Κυριακή 19 Απριλίου 2020

Πως γιορτάστηκε το πρώτο ελεύθερο Πάσχα μετά την Κατοχή


Ήταν 6 Μαίου 1945. Η Θεσσαλονίκη, όπως και η υπόλοιπη Ελλάδα, γιορτάζει χαρμόσυνα το πρώτο ελεύθερο Πάσχα, μετά την αποτίναξη της γερμανικής σκλαβιάς ύστερα από τρεισήμισι μαύρα χρόνια ναζιστικού ολέθρου και συμφοράς. Παντού, σε όλες τις πόλεις, τις συνοικίες τους και τα χωριά, εκδηλώσεις χαράς και αγαλλίασης, έστω κι αν αυτές γίνονταν λιτά από τους περισσότερους, καθώς έλειπαν βασικά είδη διατροφής και ο οβελίας ήταν απλησίαστος. Μόνιμη έγνοια για την ομαλή λειτουργία της πόλης, ήταν η εξεύρεση καύσιμης ύλης, κυρίως καυσόξυλων και κάρβουνων, για να μπορούν να λειτουργούν οι φούρνοι, παράγοντας ψωμί.
Εκτός από την Ανάσταση του Χριστού, εκείνο το σημαδιακό Πάσχα, οι πολίτες, πανηγυρίζουν και για τη συντριβή του Χιτλερικού τέρατος το οποίο εκείνες τις ημέρες σπαρταρούσε πριν το οριστικό τέλος του. Δεδομένου ότι οι σοβιετικές στρατιές του Κόκκινου Στρατού, υπό τον στρατάρχη Ζούκοφ, είχαν κυκλώσει το Βερολίνο, ενώ τα στρατεύματα Αμερικανών και Βρετανών υπό τον στρατηγό Μοντγκόμερι, διαβαίνοντας τον Έλβα, βάδιζαν τάχιστα κατά της γερμανικής πρωτεύουσας στην οποία ο παράφρονας Αδόλφος Χίτλερ είχε αυτοκτονήσει από τις 30 Απριλίου μαζί με την αγαπημένη του Εύα Μπράουν.
Τα πρώτα μαύρα σύννεφα
Εκείνο το Πάσχα, στο εσωτερικό της Ελλάδος είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται απειλητικά τα σύννεφα του εμφυλίου πολέμου, καθώς αφοπλισμένες οι δυνάμεις της Εθνικής Αντίστασης, μετά την ολέθρια Συμφωνία της Βάρκιζας, είχαν αρχίσει να δέχονται τις λυσσαλέες επιθέσεις κρατικών οργάνων και φασιστικών παρακρατικών συμμοριών, ενώ πάνω από 7.000 δημοκρατικοί πολίτες είχαν περάσει το Πάσχα στις φυλακές όλης της χώρας.
Παρ’ όλα αυτά, οι οργανώσεις του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα (ΕΑΜ, ΕΠΟΝ και Εθνική Αλληλεγγύη) και οι δυνάμεις των κομμάτων της Αριστεράς, όχι μόνο δεν πτοήθηκαν, αλλά γιόρτασαν εκείνο το Πάσχα περήφανα και αγωνιστικά. Με αντάρτικα τραγούδια και θεατρικά σκετς, δίνοντας και το αληθινό νόημα της Ανάστασης, όπως την προσδοκούσε ο ελληνικός λαός στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς.
Παραθέτουμε στη συνέχεια το ρεπορτάζ που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα του ΕΑΜ Μακεδονίας «Ελευθερία», στις 8 Μαίου 1945, μετά τη διήμερη αργία, με ενδιαφέροντα στοιχεία για τον εορτασμό της Ανάστασης και του Πάσχα στις διάφορες συνοικίες της Θεσσαλονίκης.
Έγραφε η εφημερίδα:
Θεατρική παράσταση στην Αθήνα το Πάσχα 1945
Το δημοσίευμα της «Ελευθερίας»
«Η πρώτη Ανάσταση μετά την απελευθέρωση, γιορτάστηκε σε όλη την πόλη της Θεσσαλονίκης και τις λαϊκές συνοικίες, παλλαϊκή και πηγαία, όπως ξέρει να γιορτάζει ο λαός, γιατί συμβολίζει και την εθνική του Ανάσταση και απολύτρωση από τη φασιστική σκλαβιά.
Στα σπίτια και στα καφενεία, στις πλατείες και στους δρόμους των συνοικιών αντηχούσαν βροντερά αντάρτικα τραγούδια και ανταλλάσσονταν ευχές για την εξαφάνιση και των τελευταίων υπολειμμάτων της φασιστικής αντίδρασης στη χώρα μας.
Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, αμέσως μετά την Ανάσταση, το συμβούλιο της ΕΠΟΝ Πόλης Θεσσαλονίκης έδωσε χορό στην αίθουσα «Μοσκώφ» που κράτησε μέχρι το πρωί. Το γλέντι άρχισε με το σερβίρισμα της πατροπαράδοτης μαγειρίτσας.
Οι εφημερίδες μας «Ελευθερία» και «Λαϊκή Φωνή» που εκδόθηκαν εκείνο το βράδυ, έγιναν ανάρπαστες.
Την Κυριακή του Πάσχα, η Εθνική Αλληλεγγύη Πανεπιστημίου, οργάνωσε γιορτή στην οποία απαγγέλθηκαν με μεγάλη επιτυχία το ποίημα «Τον αντρειωμένο μην τον κλαις» από τη μικρή Σουλιώτου, το σατυρικό ποίημα «Έρχεται» του φοιτητού Γ.Καραγιαννίδη και παίχθηκαν διάφορα σκετς.
Στο Τσινάρι, στο φρούριο αυτό του αντιφασιστικού αγώνα, ο ενθουσιασμός και η χαρά του λαού για την συντριβή του φασισμού, ήταν απερίγραπτη. Στα σπίτια και στα καφενεία, αντηχούσαν τα αντάρτικα τραγούδια, το εμβατήριο «Μιας νέας Ανάστασης χτυπάει η καμπάνα» και πολλά άλλα.
Στην ωραία Βάρνα, στις Συκιές, στη Νεάπολη, στην Ξηροκρήνη, κυριαρχούσε ο ίδιος φλογερός λαϊκός ενθουσιασμός.
Στην Καλαμαριά σε διάφορα σπίτια οργανώθηκαν γλέντια στα οποία απαγγέλθηκαν ποιήματα και παίχθηκαν διασκεδαστικά σκετς.
Όσο για την ηρωϊκή Τούμπα, αυτή ξεπέρασε σε χαρά και ενθουσιασμό κάθε προηγούμενο και ο δημοκρατικός και αντιφασιστικός λαός της, πρωτοστάτησε στις εκδηλώσεις για τη συντριβή του φασισμού, τη νίκη των δημοκρατικών συμμαχικών δυνάμεων και την επικράτηση της ειρήνης στην πολυβασανισμένη Ευρώπη.
Οι λαϊκές αυτές εκδηλώσεις και τα εθνικά δημοκρατικά και λαϊκά τραγούδια, κράτησαν μέχρι αργά τη νύχτα. Στο γήπεδο της ΜΕΝΤ, χιλιάδες λαού με θερμές δημοκρατικές αντιφασιστικές εκδηλώσεις, παρακολούθησαν συνάντηση των ποδοσφαιρικών ομάδων Άνω και Κάτω Τούμπας και καταχειροκρότησαν τους παίκτες των δύο ομάδων της ΕΠΟΝ Τούμπας. Τη νύχτα, δόθηκε εξαιρετικά επιτυχημένη γιορτή της ΕΠΟΝ Κάτω Τούμπας, όπου επικράτησε αφάνταστος ενθουσιασμός και θερμές εκδηλώσεις υπέρ του ΕΑΜ και της δημοκρατίας.
Πρέπει να σημειωθεί ιδιαιτέρως πως ο γιορτασμός παντού έγινε πολιτισμένα με παραδειγματική τάξη», κατέληγε το δημοσίευμα της εφημερίδας "Ελευθερία".
*του Σπύρου Κουζινόπουλοu farosthermaikou.blogspot.com

Σάββατο 18 Απριλίου 2020

"Πάσχα πλατύ, Πάσχα τρανό σαν την καρδιά μας, Πάσχα για οχτρούς, Πάσχα για φίλους, Πάσχα για όλους. Τι ένα σφαχτό μπορεί να φτάσει σε χιλιάδες, σαν οι καρδιές μονιάσουν όλες στην Αλήθεια".    Άγγελος Σικελιανός  





Το Δ.Σ του σωματείου «Φίλοι  Μουσείου Εθνικής Αντίστασης και Σύγχρονης Ιστορίας Ρούμελης» σας εύχεται Χρόνια Πολλά και καλό Πάσχα με υγεία, ειρήνη, αλληλεγγύη.

Ο βομβαρδισμός της Λαμίας στις 18 Απριλίου 1941.


Το πρωινό της 18ης Απριλίου 1941, ημέρα της Μεγάλης
Παρασκευής, στη Λαμία έμοιαζε ήσυχο. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, όμως η πόλη είχε αδειάσει από τον κόσμο της. Πολλοί είχαν φύγει για τα χωριά τους• άλλοι για να γιορτάσουν το Πάσχα κι άλλοι για να προφυλαχθούν από τη γερμανική προέλαση.
Ο Γιώργος και η γυναίκα του η Βασιλική κατηφόρισαν από το σπίτι τους της οδού Έσλιν προς το μαγαζί στο τέρμα της Βύρωνος, από όπου αναχωρούσε το λεωφορείο, που θα τους πήγαινε ως τον Αη Γιώργη Τυμφρηστού. Κι από εκεί, είτε με κάποιο από τα σπάνια διερχόμενα αυτοκίνητα, είτε με μουλάρια θα έφταναν στο χωριό τους, τη Μεγάλη Κάψη, για να γιορτάσουν το Πάσχα. Τα παιδιά τους, η Ελένη, 13 χρονών, ο Σπύρος, 10 χρονών και ο επτάχρονος Μάκης ήταν ήδη εκεί, μαζί με τη θειά τους τη Μαρία και τον “μπάρμπα” τον Λεωνίδα –όπως τον φώναζαν όλοι– δυό από τα έξι αδέλφια της Βασιλικής.
Δεν είχαν περάσει ούτε δυό εβδομάδες από τα ξημερώματα της 6ης Απριλίου 1941, όταν ο Γερμανός πρέσβης Βίκτορ Έρμπαχ επέδωσε στον Πρωθυπουργό της Ελλάδας Αλέξανδρο Κορυζή τελεσίγραφο για την επικείμενη επίθεση για να ακούσει το δεύτερο ΟΧΙ. Λίγη ώρα μετά, στις 05:15 το πρωί, ξεκίνησε η επίθεση της ναζιστικής Γερμανίας κατά της Ελλάδας, 45 λεπτά πριν από την εκπνοή του τελεσιγράφου.
Η 12η Στρατιά της Wehrmacht, υπό τον στρατηγό WilhelmList, με 4 τεθωρακισμένες μεραρχίες και 11 μεραρχίες μηχανοκινήτου πεζικού (680.000 άνδρες, 1.200 τανκς και 700 αεροπλάνα) ξεκίνησε τη διμέτωπη επίθεση εναντίον της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας.
Η γερμανική επίθεση με την κωδική ονομασία “Μαρίτα” είχε διπλό αντικειμενικό σκοπό: να βοηθήσει τον Μουσολίνι που ήταν στριμωγμένος από τις ελληνικές δυνάμεις στην Αλβανία και να εξασφαλίσει τα νώτα των δυνάμεων του Άξονα, ενόψει της επικείμενης επίθεσής τους στην ΕΣΣΔ.
Δύο γερμανικά Σώματα Στρατού εισέβαλαν στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και επιτέθηκαν με σφοδρότητα στα οχυρά της Γραμμής Μεταξά στην Ανατολική Μακεδονία και στα μεμονωμένα οχυρά του Εχίνου και της Νυμφαίας, στη Θράκη. Την ίδια ημέρα, γερμανικά αεροπλάνα βομβάρδισαν τον Πειραιά και τις ακτές του έως το Ναύσταθμο της Σαλαμίνας, προκαλώντας βαριές ανθρώπινες απώλειες και τεράστιες ζημιές.
Στο μεταξύ, ο κύριος όγκος του ελληνικού στρατού συνεχίζει να μάχεται τους Ιταλούς στην Αλβανία. Ανάμεσα τους, ο δεύτερος αδελφός της Βασιλικής, ο Ζάχος Παπαγιάννης και ο Ανδρέας Πλατανιάς, που θα παντρευόταν αργότερα τη Μαρία.
Οι υπερασπιστές των οχυρών (Ρούπελ, Ιστίμπεη, Νυμφαία, Εχίνος, Λίσε, Περιθώρι, Πυραμιδοειδές, Παληουριώνες κ.ά.) αμύνθηκαν σθεναρά στις αλλεπάλληλες επιθέσεις των υπερτέρων γερμανικών δυνάμεων. Οι Άγγλοι και οι Νεοζηλανδοί, που είχαν σπεύσει προς βοήθεια της χώρας μας, έλεγχαν μεν τον άξονα Τεμπών-Βερμίου, όμως το κέντρο του μετώπου ήταν ιδιαίτερα αδύναμο και η Θεσσαλονίκη ανοχύρωτη πόλη.

Η Γιουγκοσλαβία δεν άντεξε, ούτε δύο ημέρες. Το νότιο γιουγκοσλαβικό μέτωπο κατέρρευσε, επιτρέποντας στις γερμανικές τεθωρακισμένες μεραρχίες να εισδύσουν στα Σκόπια και –μέσω της κοιλάδας του Αξιού– να περάσουν τα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα στις 8 Απριλίου, υπερφαλαγγίζοντας τη Γραμμή Μεταξά. Τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας τα γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν τη Θεσσαλονίκη. Στις 10 Απριλίου, περικυκλωμένοι πλέον, παραδίνονται οι ηρωικοί υπερασπιστές της Γραμμής Μεταξά.
Τις επόμενες ημέρες καταλαμβάνονται η Βέροια, η Κατερίνη, η Κοζάνη, τα Γρεβενά και η Καστοριά, με αποτέλεσμα να αρχίσει η ραγδαία υποχώρηση του κυρίου όγκου των ελληνικών δυνάμεων που βρίσκονται στην Αλβανία, παίρνοντας τα χαρακτηριστικά φυγής. Η γερμανική αεροπορία βομβαρδίζει τον Πειραιά, τα Τρίκαλα, τη Σπάρτη και την Κυπαρισσία.
Στη Λαμία
Ο Γιώργος και η Βασιλική μάθαιναν με αγωνία τα δραματικά νέα, που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα κι ότι άλλο κατάφερναν να ακούσουν από το μεγάλο ραδιόφωνο της τραπεζαρίας. Για ποιον να πρωτοανησυχήσει κανείς; Για τα αδέλφια στο μέτωπο, για τα παιδιά τους, για τους εαυτούς τους; Κάθε τόσο ο βόμβος των διερχόμενων αεροπλάνων διέλυε τη ζωή της πόλης, μαζί με το ουρλιαχτό των σειρήνων της αεράμυνας. Ευτυχώς, είχαν στείλει τα παιδιά στο χωριό, όπου δεν υπήρχε κίνδυνος. Και σήμερα έφευγαν κι οι ίδιοι.
Έφτασαν στο μαγαζί που χρησίμευε ως αφετηρία. Το παλιό λεωφορείο ήταν εκεί. Σε λίγο θα ξεκινούσαν. Από τη γωνία φάνηκε βιαστικός-βιαστικός ο μεγαλύτερος αδελφός της Βασιλικής, Γιώργος κι αυτός. Στο χωριό τον περίμενε η μονάκριβη μικρούλα του, η Ρηνούλα. Πόσο την είχε επιθυμήσει!
Ξαφνικά, τους ήχους της πόλης σκέπασε ο βόμβος από τους κινητήρες δεκάδων γερμανικών αεροπλάνων. Αυτήν τη φορά ακουγόντουσαν πολύ πιο κοντά. Αυλάκωναν τον καταγάλανο ουρανό, σε μικρούς σχηματισμούς και κατευθύνονταν προς την πόλη. Ήταν φανερό: δεν ήταν διερχόμενα• ερχόντουσαν για να βομβαρδίσουν τη Λαμία. Η μεγάλη σειρήνα του Ηλεκτρικού Εργοστασίου χτύπησε συναγερμό. Οι άλλες σειρήνες της αεράμυνας άρχισαν να ουρλιάζουν.
Ο κόσμος άρχισε να τρέχει πανικόβλητος για να προφυλαχτεί στα λιγοστά καταφύγια, στα υπόγεια, όπου μπορούσε. Χάος! Ο Γιώργος, η Βασιλική κι ο άλλος Γιώργος, μαζί με τους λιγοστούς συνταξιδιώτες στριμώχτηκαν μέσα στο μαγαζί, καθώς δεν προλάβαιναν να φτάσουν σε κάποιο κοντινό καταφύγιο. Σταυροκοπήθηκαν και περίμεναν...

Τα αεροπλάνα –“στούκας” όπως είπαν μετά– άρχισαν να κάνουν κύκλους πάνω από τη Λαμία, σαν γεράκια που ζυγιάζουν το θήραμα τους. Μετά από λίγο, ξέκοψαν ένα-ένα και ξεκίνησαν τις εφορμήσεις. Κατέβαιναν από ψηλά σχεδόν κάθετα και μόλις πλησίαζαν κοντά στο έδαφος, άφηναν το θανάσιμο φορτίο τους και ξανακέρδιζαν ύψος. Το δαιμονισμένο θόρυβο των κινητήρων, ακολουθούσε το σφύριγμα της βόμβας και λίγα δευτερόλεπτα μετά η εφιαλτική έκρηξη, τραντάζοντας συθέμελα τη γη, γκρεμίζοντας τα κτίρια, λιώνοντας τα σίδερα, σκοτώνοντας και τραυματίζοντας τους ανθρώπους.
Εκρήξεις, φωτιές, θάνατος! Σύννεφα σκόνης, μαύρος καπνός, χαλάσματα, ουρλιαχτά απόγνωσης, κραυγές για βοήθεια, πράγματα να καίγονται και μαζί η φριχτή μυρωδιά της καμένης σάρκας.
Οι εφορμήσεις συνεχίστηκαν ξανά και ξανά μέχρι που τα “στούκας” άδειασαν όλο το φονικό τους φορτίο. Αφού τελείωσαν την ανελέητη αποστολή τους, τα αεροπλάνα πέταξαν για λίγο πάνω από την πόλη, σαν να ήθελαν να καμαρώσουν το καταστροφικό τους έργο και ένα ένα –όπως είχαν έρθει– πέταξαν μακριά, ώσπου χάθηκαν στον ορίζοντα.
Η Μεγάλη Παρασκευή έγινε πιο πένθιμη για τη Λαμία του 1941. Όσοι γλύτωσαν από το βομβαρδισμό, ξεχύθηκαν στα χωράφια. Άλλοι με λιγοστά πράγματα, άλλοι χωρίς τίποτα, κατέφυγαν στα γύρω χωριά, για να γλυτώσουν. Τα νέα άρχισαν να κυκλοφορούν: οι καταστροφές ήταν πολλές, οι νεκροί αρκετοί και οι τραυματίες περισσότεροι.
(Στην επόμενη φωτογραφία το κτίριο των δικαστηρίων της Λαμίας μετά τον βομβαρδισμό)
(Στην επόμενη φωτογραφία Γερμανικά τανκς στην βομβαρδισμένη οδό Καποδιστρίου στις 18 Απριλίου 1941)
Στο χωριό, στη Μεγάλη Κάψη, ο “μπάρμπας” ο Λεωνίδας είχε κακό προαίσθημα. Κανονικά, τα αδέλφια του η Βασιλική κι ο Γιώργος και ο γαμπρός του θα έπρεπε να φτάνουν προς το απομεσήμερο. Δεν είχαν έρθει, όμως! Τι να συνέβη; Οι γυναίκες, ανήσυχες κι αυτές, καταπιανόντουσαν τάχα με τις δουλειές του σπιτιού για να μην το δείξουν. Μόνο τα παιδιά έπαιζαν ξένοιαστα. Όσο πέρναγε η ώρα, το κακό του προαίσθημα δυνάμωνε.
Πηγαινοερχόταν μέσα στο σπίτι σαν θεριό, έκανε βόλτες μέχρι την άκρη του χωριού, προσδοκώντας να φανούν οι δικοί του. Τίποτα!
Λίγο πριν πέσει το σκοτάδι, πρόβαλε στη στροφή του δρόμου ένας νεαρός συγχωριανός του, που ερχόταν από τη Μακρακώμη. Του είπε τα μαντάτα για το βομβαρδισμό. Για τους δικούς του δεν είχε καμία πληροφορία.
Ούτε τους είχε απαντήσει πουθενά στη διαδρομή, ούτε είχε ακούσει τίποτα.
Ο Λεωνίδας γύρισε σπίτι, ενημέρωσε τις γυναίκες, τις αδελφές του και τη Γιώργαινα (τη γυναίκα του αδελφού του και μάνα της μικρής) τις καθησύχασε και κίνησε για τη Λαμία. Ένας χωριανός τον κατέβασε μέχρι τον Αη Γιώργη και ένας άλλος γνωστός τον πήγε μέχρι την Μακρακώμη. Από εκεί με ένα διερχόμενο αυτοκίνητο έφτασε τα ξημερώματα στο Λιανοκλάδι. Ως εκεί πήγαιναν τα αυτοκίνητα, μετά ο δρόμος ήταν κλειστός. Αριστερά και δεξιά του δρόμου, βρισκόντουσαν καραβάνια από οικογένειες που είχαν εγκαταλείψει την πόλη. Αντάμωσε κάποιους γνωστούς, τους ρώτησε. Δεν ήξεραν τίποτα, δεν τους είχαν δει.
Περπάτησε προς τη Λαμία. Σε καμιά ώρα θα έφτανε. Καθώς πέρασε το Σταυρό, είδε στο φως του πρωινού, από μακριά τη Λαμία σκεπασμένη με ένα αχνό σύννεφο καπνού. Η ανησυχία τον έπνιξε. Τάχυνε το βήμα του.
Όσο πλησίαζε στην πληγωμένη πόλη, τόσο πύκνωνε ο κόσμος που έφευγε κι ανάμεσα τους αρκετοί γνωστοί. Μέσα στην αναμπουμπούλα κανένας δεν είχε ιδέα.
Επιτέλους, έφτασε στη Λαμία. Άρχισε να ανεβαίνει τη(σημερινή) οδό Πλατή, για να περάσει πρώτα απ’ το μαγαζί που ξεκίναγε το λεωφορείο και μετά θα έβλεπε τι θα έκανε. Παντού κτίρια με ζημιές, χαλάσματα εδώ κι εκεί, αναποδογυρισμένα κάρα, και διάχυτη η μυρωδιά του καμένου.
Πλησιάζει προς το μαγαζί και μένει εμβρόντητος! Ερείπια. Χαλάσματα, που ακόμα κάπνιζαν. Κοιτάζει γύρω μήπως και δει κανένα γνωστό. Λίγο πιο κάτω βλέπει δυο-τρεις περίοικους που αναμετρούν την καταστροφή και κουβεντιάζουν χαμηλόφωνα, κουνώντας τα κεφάλια τους. Τους πλησιάζει. “Τι έγινε εδώ, ρε παιδιά”, τους ρωτάει. “Εδώ ακριβώς έπεσε η βόμβα. Όλοι όσοι ήταν τριγύρω σκοτώθηκαν”, τού λένε. “Όλοι! Τους πήρε η δημαρχία”. “Όχι όλοι!” πετάγεται ένας άλλος “Τα ξημερώματα βρήκαν κάτω απ’ τα χαλάσματα μια γυναίκα. Ήταν ακόμα ζωντανή. Την πήραν”. Ποιοι σκοτώθηκαν; Ποια ήταν η γυναίκα; Δεν ήξεραν…
τρέχοντας προς το κέντρο να ρωτήσει, να μάθει. Στα καφενεία γύρω από το Πάρκο συναντά γνωστούς. Αποφεύγουν να τον κοιτάξουν κατάματα. Η σιωπή τους τα λέει όλα. Σκοτώθηκε ο Γιώργος –τον είχαν βρει από τους πρώτους, καθώς η έκρηξη τον είχε πετάξει προς τα έξω. Σκοτώθηκε κι η Βασίλω κι ο αδελφός του ο Γιώργος. Πάνε! Ορφάνεψαν δυό σπίτια.
Καταρρέει. Το μυαλό του σκέφτεται σαν τρελό. Δεν είναι δυνατόν. Κάνουν λάθος, δεν μπορεί. Κι αν είναι αλήθεια, τα παιδιά, η Ελένη, ο Σπύρος, ο Μάκης η μικρή Ρηνούλα τι θα απογίνουν;
Συνέρχεται. Ξεκινάει για το Νοσοκομείο Λαμίας. Στο δρόμο συναντά κι άλλους γνωστούς. Τα νέα έχουν μαθευτεί. Όλοι έχουν το ίδιο λυπημένο βλέμμα, σχεδόν τον αποφεύγουν, δεν θέλουν να είναι αυτοί που θα ξεστομίσουν τη θλιβερή είδηση. Σκοτώθηκαν όλοι!
Φτάνει στο Νοσοκομείο. Χάος κι εκεί. Τραυματίες από το μέτωπο, βασανισμένοι, ψειριασμένοι, με κρυοπαγήματα, με άρβυλα ανοιγμένα μπροστά, με δάχτυλα μελανιασμένα, μαύρα. Τραυματίες από το βομβαρδισμό, χτυπημένοι, καμένοι. Γιατροί και νοσοκόμες ολόγυρα κάνουν ότι μπορούν. Ρωτάει: "Μήπως φέρανε μια γυναίκα από τα χαλάσματα του βομβαρδισμού. Βασιλική τη λένε". Ψάχνει ένα-ένα τα κρεβάτια, τα φορεία. Ξαναρωτάει. Και ξαφνικά σε ένα θάλαμο με δεκάδες τραυματίες, τη βλέπει, σε ένα κρεβάτι, άσχημα χτυπημένη, μελανιασμένη, με γρατζουνιές παντού, μαύρη απ’ τον καπνό, με ορούς και με το ένα της πόδι τυλιγμένο σε καταματωμένους επιδέσμους.
Την παρατηρεί να κοιμάται ανήσυχα και να βογκάει σιγανά μέσα στον ύπνο της. Ρωτάει τις νοσοκόμες. Ψάχνει τριγύρω να βρει ένα γιατρό για να μάθει τι γίνεται. Περιμένει έξω από τα χειρουργεία. Γιατροί, νοσοκόμες και τραυματιοφορείς μπαίνουν και βγαίνουν συνέχεια. Φορεία με τραυματίες αραδιασμένα εδώ κι εκεί. Παντού αίμα, βογγητά, πόνος. Ρωτάει όποιον βλέπει, ξαναρωτάει. Τον κοιτούν με μάτια κουρασμένα.
Επιτέλους, βρίσκει ένα γιατρό που μοιάζει να θυμάται την τραυματισμένη γυναίκα. Δείχνει κατάκοπος. Φοράει μια ιατρική μπλούζα που μόνο λευκή δεν είναι. “Τη θυμάμαι”, του λέει. “Τη φέραν πριν λίγες ώρες. Μάς είπαν ότι τη βρήκαν θαμμένη στα ερείπια. Τη χειρουργήσαμε. Κάναμε ότι περισσότερο μπορούσαμε. Η γυναίκα σου είναι;”
“Όχι, όχι, η αδελφή μου είναι” απάντησε ο Λεωνίδας. Κι ο γιατρός συνέχισε: “Είναι άσχημα χτυπημένη και το πόδι μάλλον θα το χάσει. Είναι νωρίς για να ξέρουμε αν θα τη γλιτώσει...”
Ο Λεωνίδας, αφού ευχαρίστησε το γιατρό, ξαναπέρασε να δει τη Βασιλική και κατόπιν πήρε αργά το δρόμο για το κέντρο της πόλης. Εκεί συνάντησε κι άλλους γνωστούς, φίλους, γείτονες. Είχαν όλοι πληροφορηθεί τη θλιβερή είδηση.
Αποφάσισε να γυρίσει στο χωριό. Στη Λαμία δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να προσφέρει. Στο χωριό, όμως, τον είχαν ανάγκη. Καλύτερα να μάθαιναν από τον ίδιο τα σπαρακτικά νέα. Έτσι κι αλλιώς οι φήμες δεν θα αργούσαν να φτάσουν και στο χωριό. Καλύτερα να ήταν εκεί.
Περπάτησε πάλι έξω από την πόλη, προς τη δημοσιά του Καρπενησίου. Με το καμιόνι ενός κοντοχωριανού ταξίδεψε ως το Χάνι του Πλατανιά κι από εκεί με το μουλάρι ενός αγωγιάτη έφτασε στη Μεγάλη Κάψη. Σουρούπωνε…
Στο καφενείο, απέναντι από τον πλάτανο, καθόντουσαν αρκετοί από τους άντρες του χωριού και κουβέντιαζαν. Άρχισαν να ψελλίζουν συλλυπητήρια. Τα νέα είχαν φτάσει. Με βήμα αργό πήρε το δρόμο προς το Παπαγιαννέϊκο. Βάδιζε σαν υπνωτισμένος. Ήταν σκληρός άντρας ο Λεωνίδας, συγκρατημένος και λιγομίλητος. Αλλά όσα συνέβησαν, όσα είδε, τον είχαν λυγίσει. Προς στιγμήν λιποψύχησε. Ένιωσε ότι περπατάει στο κενό.
Προχώρησε στη μικρή ανηφόρα και διάβηκε την αυλόπορτα. Τα τρία παιδιά στεκόντουσαν στο λιακωτό και τον κοίταζαν μουδιασμένα. Ανέβηκε αργά τα σκαλιά και μπήκε στο δωμάτιο με το μεγάλο τραπέζι, με τα παιδιά να τον ακολουθούν. Οι κουβέντες κοπήκαν απότομα. Οι γυναίκες τον κοίταξαν βουβές, με βουρκωμένα μάτια, γεμάτα αγωνία. Μάτια που συγχρόνως δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν την ελπίδα πως όλες οι φήμες, οι διαδόσεις όλα ήταν ψέματα. Ψέματα!
Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεστόμισε το φοβερό νέο. “Χάθηκαν όλοι” τους είπε. “Κλάψτε όσο μπορείτε”.
Έτσι, η Ανάσταση του 1941 βρήκε τις δύο οικογένειες βυθισμένες στο πένθος και στην απόγνωση. Την Κυριακή του Πάσχα, 20 Απριλίου, οι Γερμανοί κατακτητές εισήλθαν στη Λαμία. Θα μείνουν μέχρι την 17η Οκτωβρίου 1944.
Οι αληθινοί πρωταγωνιστές
Οι δυο Γιώργηδες της ιστορίας είναι ο Γιώργος Φλέσσας –ο παππούς μου– και ο Γιώργος Παπαγιάννης, ο αδελφός της Βασιλικής, οι οποίοι σκοτώθηκαν εκείνο το ματωμένο πρωινό της Μεγάλης Παρασκευής, 18 Απριλίου 1941 στο βομβαρδισμό της Λαμίας. O παππούς μου όταν σκοτώθηκε ήταν 49 ετών (γεννημένος το 1892 στη Μεγάλη Κάψη). Μετανάστευσε το 1916 στη Νέα Υόρκη (με το υπερωκεάνιο "Πατρίς") και δούλεψε εκεί πάνω από δέκα χρόνια έχοντας ελληνικό εστιατόριο στην Αστόρια.
Έκανε περιουσία στην Αμερική και επέστρεψε στη Λαμία, όπου άνοιξε επίσης εστιατόριο, τη "Ρούμελη" στην οδό Καποδιστρίου στο κέντρο της πόλης διαγωνίως απέναντι από τα Δικαστήρια. Μετά τον τραγικό χαμό του, το εστιατόριο ανέλαβαν ο Ζάχος Παπαγιάννης και ο Ανδρέας Πλατανιάς, που μνημονεύονται παραπάνω.
H Βασιλική Φλέσσα, το γένος Παπαγιάννη –η γιαγιά μου– μετά από αρκετές εβδομάδες νοσηλείας στο Νοσοκομείο Λαμίας κατάφερε να επιβιώσει. Τελικά, δεν έχασε το πόδι της. Σε αυτό είχαν συμβάλει –από ότι μαθεύτηκε αργότερα- και οι Γερμανοί στρατιωτικοί γιατροί, που είχαν έλθει στο μεταξύ ως στρατός Κατοχής. Της έμεινε, όμως, μια αναπηρία. Αν και κούτσαινε, τη θυμάμαι πάντα μαυροφορεμένη, να ανηφορίζει ευθυτενής την οδό Έσλιν προς το σπίτι μας. Ευτύχησε να δει όλα τα παιδιά της να μεγαλώνουν και να προκόβουν, να δημιουργούν δικές τους οικογένειες. Όλοι, μικροί μεγάλοι ανεξαιρέτως, τη φωνάζαμε"Μάνα" μέχρι το 1970 που αναπαύθηκε. Πρόλαβε να δει και τέσσερα εγγόνια, ένα εκ των οποίων έφερε ακριβώς το όνομα του αδικοσκοτωμένου: Γεώργιος Φλέσσας του Σπυρίδωνος.
Τα τρία παιδιά του Γιώργου Φλέσσα μεγάλωσαν και πρόκοψαν με τη βοήθεια των αδελφιών της Βασιλικής, του “μπάρμπα” του Λεωνίδα, του Ζάχου –που γύρισε από το αλβανικό μέτωπο βρίσκοντας ξεκληρισμένη την οικογένεια– και της Μαρίας. H μεγάλη του κόρη, η Ελένη έγινε αυτόματα η μάνα της οικογένειας. Αργότερα, παντρεύτηκε το δικηγόρο Νίκο Κορκόβελο και απέκτησε δυο κόρες και τέσσερα εγγόνια. Ζει, από τότε μέχρι σήμερα, στο πατρικό σπίτι της οδού Έσλιν. Ήταν η Ελένη που με βάφτισε. H νουνά μου, όπως τη φωνάζω μέχρι σήμερα!
Ο Σπύρος Φλέσσας –ο πατέρας μου– λίγα χρόνια μετά φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και σταδιοδρόμησε ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, φτάνοντας μέχρι το βαθμό του υποστρατήγου. Ποτέ δεν ξεπέρασε το θάνατο του πατέρα του και το αίσθημα της ορφάνιας. Παντρεύτηκε τη μητέρα μου, τη Ματούλα, το 1961 και απέκτησαν δύο παιδιά: τον αδελφό μου Σωτήρη κι εμένα. Στο χέρι του φορούσε πάντα ένα απλό χρυσό δαχτυλίδι με μια βαθυκόκκινη πέτρα, το δαχτυλίδι του αδικοχαμένου πατέρα του. Ποτέ δεν τον θυμάμαι χωρίς αυτό! Το 2002, λίγο πριν πεθάνει, το έβγαλε και μού το έδωσε κι έκτοτε το φορώ εις μνήμην και των δύο τους, του παππού μου και του πατέρα μου. Ο βενιαμίν της οικογένειας, ο Μάκης έγινε δικηγόρος Λαμίας κι απέκτησε δυο παιδιά.
Η χήρα του Γιώργου Παπαγιάννη, η γλυκύτατη θεία Γιώργαινα –όπως την προσφωνούσαν όλοι– ανάστησε την κόρη της, τη μικρή Ρήνω, η οποία σταδιοδρόμησε ως υπάλληλος της Εθνικής Τραπέζης. Η θεία Γιώργαινα αναπαύτηκε το 1962, λίγο μετά τη γέννηση μου. Η Ρήνω πάντρεψε τους γονείς μου και συντηρεί το Παπαγιαννέϊκο –το σπίτι στη Μεγάλη Κάψη– μέχρι σήμερα.
Ο Λεωνίδας Παπαγιάννης, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, είχε υπηρετήσει επί χρόνια στην Ελληνική Χωροφυλακή, κυρίως στην περιοχή της Μακεδονίας. Λίγο πριν τον πόλεμο αρρώστησε από φυματίωση και αποστρατεύθηκε. Εγκαταστάθηκε έκτοτε μόνιμα στη Μεγάλη Κάψη, καθώς το υψόμετρο κι ο βουνήσιος αέρας ήταν η μόνη αποτελεσματική θεραπεία, μέχρι την ανακάλυψη της στρεπτομυκίνης το 1946, που εξάλειψε τη νόσο.
Στη διάρκεια της κατοχής αναμείχθηκε με την αντίσταση και συνέβαλε στην ανάπτυξη του αντάρτικου στην περιοχή. Από το Παπαγιαννέϊκο στη Μεγάλη Κάψη πέρναγαν συχνά πολλοί καπεταναίοι του ΕΛΑΣ, μεταξύ των οποίων και ο λαμιώτης Θανάσης Κλάρας –ο χαρισματικός και αμφιλεγόμενος Άρης Βελουχιώτης– και κουβέντιαζαν. Ο πατέρας μου τον θυμόταν να κάθεται στην τραπεζαρία, βαρύς και επιβλητικός, με τα φυσεκλίκια και τα όπλα του να γυαλίζουν, ενώ οι μαυροσκούφηδές του χαζολογούσαν στην αυλή. Ο –κατά πολλούς ιστορικούς– βίαιος και ανελέητοςΆρης, κάθε φορά που συναντιόντουσαν με τον Λεωνίδα, τον ρώταγε με απρόσμενη συμπάθεια: "Τι κάνουν τα ορφανά του Φλέσσα;"
Μετά την επιχείρηση του Γοργοποτάμου, όταν ο ΕΛΑΣ άρχισε σταδιακά να στρέφεται εναντίον των άλλων ανταρτικών ομάδων, ο Λεωνίδας, ως πρώην αξιωματικός της Χωροφυλακής και μη κομμουνιστής, άρχισε να αντιμετωπίζεται από τους ελασίτες με καχυποψία και στο τέλος επικηρύχθηκε. Για να γλυτώσει κατέφυγε στη Λαμία, όπου και έμεινε μέχρι την απελευθέρωση. Αρκετά χρόνια αργότερα –μεγάλος πια– παντρεύτηκε τη θεία Κούλα. Δεν απέκτησαν παιδιά, υιοθέτησαν, όμως, τη Ρήνω, την κόρη του σκοτωμένου αδελφού του. Μέχρι το τέλος της ζωής του, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, κάθε φορά που πηγαίναμε στη Λαμία, δεν υπήρχε περίπτωση να μην τον επισκεφτούμε στο κλασσικό σπίτι, δίπλα στην Πλατεία Λαού, με τη μακριά ξύλινη σκάλα, τα βιβλία και το πιάνο της θείας Κούλας.
Και η δική μου εξομολόγηση
Έγραψα αυτήν την ιστορία, εβδομήντα πέντε χρόνια μετά, για δύο λόγους:
Ο πρώτος είναι για να αποτίσω ελάχιστο φόρο τιμής στον παππού μου και σε όλους όσους έχασαν τη ζωή τους, εκείνα τα σκληρά χρόνια. Και ο δεύτερος, για να συμβάλω στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης των γεγονότων που σημάδεψαν τη μοίρα της οικογένειάς μας, μιας μέσης ελληνικής οικογένειας. Αν δεν τα καταγράψουμε, θα χαθούν καθώς οι άνθρωποι που τα έζησαν φεύγουν.
Η ανάπλαση των γεγονότων βασίζεται στις διηγήσεις του πατέρα μου, της νουνάς μου Ελένης και άλλων συγγενών. Βασίζεται ακόμη σε μαρτυρίες που βρήκα, όπως αυτή, της νοσηλεύτριας του Ερυθρού Σταύρου από τη Λάρισα, της κύριας Ζήνας Οικονόμου-Πατέρα, που υπηρέτησε εκείνες ακριβώς τις ημέρες στο Νοσοκομείο Λαμίας (εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ) http://tinypic.com/r/t03xuq/9 και αυτή του λογοτέχνη Βασίλη Αλεξίου (Περιοδικό "Σταυροδρόμι") http://www.skamnosvoice.gr
Τα ιστορικά στοιχεία προέρχονται από διάφορα βιβλία εκείνης της περιόδου των εκδόσεων της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, από την “Ιστορία της Κατοχής” του Δημ. Γατόπουλου και από διάφορες αναρτήσεις της Ελληνικής wikipedia.
Μήνες αργότερα από τη συγγραφή του παρόντος, ανακάλυψα στο http://www.kaliterilamia.gr/2015/08/blog-post_41.html ένα μικρό φωτογραφικό αφιέρωμα με φωτογραφίες από το βομβαρδισμό και τη γερμανική εισβολή.
Οι όποιες ανακρίβειες και τα λάθη είναι μόνο δικά μου.
Γιώργος Φλέσσας

Παρασκευή 17 Απριλίου 2020


Δύο  ακόμη μαρτυρικά χωριά αναγνωρίστηκαν στη Ρούμελη  

        Η Μενδενίτσα Φθιώτιδας και ο Άγιος Θωμάς Βοιωτίας



Το ιστορικό του Ολοκαυτώματος της Μενδενίτσας, οι μνήμες της Ομάδας Ανάδειξης Αγίου Θωμά και η μαρτυρία ενός τραυματία του 2ου Λόχου, 31ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα του ΕΑΜ «Ελεύθερη Λέσβος» της Πέμπτης 8 Φεβρουαρίου 1945.
Ρεπορτάζ: Παύλος Σφέτσας


Στα μαρτυρικά χωριά εντάχθηκαν και επίσημα (ΦΕΚ 59/Α/12-3-2020) η Μενδενίτσα Καμένων Βούρλων του νομού Φθιώτιδας και ο Άγιος Θωμάς Τανάγρας του νομού Βοιωτίας.
Το σχετικό Προεδρικό Διάταγμα υπογράφουν ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, και ο Υπουργός Εσωτερικών, Παναγιώτης Θεοδωρικάκος.


Μενδενίτσα Φθιώτιδας


Το αρχικό αίτημα χαρακτηρισμού της Μενδενίτσας ως Μαρτυρικού Χωριού, τεκμηριώθηκε από μια άτυπη επιτροπή Μενδενιτσιωτών το καλοκαίρι του 2018 και υποβλήθηκε μέσω του Προέδρου της κοινότητας για έγκριση στο Δήμο Καμένων Βούρλων στις 27 Αυγούστου 2018. Το αίτημα εγκρίθηκε ομόφωνα από το Δημοτικό Συμβούλιο Βούρλων στις 24 Οκτωβρίου 2018 και στη συνέχεια υποβλήθηκε στο Υπουργείο Εσωτερικών από τον Δήμο με αριθμό πρωτοκόλλου 68715/29-11-2018. Το αίτημα εγκρίθηκε κατ’ αρχήν από την Επιτροπή κρίσης του Υπουργείου Εσωτερικών στις 2 Οκτωβρίου 2019, ενώ ο χαρακτηρισμός της Μενδενίτσας ως Μαρτυρικού Χωριού τέθηκε σε ισχύ, μετά την τελική του έγκριση από το Υπουργείο Εσωτερικών και το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την δημοσίευση του σχετικού Προεδρικού Διατάγματος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 12 Μαρτίου2020.


Ο Δήμος Καμένων Βούρλων έχει εγγράψει στον φετινό του προϋπολογισμό κονδύλι 20.000 ευρώ για την κατασκευή στο ιστορικό χωριό της Μενδενίτσας Ενιαίου Μνημειακού Χώρου, ο οποίος θα περιλαμβάνει και το Μνημείο Ολοκαυτώματος Μενδενίτσας, ενώ πρόκειται να προβεί άμεσα στη τοποθέτηση, στις οδικές εισόδους του χωριού, καλαίσθητων ενδεικτικών πινακίδων χαρακτηρισμού της Μενδενίτσας ως Μαρτυρικού Χωριού.


Το ιστορικό του Ολοκαυτώματος της Μενδενίτσας


Στις 21 Σεπτεμβρίου 1943 έγινε μάχη, πλησίον των Θερμοπυλών, μεταξύ των ανταρτών και των ναζιστικών γερμανικών στρατευμάτων κατοχής με μεγάλες απώλειες για τις κατοχικές δυνάμεις. Επακολούθησαν δεκαπενθήμερες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις από τα ναζιστικά γερμανικά στρατεύματα και αντίποινα στη Δυτική Λοκρίδα.


Στις 8 Οκτωβρίου 1943 τα ναζιστικά γερμανικά στρατεύματα της ορεινής Μεραρχίας «Εντελβάις» ανέβηκαν από τον Μώλο στη Μενδενίτσα, η οποία τότε αποτελούσε επιχειρησιακό κέντρο της Εθνικής αντίστασης Δυτικής Λοκρίδας, αρχικά με πέντε τανκς και στη συνέχεια με πεζικό. Οι κάτοικοι του χωριού σκορπίστηκαν στο βουνό και στις ρεματιές όπου κρύφτηκαν, ενώ στο χωριό παρέμειναν λίγοι ηλικιωμένοι και άρρωστοι. Αυτούς τους διέταξαν να βγουν στα υψώματα και να φωνάξουν στον κόσμο να γυρίσει, υποσχόμενοι ότι δεν θα τους πειράξουν. Το βράδυ έπιασαν όλους τους ηλικιωμένους, με σκοπό να τους κρατήσουν ομήρους. Όλο το βράδυ λεηλατούσαν το χωριό. Συγκέντρωσαν μερικές γυναίκες που κατάφεραν να συλλάβουν και βίασαν κοπέλες μπροστά στα μάτια των μανάδων τους. Το πρωί της επόμενης ημέρας, 9 Οκτωβρίου 1943, συγκέντρωσαν τους ηλικιωμένους στην πλατεία και τους έστησαν για εκτέλεση. Δεν τους εκτέλεσαν γιατί στο μεταξύ πήραν εντολή να κάψουν το χωριό. Ανατίναξαν το ξωκκλήσι του Αγίου Αθανασίου, κοντά στο νεκροταφείο του χωριού, γιατί βρήκαν εκεί πυρομαχικά και στη συνέχεια έβαλαν φωτιά και πυρπόλησαν όλο το χωριό από άκρη σε άκρη. Από τα 310 σπίτια που είχε τότε το χωριό, κάηκαν ολοσχερώς τα 297 μαζί με το σχολείο και το κοινοτικό κατάστημα, ενώ πέντε γλίτωσαν από τύχη. Επίσης δεν κάηκε η εκκλησία του χωριού (Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου). Οκτώ σπίτια καταστράφηκαν μερικώς. Μαζί με τα σπίτια κάηκαν και όλα τα υπάρχοντα και οι σοδειές των κατοίκων που είχαν αποθηκευτεί για το χειμώνα.


Μαζί με τη Μενδενίτσα έκαψαν την επόμενη ημέρα και το συνοικισμό των Καραβιδίων, καθώς και αγροικίες και υποστατικά της Μενδενίτσας στην περιοχή Άρνιτσα, όπως επίσης και το ορεινό χωριό της Δρακοσπηλιάς, οκτώ χιλιόμετρα δυτικά της Μενδενίτσας. Την επόμενη μέρα τα γερμανικά στρατεύματα, αφού είχαν καταστρέψει ολοσχερώς το χωριό, αποχώρησαν από τη Μενδενίτσα και οι κάτοικοι άρχισαν να επιστρέφουν στο χωριό, θρηνούντες για την καταστροφή και τα θύματα της θηριωδίας. Το ολοκαύτωμα της Μενδενίτσας είναι κοινώς γνωστό στην περιοχή της Φθιώτιδας και ειδικότερα της Λοκρίδας και άφησε οδυνηρές μνήμες.


Η όλη επιχείρηση του ολοκαυτώματος προκάλεσε τον βίαιο θάνατο αθώων ανθρώπων, των οποίων τα ονόματα παρατίθενται: 1) Κωνσταντίνος Μέντης, ετών 60, από τη Μενδενίτσα, 2) Μαρία Μέντη, ετών 55, από τη Μενδενίτσα, 3) Δέσποινα Χαλδούπη, ετών 26, από τη Μενδενίτσα, 4) Θεόδωρος Σάλιαρης, ετών 55,από τη Μενδενίτσα, 5) Θανάσης Μιχαηλίδης, ετών 23, από τη Μενδενίτσα, 6) Γεώργιος Αυλακιώτης, ετών 25, από τον Μώλο, 7) Μαρία Γεωργίου, ετών 28, από τα Καραβίδια, 8) Δημήτριος Τζακώστας, ετών 30, από τα Καραβίδια, 9) Αικατερίνη Βλάσση, ετών 76, από τα Καραβίδια, 10) Δημήτριος Λύτας, ετών 75 από τα Καραβίδια, και 11) Ρίζος Ρήττας, ετών 85, από τα Καραβίδια. Επίσης συνέλαβαν στην περιοχή της Άρνιτσας ένα νεαρό αντάρτη ονόματι Παπαρούνη (αγνώστων λοιπών στοιχείων), τον οποίο μετά από βασανισμούς, κρέμασαν στη Λαμία λίγες μέρες αργότερα.


Όλα τα παραπάνω στοιχεία για το ολοκαύτωμα της Μενδενίτσας και των Καραβιδίων αναφέρονται με πολλές ακόμη λεπτομέρειες στα παρακάτω βιβλία: Γιώργη Μωραϊτη «ΒΟΔΟΝΙΤΣΑ- ΚΑΣΤΡΟ ΤΩΝ ΘΕΡΜΟΠΥΛΩΝ», Τυποεκδοτική Α.Ε, σελ. 206-211, Γιώργη Μωραίτη «ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΤΑΕΡΗ» Β’ Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 321- 351, Μαρίας Λάμπρου «ΜΕΝΔΕΝΙΤΣΑ- Η ΑΜΥΝΤΗΡΙΟΣ ΕΠΑΥΛΙΣ», εκδόσεις Κ. Μ. Ζαχαράκης, σελ. 264-275, (όπου αναφέρονται με εύγλωττη και οδυνηρή αφήγηση οι μαρτυρίες πολλών Μενδενιτσιωτών που έζησαν τις τραγικές εκείνες στιγμές και είχαν προσωπική αντίληψη του ολοκαυτώματος της Μενδενίτσας), Αλεξάνδρας Βλάσση-Θεοδωρικάκου «ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΡΙΖΕΣ», εκδόσεις Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2009, Νάσου Φαφούτη-Αθανασίου- «ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ- ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ», Αθήνα 1996, Εκδόσεις Πάσσαρη, σελ. 394-397, Νίκου Μανιά «ΣΤΟΝ ΑΣΥΡΜΑΤΟ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ»,Αθήνα 2009, σελ. 59-62. Επίσης βλέπε δημοσίευση εφημερίδας καταλόγου των χωριών του Νομού Φθιώτιδας, που υπέστησαν καταστροφές κατά την κατοχή, (ο κατάλογος αυτός προέρχεται από την έκδοση« ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙΣΑΙ ΠΟΛΕΙΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΑ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 1940-1945» του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας Αθήνα, 1946, και σε αυτόν φαίνεται ότι η Μενδενίτσα είναι το μόνο χωριό της Λοκρίδας που καταστράφηκε ολοσχερώς),και κατάλογο του Γιάννη Κ. Καρπούζη «ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΣΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1940-45»που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΑΙΑΣ Ο ΛΟΚΡΟΣ», τεύχος του Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2010.


Άγιος Θωμάς Βοιωτίας


Το τοπικό Ολοκαύτωμα ολοκληρώθηκε ανήμερα της Αγίας Παρασκευής, 26 Ιουλίου 1944.


Στο «δικό μας ολοκαύτωμα, μάχη με τη λήθη» γράφει μεταξύ άλλων ο Γιώργος Η. Ζωίτσης από την Ομάδα Ανάδειξης Αγίου Θωμά (2018): «…Πέρασαν. Απείλησαν. Λεηλάτησαν. Λαφυραγώγησαν. Έκαψαν. Εκτέλεσαν. Έφυγαν. Δεν πλήρωσαν μέχρι σήμερα ούτε… δραχμή.


Το 1944 το Γ’ Ράιχ πνέει πλέον τα λοίσθια και αντιλαμβάνεται σιγά σιγά ότι πρέπει να εγκαταλείψει τον τόπο. Ο αλαζονισμός όμως της αρίας φυλής δεν επιτρέπει ειρηνική απομάκρυνση. Διψάει για επιπλέον αίμα των κατακτημένων και νέο κύκλο θυσιών.


Η ευκαιρία δίνεται. Μια γερμανική πομπή δοκιμάζεται από την αγανάκτηση του λαού και έτοιμη η αφορμή.






20 Ιουλίου 1944


Ο μάχιμος πληθυσμός έχει εγκαταλείψει το χωριό και κάποιοι από αυτούς συλλαμβάνονται στον Αυλώνα. Μεταφέρονται και κρατούνται σε αποθήκη του χωριού μαζί με άλλους από το Κλειδί και τα Δερβενοχώρια.


22 Ιουλίου 1944


Οι περισσότεροι οδηγούνται ρακένδυτοι και εκτελούνται στο οροπέδιο των Δερβενοχωρίων.


Αικατερίνης Ιωάννης, Βουγέσης Δημήτριος, Γκίκας Αθανάσιος, Χρόνης Αριστείδης, Καγιάρας Νικόλαος, Μιχαλάκης Χρήστος, Σηφάκης Νικόλαος.


Μια εβδομάδα ολόκληρη, οι Γερμανοί στρατιώτες σκορπούν τρόμο, απειλούν, ληστεύουν και επιδεικνύουν τη δύναμή τους στις γυναίκες και τα παιδιά που έχουν απομείνει.


Εισβάλουν στα σπίτια με την κάνη στραμμένη στα παιδικά μάτια.


Ο φόβος και η απελπισία έχει κυριεύσει το χωριό. Η πείνα και οι αρρώστιες οδηγούν χωριανούς σε αποτρόπαιες πράξεις, ώσπου στις 25 Ιουλίου οι δυνάστες προειδοποιούν για τελευταία φορά, ότι θα αφανίσουν τον οικισμό με πυρπολισμό, πράξη που υλοποιούν την επόμενη μέρα, στις 26 Ιουλίου στο χωριό μας και το κλειδί ταυτόχρονα.


“Wie einige von euch mit den Rebellen zusammengearbeitet, wird das Dorf verbannt werden”. Επειδή ορισμένοι από εσάς συνεργάστηκαν με τους αντάρτες, το χωριό θα πυρποληθεί. Φώναζε ο τηλεβόας!


Από το Μυδάλι βλέπουν το χωριό να γίνεται παρανάλωμα του πυρός και προσπαθούν να συνέλθουν από το θέαμα.


Την ίδια μέρα δολοφονούν και τον 28χρονο, Χρίστο Μιχαλάκη.






Τραγική και η πορεία της οικογένειας του Θοδωρή Χ. Σύρμα. Η μάνα φεύγει για άλεσμα σε μύλο της περιοχής του Σχηματαρίου και μετά τα γεγονότα εγκλωβίζεται εκεί, ανήμπορη να επιστρέψει στα πέντε παιδιά της. Ο πατέρας αντί να φύγει και να σωθεί, αγνοεί τις υποδείξεις συγχωριανών. Προτιμά να σταθεί δίπλα στα μικρά του και συλλαμβάνεται. Ταλαιπωρείται, ξεγυμνώνεται, ταπεινώνεται και τελειώνεται με φρικτό τρόπο από τα γερμανικά κοντάκια. Χωρίς αίτιο αποπληρώνει τις καχυποψίες του κατακτητή. ΄Παράπλευρες απώλειες’ είναι ο όρος που ακούγεται ως εύηχη δικαιολογία σήμερα.


Ο Ιούλιος του 1944 έχει μείνει στη μνήμη μας ως ο ματωμένος Ιούλιος της Λιάτανης.


Τα έφερε έτσι η μοίρα που ο κατακτητής είτε κατά μέτωπο, είτε φυτεύοντας σπόρο διχόνοιας εκτελεί και διαλύει οικογένειες.


Το 1944 μαζί με τους πιο πάνω αναφερόμενους δολοφονούνται: Ανυφαντής Γεώργιος, Βέρδης Κωνσταντίνος, Θεοδώρου Ασήμω συζ. Μιχάλη (Κάνταρη), Καββάς Δημήτριος, Κιόκιας Σωτήριος, Παπαδέδες Κωνσταντίνος, Σύρμας Ευθύμιος.


Δυο ολόκληρα χωριά αφανίζονται. Οι πρόγονοί μας, με την επιστροφή τους από τα γύρω χωριά, δεν αναγνωρίζουν τα σπίτια τους. Σπίτια με μαύρα μισοριγμένα ντουβάρια που καπνίζουν ακόμη. Παντού στάχτη.


Κάηκαν ζώα, κλινοσκεπάσματα και τροφές. Η λιγοστή σοδειά λεηλατήθηκε. Ο χειμώνας αναμένεται και οι νοικοκυραίοι πρέπει να βρουν τρόπο να στεγάσουν τις φαμίλιες, να γιατρέψουν πληγές και να εξασφαλίσουν τα λιγοστά που στέρησαν οι βάνδαλοι.


Ολική καταστροφή για περίπου 500 κατοικίες στα 2 χωριά (Άγιος Θωμάς και Κλειδί)…».


Η μαρτυρία ενός αντάρτη


Στην εφημερίδα του ΕΑΜ «Ελεύθερη Λέσβος» της Πέμπτης 8 Φεβρουαρίου 1945 δημοσιεύθηκε η εξής μαρτυρία ενός τραυματία του 2ου Λόχου, 31ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ (από το μπλογκ του Αγίου Θωμά Βοιωτίας)»: «17 Ιουλίου 1944. Μεσάνυχτα. Ο σκοπός ακίνητος, αφουγκράζεται και τον παραμικρότερο θόρυβο. Από μακριά, απ’ το Κλειδί, βιαστικό ποδοβολητό αλόγου φανερώνει πως κάποιος σύνδεσμος έρχεται. – Συναγωνιστή, ξύπνα αμέσως τον επικεφαλής, είναι ανάγκη!


Η διαταγή του Λόχου έλεγε, πως η φρουρά του τυπογραφείου έπρεπε να ενωθεί με την Ι Διμοιρία και μαζί να ελιχθούμε γιατί σύμφωνα με πληροφορίες απ’ την Αθήνα οι Γερμανοί θα ‘καναν μεγάλη ξεκαθαριστική επιχείρηση στην περιφέρεια Πάρνηθας – Δερβενοχωρίων.


Συγκεντρωμένη η διμοιρία αντίκρυ απ’ το Χλεμποτσάρι, περιμένει. Κατά τις 5 το απόγευμα μια ατέλειωτη φάλαγγα από αυτοκίνητα και τανκς προχωρεί προς το Σχηματάρι. Οι Γερμανοί, ανεβαίνουν απ’ το Κριεκούκι ενισχυμένοι κι απ’ την αεροπορία τους, που αδιάκοπα πετά πάνω απ’ τα καμένα χωριά και βομβαρδίζει και πολυβολεί τον κόσμο που αλωνίζει τα γενήματα. Οδηγοί τους οι ασφαλίτες του Σχηματαρίου.


Κοντά στη Λιάτανη ακούστηκαν δυο φοβερές εκρήξεις. Οι γερμανικές νάρκες, που τοποθέτησε η ομάδα του Καπετάν – Αράπη, έκαναν τη δουλειά τους: η φάλαγγα σταμάτησε. Δυο τανκς τινάχτηκαν στον αέρα.


20 Ιουλίου. Ανεβασμένοι στον ψηλό βράχο της Αγ. Σωτήρας ξεκουραζόμαστε απ’ τη νυχτερινή πορεία. Το βράδι, κατά τη Λιάτανη, τεράστιες φλόγες, φωτίζουν τον απέραντο ορίζοντα. Οι φασίστες συνεχίζουν την καταστροφή της Ελλάδας καίνε τώρα τη Λιάτανη και το Κλειδί.


Στο Πλατανάκι, πρόσφυγες απ’ τα καμένα χωριά ήρθαν να συναντήσουν το Λόχο. Με το μίσος ζωγραφισμένο στο πρόσωπο μας εξιστορούν τις θηριωδίες των Γερμανών και των ασφαλιτών. Δεκάδες συλλήψεις, αφάνταστη τρομοκρατία. Παντού σκότωσαν, ατίμασαν κορίτσια. Ένα γέρο τον έπνιξαν σ’ ένα πηγάδι. Οι προδότες ασφαλίτες της Χασιάς κουβάλησαν όλες τις θημωνιές των Δερβενοχωριτών. Στην Πάρνηθα, σκότωσαν τσοπάνηδες κ’ εκατοντάδες γιδοπρόβατα. Ό,τι μπορούσε να κουβαληθεί το άρπαξαν. Και πρωτοστάτες σ’ όλα αυτά τα εγκλήματα οι ασφαλίτες του Σχηματαρίου.


Τα παιδιά του επαναστατημένου λαού, οι Ελασίτες, ακούν! Στη συνέλευση, όλοι με μια φωνή οργισμένη ζητούν εκδίκηση.


Κ’ ένα απόγευμα η αντάρτικη φάλαγγα των Εκδικητών ξεκίνησε για το Σχηματάρι.


Το Σχηματάρι έχει αεροδρόμιο. Γι’ αυτό οι Γερμανοί το έχουν κυκλωμένο με φρουρές, με πυροβολεία, με πολυβολεία. Κι όμως! Η ώρα είναι 11 πριν τα μεσάνυχτα. 150 άντρες του ΕΛΑΣ βρίσκονται στην καρδιά του Σχηματαρίου, χωρίς ούτε σκυλί να τους πάρει χαμπάρι. Με τη φωτοβολίδα δόθηκε το σύνθημα, και οι «μπόμπες – Αποστόλη» – κουτιά από κονσέρβες γεμάτα δυναμίτη που ο χειρισμός τους είναι όμοιος με της χειροβομβίδας – μπήκαν σ’ ενέργεια. Τρομαγμένοι οι Γερμανοί απ’ τον αιφνιδιασμό, δεν τόλμησαν να ξεμυτίσουν απ’ τα συρματοπλέγματα.


Περιορίστηκαν μονάχα να φωταγωγήσουν το Σχηματάρι με τις φωτοβολίδες τους και να χτυπούν με τα πολυβόλα όλες τις διαβάσεις έξω απ’ το χωριό. Οι Γερμανοί που βρισκόταν μέσα στο χωριό και αρκετοί προδότες πλήρωσαν με το κεφάλι τους. Και οι εμπρηστικές σφαίρες των Γερμανών συμπλήρωναν την καταστροφή. Τεράστιες φλόγες ξεπετάχτηκαν απ’ τις θυμωνιές και φώτισαν τον κάμπο και τα βουνά των Δερβενοχωρίων. Οι ίδιες φλόγες φώτιζαν το δρόμο του γυρισμού στα λεύτερα βουνά μας».


Ποια χωριά αναγνωρίστηκαν ως μαρτυρικά


Η κοινότητα Λάγκας (πρώην τοπική κοινότητα Λάγκας) της δημοτικής ενότητας Άργους Ορεστικού του Δήμου Άργους Ορεστικού Νομού Καστοριάς, η κοινότητα Γέρμα (πρώην τοπική κοινότητα Γέρμα) της δημοτικής ενότητας Ίωνος Δραγούμη του Δήμου Άργους Ορεστικού Νομού Καστοριάς, η κοινότητα Κοσματίου (πρώην τοπική κοινότητα Κοσματίου) της δημοτικής ενότητας Θεόδωρου Ζιάκα του Δήμου Γρεβενών Νομού Γρεβενών, η κοινότητα Κρυοπηγής (πρώην τοπική κοινότητα Κρυοπηγής) της δημοτικής ενότητας Ζαλόγγου του Δήμου Πρέβεζας Νομού Πρέβεζας, η κοινότητα Σαρανταπόρου (πρώην τοπική κοινότητα Σαρανταπόρου) της δημοτικής ενότητας Σαρανταπόρου του Δήμου Ελασσόνας Νομού Λάρισας, η κοινότητα Αγίου Θωμά (πρώην τοπική κοινότητα Αγίου Θωμά) της δημοτικής ενότητας Οινοφύτων του Δήμου Τανάγρας Νομού Βοιωτίας, η κοινότητα Μενδενίτσης (πρώην τοπική κοινότητα Μενδενίτσης) της δημοτικής ενότητας Μώλου του Δήμου Καμένων Βούρλων Νομού Φθιώτιδας, η κοινότητα Κοσμά (πρώην τοπική κοινότητα Κοσμά) της δημοτικής ενότητας Κοσμά του Δήμου Νότιας Κυνουρίας Νομού Αρκαδίας, η κοινότητα Γερακίου (πρώην τοπική κοινότητα Γερακίου) της δημοτικής ενότητας Αμαλιάδος του Δήμου Ήλιδας Νομού Ηλείας χαρακτηρίζονται ως μαρτυρικά χωριά.


Δείτε στο παρακάτω συνημμένο το σχετικό ΦΕΚ:


ΦΕΚ 59Α 12-3-2020


Από  Παύλο Σφέτσα  stereanews


Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

Σαν σήμερα 16 Απριλίου 1949 εκτελέστηκε ο αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης Τάκης Φίτσος, καταγόμενος από την Υπάτη.


Προπολεμικά υπήρξε «δάσκαλος» του μετέπειτα Άρη Βελουχιώτη και αυτός «μαθητής» του.
Ο Τάκης (Δημήτρης) Φίτσος ήταν εξέχουσα μορφή της ελληνικής δημοσιογραφίας και του λαϊκού μας κινήματος. Ηρωας - μάρτυρας του ΚΚΕ. Γεννήθηκε στην Υπάτη Φθιώτιδας. Συνδέεται με το εργατικό κίνημα. Δημοσιογραφεί. Ασχολείται με τα Γράμματα. Στέλνει διηγήματά του στον «Νουμά». Στην Αθήνα σπουδάζει νομικά.

Ανήκει στη φιλολογική «Συντροφιά» με Βάρναλη, Ανθία, Βέλτσο και άλλους προοδευτικούς διανοούμενους. Εντάσσεται στο ΚΚΕ. Αναδείχνεται (στα 1922-'23) αρχισυντάκτης στο περιοδικό «Νεολαία» της ΟΚΝΕ και μετά στο «Ριζοσπάστη». Γνωρίζει απίθανες διώξεις. Φυλακίζεται στην Αίγινα.
Είναι από τους πρώτους εξόριστους στη Γαύδο. Η δικτατορία του Μεταξά τον κλείνει στην Ακροναυπλία. Μεταφέρεται στο στρατόπεδο Κατούνας στην Ηπειρο και στο Λαζαρέτο.
Απελευθερώνεται το 1943. Από την Κέρκυρα περνάει στη Ρούμελη. Τον υποδέχεται ο Αρης Βελουχιώτης. Αναλαμβάνει Γραμματέας του ΕΑΜ στη Στερεά. Και με την ίδρυση της κυβέρνησης του βουνού, το '44, τοποθετείται πρόεδρος της Διοίκησης.
Μετά τη Βάρκιζα προσφέρει τις υπηρεσίες του στο «Ριζοσπάστη» στην Αθήνα. Το 1947 στέλνεται εξόριστος στην Ικαρία. Το 1948 μεταφέρεται στη Χαλκίδα. Καταδικάζεται από το Εκτακτο Στρατοδικείο σε θάνατο. Και μαζί με άλλους 4 συντρόφους και 4 αγωνίστριες, εκτελείται στις 16 Απρίλη 1949.
Ελάχιστα ποιήματα του Κ. Βάρναλη αναφέρονται σε πρόσωπα. Ένα από αυτά είναι αφιερωμένο στον Τάκη Φίτσο.
Τάκης Φίτσος
Με το πικρό χαμόγελο και τα σφιγμένα χείλη
βουβά τον ίσκιο σου έλιωνες στην πολιτεία των τάφων.
Εδώ σε θάβουν ζωντανόν αν θέλεις να ’σαι τίμιος.
Παιδί σε χτίσαν, γέρασες χωρίς σταλιά να ζήσεις.
Μήνες και χρόνια μέτραγες, δεκάχρονα κατόπι,
κι όλο η πηγάδα βάθαινε κι αψήλωνεν ο τοίχος,
παρηγοριά και μάθημα φτωχολαού δεμένου.
Και μιαν αυγή ανοιξιάτικην, που ανάκραζεν αγάπη,
τρυφερά σ’ αγκαλιάσανε οι αδερφομάχοι αγγέλοι
και σε φορτώσανε. Κανείς δεν άκουσε τα βόλια.
Και τώρα, μέσα στο σωρό τα κόκαλα, μην ψάχνεις
να ξεχωρίσεις τα δικά σου: είν’ όλα καθενού!
Όχι συμπόνια, κλάμα, οργή. Ντροπή σου, μάνα Ελλάδα!
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ