενά αντίσταση, όπλα, πυρομαχικά και αντάρτες, κάποιοι από αυτούς άρχισαν να αμφιβάλλουν για τη σκοπιμότητα της επιχείρησης και να περιορίζουν την πολεμική τους δράση, αποφεύγοντας να σκοτώνουν άμαχους και αθώα γυναικόπαιδα, με κίνδυνο μάλιστα να τιμωρηθούν με στρατοδικείο για άρνηση εκτέλεσης διαταγών. Για έξι ώρες οι Γερμανοί πολεμούσαν με φαντάσματα ανταρτών και σκότωναν ανελέητα ανυπεράσπιστους αμάχους.

Όταν δόθηκε το σύνθημα της αναχώρησης του 12ου λόχου απ’ το Κομμένο, ο νεαρός διοικητής του, υπολοχαγός Ρέζερ, θα πρέπει να αισθανόταν πολύ ευχαριστημένος γιατί η επιχείρηση στέφτηκε από απόλυτη επιτυχία, καθώς δεν υπήρξε ούτε μία απώλεια από τις δυνάμεις του, ενώ οι «εχθροί» κατατροπώθηκαν και άφησαν στο πεδίο της «μάχης» εκατοντάδες θύματα και το χωριό τυλιγμένο στις φλόγες. Αρκετοί, ωστόσο, από τους στρατιώτες του θα πρέπει να έφευγαν βαθιά μελαγχολικοί και συλλογισμένοι, γιατί τους εξαπάτησαν και τους υποχρέωσαν να σκοτώνουν αθώους. Ο στρατιώτης Άλμπερτ Ζένγκερ θυμάται πως μετά την επιχείρηση κάθισαν κάτω από τις πορτοκαλιές για να προφυλαχτούν από την αφόρητη ζέστη του Αυγούστου. «Μετά από τη φασαρία των όπλων κυριαρχούσε απόλυτη ησυχία. Οι περισσότεροι στρατιώτες ήταν στενοχωρημένοι και σχεδόν κανείς δεν ήταν σύμφωνος με την επιχείρηση. Ως αυτό το γεγονός δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι ανάμεσά μας υπήρχαν και σαδιστές που συμπεριφέρθηκαν σαν άγρια ζώα. Είδα μα τα μάτια μου στρατιώτες οι οποίοι γελούσαν κι έκαναν αστεία εις βάρος των πτωμάτων. Οι περισσότεροι όμως βρίσκονταν σε μια κατάσταση σοκ και ήταν βαθιά θλιμμένοι. Όλοι είχαν ήδη τύψεις συνείδησης με μερικές μόνο εξαιρέσεις. Στο τέλος καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι εκτελούσαμε απλώς διαταγές ανωτέρων. Η οποιαδήποτε ανυπακοή απέναντι σε επίσημες διαταγές τιμωρούνταν σκληρά». (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 81)

Οι Γερμανοί στρατιώτες εγκατέλειπαν το Κομμένο μέσα σε μια κόλαση φωτιάς και σε έναν τρομερό εφιάλτη, που κάποιοι από αυτούς μπορεί να τον κουβαλούσαν μαζί τους και να τον έφερναν με πολύ τρόμο στο νου τους, όταν ο πόλεμος τέλειωσε και η ζωή ξαναμπήκε στον κανονικό της δρόμο. Για πολλά χρόνια. Νικητές Σε τι είδους μάχη Ηττημένοι Ίσως.

«Ο ανθυπολοχαγός ή αρχηγός της ομάδας μου έδωσε τη διαταγή να πυροβολήσω τους Έλληνες. Αρνήθηκα. Ανάμεσα στους Έλληνες βρίσκονταν γυναίκες και παιδιά και νομίζω μια από τις γυναίκες κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά. Ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι ετοιμαζόμουν να διαπράξω ένα έγκλημα. Αυτή η μέρα ανήκει στις χειρότερες αναμνήσεις που έχω από όλο τον πόλεμο. Ο ανθυπολοχαγός ή ομαδάρχης είχε στηθεί πίσω μου και απειλούσε να με πυροβολήσει με το οπλοπολυβόλο του σε περίπτωση που θ’ αρνιόμουν να εκτελέσω τη διαταγή του. Αυτή την απειλή την πήρα πολύ σοβαρά. Όλοι μας είχαμε αναγκαστεί να λάβουμε μέρος στην επιχείρηση. Ίσως να με απείλησε και με στρατοδικείο. Αμέσως άρχισα να πυροβολώ προς τη μεριά των Ελλήνων, οι οποίοι προσπάθησαν να κρυφτούν πίσω από τα κασόνια», θυμάται αρκετά χρόνια μετά ο στρατιώτης Άλμπερτ Τσάντερ. (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 76).

Το ταξίδι της επιστροφής τους στη βάση της μονάδας τους θα ήταν ασφαλώς πιο δύσκολο από τον πρωινό τους περίπατο τόσο μέχρι να φτάσουν στο Κομμένο όσο και κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής τους στους άδειους από εχθρούς δρόμους του. Και ήταν πολύ φυσικό για κληρωτούς αξιωματικούς και στρατιώτες, που μέσα σε λίγες ώρες μετέτρεψαν σε κόλαση ένα παραδεισένιο χωριό που δεν τους έφταιξε σε τίποτε και δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση στην επιχείρησή τους. «Οι αντιδράσεις των κληρωτών ήταν κι αυτές ταραγμένες. Στα φορτηγά που πήγαιναν πίσω στη Φιλιππιάδα, συζητούσαν γι’ αυτό που είχαν κάνει. Πολλοί απ’ αυτούς έδειχναν μελαγχολικοί και συγκλονισμένοι. Ο Καρλ Ντ. θυμόταν ότι “στον 12ο λόχο η ενέργεια αυτή συζητήθηκε πολύ. Σύντομα όλοι οι στρατιώτες έμαθαν γι’ αυτή. Λίγοι την έβρισκαν σωστή. Εγώ ήμουν τόσο επηρεασμένος απ’ αυτές τις ωμότητες που για εβδομάδες είχα χάσει την ψυχική μου ισορροπία”.Την ώρα των τουφεκισμών αναφέρεται πως ένας υπαξιωματικός πέταξε το πηλήκιο στα πόδια του Ρέζερ και φώναξε: “Herr Oberleutnant, απλώς να θυμάστε ότι αυτή είναι η τελευταία φορά που συμμετέχω σε κάτι τέτοιο. Αυτό είναι μια Schweinerei (αθλιότητα) που δεν έχει τίποτα να κάνει με τον πόλεμο”» (Mark Mazower, σελ. 226, και Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 82)

Οι Γερμανοί φεύγουν

Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι πως οι γερμανικές υπηρεσίες, στα επίσημα έγγραφά τους, έκαναν λόγο για ληστές και αντάρτες στο Κομμένο και προετοίμασαν τους στρατιώτες για μια μεγάλη αναμέτρηση με τις δυνάμεις των αντιστασιακών οργανώσεων. Και το τραγικό πως εδώ μέσα δε βρήκαν την παραμικρή αντίσταση, δεν ακούστηκε ούτε ένας πυροβολισμός εναντίον τους, παρά μόνο ακούγονταν τα βογκητά, οι λυγμοί και οι θρήνοι των έντρομων άμαχων κατοίκων του χωριού από τους δικούς τους μονάχα πυροβολισμούς και το δικό τους θανατικό. Μέσα σ’ ένα πρωί το Κομμένο μέτρησε 317 θύματα μιας θηριωδίας και μιας βαρβαρότητας που δεν την αντέχει ακόμη και να την ακούει κανείς. Εξοντώθηκαν 20 οικογένειες, εκτελέστηκαν 95 νήπια και παιδιά ηλικίας έως 15 ετών, θανατώθηκαν 126 γυναίκες.

Αυτό όμως δεν εμπόδισε στο ελάχιστο τους γραφειοκράτες της γερμανικής πολεμικής μηχανής να αναφέρουν την ίδια ημέρα του ολοκαυτώματος με υπερβολική δόση ανανδρίας και ανεντιμότητας, διαστρεβλώνοντας βάναυσα την αλήθεια, πως στο Κομμένο έγινε μάχη με τους αντάρτες: «Σήμερα το πρωί, κατά την περικύκλωση του Κομμένου που έγινε από τρεις πλευρές, ο 12ος Λόχος δέχτηκε πολύ πυκνά πυρά απ’ όλα τα σπίτια. Τότε ο Λόχος άνοιξε πυρ με όλα του τα όπλα, επέδραμε στον οικισμό και τον πυρπόλησε. Φαίνεται πως κατά τη διάρκεια αυτής της μάχης μερικοί από τους ληστές κατάφεραν να ξεφύγουν προς τα νοτιοανατολικά. Υπολογίζεται ότι σ’ αυτή τη μάχη σκοτώθηκαν 150 άμαχοι. Τα σπίτια δέχτηκαν έφοδο με χειροβομβίδες, με αποτέλεσμα τα περισσότερα να πάρουν φωτιά. Όλα τα βοοειδή και το μαλλί έγιναν λάφυρα. Θα ακολουθήσει χωριστή αναφορά λαφύρων. Κατά την πυρπόληση των σπιτιών μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών εξερράγησαν και κρυμμένα όπλα είναι επίσης πιθανόν να κάηκαν μαζί τους». (Mark Mazower, σελ. 223 και Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 83)

Μπορεί στη συνείδηση πολλών Γερμανών στρατιωτών να έμεινε χαραγμένη η εικόνα του πλιάτσικου, «με την πρόφαση ότι πρόκειται για αντίποινα ύστερα από την επίθεση κατά κάποιου στρατηγού», οι Γερμανικές, ωστόσο, αρχές δε δυσκολεύτηκαν στα επίσημα έγγραφά τους να κάνουν λόγο για ληστές, συμμορίτες, αποβράσματα και να χρησιμοποιήσουν ανακρίβειες που μπορούσαν να εμφανίσουν τα εγκλήματά τους εναντίον ανυπεράσπιστων και αμάχων ως πραγματική μάχη με τον εχθρό που τους επιτέθηκε.

Έτσι την επόμενη ημέρα νέα αναφορά σημειώνει, μετατρέποντας τους 150 άμαχους σε 150 νεκρούς από την πλευρά του εχθρού: «Αποτέλεσμα εκκαθαριστικής επιχείρησης στο Κομμένο: 150 νεκροί από την πλευρά του εχθρού, μερικά βοοειδή, όπλα ιταλικής προέλευσης. Η φωτιά στο χωριό ανατίναξε μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών. Το αποτέλεσμα της επιχείρησης επιβεβαίωσε την υποψία και την αναφορά της μεραρχίας ότι η ανατολική πλευρά του κόλπου της Άρτας αποτελεί κέντρο συμμοριτών με ισχυρές ενεργούς ληστοσυμμορίες». (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 93, και Mark Mazower, σελ. 224)
Ενώ ο τότε υπολοχαγός και μετέπειτα Γενικός Γραμματέας του Ο.Η.Ε. Κουρτ Βαλντχάιμ, ο οποίος υπηρετούσε στο γραφείο συντονισμού του γερμανικού γενικού επιτελείου στην Αθήνα, σημείωνε στις 17 Αυγούστου στο Ημερολόγιο Πολέμου της μονάδας του:«17 Αυγούστου: Αυξανόμενη αεροπορική δραστηριότητα του εχθρού με επιδρομές εναντίον της δυτικής ελληνικής ακτής και των Ιόνιων νησιών. Στην περιφέρεια της 1ης Ορεινής Μεραρχίας, η κωμόπολη του Κομμένου (βόρεια του κόλπου της Άρτας) καταλαμβάνεται ύστερα από έντονη εχθρική αντίσταση. Απώλειες του εχθρού». (Mark Mazower, σελ. 224 και Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 96)

Τόσο απλά, λοιπόν, και τόσο σαθρά. Ένα χωριό παραδομένο στις φλόγες των ναζί και 317 άμαχοι και ανυπεράσπιστοι νεκροί, εκτελεσμένοι στα σπίτια τους, στις αυλές και τους δρόμους, δεν ήταν παρά οι εχθροί που πρόβαλαν έντονη αντίσταση στους πάνοπλους Γερμανούς του 12ου Λόχου! Η Γερμανία διέτρεχε κίνδυνο από τα γυναικόπαιδα, τα μωρά και τους άοπλους του Κομμένου!

Μεσημέρι 1.30΄, σημειώνει ο γυμνασιάρχης Στέφανος Παππάς, οι Γερμανοί φεύγουν. Αφήνουν πίσω τους ένα ολοκαύτωμα, ένα απέραντο νεκροταφείο. Και παίρνουν μαζί τους τα λάφυρα του πολέμου: κοπάδια ζώων μεγάλων και μικρών που συγκέντρωσαν στην πλατεία του χωριού, κουβέρτες, σεντόνια, φορέματα, κουστούμια, παπούτσια, γραμμόφωνα, χρήματα, χρυσαφικά. (Στέφανου Παππά, σελ. 29) Η επίσημη έκθεση, ωστόσο, της Βέρμαχτ αναφέρει: «16 κεφάλια βοοειδή, 1 γεμάτο φορτηγό σακιά με μαλλί, 5 ιταλικές καραμπίνες, 1 ιταλικό αυτόματο πιστόλι». (Mark Mazower, σελ. 224)

Ο τραγικός επίλογος

Οι σκηνές φρίκης που εκτυλίχτηκαν το πρωινό της ματωμένης εκείνης Δευτέρας στο Κομμένο και χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη συνείδηση εκείνων που κρύφτηκαν και είδαν με τα μάτια τους όλη την έκταση της βαρβαρότητας και της κτηνωδίας, συνθέτουν ένα πένθιμο εμβατήριο, που ηχεί τυραννικά μέσα μας και μας ελέγχει και μας ανακρίνει και ζητά εξηγήσεις με απόγνωση, μα παίρνει απαντήσεις θολές και μισές, που χάνονται μέσα στον άνεμο.

Το Κομμένο το εκτέλεσαν εν ψυχρώ οι ναζί και το παρέδωσαν στις φλόγες χωρίς έλεος. Η τραγική σελίδα του Κομμένου μένει ζωντανή και καίει άσβηστη φλόγα στη μνήμη των 80 περίπου κατοίκων του που έζησαν τη φρίκη και βρίσκονται ακόμη εν ζωή. Το Κομμένο είναι μια διαρκής καταγγελία της βίας και της βαρβαρότητας. Είναι ένας ασίγαστος πόνος και μια διαμαρτυρία εναντίον κάθε μορφής ρατσισμού. Απ’ τα χείλη και την ψυχή των λίγων πλέον επιζώντων βγαίνει αβίαστα ένα σύνθημα: «όχι άλλη βία κι όχι άλλη αγριότητα στον πλανήτη».

Γιατί το Κομμένο αποθήκευσε κι έκλεισε μέσα στη μικρή του ιστορία όλη την έκταση της βαρβαρότητας και της κτηνωδίας που σπέρνουν αλόγιστα η καθαρότητα της φυλής και η αίσθηση της υπεροχής απέναντι στον άοπλο και τον ανίσχυρο να προστατεύσει τον εαυτό του. Γιατί τούτη η ματωμένη σελίδα του, τα δάκρυα κι η ορφάνια, η φυγή κι η απόγνωση των δικών του παιδιών είναι το πρώτο του μάθημα που μας ανεβάζει ψηλά και μας πάει στην ευπρέπεια της αλληλεγγύης, του ανθρωπισμού και της απέραντης αγάπης.

Αν κατορθώσουμε κάποτε να διαβούμε τα στενά σύνορά μας και τολμήσουμε να περάσουμε στην απέναντι όχθη, έτσι που τον πόνο του ανθρώπου να τον κάνουμε πόνο δικό μας, τότε είναι βέβαιο πως η πρώτη μας έγνοια κι η πρώτη μας πράξη θα σταθούν στο Κομμένο και τον άγιο του τόπο θα τον κάνουν πάρκο ανθρωπιάς και μουσείο της ειρήνης και της συναδέλφωσης των ανθρώπων και των λαών.

Και μπορεί από τούτα τα πάρκα της φιλίας και της ανθρωπιάς να ξεχυθεί το μεγάλο ποτάμι σε μια παγκόσμια διαδήλωση, που στις πιο ψηλές κορφές των βουνών θα στήσει τα λάβαρα και στο κέντρο της γης θα θέσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του: Να τελειώνουμε τώρα με τους πολέμους. Να τελειώνουμε τώρα με τους αποικιοκράτες και τους ιμπεριαλιστές. Το απαιτούν οι νεομάρτυρες των πυρπολημένων και πλημμυρισμένων στο δάκρυ και στο αίμα χωριών μας. Το απαιτούν οι νεομάρτυρες των φούρνων και των κρεματορίων. Το απαιτεί το Κομμένο με τα 317 θύματά του και τ’ απερίγραπτο ολοκαύτωμά του.

Ο τραγικός απολογισμός και το έγκλημα πολέμου

«Την οργή των νεκρών να φοβάστε».
Οδυσσέας Ελύτης

Ότι στο Κομμένο διαπράχθηκε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα πολέμου είναι πέραν πάσης αμφιβολίας. Ανεξάρτητα από το τι έχει αποφασιστεί στη δίκη της Νυρεμβέργης και τι εκκρεμότητες έχουν απομείνει στα διεθνή δικαστήρια και στα επίσημα εθνικά και διεθνή έγγραφα, στη συνείδηση όλων των ανθρώπων, η σφαγή των αμάχων και η ισοπέδωση του χωριού μόνο ως έγκλημα πολέμου έχει καταγραφεί. Το ολοκαύτωμα του Κομμένου ανήκει στις ελάχιστες εκείνες φρικιαστικές περιπτώσεις όπου άνθρωποι ανυπεράσπιστοι και κατά κύριο λόγο ανυποψίαστοι μετατρέπονται αιφνίδια σε τραγικά θύματα μιας οργανωμένης επίθεσης τακτικού στρατού με στόχο δήθεν την εξόντωση ανταρτών.

Στο Κομμένο οι ναζιστικές δυνάμεις δεν έδωσαν μάχη. Δε συγκέντρωσαν τους κατοίκους του για να επιλέξουν θύματα προς εκτέλεση. Δεν εφάρμοσαν τα γνωστά αντίποινα. Τέτοιος λόγος, ασφαλώς, δεν υπήρχε, αφού κανείς Γερμανός αξιωματικός ή στρατιώτης ούτε εκτελέστηκε ούτε τραυματίστηκε ούτε, εν πάση περιπτώσει, αντιμετωπίστηκε με βαναυσότητα από τους κατοίκους του ή από τους αντάρτες που υποτίθεται ότι έδρευαν σ’ αυτό. Ακόμη και ο ίδιος ο συνταγματάρχης Ζάλμινγκερ, που έφτασε σ’ αυτό στις 12 Αυγούστου, διευκολύνθηκε να το εγκαταλείψει ανενόχλητος. «Όχι μόνο δεν πείραξαν τους Γερμανούς οι αντάρτες, αλλά βοηθήσαμε το αυτοκίνητο να βγη από το χαντάκι, που είχε ανατραπή, και να φύγη ανενόχλητο. Κάναμε περισσότερο από ό,τι επέβαλε η εθνική μας τιμή, ενώ μπορούσαμε όλους να τους σκοτώσουμε», αναφέρει ο Στέφανος Παππάςκαταθέτοντας στη δίκη της Νυρεμβέργης (Στέφανου Παππά, σελ. 132)

Πλήθος στοιχείων και μαρτυριών από τους ίδιους τους Γερμανούς στρατιώτες δεν αφήνουν το ελάχιστο ίχνος σχετικά με το κακούργημα και το έγκλημα πολέμου.«Χωριά στα οποία θα πέφτουν πυροβολισμοί ή θα απαντώνται οπλισμένοι, θα καίγονται και ο ανδρικός πληθυσμός θα εκτελείται» ανέφερε η διαταγή του στρατηγού Βάλτερ φον Στέτνερ, διοικητή της 1ης Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών. Στο Κομμένο εκτελέστηκαν οι πάντες χωρίς καμιά διάκριση, παρότι δεν έπεσαν πυροβολισμοί ούτε απαντήθηκαν οπλισμένοι αντάρτες. «Στο χωριό δεν υπήρξε η παραμικρή αντίσταση, ούτε καν ένας πυροβολισμός, και από τη δική μας πλευρά δεν υπήρξε ούτε ένας τραυματίας», αναφέρει ο δεκανέας Κουρτ Ντρέερ. Παρά ταύτα εκτελέστηκαν 95 παιδιά ηλικία 4 μηνών έως 15 χρονών, 126 γυναίκες από 16 έως 80 χρονών και 96 άντρες από 16 έως 80 χρονών.

«Πρώτα ρίχναμε χειροβομβίδες μέσα στα σπίτια και μετά πυροβολούσαμε με καραμπίνες και οπλοπολυβόλα από τις πόρτες. Πολλά πτώματα κάηκαν μέσα στα σπίτια και η μυρωδιά ήταν αφόρητη», θυμάται ο Γιοχάνες Ραλ. «Ήμουν αυτόπτης μάρτυρας όταν κάποιοι στρατιώτες έχωναν μπουκάλια μπίρας στα γεννητικά όργανα γυναικείων πτωμάτων. Νομίζω ότι είδα και πτώματα με βγαλμένα μάτια», εκμυστηρεύεται χωρίς να μπορεί να κρύψει την αηδία του ο Άλμπερτ Σένγκερ.

«Τα μέλη του 12ου λόχου συνέλαβαν εκείνους που ήταν κρυμμένοι στα σπίτια τους και τους συγκέντρωσαν στη μικρή πλατεία… ήταν μια ομάδα 15 – 20 ανθρώπων, κυρίως γυναίκες. Ανάμεσά τους υπήρχαν όμως και μερικά αγόρια και κορίτσια 12 ή 13 ετών… Ο Τσάντερ έστησε το πολυβόλο σε απόσταση 10 – 15 μέτρων… έριξε μια σειρά ριπές και θέρισε τον κόσμο», περιγράφει ο Όσκαρ Γκούντμαν, ο οποίος σημειώνει πως ο Τσάντερ άνοιξε πυρ στην αυλή του Θεόδωρου Μάλλιου την ώρα του γάμου, κατόπιν διαταγής του ανθυπολοχαγού και απειλής ότι σε περίπτωση ανυπακοής θα συντάξει αναφορά σε βάρος του και θα τον στείλει στο στρατοδικείο. Αλλά κι ο ίδιος ο πυροβολητής δεκανέας Άλμπερτ Τσάντερ ομολογεί χαρακτηριστικά: «Ήμουν πολύ ταραγμένος που θ’ αναγκαζόμουν να πυροβολήσω γυναικόπαιδα. Τα νεύρα μου ήταν εξαιρετικά τεντωμένα. Πραγματικά δε θυμάμαι πια, είναι σαν να έχω στη μνήμη μου ένα κενό». (Βλ. Χ. Φ. Μάγερ σελ. 76 – 82)

Για το ίδιο γεγονός καταθέτει στη δίκη της Νυρεμβέργης ο γυμνασιάρχης Στέφανος Παππάς: Οι Γερμανοί «έβγαλαν έξω από το σπίτι του Θεόδωρου Μάλλιου, που γινόταν ο γάμος, 10 – 15 άτομα που εθέρισαν με το πολυβόλο. Είδα με τα μάτια μου απέναντι από τα θύματα σωρός από κάλυκες. Οι υπόλοιποι, γαμπρός, νύφη, συμπέθεροι και άλλοι εν όλω 32 κάηκαν, έγιναν στάχτη μέσα στο διώροφο σπίτι, που καίονταν μια ολόκληρη ημέρα και νύχτα». (Στέφανου Παππά, σελ. 126)

Οι Γερμανοί φρόντισαν, μετά το τέλος της «μάχης» και παρά την αφόρητη ζέστη, να κάνουν μια τελευταία επιθεώρηση στο χωριό και να αποτελειώσουν ό,τι έμεινε στη μέση. «Παντού υπήρχαν πτώματα. Ορισμένοι δεν είχαν αφήσει ακόμη την τελευταία τους πνοή. Προσπαθούσαν να μετακινηθούν και βογκούσαν. Δύο ή τρεις κατώτεροι αξιωματικοί έκαναν μια τελευταία περιπολία στο χωριό κι έδωσαν τη χαριστική βολή στους ετοιμοθάνατους», θυμάται ο δεκαεννιάχρονος στρατιώτης Γιόχαν Χάουσμαν. (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 80)

Λίγο πριν αναχωρήσει ο στρατός, οι επικεφαλής παρότρυναν τους στρατιώτες να πάρουν μαζί τους ό,τι ήθελαν ως λάφυρο από το χωριό. «Οι στρατιώτες όμως ήταν σε τέτοιο βαθμό εξαντλημένοι, που δεν άγγιξαν σχεδόν τίποτε από τα πράγματα που βρίσκονταν ολόγυρα. Μόνο οι αξιωματικοί φόρτωσαν στα φορτηγά κλεμμένα χαλιά και άλλα πολύτιμα αντικείμενα», θυμάται ένας άλλοςδεκαεννιάχρονος στρατιώτης, ο Χανς Τίσλερ. (Χ.Φ. Μάγερ, σελ. 80) Ενώ οΡέζερ «διέταξε μερικούς στρατιώτες να βάλουν φωτιά στα λίγα σπίτια που είχαν μείνει ανέπαφα». (Mark Mazower, σελ. 223)

Θα μπορούσε να παραθέσει κανείς αμέτρητα γεγονότα που δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία πως το ολοκαύτωμα του Κομμένου ήταν ένα έγκλημα πολέμου, σε βαθμό που ο ίδιος ο ταγματάρχης Ράινχολντ Κλέμπε, που ακολούθησε την εκκαθαριστική επιχείρηση ως διοικητής του τάγματος στο οποίο ανήκε ο 12ος λόχος, χωρίς να λάβει μέρος σ’ αυτή, να επιπλήξει αυστηρά τον υφιστάμενό του υπολοχαγό Βίλι Ρέζερ, όταν κάτωχρος και αηδιασμένος από αυτό που αντίκρισαν τα μάτια του μέσα στο Κομμένο, βρέθηκε αντιμέτωπος μαζί του: «αυτό, κύριε υπολοχαγέ, δεν έχει καμιά σχέση με τον πόλεμο. Με κάτι τέτοια δε θέλω να έρθω σε επαφή». (Χ.Φ. Μάγερ, σελ. 90 και Mark Mazower, σελ. 226)

Τα στοιχεία της καταστροφής είναι συνταρακτικά. Εξοντώθηκαν και αφανίστηκαν 20 ολόκληρες οικογένειες. Δολοφονήθηκαν μαζικά και αποτρόπαια 71 παιδιά ηλικίας κάτω των δέκα ετών. Μέσα στα ίδια τους τα σπίτια κάηκαν ζωντανοί γονείς μαζί με τα παιδιά τους. Ούτε ένα τουφέκι δε στράφηκε εναντίον των γερμανών. Οι απώλειες του Κομμένου 317 νεκροί. Σπίτια καμένα, αγαθά λεηλατημένα, κτίρια πυρπολημένα. Οι απώλειες των επιδρομέων ένα μεγάλο, ένα τεράστιο και απερίγραπτο μηδέν, που στρέφεται, εντέλει, εναντίον τους και τους εξευτελίζει.

“Σήκω αδερφέ μ’ από τη γη” – Γρηγόρης Καψάλης

Στο Κομμένο, στις 16 Αυγούστου 1943, γράφτηκε μια από τις πιο τραγικές σελίδες, από εκείνες που αδυνατεί να τις αντέξει ο νους του ανθρώπου και αρνείται να τη συγχωρήσει η παγκόσμια ιστορία. Η μαζική εκτέλεση και ο αφανισμός ολόκληρων οικογενειών συνιστά μια γενοκτονία, με χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε αρχαίες τραγωδίες.

Ο Θεόδωρος Αντωνίου εκτελέστηκε μέσα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά του, ηλικίας 4, 3 και 2 ετών. Ο Χρήστου Αποστόλουσφαγιάστηκε μέσα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του, τη μητέρα του και τα δύο παιδιά του, ηλικίας 11 και 3 ετών. Ο Αθανάσιος Διαμαντής εκτελέστηκε μαζί με τη γυναίκα του και τα πέντε παιδιά του, ηλικίας 30, 10, 16, 8 και 5 ετών. Ο Κων/νος Κριτσιμάς σφαγιάστηκε μέσα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του, ηλικίας 8, 6, 3 και 1 έτους. Η Αικατερίνη Μαράγγου εκτελέστηκε μαζί με το παιδί της, ηλικίας 40 ετών, και τα πέντε εγγόνια της, ηλικίας 14, 11, 8, 6 και 4 ετών. Ο Θεόδωρος Μάλλιοςσφαγιάστηκε στο γάμο της κόρης του, μαζί με τη γυναίκα του, τα εφτά από τα εννιά παιδιά του, ηλικίας 25, 24, 22, 21, 16, 11, και 6 ετών, και τη νύφη του, ηλικίας 24 ετών. Στο ματωμένο γάμο δολοφονήθηκαν η νύφη Αλεξάνδρα και ο γαμπρός Θεοχάρης.

Από το γένος Κοντογιάννη εκτελέστηκαν 29 άτομα, από το γένος Κριτσιμά 24, από το γένος Κολιοκώτση 16, από το γένος Διαμαντή 15, από το γένος Αντωνίου 13. Από τους ξένους που εκείνη την ημέρα βρέθηκαν στο Κομμένο λόγω του πανηγυριού του Δεκαπενταύγουστου και του γάμου εκτελέστηκαν περίπου 35 άτομα. Εκτελέστηκαν επίσης 3 Ισραηλίτες, οι οποίοι έμεναν στο Κομμένο.

Από το βιβλίο «Άι Κομμένο της άσβεστης μνήμης» του Δημήτρη Χρ. Βλαχοπάνου, «Εντύπωσις», 2η έκδοση 2009
Βασική βιβλιογραφία
1. Στέφανου Παππά: Η σφαγή του Κομμένου
2. Χ.Φ. Μάγερ: Η φρίκη του Κομμένου (Καλέντης)
3. Mark Mazower: Στην Ελλάδα του Χίτλερ (Αλεξάνδρεια)
4. Ζωντανές μαρτυρίες
ΠΗΓΗ.ΟΙΚΟΔΟΜΟΣ-ΑΕΤΟΣ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ

Σάββατο 15 Αυγούστου 2020

 80 χρόνια από τον τορπιλισμό του καταδρομικού "Έλλη"


Στις αρχές Αυγούστου 1940 η διοικούσα επιτροπή του Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου ζητούσε με επιστολή της προς το Υπουργείο Ναυτικών, την αποστολή πολεμικού πλοίου στο νησί ώστε να λαμπρύνει με την παρουσία του τις εορταστικές εκδηλώσεις προς τιμή της Παναγίας....

Το υπουργείο ανταποκρίθηκε θετικά και έστειλε το καταδρομικό «ΕΛΛΗ», παρά τις τεκμηριωμένες αντιρρήσεις του Αρχηγού Στόλου Επ. Καββαδία.
Ο έμπειρος αξιωματικός ζητούσε τη συγκέντρωση όλων των πλοίων στον ναύσταθμο Σαλαμίνας προκειμένου να προστατευτούν από την ολοένα αυξανόμενη ιταλική επιθετικότητα.
Ανήμερα της 15ης Αυγούστου το ελληνικό καταδρομικό αγκυροβόλησε 550 μέτρα από τον μεσημβρινό λιμενοβραχίονα της Τήνου. Η ατμόσφαιρα στο σημαιοστολισμένο πλοίο ήταν πανηγυρική. Μόνο ο κυβερνήτης Αγ. Χατζόπουλος, εμφανώς ανήσυχος, διέταξε τη λήψη όλων των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας: τήρηση στεγανών εν πλω, ο λέβητας σε πλήρη πίεση και τα αντιαεροπορικά πυροβόλα σε ετοιμότητα....

Ωστόσο η επίθεση δεν θα ερχόταν από τον αέρα, αλλά από τον βυθό. Κατά τις 07.00 εμφανίστηκε ένα ιταλικό αναγνωριστικό αεροπλάνο το οποίο, αφού διέγραψε δύο κύκλους πάνω από το λιμάνι, αποχώρησε. Κανείς δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός.
Oι Ιταλοί συνήθιζαν αυτού του είδους τις «επιδείξεις». Επρόκειτο όμως για αναγνώριση εν όψει επικείμενης υποβρυχιακής επίθεσης. Στις 08.25 οι φωνές του αρχικελευστή Κατσαϊτη έσκισαν τον αέρα: «Τορπίλη δεξιά, τορπίλη δεξιά».
Η φωνή του διακόπηκε από τον πάταγο μιας τρομακτικής έκρηξης η οποία ανασήκωσε το πλοίο από την επιφάνεια σαν παιδικό παιχνίδι! Πολλοί άνδρες έπεσαν στη θάλασσα. Για λίγα λεπτά κανείς δεν γνώριζε τι είχε συμβεί. Κομμάτια σάρκας, φωτιά, καπνοί και βογγητά πληγωμένων συνέθεταν ένα σκηνικό κόλασης.
Ο κυβερνήτης ανέκτησε γρήγορα την ψυχραιμία του και έδωσε διαταγές περίθαλψης των τραυματιών, διάσωσης των ανδρών που βρίσκονταν στη θάλασσα και ρυμούλκησης του πλοίου....

Εν τω μεταξύ άλλες δύο τορπίλες εξερράγησαν πάνω στον λιμενοβραχίονα, έχοντας προφανώς ως στόχο τα επιβατηγά που βρίσκονταν μέσα στο λιμάνι, κατάφορτα με προσκυνητές. Το επιβατηγό ατμόπλοιο «ΕΣΠΕΡΟΣ» με κυβερνήτη τον ηρωικό Γεράσιμο Φωκά έσπευσε σε βοήθεια του πληγωμένου καταδρομικού.
Ωστόσο, μετά από δύο ώρες εναγώνιων προσπαθειών το «ΕΛΛΗ» άρχιζε να βυθίζεται, παρασύροντας στον υγρό του τάφο και εννέα μέλη του πληρώματος.
Ο κυβερνήτης Χατζόπουλος θέλησε να μοιραστεί την τύχη του πλοίου του, ωστόσο οι αξιωματικοί του τον πήραν «σηκωτό» και επιβιβάστηκαν σε μια σωστική λέμβο.
Μόλις ο Μεταξάς πληροφορήθηκε το συμβάν, αναζήτησε τους αξιωματικούς του πλοίου. Αφού πληροφορήθηκε τα τεκταινόμενα διέταξε να γίνει η δοξολογία και η περιφορά της εικόνας σα να μη συνέβη τίποτα. Επίσης απαγόρευσε την έκφραση της παραμικρής υπόνοιας σχετικά με την εθνικότητα του επιτιθέμενου υποβρυχίου....

Οι Έλληνες εμπειρογνώμονες διαπίστωσαν εύκολα την ιταλική ταυτότητα του υποβρυχίου από τους σειριακούς αριθμούς στα κομμάτια των τορπιλών . Μετά τον πόλεμο διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για το Delfino με κυβερνήτη τον Τζιουζέπε Αϊκάρντι. Η κυβέρνηση όμως απέφυγε να ανακοινώσει οτιδήποτε για την εθνικότητά του και προσπάθησε ως την τελευταία στιγμή να αποφύγει κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως πρόκληση. Παράλληλα όμως, διέταξε όλους τους στρατιωτικούς σχηματισμούς να προετοιμαστούν με την ύψιστη διακριτικότητα για την επερχόμενη σύγκρουση, καθώς ήταν φανερό ότι η φασιστική Ιταλία είχε δώσει τον λόγο στα όπλα.
Η νέμεσις πάντως για την άνανδρη ιταλική ενέργεια ήλθε σχεδόν τρία χρόνια αργότερα. Στις 23 Μαρτίου 1943 και ενώ το υποβρύχιο Delfino επιχειρούσε στον Τάραντα στη Νότια Ιταλία, βυθίστηκε παρασύροντας μαζί του και τα 28 μέλη του πληρώματος, που είχαν συμμετάσχει στον τορπιλισμό της «ΕΛΛΗΣ». Ο μόνος επιζών ήταν ο πρώην κυβερνήτης Αικάρντι, ο οποίος, αμέσως μετά τον τορπιλισμό του ελληνικού πλοίου, είχε παραδώσει τη διοίκηση στον Μάριο Βιολάντε....

Πάντως ο Αικάρντι, ακόμη και μετά τον πόλεμο δήλωνε αμετανόητος για την ενέργειά του, η οποία ήταν έξω από το δίκαιο του πολέμου, εφόσον τορπίλισε πλοίο ουδέτερης χώρας.
Το 1960 δήλωσε στο περιοδικό Tempo: «Δεν είχα ούτε δισταγμό ούτε ταλάντευση. Είχα συνείδηση ότι εκτελώ μια στρατιωτική διαταγή, η οποία δεν έδινε περιθώρια για αμφιβολίες (σ.σ. η διαταγή είχε δοθεί από τον υπερφίαλο Ιταλό διοικητή της Δωδεκανήσου Ντε Βέκι).
Σήμερα τρέφω για την Ελλάδα αισθήματα συμπάθειας και θαυμασμού… Αλλά, τότε, πέρα από κάθε αμφιβολία βρισκόμασταν σε αντίθετα στρατόπεδα (σ.σ. η Ελλάδα όμως τότε ήταν ακόμη ουδέτερη χώρα).
Από ότι ήξερα η διαταγή που είχα πάρει μπορούσε να αποτελεί το προοίμιο για μια άμεση, κανονική είσοδο στον πόλεμο».

* Νίκος Γιαννόπουλος ιστορικός...mixanitouxronou

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2020

 Σαν σήμερα, 14 Αυγούστου 1954 εκτελέστηκε στο Χαϊδάρι ο Νίκος Πλουμπίδης, ένα από τα τελευταία θύματα του ματωμένου επιλόγου του Εμφυλίου πολέμου. .

* Γνωστές και άγνωστες φωτογραφίες(αντίγραφα) της εκτέλεσης από το αρχείο του Σωματείου μας.



14 Αυγούστου 1954: Απόψε, που σκοτώνουν τον Πλουμπίδη…

Φορούσε μαύρο κοστούμι και άσπρο πουκάμισο. Ηταν ντυμένος λες και πήγαινε σε γιορτή. Γύρω στις 5 το πρωί, πριν ακόμα ξημερώσει, κατεβαίνει από το αυτοκίνητο. Ο τόπος που είχε επιλεγεί ήταν η Αγία Μαρίνα, στο Δαφνί. Περνώντας δίπλα από τους δημοσιογράφους, δεμένος ακόμα με τις χειροπέδες, κοντοστέκεται. Τους χαιρετά.
«Γεια σας παιδιά. Μπράβο, όλο νιάτα βλέπω μπροστά μου. Σας εύχομαι καλή σταδιοδρομία, να ‘στε πάντα καλά. Βλέπετε εγώ σε λίγο φεύγω με ψεύτικες και άδικες κατηγορίες. Το Κόμμα μου, το ξέρω, θα βρει την αλήθεια και θα με δικαιώσει».
Λίγες ώρες αργότερα, οι εφημερίδες φέρνουν στην Αθήνα την είδηση:
«Εξετελέσθη ζητωκραυγάζων υπέρ του ΚΚΕ, αντιμετώπισε με απόλυτον ψυχραιμίαν τας σφαίρας του αποσπάσματος (…) δεν εδέχθη ούτε να κοινωνήση, ούτε να του δέσουν τους οφθαλμούς του»…
Ηταν 14 Αυγούστου 1954. Πριν από ακριβώς 60*χρόνια. Ο Νίκος Πλουμπίδης, ο φλογερός επαναστάτης, ο αλύγιστος κομμουνιστής, ο «κόκκινος δάσκαλος», ο διανοούμενος του λόγου και της πράξης, πέφτει νεκρός. Δολοφονημένος από το εκτελεστικό απόσπασμα της αμερικανοκρατίας και της ντόπιας πλουτοκρατίας.
Πλουμπίδης: Ο λαϊκός ηγέτης
Ο Ν. Πλουμπίδης γεννήθηκε στα Λαγκάδια της Αρκαδίας στις 31 Δεκέμβρη 1902. Καταγόταν από φτωχή αγροτική οικογένεια. Μετά από πολλές στερήσεις παίρνει το δίπλωμά του από το διδασκαλείο του Πύργου και το 1924 διορίζεται δάσκαλος στο χωριό Μηλέα της Ελασσόνας. Ξεκινάει η συνδικαλιστική του δράση μέσα από τις γραμμές της Δασκαλικής Ομοσπονδίας που αγωνίζεται για αύξηση των μισθών των δασκάλων.
«Γνωρίζεται» με την Ασφάλεια όταν στις απεργιακές κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις του 1929 συλλαμβάνεται και βασανίζεται. Ηδη από το 1926 είναι μέλος του ΚΚΕ.
Ενώ έχει προσβληθεί από φυματίωση και οι γιατροί δεν του δίνουν πάνω από 6 μήνες ζωή, συνεχίζει την αγωνιστική του δράση. Εκλέγεται μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Συνομοσπονδίας Δημοσίων Υπαλλήλων. Το «έπαθλο» για την συμμετοχή του στο δημοσιουπαλληλικό κίνημα είναι η σύλληψή του τον Μάρτη του 1931, η καταδίκη του και η απόλυσή του από δάσκαλος. Το 1933, εκλέγεται μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής και στη Γραμματεία της Ενωτικής ΓΣΕΕ. Τον Αύγουστο του 1935 παίρνει μέρος στο 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Με τη δικτατορία του Μεταξά, ο Ν. Πλουμπίδης περνά στην παρανομία. Τον Ιούνη 1938 εκλέγεται μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ. Ενα χρόνο αργότερα πέφτει στα χέρια της Ασφάλειας. Το μεταξικό καθεστώς τον βασανίζει απάνθρωπα σε βαθμό που ακόμα και ο ασφαλίτης γιατρός απεκδύεται της ευθύνης καθώς η ζωή του Πλουμπίδη κρέμεται από μια κλωστή. Τον μεταφέρουν στη φυλακή – σανατόριο της «Σωτηρίας», σε συνθήκες απόλυτης απομόνωσης που περιλαμβάνουν απαγόρευση προαυλισμού, συνομιλίας με οποιονδήποτε κρατούμενο και φυσικά επισκέψεων. Ο Πλουμπίδης καταφέρνει να επιβιώσει.
Το 1942, κι αφού ο Πλουμπίδης όπως εκατοντάδες κομμουνιστές έχουν παραδοθεί από το μεταξικό φασιστικό καθεστώς και την κυβέρνηση των δοσίλογων στους Γερμανούς κατακτητές, καταφέρνει να δραπετεύσει από την Τρίπολη, το νέο τόπο εξορίας που τον έχουν μεταφέρει, και φτάνει στην Αθήνα. Τον Δεκέμβρη της ίδιας χρόνιας επανεκλέγεται μέλος του ΠΓ του ΚΚΕ και μετατρέπεται σε οργανωτικό νου και ψυχή της ανάπτυξης του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης στην πρωτεύουσα.
Ο Πλουμπίδης αναδεικνύεται λαϊκός ηγέτης, καθοδηγώντας πολιτικά και οργανωτικά τις μεγάλες κινητοποιήσεις του λαού της Αθήνας ενάντια στους χιτλεροφασίστες κατακτητές.
«…θα πεθάνω κομμουνιστής»

Ο Πλουμπίδης στα χρόνια του Εμφυλίου δίνει τη μάχη του ΔΣΕ από την Αθήνα δρώντας στην παρανομία. Στις συνθήκες της μετεμφυλιακής παρανομίας στέλνει το γράμμα του στους συνηγόρους του Νίκου Μπελογιάννη, όπου μετά τη σύλληψη και καταδίκη του τελευταίου, δηλώνει ότι είναι ο ίδιος και όχι ο Μπελογιάννης ο επικεφαλής του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ, καλεί την κυβέρνηση να μην προχωρήσει στην δολοφονία και προσφέρεται να παρουσιαστεί και να δικαστεί αυτός.
Συλλαμβάνεται στις 25 Νοέμβρη του 1952 στον Κολωνό και προσάγεται σε δίκη στις 24 Ιούλη 1953. Το κράτος της μετεμφυλιακής κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας» τον δικάζει κατ’ εφαρμογή του ΑΝ 375 της μεταξικής φασιστικής χούντας περί «κατασκοπείας»… Μαζί του δικάζονται ερήμην οι Ν. Ζαχαριάδης, Γ. Ιωαννίδης, Β. Μπαρτζιώτας, Μ. Πορφυρογένης, Π. Ρούσος, και άλλα στελέχη της ηγεσίας του ΚΚΕ.
Η δίκη του Πλουμπίδη δεν θα μπορούσε παρά να αποτελέσει έκφραση της μνημειώδους μισαλλοδοξίας του καθεστώτος της εξάρτησης και της υποτέλειας του κράτους της ολιγαρχίας.
Ο ίδιος δίνει δείγματα απίστευτης ψυχικής ανάτασης. Δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο τους στρατοδίκες του, τους οποίους ξεγυμνώνει με την περήφανη απολογία του. Πρέπει να διαχειριστεί και την άδικη εναντίον του κατηγορία που έχει εκτοξευτεί από την ηγεσία του Κόμματος. Ο Πλουμπίδης γνωρίζει πως κάθε του λέξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την αντίδραση εναντίον του ιδανικού για το οποίο έδωσε όλη του τη ζωή. Επιλέγει να μετατρέψει την προσωπική του τραγωδία σε ένα έπος ανωτερότητας, αυτοθυσίας και ανιδιοτέλειας.
«Ματαιοπονείτε, αν πιστεύετε ότι θα με κάνετε να στραφώ ενάντια στο Κόμμα μου», ήταν η απάντησή του στον πρόεδρο του δικαστηρίου, όταν εκείνος επιχείρησε να αξιοποιήσει τις άδικες και λαθεμένες κατηγορίες της ηγεσίας του ΚΚΕ ενάντια στον Πλουμπίδη.
«Σήμερα, κύριοι, δε δικάζετε άτομα. Δικάζετε το ΚΚΕ. Και επ’ αυτού, παρόλο ότι σήμερα όχι μόνο δεν έχω την τιμή να εκπροσωπώ το Κόμμα μου, αλλά έχω και πολεμική εναντίον μου, δηλώνω, ότι αναλαμβάνω πλήρως τις ευθύνες για την πολιτική του Κόμματός μου», ήταν τα λόγια του…
«Εκείνοι που με αγαπούν και με σέβονται οφείλουν να πειθαρχήσουν στο Κόμμα, να διαφυλάξουν την Ενότητά του και να έχουν εμπιστοσύνη στην ηγεσία του. Τιμή μου εγώ, πάνω απ’ όλα έχω την τιμή του Κόμματος. Εγώ, εκείνα που δίδασκα τα εφαρμόζω πρώτος εγώ. Ημουν πιστός στο Κόμμα τότε που με περιέβαλε με στοργή και με ανέβαζε στα ανώτερα αξιώματά του, είμαι πιστός και τώρα που -καλά ή κακά, δίκαια ή άδικα- με κατηγορεί και με στιγματίζει. Θα παραμείνω για πάντα πιστός και θα πεθάνω κομμουνιστής», γράφει στο γράμμα του.
Αφοσιωμένος στην «Ποίηση του Κομμουνισμού»
Ο Πλουμπίδης ήταν ακριβώς αυτό: Κομμουνιστής. Οχι μόνο στην καρδιά αλλά και στο μυαλό. Και το απέδειξε έχοντας την ψυχική δύναμη, αλλά και τον πολιτικό ορθολογισμό, να αντιληφθεί – παρότι βρισκόταν στη δίνη της προσωπικής του δοκιμασίας – το κύριο: ότι πάνω από τον ίδιο και πάνω από το Κόμμα, πάνω από τις σχέσεις του ίδιου με την ηγεσία του Κόμματος, βρισκόταν η υπόθεση των συμφερόντων του λαού. Το δίκιο της εργατικής τάξης. Η δικαίωση των αγώνων του ΕΑΜ και του ΔΣΕ. Η υπόθεση της σοσιαλιστικής προοπτικής και του ίδιου του κομμουνισμού. Με άλλα λόγια βρίσκονταν όλα αυτά που, τη δεδομένη μάλιστα στιγμή, στις δεδομένες ιστορικές και πολιτικές συνθήκες της ταξικής σύγκρουσης, δεν θα μπορούσαν παρά να περνάνε – για κάθε κομμουνιστή – μέσα από την υπεράσπιση της τιμής του ΚΚΕ.
Να γιατί η στάση του Πλουμπίδη δεν προσδιορίζεται με τη φράση «κομματική αφοσίωση» που είναι «στενή» για να την περιγράψει ή πολύ περισσότερο από την φτήνια εκείνων που στην επιστήμη της μαρξιστικής-λενινιστικής ανάλυσης και στο κομμουνιστικό ήθος δεν βλέπουν παρά μόνο «κομματική νομιμοφροσύνη».
Η στάση του Πλουμπίδη είναι ο ορισμός της αταλάντευτης αφοσίωσης στην Ποίηση του Κομμουνισμού. Αφοσίωση που για να περπατήσεις το δρόμο της μέχρι τέλους χρειάζονται ισόποσα και τα δυο: Και καρδιά και μυαλό. Που σημαίνει ότι: Αν ο Πλουμπίδης δεν ανέλυε σωστά την κατάσταση, αν στις συνθήκες των διώξεων, των Μακρονησιών, των εκτελέσεων, του πρωτόγονου αντικομμουνισμού, επέλεγε, εις βάρος της υπεράσπισης της συνολικής υπόθεσης του κομμουνισμού, να υπερασπιστεί τον κομμουνιστή εαυτό του από την πολεμική του Κόμματος εναντίον του, τότε υπήρχε κίνδυνος στο λάθος της ηγεσίας του Κόμματος να προσθέσει κάποιο δικό του λάθος.
Ο Πλουμπίδης έπραξε το αντίθετο. Και έστειλε διπλό μήνυμα: Πρώτον, χωρίς τον υπερφίαλο δογματισμό ότι κατέχεις οπωσδήποτε την απόλυτη αλήθεια, να είσαι ασυμβίβαστος παντού. Ασυμβίβαστος απέναντι και στα λάθη των δικών σου, παλεύοντας θαρρετά τη γνώμη σου για ό,τι θεωρείς «στραβό». Δεύτερον, αυτή η κομμουνιστική αρετή, που πρέπει να διαφυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού, η αρετή του ασυμβίβαστου ανθρώπου, να μην ξεστρατίζει σε ατραπούς που σου θολώνουν το νου και τελικά μπορεί να σε οδηγήσουν να «προσφερθείς» ακούσια προς εκμετάλλευση από τους ταξικούς αντιπάλους σου.
Αυτό έκανε ο Πλουμπίδης. Αφενός δεν συμβιβάστηκε με το εις βάρος του λάθος. Δεν έκλεισε το στόμα του απέναντι στις «ψεύτικες και άδικες κατηγορίες». Δεν παραιτήθηκε από την απαίτησή του να δικαιωθεί, την οποία κληροδότησε ως αίτημα – διαθήκη (σσ: «Το Κόμμα μου, το ξέρω, θα βρει την αλήθεια και θα με δικαιώσει»). Και ταυτόχροναδεν άφησε την παραμικρή – μα την παραμικρή – χαραμάδα στους στρατοδίκες να τον «αξιοποιήσουν».
Εδώ βρίσκεται το μεγαλείο του Πλουμπίδη: Οτι υπέγραψε με το αίμα του την αξία ενός κομματιού της «αλφαβήτας» του κομμουνιστή, ότι έδειξε πόση ψυχή κρύβεται σε κάτι που φαντάζει σαν στείρα «προπαιδεια» και που λέει: Κάνουμε «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Ο Πλουμπίδης, αναλύοντας σωστά τη συγκεκριμένη κατάσταση, κατάφερε να βάλει τα θεμέλια για να αποτινάξει όλα όσα τον «λέρωναν» προσωπικά, χωρίς αυτό να τον εμποδίσει ή να τον απομακρύνει από το κύριο καθήκον: να φωτίσει ακόμα περισσότερο την αλήθεια του ταξικού δίκιου απέναντι στην ταξική βαρβαρότητα.
Ετσι ο Νίκος Πλουμπίδης κέρδισε κάτι σπάνιο: την μεγάλη τιμή, για τον ίδιο και για όλους τους Ελληνες κομμουνιστές, να είναι από εκείνους που πρόσθεσαν τον δικό τους στίχο σε αυτήν πανανθρώπινη «Ποίηση» των κομμουνιστικών ιδανικών.
«Αφήνω στο γιο μου ένα τίμιο όνομα»
Το στρατοδικείο καταδίκασε τον Νίκο Πλουμπίδη «δις εις θάνατον». Ψύχραιμος, αποφασιστικός, στο άκουσμα της καταδίκης δηλώνει στους δημοσιογράφους: «Θα αντιμετωπίσω το θάνατο σαν Ελληνας κομμουνιστής, όπως αντιμετώπισα και την κατηγορία σε όλη την ακροαματική διαδικασία. Θα πεθάνω ήσυχος και γιατί αρκετό σπόρο έσπειρα και γιατί χιλιάδες νέοι Ελληνες θα πάρουν τη θέση μου μέχρι τη νίκη του λαού».
Στις 14 Αυγούστου 1954, λίγο πριν το «πυρ», λέει στον επικεφαλής του αποσπάσματος και τον ιερέα που βρισκόταν στον τόπο της εκτέλεσης:
«Δεν έχω κανένα βάρος στη συνείδησή μου. Μόνο σας ξαναλέω: Υπήρξα τίμιος αγωνιστής, πάλεψα για το καλό του λαού και για το Κόμμα μου. Κι αφήνω στο γιο μου φεύγοντας ένα τίμιο όνομα».
5 Μάρτη 1943
Ο Πλουμπίδης – λαϊκός ηγέτης έπαιξε επιτελικό και πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια από τις πιο λαμπρές σελίδες του ΕΑΜικού κινήματος με πανευρωπαϊκή και παγκόσμια διάσταση: Η απεργία και η διαδήλωση στις 5 Μάρτη 1943 που καθοδηγήθηκε και οργανώθηκε από το ΚΚΕ, που τίναξε στον αέρα τα σχέδια του Χίτλερ και ακύρωσε το ναζιστικό πρόγραμμα επιστράτευσης Ελλήνων, είναι εν πολλοίς δικό του έργο.
Τα αποσπάσματα που ακολουθούν περιγράφουν πως ματαιώθηκαν τα σχέδια του Χίτλερ για την επιστράτευση των Ελλήνων στα γερμανικά Νταχάου. Είναι από κείμενο του Νίκου Πλουμπίδη. Γράφτηκε στην απομόνωση το 1954, ανήμερα της 5ης Μάρτη 1943.
«Η 5η του Μάρτη, του 1943, είναι ιστορική ημέρα για το Ελληνικό Λαϊκό επαναστατικό κίνημα με παγκόσμια απήχηση και σημασία. Την ημέρα αυτή ολόκληρος ο Αθηναϊκός λαός με ΓΕΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΠΑΛΛΑΪΚΗ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ στο κέντρο της Αθήνας επέβαλε στο Χίτλερ και στους Ελληνες πράκτορές του να ανακαλέσουν την ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ(…).
Στις 4 του Μάρτη, πριν ακόμα φωτίσει, ήλθε ξαφνικά ο Κ. Χατζήμαλης και μου αναφέρει ότι «απεφασίσθη η πολιτική επιστράτευση και ότι αύριο στις 5 του μηνός θα το αναγγείλει από το Ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών ο Πρωθυπουργός Λογοθετόπουλος». Η είδηση ήταν σοβαρή με εξαιρετική πολιτική σημασία. Επρεπε να προλάβουμε τον εχθρό, προτού αναγγείλει την απόφασή του (…).
Σε δυο ώρες συνήλθε η επιτροπή πόλης της ΚΟΑ που αποτελούνταν από διαλεχτούς αγωνιστές. Εκεί ανέπτυξα την πρότασή μου (σ.σ.: ΓΕΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ και ΠΑΛΛΑΪΚΗ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ με σύνθημα: ΚΑΤΩ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ. ΨΩΜΙ, ΔΟΥΛΕΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ) και ετόνισα τις ιστορικές ευθύνες που αναλαμβάνουμε. Ολα τα μέλη δέχτηκαν με ενθουσιασμό την πρότασή μου. Καθορίσαμε το γενικό πρόγραμμα δράσης και όλοι έφυγαν για να κινητοποιήσουν τους τομείς που καθοδηγούσε ο καθένας. Είπαμε να ειδοποιηθεί και η Κ.Ο. Πειραιά να βοηθήσει κι αυτή. Από το μεσημέρι της Τρίτης 4 Μάρτη δεκάδες χιλιάδες λαϊκοί αγωνιστές βρίσκονταν σε πυρετώδη κίνηση. Τα τυπογραφεία και οι πολύγραφοι δούλευαν αδιάκοπα. Πλακάτ, σημαίες, συνθήματα ετοιμάστηκαν. Τα σχέδια πορείας του κάθε κλάδου και τομέα καταστρώθηκαν. Χιλιάδες προκηρύξεις και τρικ μοιράστηκαν. Οι συνδέσεις των διαφόρων κρίκων εκανονίστηκαν. Τα ΧΩΝΙΑ τότε εφευρέθηκαν και τέθηκαν σε εφαρμογή. ΟΛΟΙ οι τομείς ΟΛΑ τα γρανάζια της πολύπλευρης και πολύπλοκης μηχανής τέθηκαν σε κίνηση και άρχισαν να δουλεύουν ταχύτατα και κανονικά. Ξημέρωσε η Τετάρτη 5 Μάρτη του 1943. Ολη η κίνηση, όλες οι υπηρεσίες σταματημένες.
Η ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ήταν πράγματι ΚΑΘΟΛΙΚΗ. Ολα νεκρώθηκαν. Εργάτες, υπάλληλοι, βιοτέχνες, έμποροι, όλοι απεργούν, όλα κλειστά και τότε άρχισε να ξεχύνεται στο κέντρο της Αθήνας ο λαϊκός χείμαρρος των συνοικιών. Για πρώτη φορά τόσο πυκνές λαϊκές μάζες κατέβηκαν στο πεζοδρόμιο για να διεκδικήσουν και να επιβάλουν τα αιτήματά τους. Για πρώτη φορά παρουσιάστηκε μια τόσο μεγάλη σε όγκο και μαχητικότητα ΠΑΛΛΑΪΚΗ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ. Αυτό ήταν πρωτοφανές όχι μόνο για την Αθήνα αλλά και για τις μεγάλες ξένες πρωτεύουσες κι αυτό όχι σε καιρούς ειρηνικούς αλλά κάτω απ’ τον πιο βάρβαρο καταχτητή. Το παλλαϊκό ξεσήκωμα ήταν τέτοιο που οι κατακτητές αναγκάστηκαν να ανακαλέσουν την απόφασή τους και να δηλώσουν ότι «ΔΕΝ ΤΙΘΕΤΑΙ ζήτημα πολιτικής επιστράτευσης για την Ελλάδα». Η 5η του Μάρτη του 1943 δεν έσωσε μόνο τα ελληνόπουλα από τα γερμανικά κάτεργα αλλά συνετέλεσε και στην πορεία και την εξέλιξη του πολέμου και έδειξε το δρόμο που πρέπει να ακολουθούν οι λαοί για να επιβάλουν τις θελήσεις τους (…)».
(Ν. Πλουμπίδης, Φυλακές Απομόνωσης 5.3.54)
*Το κείμενο δημοσιεύθηκε στον «Ημεροδρόμο» στις 14 Αυγούστου 2014, 60 χρόνια από την εκτέλεση του Νίκου Πλουμπίδη.

*imerodromos

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2020

 ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ

Φωτιά και θάνατος παντού...

Ο τότε γραμματέας του ΕΑΜ Ανωγείων, Μ. Αεράκης, εξιστορεί τα γεγονότα. Τρεις βδομάδες οι Γερμανοί, σκότωναν, έκαιγαν και ισοπέδωναν τα πάντα, τιμωρώντας το χωριό για τη μεγάλη αντιστασιακή του δράση. Ο ιστορικός συγγραφέας Αντ. Σανουδάκης, καταθέτει στοιχεία για την αγγλογερμανική συνεργασία που είχε στόχο το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ

Οσοι πρόλαβαν γλίτωσαν... Ανάπηροι και γέροντες θάφτηκαν ζωντανοί κάτω από τα συντρίμμια των ίδιων των σπιτιών τους... Μαύροι καπνοί που σκέπασαν όλο τον Μυλοπόταμο έβγαιναν από τα Ανώγεια , όπου οι Γερμανοί έδειχναν την... παλικαριά τους, πυροβολώντας ό,τι έβρισκαν μπροστά τους ζωντανό... Ανθρωπος ή ζώο, δεν έχει σημασία για τους φασίστες... Παντού φωτιά και θάνατος...

Περίπου τρεις εβδομάδες χρειάστηκαν οι Γερμανοί, για να ισοπεδώσουν τα πάντα στο αντιστασιακό χωριό της Κρήτης, οι κάτοικοι του οποίου είχαν αναπτύξει σπουδαία δράση κατά του φασισμού, μαζί με τον ΕΛΑΣ του καπετάν Γιάννη Ποδιά και του ΕΑΜ των Ανωγείων με γραμματέα της Οργάνωσης - την περίοδο εκείνη - τον Μανούσο Αεράκη.

Τα αντίποινα των Γερμανών ξεκίνησαν με αφορμή τη σύλληψη και εκτέλεση από τους άντρες του ΕΑΜ, του Γερμανού λοχία των Ες-Ες, με το όνομα "Σήφης".Ομως, ως αφορμή χρησιμοποιήθηκε και το γεγονός, ότι μέσα από τα Ανώγεια είχαν περάσει πρόσφατα οι απαγωγείς του Κράιπερ.Η αλήθεια βέβαια για το ολοκαύτωμα, όχι μόνο των Ανωγείων αλλά και τα άλλα που έγιναν στην Κρήτη, είναι εντελώς διαφορετική. Οπως θα δούμε παρακάτω, μέσα από σημαντικά στοιχεία που καταθέτει στο "Ρ" ο φιλόλογος ιστορικός συγγραφέας Αντώνης Σανουδάκης,γνωστός για την πολύχρονη ενασχόλησή του με την ιστορία της Εθνικής Αντίστασης, πίσω απ' όλα αυτά, υπήρχε αγγλογερμανική συνεργασία.



Η σύλληψη του Γερμανού

"Ο Σήφης είχε έρθει στις αρχές περίπου, του Ιούνη - θυμάται - και μπαλοτοκωπούσε στο χωριό, έσπρωχνε γυναίκες, έκανε μια νταϊλίστικη και προσβλητική εμφάνιση για τα Ανώγεια . Μετά από αυτήν την ανεπιθύμητη επίσκεψη, η οργάνωση του ΕΑΜ συνήλθε και πήρε απόφαση, εάν ο Σήφης ξαναπατήσει στο χωριό να μη φύγει αλλά να πιαστεί ζωντανός ή νεκρός...

Την ευθύνη για την υλοποίηση της απόφασης θα αναλάμβαναν όσοι ΕΑΜίτες θα βρίσκονταν στο χωριό τη μέρα που ο φασίστας με την παρέα του θα έκανε το "μοιραίο λάθος", όπως κι έγινε. Μετά από αυτή την απόφαση, επιλέχτηκε και το σημείο που μαζέψαμε και κρύψαμε όλα τα όπλα των ΕΑΜιτών. Στις αρχές του Αυγούστου ήρθε και πάλι ο Σήφης με την παρέα του και η απόφαση που είχε παρθεί εξετελέσθη επιτυχώς με πρωτοβουλία, τότε, του Μανόλη Μανουρά ή Ζμαϊλομανόλη"... Ο λοχίας Σήφης μαζί με άλλους πέντε Γερμανούς και δύο Ιταλούς φασίστες που τον ακολουθούσαν, συνελήφθησαν και παρελήφθησαν από τον ΕΛΑΣ".

Το γεγονός αυτό ενόχλησε το στρατηγείο του γερμανικού στρατού στα Χανιά και η διαταγή του Μίλερ ήταν αναμενόμενη για τους αντάρτες: "Τα Ανώγεια να καούν και να ισοπεδωθούν, γιατί ο Σήφης εκτελέσθη από τους Ανωγειανούς και γιατί από το χωριό εκείνο πέρασαν οι απαγωγείς του Κράιπερ μεταφέροντάς τον με τη βοήθεια των Ανωγειανών" έλεγε η διαταγή και πρόσθετε: "Κάθε άνδρας που θα εντοπίζεται σε απόσταση ενός χιλιομέτρου, θα εκτελείται επί τόπου".

Οι Αγγλοι και τα όργανά τους

Η αντίδραση των κομμουνιστών - ανταρτών των Ανωγείων , μόλις έγινε γνωστή η πρόθεση των Γερμανών, ήταν άμεση. Τριμελής επιτροπή με επικεφαλής τον Γιώργο Σμπώκο και με τη συμμετοχή ενός άνδρα του ΕΛΑΣ και του Μ. Αεράκη, έρχονται σ' επαφή με την οργάνωση της ΕΟΚ στην τοποθεσία "Μύθια", όπου βρίσκονταν και οι Εγγλέζοι. Αρχηγός της ΕΟΚ ήταν τότε ο καπετάν Μιχάλης Ξυλούρης ή Χριστομιχάλης στον οποίο ο Γ. Σμπώκος - όπως εξιστορεί ο Μ. Αεράκης - είπε χαρακτηριστικά: "Καπετάν Μιχάλη, όπως βλέπεις οι Γερμανοί παίρνουν τους γέρους, τις γυναίκες μας και ετοιμάζονται να κάψουνε τα σπίτια μας και τα υπάρχοντά μας. Ας παραμερίσουμε ό,τι μας χωρίζει. Να ενώσουμε τα όπλα μας και να πολεμήσουμε τους Γερμανούς για να περισώσουμε ό,τι μας ανήκει". Ομως, όπως πάντα, έτσι και τότε, οι εθνικιστές αντάρτες αποδεικνύονται όργανα των Αγγλων. "Αδυνατώ ν' απαντήσω, αν δε συμβουλευτώ την αγγλική αποστολή", απάντησε ο Χριστομιχάλης.

Οι Αγγλοι φυσικά αρνήθηκαν, ισχυριζόμενοι ότι "οι δυνάμεις των Γερμανών είναι τεράστιες και θα έχουμε πολλές ανθρώπινες απώλειες, ενώ αν δε χτυπήσουμε υπάρχει πιθανότητα να μην ολοκληρώσουν το καταστροφικό τους έργο".

"Εμείς πιστεύουμε το αντίθετο..." ανταπαντούν οι εκπρόσωποι του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. "Αν τους χτυπήσουμε, κάτι μπορούμε να περισώσουμε. Αν όχι, τότε ούτε μια πέτρα στο χωριό δε θ' αφήσουν όρθια οι κατακτητές". Συγκλονιστικά ήταν τα λόγια που γύρισαν και είπαν στη συνέχεια ο Σμπώκος και ο Αεράκης στον αρχηγό της ΕΟΚ: "Εμείς καπετάν Μιχάλη, γνωρίζουμε τα κατατόπια εδώ και θα κάνουμε μεγάλη ζημιά στους Γερμανούς" λέει πρώτος ο Σμπώκος. "Εμείς θα κατεβούμε κάτω και θ' απολογηθούμε σε νεκρούς και ζωντανούς για ό,τι και αν συμβεί. Οι Αγγλοι θα φύγουν κάποτε για να γυρίσουν στη χώρα τους" λέει από την πλευρά του ο γραμματέας του ΕΑΜ.

Ομως ο εντολοδόχος των Εγγλέζων επέμεινε στην αρχική του απάντηση στους κομμουνιστές, που αναγκάστηκαν να φύγουν για το λημέρι του ΕΛΑΣ. Η άποψη που επικράτησε τη νύχτα εκείνη στον ΕΛΑΣ, ήταν ότι οι Αγγλοι γνώριζαν φυσικά πως το χωριό θα καιγόταν και ήθελαν μετά το ολοκαύτωμα να ξεσηκώσουν τον κόσμο εναντίον των κομμουνιστών κατηγορώντας τους ως υπεύθυνους...



Το χωριό τυλίγεται στις φλόγες

Σε λίγο θα ξημέρωνε η 13η Αυγούστου. Η έδρα του ΕΛΑΣ μετακινείται από την τοποθεσία Τσουνιάς πιο κοντά στο χωριό και συγκεκριμένα στη θέση Στεφάνα. Παράλληλα ένα μεγάλο τμήμα ανταρτών κατεβαίνουν ακόμα πιο κοντά. Σ' ένα βραχώδες μέρος με την ονομασία Βιτσιλιά. Στην ομάδα αυτή συμμετέχει και ο Μανούσος Αεράκης που μας αφηγείται τις δραματικές στιγμές που ακολούθησαν, όταν χιλιάδες Γερμανοί πάτησαν στο χωριό.

"Μια ώρα περίπου πριν να ξημερώσει, οι Γερμανοί μας αντελήφθησαν και με τη βοήθεια φωτοβολίδων άρχισαν να βάλουν εναντίον μας. Ανταλλάξαμε πυρά και στο μεταξύ ήρθε διαταγή από τον ενεργητικό ΕΛΑΣ να ενεργήσουμε. Από τότε άρχισε το ολοκαύτωμα του χωριού. Πρώτα το καίγανε και μετά το κατεδαφίζανε. Η έδρα τους ήτανε στα Σίσαρχα. Ολη τη μέρα καίγανε και γκρεμίζανε και όλη νύχτα έμεναν στα Σίσαρχα. Εμείς τη νύχτα κατεβαίναμε περίπολο στο χωριό για να προστατεύσουμε ό,τι τυχόν μείνει στο τέλος από τα περιουσιακά στοιχεία των Ανωγειανών. Να περιφρουρήσουμε όσο γίνεται το χωριό, από πλιατσικολόγους, που ξέρανε ότι τη νύχτα οι Γερμανοί δεν ήταν εκεί και πηγαίνανε να πάρουν ό,τι θέλανε. Η εικόνα που αντικρίσαμε στο χωριό ήταν φρίκη πραγματικά...

Εβλεπες σεντόνια, βούργιες, δρόμο δεν έβλεπες γιατί ήταν ισοπεδωμένο το χωριό, γουρούνια σκοτωμένα, κότες σκοτωμένες, τυριά, τρόφιμα πεταμένα... Κάποια στιγμή η κατάσταση ήταν τέτοια που από τη βρώμα των ψόφιων ζώων δεν μπορούσαν ούτε οι Γερμανοί να σταθούν...".

Ομως στα γεγονότα εκείνα υπήρξαν και πολλοί άνθρωποι νεκροί. Οπως λέει ο Μ. Αεράκης "οι Γερμανοί έκαναν ομαδική εκτέλεση στα Σίσαρχα. Εσκοτώσανε σποραδικά από δω κι από κει. Εμαζέψανε τους γέρους και τους πήγανε στο Ηράκλειο, τα γυναικόπαιδα στα διάφορα χωριά, ενώ όσοι ήτανε ανάπηροι και δεν μπορούσαν να περπατήσουν καιγότανε ζωντανοί μέσα στα σπίτια τους...".

ΔΣΕ

---

Αγγλο - γερμανική συνεργασία

Σ' ένα ολόκληρο σχέδιο μεταξύ Αγγλων και Γερμανών, οφείλεται στην πραγματικότητα το ολοκαύτωμα των Ανωγείων και άλλων χωριών της Κρήτης, σύμφωνα με αποκαλυπτικές δηλώσεις που έκανε στο "Ρ" ένας από τους πιο γνωστούς ιστορικούς - συγγραφείς της Μεγαλονήσου, ο Αντώνης Σανουδάκης: "Ερμηνεύοντας το ολοκαύτωμα και την καταστροφή των Ανωγείων , καθώς και τις καταστροφές και εκτελέσεις που έγιναν στην κεντρική κυρίως Κρήτη, το καλοκαίρι του 1944, δεν πρέπει να τα δούμε ως μεμονωμένα γεγονότα. Πρόκειται στην πραγματικότητα για γεγονότα που οφείλονται σ' ένα ευρύτερο αγγλογερμανικό σχέδιο που υπάρχει, αυτή την περίοδο, μέσα στο οποίο μπορούμε να εντάξουμε ακόμα και την απαγωγή του Κράιπερ ή και το σαμποτάζ της Δαμάστας! Δηλαδή, πιο συγκεκριμένα, την άνοιξη προς το καλοκαίρι του 1944 έχει υπάρξει μία συμφωνία μεταξύ των Αγγλων και προσωπικά με τον Χίτλερ, ώστε οι γερμανικές δυνάμεις που βρίσκονται στο Αιγαίο να παραμείνουν ατόφιες. Ετσι λοιπόν αρχίζοντας να υποχωρούν απ' την Ανατολική Κρήτη (τη Σητεία) με κατεύθυνση προς τα Χανιά, μεγάλη δύναμη Γερμανών και Ιταλών, που δεν είχαν παραδοθεί μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το 1943, είχαν ένα μοναδικό στόχο: Να παραμείνουν στα Χανιά και να χρησιμοποιηθούν απ' τους Αγγλους εναντίον του ΕΛΑΣ, εναντίον δηλαδή γενικότερα του "κομμουνιστικού κινδύνου" που κατά την άποψη των Αγγλων είχε παρουσιαστεί ως μεγαλύτερος κίνδυνος απ' τον γερμανικό. Ετσι λοιπόν μπορούμε να εξηγήσουμε το λόγο της υποχώρησης των Γερμανών με τρόπο ώστε να μείνουν ανενόχλητοι κι όχι μόνο να υποχωρούν ανενόχλητοι, αλλά πρέπει να υποχωρήσουν και να φτάσουν ανέπαφοι κατατρομοκρατώντας τον κόσμο και βρίσκοντας αφορμές οι οποίες είναι ετεροχρονισμένες...

Δηλαδή η απαγωγή του Κράιπερ, που έγινε τον Απρίλη του 1944, αν το μελετήσει κανείς δεν έχει και πολλή σχέση με τη μετά από 6 μήνες "εκδίκηση" των Γερμανών εναντίον των χωριών, είτε του Ηρακλείου, είτε των Ανωγείων , είτε του Αη Βασίλη και του Αμαρίου. Στην πραγματικότητα και το σαμποτάζ τον Αύγουστο του '44 που γίνεται στη Δαμάστα, σ' ένα χωριό καθαρά ΕΑΜίτικο και που είναι πάνω στον άξονα από το Ηράκλειο στα Χανιά, γίνεται με σκοπό να τρομοκρατηθούν οι αντάρτες, όταν το χωριό θα ζητούσε εκδίκηση απ' τους Γερμανούς, όπως πίστευαν οι Αγγλοι. Πρέπει λοιπόν, κατά την άποψη των Αγγλων και των Γερμανών να κρατηθούν ατόφιες αυτές οι δυνάμεις, ξεθεμελιώνοντας χωριά, εκτελώντας αθώους, εκτελώντας γυναίκες όπως έγινε και στο Ηράκλειο...".

Χριστόφορος ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Πηγή: Ριζοσπάστης Τρίτη 13 Αυγούστου 1996

 «Μπλόκο της Καλαμαριάς»

Πέρασαν 76 χρόνια από το «Μπλόκο της Καλαμαριάς», όπως ονομάστηκε η σφαγή 13 αθώων πολιτών της Καλαμαριάς, στις 13 Αυγούστου 1944, από τους Γερμανούς κατακτητές και τους γερμανοντυμένους των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Το 1944, τελευταίο έτος της Κατοχής , η Θεσσαλονίκη και ολόκληρη η Ελλάδα, πλην των ορεινών περιοχών που έχουν απελευθερωθεί, βιώνουν άγρια τρομοκρατία από τους φασίστες Γερμανούς κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες και δωσίλογους των Ταγμάτων Ασφαλείας.
Επιδρομές σε συνοικίες της πόλης και μπλόκα στις γειτονιές είναι η φοβερή καθημερινή πραγματικότητα και οι εκτελέσεις Ελλήνων αγωνιστών της Ελευθερίας αλλά και αθώων πολιτών διαδέχονται η μία την άλλη . Ιδιαίτερα μετά την απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ στη Γερμανία στις 20.7.1944 οι Γερμανοί κατακτητές και οι εδώ συνεργάτες τους ταγματασφαλίτες γίνονται περισσότερο βάρβαροι κατά των κατοίκων της Θεσσαλονίκης όπου η Εθνική Αντίσταση είχε φουντώσει . Και επειδή δεν μπορούσαν να πλήξουν τα ένοπλα αντάρτικα τμήματα άρχισαν να χτυπούν αδιακρίτως φύλου και ηλικίας άοπλους και αδύναμους πολίτες.

Και άλλα θύματα του Μπλόκου της Καλαμαριάς
Στις 13 Αυγούστου 1944, ημέρα Κυριακή το πρωί , οι κατακτητές συνοδευόμενοι από άνδρες του τάγματος του Δάγκουλα κάνουν μπλόκο στην Καλαμαριά, συλλαμβάνουν 13 αθώους πολίτες και τους εκτελούν με τη "δικαιολογία" ότι ήταν μέλη αντιστασιακών οργανώσεων ...
Με αυτόν τον τρόπο και μ΄αυτά τα αποτελέσματα πολέμησαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα που τώρα δείχνουν πως αγνοούν τα πάντα και ούτε που ασχολούνται με την ηθική υποχρέωση που έχουν απέναντι στη χώρα μας και στο λαό μας που τόσα υπέφερε εξ αιτίας τους στα 4 χρόνια της βάρβαρης Γερμανικής Κατοχής 1941-1944 ...



Ανακοίνωση της Αστυνομίας
«Την 13-8-44 και από της 4ης πρωινής ώρας και μέχρι της μεσημβρίας περίπου απεκλείσθη άπασα η περιφέρεια του ενταύθα ΙΑ' Αστυνομικού Τμήματος Συνοικισμού Καλαμαριάς υπό Γερμανών στρατιωτών... τμήματα δε των ενταύθα Εθνικιστικών Ομάδων ενήργησαν κατ' οίκον ερεύνας και εξετέλεσαν τους κάτωθι...»
Αυτή είναι η έκθεση της Διεύθυνσης Αστυνομίας Θεσσαλονίκης, όπως συντάχθηκε στις 16 Αυγούστου 1944, τρεις μέρες μετά το Μπλόκο της Καλαμαριάς. To πρωί της Κυριακής 13 Αυγούστου 1944, Γερμανοί στρατιώτες με Έλληνες συνεργάτες τους από το Τάγμα του Δάγκουλα, περικύκλωσαν το κέντρο της Καλαμαριάς και τους γύρω συνοικισμούς και με μια λίστα χαρακτηρισμένων αριστερών, άρχισαν τις έρευνες στα σπίτια. Μέχρι το μεσημέρι, έντεκα άνθρωποι είχαν εκτελεσθεί στα σπίτια τους ή στο δρόμο. Θα ήταν πολλοί περισσότεροι, αφού εκείνη τη μέρα είχαν συλληφθεί τριάντα, που προορίζονταν για εκτέλεση κι άλλοι διακόσιοι, που είχαν κρατηθεί στο χώρο του σχολείου....


Δάγκουλας, ο “δράκος” της Θεσσαλονίκης
Όπως γράφει ο Ανδρέας Βενιανάκης, στο πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο του «Δάγκουλας, ο “δράκος” της Θεσσαλονίκης» (εκδόσεις «Επίκεντρο»): «…Η διεξαγωγή του Μπλόκου δεν ήταν μια επιπόλαιη και αυθόρμητη πράξη εκδίκησης, ………. αλλά μια προγραμματισμένη επιχείρηση τρομοκράτησης και εξόντωσης όσων συμμετείχαν σε αντιστασιακές ενέργειες κατά των Γερμανών. …..Η επιχείρηση στους συνοικισμούς της Καλαμαριάς είχε προετοιμαστεί από καιρό …..οι πληροφοριοδότες είχαν βοηθήσει στην κατάρτιση καταλόγου των υπόπτων που θα εκτελούνταν ….Ο κατάλογος υποβλήθηκε στη διοίκηση της SD (Γερμανική Ασφάλεια), η οποία αφού τον ενέκρινε, πρόσθεσε την υποσημείωση ότι οι ύποπτοι θα έπρεπε να εκτελεστούν στις περιοχές που θα συλλαμβάνονταν και κατά τη διάρκεια της ημέρας, ώστε να επιτευχθεί άμεσα ο στόχος της τρομοκράτησης…..»
Η εκτέλεση της επιχείρησης αυτής είχε ανατεθεί στη συμμορία του αιμοδιψούς εγκληματία Δάγκουλα, που στη διάρκεια της Κατοχής σκορπούσε τη βία, τον τρόμο και το θάνατο στην περιοχή της Θεσσαλονίκης.
Το Τάγμα του Αντώνη Δάγκουλα, που δημιουργήθηκε το 1944 και επίσημα ονομάστηκε «Εθνική Ελληνική Ασφάλεια Πόλεως Θεσσαλονίκης», απαριθμούσε σχεδόν εκατό άντρες οι οποίοι φορούσαν περιβραχιόνιο με νεκροκεφαλή.

Οι άντρες αυτοί, με εντολή των γερμανικών αρχών, είχαν επιφορτισθεί με αστυνομικά καθήκοντα, παρά τις αντιδράσεις της επίσημης αστυνομίας. Η νεκροκεφαλή στο περιβραχιόνιο φανέρωνε πως η πραγματική αποστολή τους ήταν αυτή του εκτελεστικού αποσπάσματος. Γι’ αυτό άλλωστε και οι Γερμανοί έμεναν απαθείς στις κάθε είδους ληστρικές επιδρομές και βιαιοπραγίες του Τάγματος.

Η μαρτυρία της Δήμης Τζιβοπούλου
Είναι σημαντική για το μπλόκο της Καλαμαριάς η μαρτυρία της Δήμης Τζιβοπούλου, όπως καταγράφτηκε στη μνήμη της από τις αφηγήσεις του πατέρα της που ήταν «παρών» στο μπλόκο της Καλαμαριάς.
Όπως της είχε εξιστορήσει ο πατέρας της: «Τα ξημερώματα εκείνης της μέρας, ακούστηκαν δυνατοί χτύποι στην πόρτα του σπιτιού τους, στην οδό Καπετάν Γκόνη, δέκα λεπτά ποδαρόδρομος από το κέντρο της Καλαμαριάς. Ο πατέρας του, αγουροξυπνημένος και φοβισμένος, πήγε ν’ ανοίξει. Η μητέρα με τα παιδιά, ζάρωσαν σε μια γωνία. Μπούκαραν, μέσα, 3-4 μαζεμένοι και κρατώντας μια λίστα με ονόματα, χωρίς πολλές εξηγήσεις, άρχισαν ν’ ανακατώνουν το σπίτι. Σταμάτησαν μπροστά στον κλειδωμένο μπουφέ του σαλονιού και ζήτησαν το κλειδί. Η γιαγιά μου φυλούσε εκεί το βάζο με το γλυκό του κουταλιού. Το κλείδωνε να μην πηγαίνουν τα μικρά και το αδειάζουν! Οι εισβολείς, άρπαξαν το βάζο κι άρχισαν να τρώνε. Κάποια στιγμή, αντιλήφθηκαν την ύπαρξη ενός κλειδωμένου μπαούλου, σε ένα υπνοδωμάτιο.
–«Τί έχει εδώ;», γαύγισαν!
-«Τα προικιά της αδερφής μου», απάντησε η γιαγιά μου, με την 9χρονη κόρη της στην αγκαλιά. «Εκείνη έχει το κλειδί, στον παραδίπλα δρόμο».
– «Να τρέξει ο μικρός και να το φέρει! ΤΩΡΑ!», απαίτησαν!
Ο μπαμπάς μου βγήκε στο δρόμο κι άρχισε να τρέχει. Ξαφνικά, σφαίρες άρχισαν να σφυρίζουν, γύρω του! Είδαν οι υπόλοιποι ταγματασφαλίτες, που είχαν πιάσει τις γωνιές κάποιον να τρέχει κι άρχισαν να πυροβολούν. Ο μπαμπάς μου κοκκάλωσε.
-«Σταματήστε!», φώναξε ένας από τους «Έλληνες» συνεργάτες, « τον ξέρω τον μικρό, είναι γειτονόπουλο!» Τον ρώτησε για πού το βαλε, ο μπαμπάς μου του εξήγησε κι ο άλλος φώναξε : «Μην πυροβολείτε, εντάξει είναι!» Δόθηκε η άδεια…Πήγε, ήρθε ο μικρός, με την ψυχή στο στόμα, και το κλειδί στο χέρι. Το μπαούλο ανοίχθηκε.. Τα προικιά πετάχτηκαν έξω σα σκουπίδια. Κάτω-κάτω βρέθηκε μια χλαίνη και μια μπαλάσκα.
-«Τί είναι αυτά;»
-«Από τον Ελληνοαλβανικό.», απάντησε η γιαγιά μου, «Του αδερφού μου». Τα πήραν μαζί τους κι έφυγαν… Λίγο παρακάτω, σκότωσαν τους γονείς ενός συμμαθητή και φίλου του μπαμπά μου, μπροστά στα μάτια του… Ήταν το ζεύγος Μουρουχλιάδη, δύο ανάμεσα στους έντεκα που έχασαν εκείνη τη μέρα τη ζωή τους….», αφηγείται η Δήμη Τζιβοπούλου.
Ένα τραγούδι του Τσιτσάνη για τον Μπλόκο
Το μπλόκο της Καλαμαριάς, ενέπνευσε τον Βασίλη Τσιτσάνη να γράψει το τραγούδι «Μπλόκος»:
Βγήκανε νωρίς τ' αστέρια,
βγήκανε και τα μαχαίρια,
για να μας καρφώσουν,
ωχ! μανούλα μου!
'Έφτασαν τα καραβάνια,
με σπαθιά και με γιορντάνια
για να μας σταυρώσουν,
ωχ! καρδούλα μου!
Εμείς το ξέραμε μια μέρα πως θα γίνει
μπλόκος!
Ωχ! μανούλα μου!
Είναι πολλοί αυτοί που χρόνια μας σταυρώνουν, χρόνια!
Ωχ! καρδούλα μου!
Κράτησε σφιχτά τα χέρια,
την καρδιά σου κάνε πέτρα, μην πονάς!
Μία χούφτα παλικάρια
πολεμούν σαν τα λιοντάρια,
μέσα στην αντάρα, μέσα στη σκλαβιά!
Το θεριό στα δυο να κόψουν
και τον τύραννο να διώξουν!
'Όλα θα τα δώσουν για τη λεφτεριά!
Εμείς το ξέραμε μια μέρα πως θα γίνει μπλόκος!
Ωχ! μανούλα μου!
Είναι πολλοί αυτοί που χρόνια μας σταυρώνουν, χρόνια!
Ωχ! καρδούλα μου!
Κράτησε σφιχτά τα χέρια,
την καρδιά σου κάνε πέτρα, μην πονάς!
Τραγούδι: Βασ. Τσιτσάvης.
Ηχογραφήθηκε: 1978.

https://ethniki-antistasi-dse.gr/