Κυριακή 9 Αυγούστου 2020

 Κλαδοράχη Φλώρινας, Αύγουστος 1943 - Ένα ακόμη έγκλημα των Ναζί.

Αυτή η φωτογραφία με τους κρεμασμένους στην Κλαδοράχη Φλώρινας είναι από τις πιο συγκλονιστικές που έχουν τραβηχτεί και απαθανατίζουν τα γερμανικά εγκλήματα.
Ως αντίποινα για μια επίθεση ομάδας του ΕΛΑΣ σε ένα γερμανικό αυτοκίνητο, και παρόλο που ο ΕΛΑΣ απελευθέρωσε τους δύο αιχμαλώτους (οι άλλοι δύο είχαν σκοτωθεί), ο Γερμανός διοικητής της περιοχής διέταξε των απαγχονισμό 15 Ελλήνων, κρατουμένων και κατοίκων της περιοχής. Τα ονόματα τους διασώζονται χάρη στην μνήμη που διατήρησαν ζωντανή οι κάτοικοι, αλλά και στην ιστορική εργασία του ιστορικού Στράτου Δορδανά.



Τα ονόματα των απαγχονισθέντων: 1. Παπα-Δημήτριος Σταμπουλής. Εφημέριος του χωριού Σκοπιάς Ν. Φλώρινας, γόνος οικογένειας Μακεδονομάχου, γεννημένος το 1874. Συνελήφθη τη νύχτα στο σπίτι του από τους Ναζί, με το πρόσχημα «σύντομης ανακριτικής διαδικασίας», κατόπιν υπόδειξης της Βουλγαρικής προπαγάνδας. 2. Θεόδωρος Θωμαϊδης. Διακεκριμένος Μουσικός, Μαέστρος της Μικτής Χορωδίας ταου Φ.Σ.Φ. «Ο Αριστοτέλης», γεννημένος στο Μοναστήρι το 1907. Συνελήφθη τη νύχτα με τις πιτζάμες στο σπίτι του από τους Ναζί, το πρόσχημα «σύντομης ανακριτικής διαδικασίας», κατόπιν υπόδειξης της Βουλγαρικής προπαγάνδας. 3. Βασίλειος Βακαλόπουλος. Έμπορος. Κρατούμενος στις Γερμανικές Φυλακές Φλώρινας. (Αγνώστων λοιπών στοιχείων). 4. Μεθόδιος Μπερέας. Στέλεχος του ΚΚΕ από τον Άγιο Παντελεήμονα Φλώρινας, εργάτης γεννημένος το 1910, ο οποίος συλλαμβάνεται στις Άνω Κλεινές, εν ώρα εργασίας. 5. Αλέξανδρος Καραμανλής. Κάτοικος Φλώρινας, γεννημένος στην Ανδριανούπολη το 1909, ηλεκτροτεχνίτης και υπάλληλος της Ηλεκτρικής Εταιρείας Φλώρινας. (Άγνωστο πώς και γιατί συνελήφθη). 6. Ναούμ Κωστίδης. Από τη Μελίτη Φλώρινας, γεννημένος το 1879. Συνελήφθη «αυθαίρετα» από τους Ναζί στο χωριό του ενώ εργαζόταν, κατόπιν υπόδειξης μελών της ΟΧΡΑΝΑ. 7. Αθανάσιος Κουγιουμτζής. Έφεδρος ανθυπολοχαγός από την Πετρούσα της Δράμας, γεννημένος το 1914, μέλος της Επιτροπής Αμυνταίου του ΕΑΜ. Κάτοικος Αμυνταίου Φλώρινας. (Άγνωστο πώς και γιατί συνελήφθη). 8. Απόστολος Ρωμανίδης. Γεωργός από το χωριό Κάτω Κλεινές Φλώρινας, γεννημένος στο Καρς Καυκάσου. Συνελήφθη από τους Ναζί «αυθαίρετα» στο χωριό του. 9. Γρηγόριος Τσήτος. Δάσκαλος γεννημένος το 1880 στη Χίνκα Ιωαννίνων. Κρατούμενος στις Γερμανικές Φυλακές Φλώρινας. (Αγνώστων λοιπών στοιχείων). 10. Νικόλαος Τσακίρης. Ιδιώτης από τη Φλώρινα, στέλεχος της ΕΠΟΝ. Συνελήφθη από τους Ναζί, με το πρόσχημα «σύντομης ανακριτικής διαδικασίας». 11. Ιωάννης Τσώργος. Υλοτόμος- υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας Φλώρινας από τα Αμάραντα Κονίτσης –Ιωαννίνων, γεννημένος το 1911. Βρισκόμενος ως πρόσφυγας πολέμου στη Φλώρινα (διέμενε στην αδερφή του, συνελήφθη από τους Ναζί εν ώρα εργασίας, στις 09/08/1943, ως τελευταίος από τους 15 πατριώτες. 12. Χαράλαμπος Τορώνης. Καφεπώλης γεννημένος στην Κιουτάχεια της Μικράς Ασίας, κάτοικος Φλώρινας, στέλεχος της ΕΠΟΝ. Συνελήφθη «αυθαίρετα» τη νύχτα της 08/08/1943. 13. Τριαντάφυλλος Τηλκερίδης. Γεωργός από το χωρίο Κάτω Κλεινές Φλώρινας. Συνελήφθη «αφνιδίως» στο χωριό του από τους Ναζί. 14. Ααρών Λεβή. Εβραίος έμπορος από τα Τρίκαλα (με επιβεβαιωμένα στοιχεία από το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο). Βρέθηκε στη Φλώρινα για επαγγελματική δοσοληψία ανταλλαγής εμπορευμάτων με είδος, και «βρέθηκε» κρατούμενος των Ναζί. 15. Νισίμ Μπατής.Εβραίος έμπορος από τα Ιωάννινα, (με επιβεβαιωμένα στοιχεία από το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο). Βρέθηκε στη Φλώρινα για επαγγελματική δοσοληψία ανταλλαγής λαδιού με σιτηρά, «βρέθηκε» κρατούμενος των Ναζί.

*από ανάρτηση Κώστας Μιχαλάκης

 Τέτοιες μέρες πριν 75 χρόνια οι ναζί πυρπολούν 1000 σπίτια στο Καρπενήσι και εκτελούν αμάχους 



Στις αρχές Αυγούστου του 1944, δηλαδή λίγες δεκάδες μέρες πριν την απελευθέρωση, τα φασιστικά καθάρματα επελαύνουν για δεύτερη φορά στην πόλη μας. Από τρία μέτωπα αυτή τη φορά : από Λαμία, Αγρίνιο και Άμφισσα. Στόχος τους να διαλύσουν τον ΕΛΑΣ αλλά και να πλήξουν τις βάσεις υποστήριξής του στα χωριά, ούτως ώστε να εξασφαλίσουν την όσο το δυνατόν καλύτερη και ανενόχλητη σύμπτυξή τους προ της αποχώρησής τους από την Ελλάδα. Πιο επανδρωμένοι από ποτέ, με 10.000 πάνοπλους στρατιώτες, 500 αυτοκίνητα, πλήθος αρμάτων μάχης, βαρύ πυροβολικό και μαζί με χαφιέδες ταγματασφαλίτες, εξαπολύουν μία απίστευτης έκτασης συντονισμένη επίθεση. Από την άλλη πλευρά 3.000 περίπου διαλεχτοί Ελασίτες, νεαροί Επονίτες και αποφασισμένοι εφεδροελασίτες, αναπτύσσονται σε διάφορα μέτωπα. Έτσι ο ανταρτοπόλεμος μαίνεται παντού προξενώντας στους κατακτητές αλλού μικρές και αλλού μεγάλες φθορές αλλά -το κυριότερο- επιφέρουν στον εχθρό σημαντικές καθυστερήσεις έως ότου κερδηθεί ο απαραίτητος χρόνος ώστε να προωθηθούν και πάλι οι άμαχοι σε ασφαλείς τοποθεσίες στο εσωτερικό της ορεινής Ευρυτανίας. Προέχει πάνω απ’ όλα η ασφάλεια του λαού. Στις Ράχες Τυμφρηστού γίνεται μακελειό με μεγάλες απώλειες εκατέρωθεν. Εκεί πέφτει νεκρός και ο γερμανός στρατηγός διοικητής του ενός εχθρικού τομέα.

Στις 9 Αυγούστου 1944 οι φασιστικές ορδές εισβάλλουν και πάλι στο Καρπενήσι, ενώ οι δυνάμεις της αντίστασης ανασυγκροτούνται στα βουνά προετοιμάζοντας την αντεπίθεσή τους. Οι ναζήδες, αγριότεροι και πιο αιμοβόροι από ποτέ, ισοπεδώνουν τα πάντα! Για αρκετές ημέρες, έως και τις 13 Αυγούστου 1944, ειδικά συνεργεία καταστροφής πυρπολούν από άκρη σε άκρη ολόκληρη την πόλη. Από τα χίλια σχεδόν πανέμορφα πέτρινα σπίτια του Καρπενησίου, που έγιναν με το μόχθο και το αίμα των ξενιτεμένων παιδιών μας, απομένουν όρθια μονάχα 8. Καταστρέφουν και ανατινάζουν τα πάντα! Οικίες, καταστήματα, σχολεία, ιστορικά κτήρια, αρχεία, όλα γίνονται στάχτη στο λυσσασμένο πέρασμά τους. Πυκνοί μαύροι καπνοί βγαίνουν μέσα από τα ερείπια της μαρτυρικής πόλης.



Ο εχθρός δεν μένει μονάχα μέσα στο Καρπενήσι. Εξαπολύει βάρβαρες δολοφονικές επιδρομές και στην ευρύτερη περιοχή της Ευρυτανίας. Το μεγαλύτερο τμήμα από το ιστορικό μοναστήρι του Προυσού πυρπολείται και αυτό, μαζί με έγγραφα και κειμήλια ανυπολόγιστης ιστορικής αξίας. Ανατινάζουν και το μοναστήρι της Κουμασιώτισσας. Οι ναζί στο αιματοβαμμένο πέρασμά τους καίνε ολόκληρα χωριά. Εδώ θα κάνουμε μία σημαντική παρεμβολή: Σύμφωνα με τα στοιχεία της εφημερίδας “Τα Ψηλά Βουνά” (εκδότης Νίκος Θάνος, Καρπενήσι 1945) σε διάφορες επιδρομές από τους φασίστες κατακτητές, κάηκαν συνολικά και ανά χρονικές περιόδους : στο Καρπενήσι 980 σπίτια, στη Βίνιανη 40, στη Χρύσω 215, στο Μαραθο 36, στο Μικρό Χωριό 110, στο Μεγάλο Χωριό 15, στις Γοργιανάδες 54, στο Βουτύρο 65, στο Νόστιμο 47, στο Κλαυσί 90, στη Μυρίκη 60, στη Μιάρα 15, στη Λάσπη 195, στο Καλεσμένο 65, στο Κρίκελλο 161, στη Δυτική Φραγκίστα 132, στην Ανατολική Φραγκίστα 72, στην Επισκοπή 45, στο Στένωμα 4, στον Ασπρόπυργο 3, στον Τυμφρηστό 130, ακόμη 7 σχολεία, 1 εκκλησία, 172 αχυρώνες κλπ.

Ο ΕΛΑΣ ανταποδίδει τα χτυπήματα μέσα στις κλεισούρες και τις στενωπούς της δύσβατης ευρυτανικής γης (…). Έτσι τελικά υποχωρούν ντροπιασμένοι προς Αγρίνιο και Λαμία αντίστοιχα, αφήνοντας πίσω τους 700 νεκρούς και 1500 τραυματίες. Ο ΕΛΑΣ από την πλευρά του έχει απώλειες 300 νεκρούς και λαβωμένους.

Και πάλι όμως οι Ευρυτάνες κατορθώνουν, έστω και με τόσο βαρύ τίμημα, να επανακάμψουν στο Καρπενήσι και στα χωριά τους και σαν αληθινοί λεβέντες να στήσουν ξανά τη ζωή τους πάνω στα ερείπια και την καταστροφή. Η Ευρυτανία δεν λυγά!

Πηγή: www.eyrytixn.blogspot.com

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2020

 Το Μπλόκο του Βύρωνα, 7 Αυγούστου 1944

Το καλοκαίρι του 1944 άρχισε να γίνεται φανερή η τύχη του πολέμου. Η ήττα της Γερμανίας άρχισε να γίνεται ορατή. Στο Ανατολικό Μέτωπο ο Κόκκινος Στρατός συντρίβει τη μια μετά την άλλη τις στρατιές του Χίτλερ. Οι 11 γερμανικές μεραρχίες, που βρίσκονται στην Ελλάδα, απειλούνται να βρεθούν κυκλωμένες από τα τανκς του στρατάρχη Τολμπούχιν.

Οι αγγλοαμερικάνοι προσπαθώντας να προλάβουν να μπουν πριν από τον Κόκκινο Στρατό στην καρδιά της Γερμανίας προελαύνουν σε όλα τα μέτωπα.

Χωρίς καμία ενόχληση από την αγγλική αεροπορία και το στόλο, οι χιτλερικοί αποσύρουν δυνάμεις τους από τα νησιά του Αιγαίου και τα συγκεντρώνουν στην Αττική.

Τον Σεπτέμβρη του 1943, μετά τη Συνθηκολόγηση της Ιταλίας, οι Γερμανοί στην προσπάθειά τους να εξοικονομήσουν στρατιωτικές δυνάμεις, ενισχύουν δραστικά τα, δημιουργημένα τον Ιούλη του 1943, Τάγματα Ασφαλείας στα οποία αναθέτουν, για λογαριασμό τους, τις εσωτερικές υποθέσεις, την αντιμετώπιση των αντιστασιακών οργανώσεων και ιδιαίτερα του ΕΛΑΣ, τη συγκέντρωση, ακόμα και με μπλόκα, εργατών για τα γερμανικά στρατιωτικά εργοστάσια, την αστυνόμευση και την τήρηση της τάξης υπέρ των δυνάμεων κατοχής, σε συνεργασία με την Αστυνομία και την Χωροφυλακή.

Ο δωσίλογος Ιωάννης Ράλλης, δέχτηκε, την άνοιξη του 1943, τον διορισμό του από τις κατοχικές δυνάμεις, ως πρωθυπουργός, με προϋπόθεση τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας για να αντιμετωπιστεί ο «κομμουνιστικός κίνδυνος». Μπροστά στην άνοδο του αντιστασιακής πάλης του λαού μας και την κατακόρυφη αύξηση της πολιτικής επιρροής του ΕΑΜ, οι κατοχικές αρχές και η δωσίλογη κυβέρνηση επιστράτευσαν τη βία και την τρομοκρατία. Μαζί με τις συλλήψεις και τις φυλακίσεις, αυξάνονται δραματικά τα περιοριστικά μέτρα και οι εκτελέσεις. Από το φθινόπωρο του 1943, τα Τάγματα Ασφαλείας εγκαινιάζουν συγκεντρωτικά χτυπήματα, εκτεταμένες και στοχευμένες επιχειρήσεις, τα γνωστά «Μπλόκα».

Το Απόρρητο Δελτίο Πληροφοριών της Διεύθυνσης Ειδικής Ασφάλειας του Κράτους, της 22 Σεπτεμβρίου 1943, ανάμεσα στα άλλα, στην παρ. 8, αφού διαβλέπει την αποχώρηση των Γερμανών, επισημαίνει τον κίνδυνο της κατάληψης της εξουσίας από το ΕΑΜ:

«Κατά πληροφορίας η εντός των Αθηνών κομμουνιστική οργάνωσις του ΕΑΜ διαθέτει 7.000 όπλα προς κατάληψιν της αρχής κατά την τυχόν αποχώρησιν των Γερμανικών Στρατευμάτων τη βοηθεία και των πλησιαζόντων τα Προάστεια Αθηνών κομμουνιστών ανταρτών της υπαίθρου.» (Αρχείον 1941 – 1944 Η.Ν. ΠΕΤΙΜΕΖΑ).

Η κυβέρνηση του Ράλλη, μέσα στον Αύγουστο του 1944, σε συνεργασία με τους γερμανοφασίστες κατακτητές, οργάνωσε τα φοβερά μπλόκα που πλήρωσε με άφθονο αίμα ο λαός της Αθήνας και του Πειραιά, στην προσπάθειά της να ικανοποιήσει από τη μια μεριά το αίτημα του Χίτλερ για την συγκέντρωση και μεταφορά στα κάτεργα της Γερμανίας 100.000 εργατών, και από την άλλη για να βοηθήσει τους Αγγλους που του συμπαραστέκονταν και τον παρότρυναν, για να βρουν, όταν θα αποβιβάζονταν στην Ελλάδα, την Εθνική Αντίσταση της Αθήνας και του Πειραιά γονατισμένη και να επιβάλουν πιο εύκολα τα ιμπεριαλιστικά τους σχέδια στην Πατρίδα μας.

Από την πρώτη μέρα του Αυγούστου σημειώνονται μάχες και συμπλοκές σε Αθήνα και Πειραιά. Τα Τάγματα Ασφαλείας πληθαίνουν τις επιδρομές τους.



Την 1η Αυγούστου, οχτακόσιοι γερμανοτσολιάδες, μπουραντάδες[1] και παπαγιώργηδες[2] ντυμένοι με γερμανικές στολές των ΕΣ-ΕΣ, και μια διμοιρία Γερμανών στρατιωτών, με επικεφαλής τον Διοικητή του 1ου Συντάγματος Ευζώνων Αθηνών, συνταγματάρχη Ιωάννη Πλυτζανόπουλο και έναν Γερμανό ταγματάρχη.

Ηρθαν με φορτηγά γερμανικά αυτοκίνητα, σταμάτησαν κατά μήκος της λεωφόρου Υμηττού, έστησαν πολυβόλα στις γωνιές των δρόμων κι άρχισαν να προχωρούν προς τις δυο συνοικίες, στον Βύρωνα, ως την πλατεία Σμύρνης και την οδό Βρυούλων, και στην Καισαριανής ως την οδό Σμύρνης, την τέταρτη παράλληλο της λεωφόρου Υμηττού.

Αμέσως κινητοποιήθηκε το ΙΙ τάγμα του ΕΛΑΣ με τον Μπούσια και το ΙΙΙ τάγμα Καισαριανής με τον Πρασσά και ξεκίνησαν μια πεντάωρη μάχη με τους ταγματασφαλίτες.

Οι Γερμανοτσολιάδες δεν κατάφεραν να μπουν στις δυο συνοικίες, αποχώρησαν μετρώντας ισχυρές απώλειες, περίπου 70 νεκρούς. Κατόρθωσαν όμως να βάλουν φωτιά σε 10 παράγκες της Καισαριανής και να οδηγήσουν στο κέντρο της Αθήνας και από κει στο Χαϊδάρι 200 άνδρες.

Δυο μέρες μετά, στις 3 Αυγούστου, ο Πλυτζανόπουλος, μετά την αποτυχία να εισβάλει στο Βύρωνα και τη Καισαριανή, επιλέγει το Νέο Κόσμο, θεωρώντας τη συνοικία αφύλακτη και εύκολο στόχο.

Ξαφνικά 16 φορτηγά ανεβαίνουν τον κεντρικό δρόμο του Νέου Κόσμου γεμάτα γερμανοτσολιάδες, για να πάρουν θέσεις στα ανατολικά και να αποκόψουν τη συνοικία από τις γύρω περιοχές όπου κυριαρχούσαν οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ.

Ο λόχος του Νέου Κόσμου – Δουργούτι είναι έτοιμος να αντιδράσει. Μια χειροβομβίδα «Μιλς» σκάει πάνω στο πρώτο φορτηγό και οι ριπές των αυτομάτων ακινητοποιούν το φορτηγό. Τα υπόλοιπα αυτοκίνητα ακινητοποιούνται 100 μέτρα πιο κάτω. Οι γερμανοτσολιάδες αναπτύσσονται και αρχίζει μια μάχη που κρατάει 2 ώρες και τελειώνει με την αποχώρηση των Ταγμάτων Ασφαλείας χωρίς να πραγματοποιήσουν το σκοπό τους.

Το μπλόκο του Βύρωνα

Δευτέρα 7 Αυγούστου 1944, απομεσήμερο. Γερμανικά στρατεύματα με τη συνδρομή των ταγματασφαλιτών έζωσαν τον Βύρωνα απ’ άκρη σ’ άκρη.

Η Μέλπω Αξιώτη διηγείται[3]:

«Εκείνη τη Δευτέρα, 2 απ’ το μεσημέρι, ακούστηκαν στη συνοικία μας ολούθε τα χουνιά: «Προσοχή προσοχή! Φτάνουν οι Γερμανοί απ’ το Παγκράτι! Όλοι οι άντρες κρυφτήτε! Σας φρουρεί ο ΕΛΑΣ!». Ο ΕΛΑΣ μας φρουρούσε με τις 5 αραβίδες του και τα 2 αυτόματα, κ’ έτσι 4 1)2 χιλιάδες Βυρωνιώτες κατάφεραν να διαφύγουνε τριγύρω. Φτάνουν οι Γερμανοί. Τηλεφωνούν για ενίσχυση, καταφθάνει ο λοχαγός Τρ. Γκοτζαμάνης με το λόχο του, χωροφύλακες, παπαγιώργηδες, μπουραντάδες, και πίσω αλαφιασμένοι χίτες με γερμανική στολή ΕΣ-ΕΣ οι περισσότεροι.

Ξεχύνονται στους δρόμους με πυροβολισμούς, σέρνουν τους άντρες απ’ τα μαλλιά απ’ τα σπίτια, χτυπώντας με υποκοπάνους και κλωτσιές. Ένας νέος δεν τους ακολουθεί, τον σκοτώνουν στην πλατεία αγ. Λαζάρου. Μαζεύουν πεντακόσους πούμειναν, τους συγκεντρώνουν σ’ εκατό 5άδες, τους λένε πως θα τους σκοτώσουν γιατί τραυματίστηκε στο χέρι ένας γερμανός. Πετιούνται δυο λεβέντες επονίτες και φωνάζουν: «Είμαστε κομουνιστές κι’ εμείς τον τραυματίσαμε, σκοτώστε εμάς, οι άλλοι είνε αθώοι». Ο γερμανός τους περιφέρει στις 5άδες να υποδείξουν κι’ άλλους μα δεν υπόδειξαν κανέναν και τους σκοτώνει εκεί μπροστά και πολλοί ραντιστήκανε απ’ το αίμα τους. ξεχωρίζει άλλους 10, τους παραδίνει στον Γκοτζαμάνη, αυτός τους στήνει σ’ έναν τοίχο, οδός Σμύρνης αριθ. 10, όπου σήμερα ακόμα φαίνουνται οι τρύπες της εχτέλεσης. Ένας μελλοθάνατος μιας βδομάδος πηδά τη μάντρα να γλυτώσει, ένας τσολιάς τον κυνηγά, τον τραυματίζει, τον αποτελειώνει πληγωμένο επί τόπου, και γελαστός γυρίζει να πάρει θέση στο εχτελεστικό απόσπασμα. Το παράγγελμα δόθηκε απ’ τον Γκοτζαμάνη.

Φύγανε τα σκυλιά παίρνοντας τους 487 ομήρους. Τότε μέσα απ’ τα πτώματα ξετρυπώνει ένα παιδί 15 χρονών κι’ εφώναξε: «Εγώ είμαι ζωντανός, εγώ είμαι ζωντανός!» κι’ έτρεχε με πεταμένα τα μάτια εδώ εκεί, προσπαθώντας να τρυπώσει για να μην τον ξανασκοτώσουν. Είταν αλήθεια ζωντανός, αλλά όμως ετρελάθηκε. Ο πατέρας του ήταν με τους ομήρους. Τώρα νύχτωσε πια και μες στο πηχτό σκότος άκουγες ένα θρήνο, ένα φοβερό μοιρολόι από χιλιάδες στόματα. Γυναίκες πεντακόσιων οικογενειών κλαίγανε τους χαμένους τους.

Πέρα απ’ το Βύρωνα, προς το Παγκράτι, την ίδια ώρα έσβυνε απομακρένοντας το ξένιαστο τραγούδι των τσολιάδων. Είχαν τελειώσει ευσυνείδητα το μεροκάματό τους της 7ης Αυγούστου του 1944.

Έτσι έγινε το «μπλόκο του Βύρωνα», που θα τόχετε ακούσει. Η πένα δεν τα περιγράφει όπως πρέπει, αλλά τα καταλαβαίνουν και κλαίνε όλες οι ανθρώπινες καρδιές του κόσμου».

Ο Ορέστης Μακρής στο βιβλίο του «Ο ΕΛΑΣ της Αθήνας» περιγράφει συγκλονιστικά το Μπλόκο:

«Απ’ τα ξημερώματα δύο γερμανικοί λόχοι πλαισιωμένοι από 800 γερμανοτσολιάδες μπλοκάρουν αιφνιδιαστικά μόνο ένα τμήμα του συνοικισμού Βύρωνα , συγκεντρώνοντας εκεί όλες τους τις δυνάμεις.

Δεν επανέλαβαν το λάθος της διασποράς των δυνάμεών τους της προηγούμενης μάχης.

Ξεκινούν την επίθεση από τη Λ. Υμηττού σε σχήμα λαβίδας. Αυτή τη φορά στην πρώτη γραμμή της επίθεσης βρίσκονται δύο γερμανικοί λόχοι και ακολουθούν οι γερμανοπροδότες.

Οι ελαφρές δυνάμεις του λόχου του Βύρωνα που είχαν επιστρέψει πριν ελάχιστες ώρες από το μπλόκο των ανατολικών συνοικιών, υποχρεώνονται σε υποχώρηση. Μερικές ομάδες εγκλωβίζονται στο μπλόκο .

Ο εχθρός σχηματίζει κλοιό και με τη φοβερή δύναμη πυρός που διαθέτει κρατάει σε απόσταση ασφαλείας τις υπόλοιπες δυνάμεις του λόχου μας. Διαθέτουν πολυβόλα, όλμους, μπαζούκας.

Η διοίκηση του 2ου Συντάγματος κινητοποιεί αμέσως το ΙΙΙ τάγμα Καισαριανής και τις υπόλοιπες δυνάμεις του ΙΙ τάγματος και διατάσσει συγχρονισμένη επίθεση για τη διάσπαση του μπλόκου από δύο σημεία και την απελευθέρωση των πολιτών που έχουν συγκεντρώσει στην πλατεία του Βύρωνα .

Το ΙΙΙ τάγμα της Καισαριανής εξορμάει απ’ το Σκοπευτήριο και τη Ζωοδόχο Πηγή, με κατεύθυνση την πλατεία του Βύρωνα .

Την ίδια ώρα το ΙΙ τάγμα εξαπολύει αντεπίθεση από το Ρέμα της “Γριάς” στα σύνορα Νέας Ελβετίας – Βύρωνα .

Η μάχη ξεσπάει σαν θύελλα. Είναι σκληρή και άνιση. Τώρα αντιμετωπίζουμε Γερμανούς έμπειρους πολεμιστές, οπλισμένους μέχρι τα δόντια.

Οι απώλειες και των δύο πλευρών είναι βαριές. Ο εχθρός έχει αρκετούς τραυματίες και ένα νεκρό Γερμανό αξιωματικό. Αλλά κι εμείς έχουμε 2 νεκρούς και πάρα πολλούς τραυματίες.

Τελικά οι οχυρωμένοι Γερμανοί κατορθώνουν να συγκρατήσουν τις επιθέσεις μας, ξερνώντας φωτιά και σίδερο με τους άφθονους όλμους και τα πολυβόλα τους. Τέσσερις ώρες κρατάει η μάχη ανάμεσα στο σιδερόφραχτο εχθρό και στις αδάμαστες ψυχές των ΕΛΑΣιτών.

Τόσο τους χρειάζονταν για να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους έργο στην πλατεία.

Στην πλατεία οι μασκοφόροι υπέδειξαν 10 άοπλους ΕΛΑΣίτες και αφού τους βασάνισαν απάνθρωπα τους έστησαν στον τοίχο.

Πλησιάζει ο Γερμανός διοικητής και τους ζητάει να μαρτυρήσουν τους αξιωματικούς του ΕΛΑΣ που βρίσκονταν μέσα στο πλήθος και ήταν υπεύθυνοι για το θάνατο του Γερμανού αξιωματικού. Τους υποσχέθηκε σαν αντάλλαγμα να τους χαρίσει τη ζωή. Δεν πήρε καμιά απάντηση! Και τότε πετάγεται από το πλήθος ένας νεολαίος, ο Παναγιώτης Κασιμάτης, η απόλυτη έκφραση της επαναστατικής έξαρσης του γίγαντα λαού μας την εποχή εκείνη. Προχωρεί περήφανα, στέκεται μπροστά στον Γερμανό διοικητή και του λέει: “…Εγώ χτύπησα τον Γερμανό, εμένα να σκοτώσετε. Αυτοί είναι αθώοι. Αφήστε τους”. Ο Γερμανός φρύαξε και έξαλλος δίνει εντολή και εκτελούν αμέσως και τα έντεκα παλικάρια.

Μανώλης Γ. Καπιτσίκης ετών 18
Γιώργος Ν. Διαμαντόπουλος ετών 25
Βαγγέλης Ε. Καλαϊτζής ετών 20
Παναγιώτης Στ. Κασιμάτης ετών 20
Γιώργος Χρ. Κλειδάς 35 ετών
Ιάκωβος Σπ. Μερκουριάδης ετών 18
Ιπποκράτης Ν. Χατζηιωάννου ετών 23
Ιορδάνης Κ. Καϊσέρογλου ετών 17
Κώστας Ι. Μουρίκης ετών 19
Γιώργος Μ. Καλαμούτης ετών 22
Λευτέρης Γ. Μυλωνάς ετών 22

Ετσι οι Γερμανοί φασίστες, μαζί με τους “έλληνες” προδότες, αφού ολοκλήρωσαν το βρωμερό τους ομαδικό έγκλημα, ενάντια στο μαρτυρικό συνοικισμό, απαγκιστρώθηκαν και έφυγαν προς το κέντρο κάτω από τις κατάρες των χαροκαμένων μανάδων, παιδιών και αδερφών που ‘χασαν για πάντα τους αγαπημένους τους. Και αυτοί, Γερμανοί και προδότες, βουτηγμένοι στο αίμα τραγουδούσαν το “Ολα-ρία-Ολα-ρα”.

Οι δυνάμεις μας ξαναπήραν τις θέσεις τους στη Φιλολάου – Δαμάρεως και λεωφόρο Υμηττού και οργάνωσαν καλύτερα τα οχυρά τους για να μην μπορέσει να ξαναμπεί ο εχθρός στις ανατολικές μας συνοικίες. Στο τέλος Αυγούστου η λεωφόρος Υμηττού ήταν το σύνορο της ελεύθερης Αθήνας.

Από κει ξεκίνησαν την εξόρμησή τους οι ΕΛΑΣίτες του 2ου συντάγματος την 1 Σεπτέμβρη για την απελευθέρωση του Παγκρατίου από τις ομάδες των Παπαγιώργηδων, που ήταν ντυμένοι με γερμανικές στολές των Ες-Ες, και μετέφεραν αρχές Σεπτέμβρη την “Κόκκινη Γραμμή” σ’ όλο το μήκος της ανατολικής όχθης του Ιλισού, στο Στάδιο.

Ο συνοικισμός του Βύρωνα θυσίασε στον αγώνα ενάντια στο φασισμό τους πιο διαλεχτούς λεβέντες του. Η προσφορά του σε αίμα συναγωνίζεται την αντάρτισσα Καισαριανή. Γι’ αυτό και ο λαός μας χάρισε σ’ αυτές τις συνοικίες επίθετα – τίτλους τιμής. Η Καισαριανή πήρε τον τίτλο “Το Στάλινγκραντ της Αθήνας”. Ο Βύρωνας τον τίτλο: “Ο ατρόμητος Βύρωνας “…».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Μπουραντάδες ονόμαζε ο λαός μας το Μηχανοκίνητο Τμήμα της Αστυνομίας Πόλεων που κατά τη διάρκεια της Κατοχής και την περίοδο των Δεκεμβριανών, με Διοικητή τον Νίκο Μπουραντά, ανέπτυξε έντονη αντιλαϊκή και αντικομμουνιστική δράση σε συνεργασία με τις αρχές κατοχής και εθνικιστικές παραστρατιωτικές οργανώσεις.

[2] Οι Παπαγιώργηδες ήταν μια ισχυρή ένοπλη ομάδα «Χ» με έδρα το Παγκράτι. Οι Παπα-γεωργίου ήταν οικογένεια στρατιωτικών, με 4 αδερφούς και 2 αδερφές και αποτέλεσε τον πυρήνα γύρω από τον οποίο σχηματίστηκε μια συμμορία που τρομοκρατούσε τις ανατολικές συνοικίες. Αριθμώντας 20-30 μέλη και με άρτιο εξοπλισμό, πραγματοποιούν μικρά μπλόκα, περιπόλους, ελέγχους ταυτοτήτων ενώ συμμετέχουν και στις επιθέσεις των Ταγμάτων Ασφαλείας στις ανατολικές συνοικίες.

[3] «ΕΑΜ – Ανατολικές συνοικίες της Αθήνας 1941-1945», σελ. 10, έκδοση του 6ου τομέα του ΕΑΜ Αθήνας, 1945.

ΠΗΓΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

— «Η Εθνική Αντίσταση στην Αδούλωτη Αθήνα», Βασίλη Μπαρτζιώτα – Σύγχρονη Εποχή
— «Ο ΕΛΑΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ», Ορέστη Μακρή – Σύγχρονη Εποχή
— «Το τιμωρό χέρι του λαού», Ιάσονα Χανδρινού, εκδόσεις Θεμέλιο
— «ΕΑΜ – Ανατολικές συνοικίες της Αθήνας 1941-1945», έκδοση του 6ου τομέα του ΕΑΜ Αθήνας, 1945.

*Το χαρακτικό που συνοδεύει το θέμα είναι του Αντώνη Πολυκανδριώτη «Ο Προδότης»

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2020

 Μουχαρέμ Χάνι: Η μεγαλύτερη μάχη της Εθνικής Αντίστασης

Υπήρξε ένας από τους πιο σκληρούς, συγκλονιστικούς και επιτυχημένους αγώνες, που έδωσε ο ηρωϊκός ΕΛΑΣ κατά των κατακτητών, στα μαύρα χρόνια της Ναζιστικής Κατοχής της πατρίδας μας. Ήταν στις αρχές Αυγούστου 1944 η περίφημη μάχη στα στενά του Μουχαρέμ Χάνι, βόρεια της Έδεσσας, ανάμεσα στα βουνά Καϊμακτσαλάν και Βέρμιο, με αποτέλεσμα την εξουδετέρωση 640 γερμανο-ιταλών φασιστών εισβολέων και ντόπιων συνεργατών τους, ενώ εκατοντάδες ήταν οι τραυματίες και πάνω από 270 οι αιχμάλωτοι.

Στο σημείο που σμίγουν δυο βουνά της Μακεδονίας, το Καϊμάκτσαλάν και το Βέρμιο, είναι η τοποθεσία που ονομάζεται Μουχαρέμ Χάνι. Το στενό αυτό οδικό και σιδηροδρομικό πέρασμα, 14 χιλιόμετρα δυτικά της Έδεσσας, πλάϊ στη λίμνη του Οστρόβου, επέλεξε ο ΕΛΑΣ για να επιτεθεί ανατινάζοντας γερμανική αμαξοστοιχία που μετέφερε πολεμικό υλικό και συνοδευόταν από ισχυρό στρατιωτικό τμήμα το οποίο εξολοθρεύτηκε στη μάχη που ακολούθησε.

H ονομασία της περιοχής

Η περιοχή, σύμφωνα με μία εκδοχή, ονομάσθηκε Μουχαρέμ-χάνι, γιατί εκεί σκοτώθηκε ο Τούρκος στρατηγός Μουχαρέμ και χάνι διότι όλη η τοποθεσία είναι κλειστή και μοιάζει σαν ένα μεγάλο υπαίθριο χάνι. Μια στενωπός ανάμεσα σε δυο βουνά γύρω στα τριακόσια με τετρακόσια μέτρα το ένα απ’ το άλλο, που τα διαχωρίζει μια μικρή πεδιάδα. Όμως, κατά τον γνωστό Εδεσσαίο λογοτέχνη Μάρκο Μέσκο, στην περιοχή, που την περιγράφει ως «ένα παρατεταμένο λαιμό», λειτουργούσε όντως Χάνι. Και όπως έγραψε:
«Πολλά τα χάνια στα χώματά μας. Το χάνι όμως του Τουρκαλβανού Μουχαρέμ κανείς δεν το 'φθανε. Ήταν βλέπεις, κι ο τόπος, η θέση σταυρός, τέσσερις δρόμοι. Καϊμακτσαλάν, Καρακάμεν, Καϊλάρια, Βοδενά. Αν συνεχίσεις τον σταυρό θα βρεθείς στην Πόλη, στα Γιάννινα, στα Μπιτόλια, στη Σαλονίκη. Μέρα και νύχτα κάποιος με το ζωντανό του θα πέσει στο δίχτυ, θα τον φιλέψει ο Μουχαρέμ, θα βάλει στο ζώο του να φάει και να ξεκουραστεί».
Τις πρώτες μέρες του Αυγούστου 1944, η ηγεσία του αντιστασιακού κινήματος είχε την πληροφορία ότι σοβαρές γερμανικές δυνάμεις θα κινούνταν από το Μοναστήρι της τότε Γιουγκοσλαβίας και σήμερα ΠΓΔΜ προς τη Θεσσαλονίκη. Οι παρτιζάνοι του Τίτο, είχαν φράξει το δρόμο υποχώρησης των Γερμανών από την Ελλάδα, μέσω Γιουγκοσλαβίας και οι Ναζί, που είχαν αρχίσει σιγά-σιγά να τα μαζεύουν από τη χώρα μας, καθώς έβλεπαν να πλησιάζει η συντριβή τους, στράφηκαν προς τη Θεσσαλονίκη για να αναζητήσουν άλλη διέξοδο.

Στόχος του ΕΛΑΣ οι φάλαγγες των Γερμανών

«Οι μετακινούμενες φάλαγγες των Γερμανών, ήταν για μας ένας καλός στόχος», έγραψε αργότερα ένα από τα κορυφαία στελέχη του 30ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, ο Θανάσης Μητσόπουλος.

Έτσι, τη νύχτα της 31ης Ιουλίου προς 1η Αυγούστου 1944, τμήμα σαμποτέρ αυτού του Συντάγματος, ενισχυμένο και με τμήμα του εφεδρικού ΕΛΑΣ της περιοχής, ανατίναξε τη σιδηροδρομική γραμμή ανάμεσα στα χωριά Ριζά και Πετριά, κοντά στην Έδεσσα, τη στιγμή που περνούσε μία εχθρική αμαξοστοιχία, με συνέπεια να καταστραφεί τμήμα της γραμμής, η ατμομηχανή και 3 βαγόνια του τρένου.

Αυτή ήταν ίσως η πρόβα, για τα μεγάλα χτυπήματα κατά των Ναζί που επρόκειτο να ακολουθήσουν από τους αντάρτες του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ).

Τρεις μέρες αργότερα, τα τμήματα του 30ου Συντάγματος, ενισχυμένα και με αντάρτες του 1ου Τάγματος του 16ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, στήνουν ενέδρα και ναρκοθετούν τη σιδηροδρομική γραμμή στα στενά του Μουχαρέμ Χάνι, για να χτυπήσουν μία γερμανική αμαξοστοιχία που είχαν πληροφορία ότι επρόκειτο να περάσει κατάφορτη με στρατιωτικά αυτοκίνητα και πολεμικό υλικό.

*ethniki-antistasi-dse.gr

Μία περιγραφή της μάχης στην εφημερίδα Ελευθερία

Στην πρώτη επέτειο από τις μάχες του ΕΛΑΣ στο Μουχαρέμ Χάνι, είχε δημοσιευθεί στην εκδιδόμενη τότε στη Θεσσαλονίκη, ημερήσια εφημερίδα Ελευθερία, που ήταν δημοσιογραφικό όργανο της Επιτροπής Περιοχής Μακεδονίας-Θράκης του ΕΑΜ, η εξιστόρηση κάποιου ανώνυμου αναγνώστη, ο οποίος σύμφωνα με την περιγραφή που έκανε και τα στοιχεία που έδινε, θα πρέπει να ήταν παρών στις επιθέσεις των ανταρτών του ΕΛΑΣ κατά των κατακτητών. Όπως έγραφε:
Τη νύχτα στις 2-3 Αυγούστου 1944 υπονομεύεται η γραμμή και στήνεται η ενέδρα στο Μουχαρέμ Χάνι. Στις 3 Αυγούστου τα ξημερώματα, φαίνεται από το βάθος να κατεβαίνει μία αμαξοστοιχία από τη Φλώρινα. Σε λίγο, ένας τρομερός κρότος συντάραξε τον αέρα, η αμαξοστοιχία σαν πούπουλο τινάχτηκε ψηλά και κόβεται στη μέση. Μόνο 2-3 βαγόνια με τη μηχανή κατορθώνουν να ξεφύγουν, μα τα υπόλοιπα μένουν ακίνητα. Οι Γερμανοί που ήταν μέσα κατορθώνουν και κατεβαίνουν, πιάνουν θέσεις στα υψώματα και μας χτυπούν σαν δαιμονισμένοι.

Αρχίζει μία σκληρή και άγρια μάχη. Οι αντάρτες μας με την αφάνταστη ορμή τους, εκτοπίζουν τους Γερμανούς, σκαρφαλώνουν στα βαγόνια και βάζουν φωτιά. Εκείνη τη στιγμή όμως φθάνουν στον εχθρό για ενίσχυση, θωρακισμένα αυτοκίνητα, κι έτσι αναγκάζονται να συμπτυχθούν, αφού ξάπλωσαν νεκρούς 30 Γερμανούς, έκαψαν την αμαξοστοιχία και πήραν λάφυρα 5 οπλοπολυβόλα, 30 όπλα και άλλα πυρομαχικά. Δικές μας απώλειες, 2 νεκροί αντάρτες και 6 τραυματίες.
Η αφήγηση του αντάρτη Νίκου Κουγιουμτζή

Ένας από τους ΕΛΑΣίτες αντάρτες που έλαβαν μέρος σ’ εκείνη την επιχείρηση, ήταν ο Νίκος Κουγιουµτζής από την Κορμίστα Σερρών, ο οποίος ύστερα από την καταστροφή του χωριού του και τις ομαδικές εκτελέσεις από τους Βούλγαρους κατακτητές, μετά την εξέγερση της Δράμας, στις 28 Σεπτεμβρίου 1941, αφού περιπλανήθηκε στον κάμπο της Θεσσαλονίκης, κατέφυγε στο όρος Πάϊκο, όπου κατατάχθηκε αντάρτης στο 30ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, που είχε φτάσει να έχει δύναμη 2.500 μαχητών.

Όπως αφηγήθηκε για την ανατίναξη του τρένου στο Μουχαρέµ Χάνι:
«…Το σχέδιο της επιχείρησης για την ανατίναξη του τρένου στο Μουχαρέµ Χάνι, καταστρώθηκε από τους επιτελείς καπεταναίους, όπως ο Συνταγµατάρχης Καπετάν Στάθης, του 30ου Συντάγµατος. ∆όθηκε διαταγή και κινήσαµε από το Πάϊκο. Περάσαµε στην Καρατζόβα και βγήκαµε στην Κερασιά κι από 'κει στην Παναγίτσα. Η δικιά µας διµοιρία, που αριθµούσε 28 άνδρες, πήρε διαταγή να πάει στο Γραµµατίκοβο (σημερινό Γραµµατικό). Ανεβήκαµε το Βέρµιο και στρατοπεδεύσαµε εκεί. Ήταν Αύγουστος µήνας του 1944, αν θυµάµαι καλά. Παραµονή της επιχείρησης, µας καθοδήγησαν µε ποιο τρόπο θα φτάσουµε στην τοποθεσία, όπου θα γινόταν η ανατίναξη του τρένου. Για τον ίδιο σκοπό, ακόµη µια διµοιρία από άλλο Σύνταγµα, που είχε έδρα την Παναγίτσα, συµµετείχε κι αυτή.

Ξεκινήσαµε νύχτα και αξηµέρωτα φτάσαµε στον προορισµό µας. Ακροβολιστήκαµε, θυµάµαι, σ' ένα σηµείο, όχι πολύ µακριά από τις ράγες του τρένου που διασχίζουν τη µικρή κοιλάδα του Μουχαρέµ Χάνι. Εκεί βρήκαµε προστασία σ' ένα στρογγυλό, τσιµεντένιο, µικρό οχυρό. Έµοιαζε κάτι σαν ασβεσταριά. Μάλιστα έγραψα και τ' όνοµά µου, εκείνες τις ατέλειωτες ώρες της ενέδρας. Θα χτυπούσαµε, µας είπαν, ένα εµπορικό τρένο φορτωµένο µε γερµανικό στρατιωτικό υλικό και πολεµοφόδια.

Τα χαράµατα, ακούσαµε το σφύριγµα του τρένου. Είπαµε, αυτό είναι, τώρα θα γίνει το µεγάλο µπαµ. Τα «λουκούµια», δηλαδή τα µπαρούτια και οι δυναµίτες, ήταν τοποθετηµένα από πολλή ώρα πριν κάτω από τις ράγες και η άκρη από το σύρµα που ένωνε τα εκρηκτικά χάνονταν στο βαθύ ρουµάνι. Η μηχανή του τρένου πέρασε χωρίς να γίνει το παραµικρό. Πέρασε και το πρώτο βαγόνι, κι ύστερα κι άλλο, τίποτα. Αυτό που έγινε κοµµάτια, πρέπει να ήταν το τέταρτο κατά σειρά βαγόνι. Η µηχανή µε δυο βαγόνια αποκόπηκε από το συρµό και συνέχισε το δρόµο της. Τα υπόλοιπα βαγόνια εκτινάχθηκαν στον αέρα σαν πεπονόφλουδες. Η έκρηξη ήταν πολύ ισχυρή. Κοµµάτια από τις ράγες εκσφενδονίζονταν εδώ κι εκεί. Απ' ότι µπόρεσα να διακρίνω σ' εκείνο το χαλασµό, είδα κορµιά ανάσκελα διαµελισµένα, κι άλλα µπρούµυτα, κι έναν Γερµανό τραυµατία να σέρνεται πλάι στο ανάχωµα. Αυτόν τον περιµαζέψαµε και τον πήραµε αιχµάλωτο.

Ο ήλιος έπιασε κιόλας δυο µπόγια και η διµοιρία µας αντάµωσε την άλλη διµοιρία και τραβήξαµε για την Παναγίτσα. Στην επιχείρηση αυτή σκοτώθηκαν αρκετοί δικοί µας, όπως ο συγχωριανός µου Τσακίρης Γιώργος και ο αδελφός του Τσακίρης Σίµος. Τους άλλους δεν τους θυµάµαι.

Ύστερα από λίγες µέρες, πάρθηκε απόφαση να χτυπήσουµε κι’ άλλο τρένο. Η επιχείρηση πραγµατοποιήθηκε, αλλά εγώ δε συµµετείχα λόγω τραυµατισµού. Ένα τραύµα από τα εφτά που είχα µε ταλαιπωρεί ακόµα, µιας και το βλήµα «περπατά» ασταµάτητα στο δεξί µου πόδι.

Ο καπετάνιος του 30ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ

Όμως οι αντάρτες του ΕΛΑΣ δεν περιορίζονται σ’ εκείνη τους την επιτυχία, αλλά αποφασίζουν να καταφέρουν ακόμη μεγαλύτερο χτύπημα στους Γερμανούς κατακτητές, πριν αυτοί σηκώσουν κεφάλι, και μάλιστα στο ίδιο σημείο που είχε γίνει το πρώτο σαμποτάζ. Η επιχείρηση οργανώνεται για τα ξημερώματα της 6ης Αυγούστου 1944. Τον όλο συντονισμό της, αναλαμβάνει η διοίκηση του Κλιμακίου της Χης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ από τους αντισυνταγματάρχη Διονύση Καράντζο, (Μελά) και Χρήστο Μόσχο (Πέτρο). Επίσης μετέχει στην επιχείρηση η διοίκηση του 30ου Συντάγματος που αποτελούνταν από τον ταγματάρχη Φώτη Ζησόπουλο (Παππού) και τον πολιτικό επίτροπο Γιάννη Καριοφύλλη (Στάθη). Συμμετέχει και ομάδα κομάντος, με επικεφαλής το σύνδεσμο της Συμμαχικής Στρατιωτικής Αποστολής στο 30ο Σύνταγμα, ταγματάρχη Τζακ Τζόνσον.

Όπως εξιστόρησε παραστατικά ο Θανάσης Μητσόπουλος:
«Στις 3:30 το πρωί, ακούστηκε μία τρομακτική έκρηξη και η αμαξοστοιχία τινάχτηκε στον αέρα. Τα βαγόνια πετάχτηκαν τρίζοντας έξω από τις ράγες. Ακολούθησε σκληρή και πεισματική μάχη από βαγόνι σε βαγόνι με τη γερμανοϊταλική φρουρά που συνόδευε την αμαξοστοιχία.

Η μάχη κράτησε περίπου μία ώρα. Ο εχθρός συντρίφτηκε ολοκληρωτικά. 160 στρατιώτες και αξιωματικοί του εχθρού σκοτώθηκαν. Πιάσαμε 60 αιχμαλώτους. Η αμαξοστοιχία (2 ατμομηχανές, 28 βαγόνια, 2 σκευοφόρες, 6 αυτοκίνητα και 8 κάρα βλητοφόρα) πυρπολήθηκε ολόκληρη. Η συγκοινωνία διακόπηκε 24 ώρες. Πήραμε λάφυρα: 3 βαριά πολυβόλα, 4 οπλοπολυβόλα και ατομικό οπλισμό με άφθονα πυρομαχικά. Επίσης, άφθονο υγειονομικό υλικό και χειρουργικά εργαλεία ολόκληρου ορεινού γερμανικού χειρουργείου, και 22 μουλάρια ειδικού φόρτου που γλύτωσαν από τη φωτιά.

Την ίδια μέρα, λίγο πιο πέρα από το μέρος που ανατινάχθηκε και κάηκε η αμαξοστοιχία αυτή, τμήματά μας χτύπησαν και δεύτερη γερμανική θωρακισμένη αμαξοστοιχία που έσπευσε σε ενίσχυση της πρώτης. Τα τμήματα κάλυψης της επιχείρησης, καθήλωσαν τη θωρακισμένη αυτή αμαξοστοιχία και την ανάγκασαν να γυρίσει πίσω».

Για τη σημαντική εκείνη επιτυχία των ανταρτών του ΕΛΑΣ, τη μεγαλύτερη ίσως που σημειώθηκε σε όλη τη χώρα την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης κατά των κατακτητών, έγραψε η εφημερίδα του ΕΑΜ Μακεδονίας-Θράκης Ελευθερία, στην επέτειο ενός έτους από τη διεξαγωγή της:
«Το νέο καρτέρι, στήθηκε στο ίδιο μέρος, 200 μόλις μέτρα πιο πάνω από την προηγούμενη θέση. Σ’ αυτή μας την επιχείρηση πήραν μέρος και 40 Αγγλοαμερικανοί κομάντος, με επικεφαλής τον Νοτιοαφρικανό λοχαγό Κράνικ.

Το πρωί της 5ης προς 6η Αυγούστου 1944, μία τεράστια αμαξοστοιχία τραβάει αγκομαχώντας από το πολύ φορτίο το δρόμο του θανάτου. Το τρένο φθάνει, μόνο 20 μέτρα έμειναν, τώρα ένα μέτρο ακόμη, ένα χιλιοστό. Μια τεράστια αγωνία μας καταλαμβάνει όλους μας. Και να, μία φλόγα ανεβαίνει στον ουρανό. Βροντές, αστραπές, ουρλιαχτά πόνου, κραυγές απελπισίας, κομμάτια από χέρια, πόδια, κεφάλια τινάζονται ψηλά. Οι ηρωϊκοί αντάρτες μας μεσ’ στην αντάρα της μάχης και τον χαλασμό, χτυπάνε αλύπητα τους Ούνους, τρέχουν με αφάνταστη ορμή, πηδούν στα βαγόνια, χτυπούν, τσακίζουν κάθε αντίσταση και πιάνουν αιχμαλώτους όσους δεν βρήκε ο Χάρος στην τρομερή αυτή συμφορά. 175 πτώματα μετρήθηκαν, και πιάστηκαν 63 αιχμάλωτοι στη φοβερή αυτή σύγκρουση, ενώ πήραμε λάφυρα 40 μουλάρια, 235 όπλα, πολλά πιστόλια, φαρμακευτικό υλικό μιας Μεραρχίας, εργαλεία δύο χειρουργείων, πολύ ιματισμό και άλλα είδη.

Για τη μεγάλη μας αυτή επιτυχία, το Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, έστειλε συγχαρητήρια για την ανδρεία και την τόλμη που έδειξαν οι αντάρτες…».
Στη μάχη του Μουχαρέμ Χάνι, έλαβαν μέρος το 2ο Τάγμα του 30ου Συντάγματος, με διοικητή τον καπετάν Κατσώνη, το 1ο Τάγμα του 16ου Συντάγματος με διοικητή τον καπετάν Μαύρο και το 3ο Τάγμα του 53ου Συντάγματος με διοικητή τον Σεραφείμ Καρασάββα. Στην επιχείρηση πήρε επίσης μέρος και ο διοικητής της 10ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ Χρήστος Μόσχος (καπετάν Πέτρος).

Από εκδήλωση στο Μουχαρέμ Χάνι της ΠΕΑΕΑ Έδεσσας
Η εξιστόρηση από τον αντάρτη Βασ. Ιωακειμίδη

Ένας από τους αντάρτες που μετείχαν σ’ εκείνη τη σκληρή όσο και ηρωϊκή επιχείρηση, ήταν ο επιλοχίας της 3ης Διμοιρίας του Τρίτου Τάγματος, Βασίλης Ιωακειμίδης, που περιέγραψε τη συγκλονιστική εμπειρία που έζησε. Όπως έγραψε:
«Σύνθημα για την έναρξη της επιχειρήσεως, θα ήταν τρεις κόκκινες φωτοβολίδες που θα έριχνε ο καπετάνιος της Μεραρχίας μας, Πέτρος, που ήλθε στην περιοχή μας γι’ αυτή την επιχείρηση. Κατά τις πρώτες πρωϊνές ώρες, ακούεται από μακριά το σφύριγμα του τραίνου. Η αγωνία μας τελειώνει. Σε λίγο, ένα μεγάλο μαύρο φίδι σέρνεται πάνω στις γραμμές και μπαίνει στον κλοιό μας.
Σφυρίζει περνώντας τη στενωπό και μόλις η μηχανή έφτανε στην ανατολική έξοδο της στενωπού ρίχνονται οι τρεις κόκκινες φωτοβολίδες. Τα συμμαχικά μπαζούκας καταστρέφουν τις δύο ατμομηχανές μπρος και πίσω που είχε το τραίνο. Το μαύρο θεριό, μένει ακίνητο. Ένας πανζουρλισμός πυρών, αρχίνησε επάνω στο τραίνο από τους λόχους εξορμήσεως. Σε λίγο η σάλπιγγα, σημαίνει για μας προχωρείτε... προχωρείτε...

Γίνεται η εξόρμησή μας. Προτού βρούμε αντίσταση, τρέχουμε σαν να πάμε σε πανηγύρι, φωνάζοντας «Αέρα». Ο ενθουσιασμός μας γίνεται ακόμα μεγαλύτερος όταν βλέπουμε όλοι μας επάνω στη σκεπή της αμαξοστοιχίας να τρέχει σαν φαντομάς, κρατώντας από ένα πιστόλι σε κάθε χέρι, τον καπετάνιο της Μεραρχίας Πέτρο. Βλέπει από εκεί επάνω τις φωλιές αντιστάσεως που πάνε να κάνουν οι Γερμανοί απ’ τη δεξιά πλευρά του τραίνου, καθώς πετάχτηκαν έξω, ρίχνει προς αυτούς συνέχεια, ενώ φωνάζει σε μας με πολύ προφύλαξη: «Ανεβείτε στο τραίνο επάνω».

Σκέφθηκα αστραπιαία τη διαφορά διοικήσεως, γενναιότητας των ηγητόρων μας. Ένας Μέραρχος ολόκληρος του λαϊκού μας στρατού, πρώτος και καλύτερος απ’ τον απλό αντάρτη αγωνιστή, όρμησε και ανέβηκε πρώτος επάνω στο τραίνο κρατώντας δυο πιστόλια. Τι αυτοπεποίθηση, τι ηρωισμό και τι παράδειγμα ενεργείας έδειχνε εκείνη η πράξη του σε μας τους αγωνιστές. Σε αντίθεση με τη θέση που θα είχε ένας Μέραρχος του αστικού στρατού, που κρατώντας τα κιάλια του στα χέρια, θα παρακολουθούσε την εξέλιξη της επιχείρησης από πολύ μακριά».

Πολύτιμο υλικό στα χέρια των ανταρτών

Αποτέλεσμα εκείνης της επιχείρησης, ήταν αφενός μεν να προμηθευτούν με παπούτσια οι αντάρτες, καθώς η υπόδησή τους ήταν με τσαρούχια και αφετέρου να πέσει στα χέρια τους πολύτιμο όσο και δυσεύρετο υγειονομικό υλικό, που οι Γερμανοί κατακτητές ετοιμάζονταν να το προωθήσουν στη χώρα τους. Σύμφωνα πάντα με τον Ιωακειμίδη:
«Σε μεγάλα κοφίνια που μαζεύουν καπνά οι καπνοπαραγωγοί, είχαν τις ασπιρίνες, κινίνα, αντιπυρίνες, σε ξύλινες κάσες τις ενέσεις, σορόπια, χάπια, χάρτινα τόπια από βαμβάκι, γάζες και τσιρότα και πολλά άλλα είδη υγειονομικού υλικού που το έκαναν πλιάτσικο οι Γερμανοί. Οι γιατροί του συντάγματος και των ταγμάτων, μαζί με τους νοσοκόμους ταξινομούσαν τα είδη και τα φορτώσαμε σε οκτώ βοϊδόκαρα, φίσκα φορτωμένα που πήγαν όλο το υγειονομικό υλικό στις ελεύθερες πλέον περιοχές μας. Γυρνώντας στο λημέρι μας, διακόσοι και πλέον αντάρτες, που ήμασταν ακόμα με τα τσαρούχια, παπουτσωθήκαμε απ’ τους σκοτωμένους και αιχμαλώτους Ιταλούς και Γερμανούς».
Συνολικά στις μάχες του Μουχαρέμ – Χάνι, το τίμημα για τους ένδοξους μαχητές του ΕΛΑΣ, ήταν ο ηρωικός χαμός 18 παλικαριών του.

Νεκρός και Εβραίος ανθυπολοχαγός του ΕΛΑΣ

Στην μάχη αυτή σκοτώθηκε ο εβραϊκής καταγωγής έφεδρος ανθυπολοχαγός του ΕΛΑΣ Μάρκος Αλμπέρτο Καράσσο. Ο ελασίτης ανθυπολοχαγός γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά το Γενάρη του 1943. Ο ίδιος αποφάσισε να μην ακολουθήσει την μοίρα των υπόλοιπων εβραίων της Θεσσαλονίκης και τον Μάρτη του 1943 βγήκε στο βουνό. Με απόφαση της ΠΕΕΑ προήχθη σε έφεδρο ανθυπολοχαγό για την εξαιρετική του ανδρεία στις μάχες του ΕΛΑΣ κατά των γερμανοφασιστών. Έπεσε πολεμώντας σώμα με σώμα έχοντας σημαντική συμβολή στην επιτυχή έκβαση της επιχείρησης.

 6 Αυγούστου 1945: Ρίψη ατομικής βόμβας σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι -Το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας

Εχρησιμοποιήσαμεν την ατομικήν βόμβαν διά να συντομεύσωμεν τον πόλεμον… Θα τη χρησιμοιήσωμεν και πάλιν. Μόνο η συνθηκολόγησις της Ιαπωνίας θα μας σταματήση. Τους ώμους μας βαραίνει τεραστία ευθύνη. Ευχαριστούμεν τον θεόν, διότι είμεθα εμείς, και όχι ο εχθρός, που τη φέρομεν. Και παρακαλούμεν τον θεόν, να μας φωτίση εις τη χρήσιν του οργάνου αυτού συμφώνως προς τας βουλήσεις του».

Από το αμερικανικό ραδιόφωνο ακούστηκε η φωνή του Προέδρου Χ. Τρούμαν να λέει με απίστευτη κυνικότητα τα παραπάνω ανατριχιαστικά λόγια για τη ρίψη ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Οι τελευταίες αυτές φράσεις του Τρούμαν με την επίκληση του Θεού ήταν ένας απειλητικός υπαινιγμός προς όλη την ανθρωπότητα, προς τους λαούς της Γης και ειδικότερα προς το παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα και την ΕΣΣΔ, που σήμαινε πως οι ΗΠΑ είχαν πλέον τον τρόπο να εκβιάσουν υποταγή στη θέλησή τους.



Θάνατος και καταστροφή σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι

Ήταν 6 Αυγούστου του 1945. Το αμερικανικό βομβαρδιστικό Enola Gay έριξε την πρώτη ατομική βόμβα στη Χιροσίμα, καταστρέφοντας το μεγαλύτερο μέρος της πόλης και σκοτώνοντας περίπου 70.000 ανθρώπους, σύμφωνα πάντα με τις εκτιμήσεις των Αμερικανών. Η ιαπωνική πόλη αριθμούσε περίπου 300.000 κατοίκους.

Ο βομβαρδισμός της Χιροσίμα από τις ΗΠΑ έλαβε χώρα λίγο πριν τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, στις 6 Αυγούστου 1945 και ήταν η πρώτη πολεμική πυρηνική επίθεση της Ιστορίας. Η βόμβα ήταν τύπου ουρανίου 235, η οποία είχε λάβει το προσωνύμιο «Little Boy» (αγοράκι).

Τα αποτελέσματα της έκρηξης δεν ήταν γνωστά εκ των προτέρων, μιας και τέτοιου τύπου βόμβα δεν είχε δοκιμαστεί, όπως η βόμβα πλουτωνίου, που ακολούθησε. Τη ρίψη της, έκανε ο συνταγματάρχης Πολ Τίμπετς, κυβερνήτης ενός αεροσκάφους Β29 της Αεροπορίας Στρατού. Το όνομα του αεροσκάφους, Enola Gay, ήταν το όνομα της μητέρας του.
Ο ίδιος ο Τίμπετς αμετανόητος δήλωσε σε συνέντευξη του το 1975:
«Είμαι περήφανος που μπόρεσα να αρχίσω με το τίποτα, να σχεδιάσω την επιχείρηση και να δουλέψει όσο τέλεια δούλεψε. Κοιμόμουν ήσυχος κάθε βράδυ» και το 2005 δήλωσε : «Αν με βάλετε στις ίδιες συνθήκες, σίγουρα, θα το ξανάκανα».

Περίπου το 69% των οικοδομημάτων της Χιροσίμα καταστράφηκε εντελώς και ένα άλλο 6,6% υπέστη σοβαρές ζημιές. Κατά τους επόμενους μήνες, περί τους 60.000 ακόμα ανθρώπους απεβίωσαν από τραύματα ή έκθεση σε ραδιενέργεια. Επί του συνόλου των θανάτων εκτιμάται ότι το 60% οφείλεται στην αρχική θερμοκρασία (από ακαριαία ολική εξαέρωση ή τήξη του σώματος μέχρι εγκαύματα), το 20% από μηχανικό τραυματισμό από το ωστικό κύμα (καθαυτό έκρηξη) και το υπόλοιπο 20% από τη ραδιενέργεια. Από το 1945 μέχρι σήμερα, αρκετές χιλιάδες ακόμα έχουν πεθάνει από ασθένειες που προκάλεσε η έκρηξη της βόμβας, οι περισσότεροι από λευχαιμία, λέμφωμα, καρκίνο των πνευμόνων και άλλα είδη καρκίνου.

Παρόμοιο έγκλημα επαναλήφθηκε, τρεις μέρες μετά, στο Ναγκασάκι. Σημειώνεται, ότι οι δύο αυτές ρίψεις έγιναν με προσωπική απόφαση του τότε Προέδρου των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν. Για να πραγματοποιηθούν, ο διοικητής της μοίρας της Αεροπορίας Στρατού Σπατζ, στην οποία ανήκαν τα αεροσκάφη, ζήτησε έγγραφη τη διαταγή από την πολιτική ηγεσία «αρνούμενος να σκοτώσει ίσως 100.000 άτομα με προφορικές μόνον εντολές».

Η διαταγή πράγματι του στάλθηκε εγγράφως με τις υπογραφές του Υπουργού Εσωτερικών Τζορτζ Μάρσαλ και του Υπουργού Στρατιωτικών Χένρι Στίμσον. Η τελική, ωστόσο, απόφαση, σύμφωνα με το Σύνταγμα των ΗΠΑ, έπρεπε να ληφθεί μόνον από τον Πρόεδρο, ο οποίος και την έλαβε, με την αιτιολογία ότι οι ρίψεις αυτές θα έφερναν γρήγορο τέλος στον πόλεμο στο θέατρο του Ειρηνικού και ότι τα θύματα από τις βόμβες θα ήταν λιγότερα από τις απώλειες σε μια ενδεχόμενη απόβαση στην Ιαπωνία ή από τη συνέχιση του πολέμου.

Να σημειωθεί ότι οι βόμβες ναπάλμ δοκιμάστηκαν τη περίοδο του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα στον Γράμμο και ανήκαν στην ευρύτερη ομάδα όπλων μαζικής καταστροφής, στην οποία ανήκε/ανήκει και η πυρηνική βόμβα. Στον Γράμμο, υπάρχουν «κρατήρες» ακόμη, μέχρι και σήμερα, σε διάφορα σημεία όπου οι βόμβες προσέκρουσαν.
https://altpress.gr/

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2020

Οι Τσιγγάνοι στην Εθνική Αντίσταση   



  Τον ΕΛΑΣίτη Βασίλη Μήτρου «τον έμαθαν σε λίγο τα χωριά της Εύβοιας, τον έμαθαν οι ταγματασφαλίτες, τον έμαθαν οι Γερμανοί. "Ερχεται ο Γύφτος" έλεγαν οι τσολιάδες και έτρεχαν να κρυφτούν. "Πέρασε ο Γύφτος" έλεγαν στις γειτονιές και έτρεχαν να τον γνωρίσουν. Απέραντη αγάπη από τους σκλαβωμένους, άσβεστο μίσος από τους Γερμανούς και τους προδότες» 
  Της Βασιλικής Λάζου - Ιστορικού, Hothistory 

 Λίγα είναι γνωστά για τους Ελληνες τσιγγάνους στην Κατοχή. Σποραδικές είναι οι αναφορές σε στοιχεία και περιορισμένες οι μαρτυρίες. Οπως εκτιμά ο Δημήτριος Τσακίρης σε μια από τις ελάχιστες σχετικές εργασίες με θέμα «Η συμπεριφορά των κατοχικών δυνάμεων απέναντι στους Ελληνες Τσιγγάνους και πώς επέζησε αυτή η μειονότητα» (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων 2004), η συμμετοχή των Τσιγγάνων στην Αντίσταση ήταν σχετικά περιορισμένη.  Ως μη εγγεγραμμένοι στα μητρώα αρρένων και του δημοτολογίου, οι Τσιγγάνοι στερούνταν την ιδιότητα του Ελληνα πολίτη με αποτέλεσμα να μην κληθούν να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία, σε αντίθεση με τους μόνιμα εγκατεστημένους, τους επονομαζόμενους «γύφτους», που υπηρέτησαν και πολέμησαν στο αλβανικό μέτωπο. Η θεώρηση των πλανόδιων από το κράτος ως «αλλοδαπών» λειτουργούσε αρνητικά και για τις αντιστασιακές οργανώσεις. Αυτό επιτεινόταν από το γεγονός ότι πολλοί Τσιγγάνοι δεν γνώριζαν επαρκώς τα ελληνικά έχοντας έλθει από την Τουρκία με την ανταλλαγή του ’22 ούτε ήταν εξοικειωμένοι με τη χρήση όπλων και τον αντάρτικο τρόπο ζωής. Σύμφωνα με τον ερευνητή: «Η μη ένταξη των Τσιγγάνων στην κοινωνία εμπόδιζε τη γνωριμία και επικοινωνία τους με τον υπόλοιπο πληθυσμό της χώρας, έτσι ώστε να μη γίνει δυνατό να αναπτυχθεί εκείνο το αίσθημα εμπιστοσύνης που απαιτείται στις δύσκολες συνθήκες για τον αντιστασιακό αγώνα σε μια κατεχόμενη χώρα». Μεταπολεμικά οι δυσκολίες της επιβίωσης, ο αναλφαβητισμός, η συνεχιζόμενη περιθωριοποίηση της κοινότητας δεν επέτρεψαν τη ανασυγκρότηση της μνήμης των Ρομά για την Εθνική Αντίσταση.                              

  Οι έντεκα της οδού Χαμοστέρνας.
 Με υπόδειξη των κουκουλοφόρων      Αντιστασιακή δραστηριότητα των Τσιγγάνων αποτυπώνεται ωστόσο σε ηρώα-μνημεία της Αντίστασης καθώς Τσιγγάνοι αγωνιστές της λευτεριάς έδωσαν τη ζωή τους στα δύσκολα χρόνια του πολέμου και της Κατοχής.  Ηταν ξημερώματα της 4ης Αυγούστου 1944 όταν στην οδό Χαμοστέρνας οι ναζί κατακτητές εκτέλεσαν έντεκα πατριώτες που είχαν συλλάβει στο μπλόκο της συνοικίας της Αγίας Σοφίας στον Ταύρο την προηγούμενη ημέρα. Πριν από την εκτέλεση είχε ακολουθηθεί η συνήθης διαδικασία: Γερμανοί και ταγματασφαλίτες συγκέντρωσαν περί τους 300 κατοίκους στην πλατεία της γειτονιάς. Εκεί καθ' υπόδειξη κουκουλοφόρων έγινε η διαλογή. Οι ναζί ξεχώρισαν δεκατρείς για εκτέλεση.  Από τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος έπεσαν έντεκα αγωνιστές, ενώ δύο κατόρθωσαν να γλιτώσουν. Ηταν όλοι τους Τσιγγάνοι, γεγονός που πιστοποιεί τον πάνδημο χαρακτήρα της Εθνικής Αντίστασης. Ενα μνημείο με μια πλάκα με τα ονόματα των εκτελεσθέντων σε ένα κοντινό παρκάκι θυμίζει σήμερα τη θυσία των πατριωτών. Ιορδάνης Βασιλείου, Βαγγέλης Γεωργίου, Βασίλειος Γεωργίου, Απόστολος Ευαγγελίδης, Ιωάννης Βασαλούκος, Γεώργιος Σαράφογλου, Αριστείδης Σαρρής, Νίκος Σιακούρης, Λάζαρος Τσατσάνης, Γεώργιος Γεροντάκης, Παντελής Χρήστου.   Η μάχη της Λαμπούσας και ο θάνατος του «καπετάν Γύφτου»     

 Εναν μήνα αργότερα, στις 3 Σεπτεμβρίου 1944 στην τοποθεσία Λαμπούσα κοντά στην Κύμη στην Εύβοια οι μαχητές του 3ου Τάγματος του 7ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ με διοικητή τον Προκοπή Τζάνο ή Λόγγο έδωσαν ένα καθοριστικό κτύπημα στους Γερμανούς κατακτητές απαντώντας στη θηριωδία που προηγήθηκε τον Μάιο του 1944 στο Κακολύρι-Ταξιάρχες (πυρπόληση χωριού και εκτέλεση 30 κατοίκων).  Η μάχη ήταν σκληρή και πολύνεκρη. Το καλά οργανωμένο σχέδιο και ο ηρωισμός των ανταρτών και των εφεδροελασιτών αλλά και η αποφασιστική συμπαράσταση του λαού των γειτονικών χωριών συντέλεσαν στην τελική νίκη.  Οι Γερμανοί άφησαν στο πεδίο της μάχης δεκάδες νεκρούς, 57 τραυματίες και αιχμαλώτους. Οπως μετέδωσε στις 8 Σεπτεμβρίου 1944 στο δελτίο ειδήσεων ο ραδιοφωνικός σταθμός του Λονδίνου, «εις την Εύβοιαν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ εσημείωσαν αξιόλογον επιτυχίαν εξοντώσαντες ολοκληρωτικά γερμανικήν φάλαγγα, κινουμένην εκ Κύμης, εις την θέσιν Λαμπούσα. Η εξ 150 περίπου ανδρών γερμανική δύναμις εξοντώθη. Λάφυρα περιήλθον εις χείρας του ΕΛΑΣ, 10 αυτοκίνητα εκάησαν».  Από τους αντάρτες τραυματίστηκε σοβαρά και υπέκυψε αργότερα στα τραύματά του ο Τσιγγάνος καπετάνιος του ΕΛΑΣ Βασίλης Μήτρου με το ψευδώνυμο «Γύφτος». Οπως αναφέρει στο βιβλίο του «Η νότια Εύβοια στην Κατοχή» ο καθοδηγητής του ΕΑΜ της νότιας Εύβοιας Θανάσης Τζάνος, «άξιος και φιλότιμος καθώς ήταν ο Βασίλης πήρε την πρώτη θέση στη δουλειά της οργάνωσης και έτρεχε στις πιο επικίνδυνες αποστολές που τον έστελναν. Μα ο Βασίλης ήταν ανήσυχος. Η δουλειά της πολιτικής οργάνωσης δεν τον ικανοποιούσε, ήθελε να ανέβει στο βουνό να γίνει αντάρτης, να πολεμήσει τους Γερμανούς με το όπλο στο χέρι... Στη μεγάλη του όμως επιμονή αναγκάστηκαν να τον αφήσουν και ο Βασίλης έτρεξε όσο μπορούσε γρήγορα για να βρεθεί εκεί που τον έσπρωχνε η καρδιά του, στον ΕΑΑΣ. Και εκεί δεν άργησαν να τον γνωρίσουν, γι’ αυτό πολύ γρήγορα τον αγάπησαν και τον εκτίμησαν. Τον έμαθαν σε λίγο τα χωριά, τον έμαθαν οι ταγματασφαλίτες, τον έμαθαν οι Γερμανοί. Έρχεται ο Γύφτος” έλεγαν οι τσολιάδες και έτρεχαν να κρυφτούν. “Πέρασε ο Γύφτος" έλεγαν στις γειτονιές και έτρεχαν να τον γνωρίσουν. Απέραντη αγάπη από τους σκλαβωμένους και τους φίλους, άσβεστο μίσος από τους Γερμανούς και τους προδότες». 
 
  Οι άντρες του 3ου Τάγματος του 7ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ του Τζάνου που πήρε μέρος στη μάχη της Λαμπούσας.   Ο Βασίλης Μήτρου προτού σκοτωθεί στη μάχη της Λαμπούσας είχε ανατινάξει ύστερα από καταδίωξη ένα γερμανικό αντιτορπιλικό στο λιμάνι της Κύμης. Σε αυτό το περιστατικό, όπως και στη συμβολή του Βασίλη Μήτρου στο Εθνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό (ΕΛΑΝ), το ναυτικό της Αντίστασης, αναφέρεται η μαρτυρία που κατέθεσε με επιστολή του στο «Ιστορικά» της «Ελευθεροτυπίας» (21 Ιουνίου 2001) ο πλοιοκτήτης Δημήτρης Μεσαδάκος, γιος του διοικητή του ΕΛΑΝ Εύβοιας (Κοπετόν Φουρτούνα).  «Μεταξύ των καθηκόντων του ΕΛΑΝ Εύβοιας ήταν: α) Η υποδοχή των φορτίων που έστελναν οι σύμμαχοι στους Τσακαίους από τη Σμύρνη (όπλα, φάρμακα, αξιωματικούς της Αποστολής) β). Η προώθηση με τα ίδια καΐκια ανθρώπων προ τη Σμύρνη (κυρίως διωγμένους Εβραίους) γ). Κυρίως όμως η μετακίνηση ανταρτών για το άνοιγμα νέων μετώπων πολέμου με τους Γερμανούς και η αποφυγή εγκλωβισμού των ανταρτών όταν οι Γερμανοί χτένιζαν το νησί.  Θανάσιμος εχθρός των καϊκιών του ΕΛΑΝ ήταν η «Καταδίωξη», σκάφος μεγάλο, μεταλλικό, ταχύπλοο, με κανόνι που λιμενιζότανε στην άκρη του κυματοθραύστη της Κύμης. Αυτό το σκάφος των κατακτητών ο Βασίλης Μήτρου μαζί με έναν άλλο αντάρτη από τα μέρη της Κύμης το ανατίναξαν, αφού του τοποθέτησαν μαγνητικές νάρκες και απάλλαξαν το αντάρτικο από έναν κίνδυνο - διώκτη του. Στην ιστορία όμως ο Βασίλης Μήτρου θα μείνει γιατί στη σύντομη ζωή του κατάφερε να γίνει ο φόβος και ο τρόμος των Γερμανών και Γερμανοντυμένων. Ηταν ταλέντο στις μεταμφιέσεις, σβέλτος σαν αερικό, ψύχραιμος με σταθερό χέρι εκδίκησης, ειδικός στις ριψοκίνδυνες αποστολές ξεκαθαρίσματος καθαρμάτων που είχαν κάνει φόνους, βασανισμούς κ.λπ.  Είχε καταστεί τέτοια ψύχωση-φόβος στους Γερμανούς που και στο ξύπνιο τους έβλεπαν μπροστά τους τον Gypsen. Ηταν η περηφάνια μας και η συνείδησή μας. Θυμάμαι το δάσκαλό μας Βαγγέλη Καραμιχάλη (Βύρων) και τον πατέρα μου να τον έχουν στριμώξει να τον δείρουν, γιατί παρά τις υποσχέσεις του, στις μάχες πολέμαγε όρθιος. Εμένα ο Βασίλης ήταν φίλος μου (εγώ 8 χρονών, αυτός 16), του έδινα τσιγάρα που έκλεβα από τους μεγάλους και αυτός σ’ αντάλλαγμα με άφηνε και έριχνα καμιά ριπή με το αυτόματό του. Ημουν περήφανος που είχα τέτοιο παλικάρι φιλαράκι και σε αυτόν ήθελα να μοιάσω μεγαλώνοντας. Επεσε στη μάχη της Λαμπούσας έξω από το Αλιβέρι (τους γονείς του -από τα μέρη της Λαμίας ήταν- τους σκοτώσαν οι Γερμανοί, ο αδελφός του έπεσε στη μάχη της Βάθειας). Σαν ελάχιστο φόρο τιμής έχω δώσει το όνομά του σ’ ένα μεγάλο ρυμουλκό της εταιρείας». 
 Ενα εντυπωσιακό μνημείο και μια προτομή του Βασίλη Μήτρου έχουν στηθεί σήμερα δίπλα από τον κεντρικό δρόμο στη Λαμπούσα για να τιμήσουν και να μνημονεύσουν το γεγονός.   «Λογιστήκαμε ως Κομμουνιστές, περάσαμε στρατοδικεία»   Αναφέρονται και άλλες περιπτώσεις Ρομά που συμμετείχαν στην Αντίσταση και έπεσαν θύματα της ναζιστικής βαρβαρότητας. Ρομά οπλίτες κατατάχθηκαν στον ΕΔΕΣ του Ζέρβα στην Ηπειρο. Αλλοι έλαβαν μέρος ως στρατιώτες στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και αργότερα οργανώθηκαν στο ΕΑΜ - ΕΛΑΣ.  Σύμφωνα με μαρτυρίες, πολλοί Τσιγγάνοι από τα χωριά των Σερρών συμμετείχαν οργανωμένα στην Αντίσταση, κύρια μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ: «Πολλοί πήγαμε στο ΕΑΜ. Δημιουργήθηκαν πυρήνες (για διαφώτιση κ.λπ.). Πολεμήσαμε με τους Ελληνες, λογιστήκαμε ως Κομμουνιστές, περάσαμε στρατοδικεία. Κατέβαιναν αντάρτες και μας έπαιρναν. Μέσα στους βάλτους κρυβόμασταν. Το χωριό δεν ήξερε τι ήταν το ΚΚ. Μας έκαναν “κόκκινους”. Εμείς αγωνιστήκαμε για την Απελευθέρωση. Καμιά 50ριά άτομα πήγαν στο ΕΑΜ... Στο χωριό δεν είχαμε Ταγματασφαλίτες, αλλά είχαμε την ΠΑΟ. Αυτοί ήταν επιστρατευμένοι, μας έπαιρναν να καλλιεργήσουμε τα χωράφια τους: να σπέρνουμε, να θερίζουμε και να παίρνουν τη σοδειά αυτοί, ως αγγαρεία, στον εμφύλιο...» (Δημήτρης Ντούσας, «Ρομ και φυλετικές διακρίσεις», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 1997). 
  «Οι Ες Ες μας έτριβαν τα πρόσωπα με τούβλα για να μας ασπρίσουν»      Η οικογένεια Βρυσάκη από τη Λιβαδειά στάλθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης με την υπόνοια της κατασκοπείας. Ο 15άχρονος τότε Γιάννης Βρυσάκης σε μια από τις ελάχιστες καταγραμμένες εμπειρίες για τη δράση των Τσιγγάνων στην Κατοχή θυμάται: «Κάθε πρωί μάς έβγαζαν έξω και μάς έξυναν τα πρόσωπα. Οι Γερμανοί Ες Ες μας έτριβαν τα πρόσωπα με τούβλα για να μας ασπρίσουν. Είχαν κλομπ και χτυπούσαν όποιον δεν καθόταν. Αυτή η αθλιότητα κράτησε δέκα μέρες [...] Οι Γερμανοί ήθελαν να μας αφήσουν, αλλά παρενέβη ένας γερμανοτσολιάς. “Αυτοί γυρνάνε συνεχώς, είναι κατάσκοποι” είπε στους Γερμανούς και μας κράτησαν». 
«Οι Γερμανοί» λέει ο Βρυσάκης «θα μας μετέφεραν σε στρατόπεδα. Αλλά παρενέβη ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός και μας άφησαν» (Ιωάννης Βρυσάκης, Προσωπική μαρτυρία στον Ian Hancock, μετάφραση Β. Μαρσέλος). Αλλοι Ρομά κάλυπταν σιωπηλά ή υποστήριζαν ενεργητικά τους αντάρτες.
  Οι Ελληνες Τσιγγάνοι δεν κυνηγήθηκαν ξεχωριστά, με την έννοια που αυτό έγινε σε άλλες βαλκανικές χώρες και πολύ περισσότερο στη ναζιστική Γερμανία, όπου εκατοντάδες χιλιάδες Τσιγγάνοι εξοντώθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η αναστολή οποιοσδήποτε πιθανού στοιχείου εξόντωσης των Ελλήνων Ρομά εκτιμάται ότι σχετίζεται με την έλλειψη απογραφής των Ρομά. Αυτό δυσχέρανε τόσο τον εντοπισμό όσο και την κατασκευή μιας διακριτής διοικητικής κατηγορίας «Ρομά». (Γ. Γεωργίου, Μ. Δημητρίου, Ε. Πολίτου, συνεργάτες εκπαιδευτικού προγράμματος για τη σχολική και κοινωνική ένταξη των τσιγγανόπαιδων, ΥΠΕΠΘ - Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, «Ρομά: Κατοχή και Αντίσταση», «Ε-Ιστορικά» της «Ελευθεροτυπίας», 21 Ιουνίου 2001). 
 Στη Σίνδο δίπλα στον Γαλλικό ποταμό το 1943-44 υπήρχε στρατόπεδο συγκέντρωσης με μετακινούμενες οικογένειες Τσιγγάνων. Εκεί κοντά χτίστηκε μετά τον πόλεμο οικισμός των Τσιγγάνων ο οποίος στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη σημερινή του τοποθεσία και ονομάστηκε Αγία Σοφία. Τσιγγάνοι καταγράφηκαν ανάμεσα στους άμαχους, θύματα αντιποίνων στον Παρακάλαμο Ιωαννίνων, στη Βοιωτία, τη Σκόδρα Πέλλας και σε χωριά της Θεσσαλονίκης. Αρκετά ονόματα Τσιγγάνων είναι καταγραμμένα στο μνημείο που υπάρχει στο Γ' νεκροταφείο για τους εκτελεσθέντες στα μπλόκα.

Σάββατο 1 Αυγούστου 2020

2 Aυγούστου: Παγκόσμια ημέρα Ολοκαυτώματος των Ρομά


Πάνω από 500.000 θύματα είχαν οι Ρομά κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής στην Ευρώπη. Η επιλογή της 2 Αυγούστου και μάλιστα με πολλά χρόνια καθυστέρησης (το 1978), σαν ημέρα Τιμής και Μνήμης, έγινε λόγω της θανάτωσης στο Άουσβιτς στις 2/8/1944, μέσα σε μία ημέρα 2.897 Ρομά στους θαλάμους αερίων. Το 2015 η Ευρωπαϊκή Eπιτροπή, αναγνώρισε την 2 Αυγούστου, σαν παγκόσμια ημέρα του Ρομά Ολοκαυτώματος.

Δύο ημέρες μετά το αποτρόπαιο έγκλημα, στην Ελλάδα, στις 4 Αυγούστου 1944, 11 αντιστασιακοί Ρομά, εκτελούνται στον Ταύρο.

Τους είχαν πιάσει κατά τη διάρκεια του Μπλόκου στη συνοικία της Αγίας Σοφίας.

Η «διαλογή», από τους 300 που είχαν συλλάβει οι Γερμανοί, έγινε με τη βοήθεια κουκουλοφόρου Έλληνα συνεργάτη τους, στο σημείο που σήμερα είναι το κτήριο του πρώην ΕΟΜΜΕΧ.

Οι μαρτυρίες αναφέρουν ότι το εκτελεστικό απόσπασμα τους έστησε μπροστά στους προβολείς των αυτοκινήτων τους και ακολούθησε η εκτέλεση.

Σήμερα λίγο μετά τη διασταύρωση της Χαμοστέρνας με την Πειραιώς, σε ένα μικρό παρκάκι, το μνημείο μας θυμίζει τον πάνδημο χαρακτήρα της Εθνικής Αντίστασης, που αγκάλιασε και τους 11 αγωνιστές τσιγγάνους, που έδωσαν τη ζωή τους για να απελευθερωθεί η χώρα μας από τη ναζιστική κατοχή.

Κόντευαν τα «40» από το Ολοκαύτωμα των Ρομά και τις εκτελέσεις στον Ταύρο και ήρθε να προστεθεί και η θυσία του Βασίλη Μήτρου του «Γύφτου», όπως τον αποκαλούσαν εχθροί και φίλοι, με διαφορετικά βέβαια συναισθήματα. Στα κατορθώματά του ήταν και η ανατίναξη ενός γερμανικού αντιτορπιλικού. Έπεσε στη μάχη της Λαμπούσας στην Εύβοια στις 3/9/1944.

Τις σελίδες της ιστορίας της Εθνικής Αντίστασης στη χώρα μας κοσμούν με τα παραδείγματά τους αρκετοί Ρομά που θυσιάστηκαν για να μπορούμε σήμερα να είμαστε ελεύθεροι.

Δήλωση του Βασίλη Πάντζου, Προέδρου της Πανελλαδικής Συνομοσπονδίας Ελλήνων Ρομά, Ελλαν Πασσε.

Με αφορμή την Ημέρα Μνήμης Γενοκτονίας των Ρομά – 2α Αυγούστου

Είναι πολύ σημαντικό να διατηρούμε την ιστορική μνήμη ζωντανή.

Είναι το ελάχιστο που μπορούμε να αποδώσουμε ως φόρο τιμής στα θύματα.

Ταυτόχρονα, πρέπει να δράσουμε, κάθε φορά που μας δίνεται η δυνατότητα ώστε να διδάξουμε τις νέες γενιές και τις μελλούμενες, να μάθουν για αυτό το τερατούργημα που δημιούργησαν οι Ναζί και οι συνεργάτες τους. Να τιμούμε και να διδάξουμε.

Αθώοι άμαχοι άνθρωποι χάθηκαν. Ποτέ δεν σταμάτησαν όμως οι λαοί να μάχονται.

Μας λυπεί το γεγονός που μέχρι σήμερα ανά τον κόσμο αλλά και σε εθνικό επίπεδο εξακολουθεί να υφίσταται το έγκλημα μίσους εναντίον των Τσιγγάνων. Η ρητορική του μίσους εξακολουθεί να υπάρχει. Και πρέπει να καταβάλουμε κάθε προσπάθεια και συμμαχία για να καταπολεμήσουμε αυτές τις ιδεολογίες και συμπεριφορές με κάθε δημοκρατικό και ειρηνικό όπλο.

Θα δώσουμε κάθε δημοκρατικό αγώνα για να έρθει η κοινωνική δικαίωση και η κοινωνική αποκατάσταση γιατί υπάρχει βαθιά ανθρωπιστική ανάγκη και θα πρέπει η Ελληνική Πολιτεία και η Ευρωπαϊκοί θεσμοί να ενεργοποιήσουν στο ακέραιο τις προβλεπόμενες δράσεις στην κατεύθυνση αυτή. Να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να δώσουν λύσεις με την ενεργή συμμετοχή μας.

Λέμε ναι στα Κράτη Δικαίου, λέμε ναι σε μια κοινωνική Ευρώπη, ναι, στην ένταξή μας, ναι στην παιδεία, ναι στην εργασία, ναι στην Ειρήνη και την ειρηνική συνύπαρξη των λαών.

Λέμε όχι – και θα μας βρουν απέναντι – στην καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όχι στη βεβήλωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στην προσβολή της προσωπικότητας, στο κοινωνικό βασανιστήριο, στην αφαίρεση της ζωής.

Λέμε Ποτέ ξανά…».

Εκδήλωση Τιμής & Μνήμης

Tην 2α Αυγούστου καθιερωμένη ως Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ρομά από τους Ναζί τιμά και φέτος η Πανελλαδική Συνομοσπονδία Ελλήνων Ρομά, ΕΛΛΑΝ ΠΑΣΣΕ. Αναλυτικά η ανακοίνωσή της:

«Ήταν νύχτα της 2ας προς 3η Αυγούστου του 1944 όταν δόθηκε από τους Γερμανούς ναζιστές η τελευταία εντολή μαζικής εξολόθρευσης των Ρομά. Την τραγική νύχτα εκείνη, 2.897 Ρομά, άντρες, γυναίκες και παιδιά, βρήκαν φριχτό θάνατο στους θαλάμους αερίων του ναζιστικού στρατοπέδου Άουσβιτς – Μπίρκεναου στην κατεχόμενη Πολωνία. Ο αριθμός αυτός αποτελεί ένα ελάχιστο μέρος των Τσιγγάνων που εξολοθρεύτηκαν από τους Ναζί σε ολόκληρη την Ευρώπη- κυρίως Κεντρική και Δυτική. Ο αφανισμός των Τσιγγάνων στην καρδιά της Γηραιάς Ηπείρου προκάλεσε ίσως ένα εκατομμύρια θύματα, σημαντικό ποσοστό στο μακρύ κατάλογο των θυμάτων του Χίτλερ. Στη λίστα αυτή συμπεριλαμβάνονται επίσης τα άτομα με διανοητική ή σωματική αναπηρία, οι αριστεροί, οι ομοφυλόφιλοι και οι Εβραίοι. Όλοι αυτοί θεωρούνταν κατώτεροι κι επικίνδυνοι και έπρεπε να εξολοθρευτούν ώστε να επικρατήσει η Άρεια Φυλή.

Το μνημείο υπενθυμίζει τον παλλαϊκό χαρακτήρα της Εθνικής Αντίστασης, που αγκάλιασε και τους έντεκα αγωνιστές ‘Ελληνες Τσιγγάνους, που έδωσαν τη ζωή τους για να απελευθερωθεί η πατρίδα μας από τη ναζιστική κατοχή. Αυτό το μήνυμα εμπεριέχει η επέτειος: Σεβασμό και τιμή στους αγώνες για ελευθερία και δημοκρατία:
Ποτέ ξανά αφανισμός, ποτέ ξανά φασισμός και βαρβαρότητα.

*www.ert.gr