Τρίτη 14 Απριλίου 2020

14 Απριλίου 1943 - Μάχη του Αρχηγείου ΕΛΑΣ Παρνασσίδας στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Δαδιού (Αμφίκλειας)


*Από το βιβλίο του Νικηφόρου ΑΝΤΑΡΤΗΣ στα βουνά της Ρούμελης
Επεισόδιο 1ο
Πέρασαν έτσι λίγες μέρες.
Ένα απόγευμα βρισκόμουν στο σπίτι του ξάδερφού μου του Παναγιώτη Βακράκη. Του είχε αφήσει ένας παραθεριστής από πριν τον πόλεμο ακόμα, ένα γραμμόφωνο, να του το φυλάει, με κάμποσες πλάκες.
Το είδα κι αναπήδησα.
― Ξάδερφε! – του λέω. ― Φέρ’ το, μωρέ, αυτό το γραμμόφωνο να θυμηθούμε τον παληό καλό καιρό!
Το στεριώσαμε στο άψε-σβύσε. Τόβλεπα με ταραχή, ξέροντας τι κρύβει μέσα του, ατόφια κομμάτια της ζωής μου, αναμνήσεις αλησμόνητες από κείνα τα ξένοιαστα ένα-δυο καλοκαίρια μας πριν τον πόλεμο, και μπορούσε αυτό το μισοσκουριασμένο σύνεργο να μου τ’ αναστήσει...
Και στ’ αλήθεια! Ξύπνησαν μονομιάς μόλις το κουρντίσαμε όλοι οι πόνοι της ψυχής. Χάθηκε ο τόπος από μπρος μου. Σέρνονταν μισοβραχνές οι θλιμμένες μελωδίες, γνώριμες φωνές τραγουδιστών, όλα αντίλαλοι πικροί από μια χαμένη εποχή... Ζούσες τι σημαίνει θάνατος... Έκαιγαν τα μάτια μου... Τι είχαν γίνει αυτές οι μέρες; Έπειτα... πέρασε σιγά-σιγά το πρώτο θάμπωμα, συνερχόμουν, μένοντας στην ψυχή μου ο γλυκός ο πόνος, γίνονταν ωστόσο πάλι ένας οι δυο εαυτοί μου.
Μία-μία, άκουσα όλες τις γνώριμες πλάκες, τις ξεδιάλεξα πρώτες αυτές. Ύστερα είπα να ακούσω και τις άλλες. Κύτταξα την πρώτη – έγραφε απάνω: «Ψηλά εις το μέτωπον – εμβατήριον».
― Ας τη βάλω – αποφάσισα, και μου φάνηκε αστείο. ― «Ψηλά εις το μέτωπον...».
Μάχη του Δαδιού, 14 - 4 - 43
Λοιπόν καθόλου δεν ήταν αστείο. Ήταν ένα ωραίο εμβατήριο, πολύ ωραίο. Καθόμουν στο χαγιάτι του σπιτιού σε μια καρέκλα κι είχα τεντώσει τα πόδια μου απάνω στα κάγκελα. Έβλεπα αντίκρυ την ορθή πλαγιά της Χάρβαλης, όλο μεγαλείο, με απορροφούσε όλο και περισσότερο ο σκοπός, ξύπναγε και με κυρίευε μια ωραία δύναμη μέσα μου. Και ήρθε ξάφνου η απόφαση.
― Θα χτυπήσουμε το σταθμό στο Δαδί! – είπα.
Ήμουν ενθουσιασμένος, σα να είχε τελειώσει κιόλας η επιχείρηση. Σηκώθηκα δίχως άλλο και κατέβηκα στην πλατεία. Βρήκα το Διαμαντή και το Θησέα. Το αποφασίσαμε αμέσως και τηλεφωνήσαμε τις διαταγές.
― Όλες οι μαχητικές ομάδες, στη Σουβάλα.
Έφυγε αμέσως και μια ομάδα για τα Καλάνια, να ζητήσουμε από τους εγγλέζους εκρηκτικά, αλλά γύρισε σχεδόν με άδεια χέρια. Δικαιολογήθηκε ο Φίλιπς ότι δεν είχε πιο πολλά εκείνον τον καιρό. «Κρίμα... Κρίμα...» έλεγε.
Την άλλη μέρα κατεβήκαμε στη Σουβάλα. Φτάνανε και οι μαχητικές στην ώρα τους, Κουκουβίστα, Καστέλλια, Γραβιά, Μαριολάτα, Παληοχώρι, Απάνω Αγόριανη, Κάτω Αγόριανη, Γλούνιστα, Σουβάλα. Η Γλούνιστα ξεχώρισε πάλι. Ογδόντα ντουφέκια, τέλεια οργάνωση. Είχαν και ομάδα τραυματιοφορείς με φορεία, νοσοκόμο, φάρμακα κι όλα τα αναγκαία.
Μαζευτήκαμε πάλι 800 και πλέον μαχητές.
Στη Σουβάλα βρήκαμε και το Λουκά Κουγιάτσο, δασάρχη από το Δαδί, οργανωμένον και από τους υπεύθυνους του ΕΑΜ. Ήρθε κοντά μας μόλις φτάσαμε στην πλατεία, ψηλός-ψηλός, σεμνός, ήρεμος, χαμογελώντας. Φορούσε ένα ημίχλαινο και είχε τα χέρια του στις τσέπες. Τον σεβόσουν και τον συμπαθούσες μονομιάς.
― Πιστεύω να με θέλετε και μένα – είπε.
Από άλλους μάθαμε τι του έτυχε το περασμένο βράδυ, ο ίδιος δε μιλούσε για τον εαυτό του: Νυχτώνοντας, το σπίτι του βρέθηκε κυκλωμένο, ένα πλήθος ιταλοί ολόγυρα. Τον φώναξαν να βγει. Πετάχτηκε αυτός με μιας, έσβυσε το φως. Κρυφοκύτταξε από τα παράθυρα, ολούθε ιταλοί. Τούρθε τότε μια ιδέα. Βγήκε στο χαγιάτι πατώντας στις μύτες των ποδιών του, πήρε ένα δεμάτι πουρνάρια, μπήκε ξανά στο σπίτι, κλώτσησε με πάταγο ένα παράθυρο, δήθεν ότι πηδάει έξω και πέταξε το δεμάτι. Γίνανε κουβάρι οι ιταλοί, μπήξανε τις φωνές, τίναξαν απάνω στο δεμάτι ένα σωρό χειροβομβίδες κι ύστερα έπεσαν απάνω του σίγουροι πως τον ξέκαναν τον καταζητούμενο. Και ο Λουκάς, από το άλλο μέρος του σπιτιού, δρασκέλησε ήσυχα τις φράχτες κι από δω πάνε οι άλλοι.
― Έξυπνο στρατήγημα – λέγαμε θαυμάζοντας.
Είναι όμορφο να ανακαλύπτεις ξαφνικά στο συνάνθρωπό σου διαλεχτές αρετές που δεν τις υποπτευόσουν πριν. Τον θαυμάζαμε το Λουκά, ότι αγκαλιάστηκε σχεδόν με το θάνατο και γλύτωσε.
Το σχέδιο για την επιχείρηση ήταν να απομονώσουμε το Δαδί από το σταθμό. Να καταλάβουμε έπειτα το σταθμό. Να ανατινάξουμε τη σιδηροδρομική γραμμή σ’ ένα κατάλληλο σημείο στην κατωφέρεια προς το Κηφισσοχώρι. Και να στέλνουμε κει από το σταθμό όλο το τροχαίο υλικό, μηχανές και βαγόνια, να συντρίβονται. Τέλος να ανατινάξουμε τις εγκαταστάσεις του σταθμού.
Ο σταθμός είναι 1 χιλιόμετρο πιο χαμηλά από το Δαδί. Είχε 25 γερμανούς φρουρά. Στο Δαδί στάθμευε φρουρά, 900 περίπου ιταλοί. Σημείο να ανατινάξουμε τη γραμμή διαλέξαμε εκεί που είναι η μεγάλη στροφή κοντά στον Παρνασσό, στη θέση Παλαβίτσα, που τα τραίνα βγαίνουν από τους λόφους στον κάμπο.
Ξεχωρίσαμε ένα τμήμα με τον Καλλία και το Δήμο. Έφυγαν νύχτα να πιάσουν την Παλαβίτσα και να ετοιμάσουν την ανατίναξη. Η επιχείρηση θα γινόταν το άλλο βράδυ. Είχαν μακρυνό και δύσκολο δρομολόγιο, να περάσουν ψηλά από το Δαδί. Τους δώσαμε διαταγή να περάσουν εντελώς αθόρυβα. Συμφωνήσαμε, στις 11 τη νύχτα που θα άρχιζε η επιχείρηση στο σταθμό, να τοποθετούσανε κι αυτοί τα εκρηκτικά τους στη γραμμή κι ό,τι τραίνο έφτανε από κείνη την ώρα κι ύστερα να τιναζόταν στον αέρα. Είχαμε από πριν βεβαιωθεί ότι τέτοια ώρα δεν είχε τραίνο ελληνικό.
Ο Τρικούπης (δάσκαλος Αντώνης Νικολάου, που τον λευτερώσαμε στη Λειβαδιά μαζί με τον Πατέρα) μπήκε αρχηγός στο τμήμα που θα στέλναμε να απομονώσει το Δαδί.
Είχαμε στο αρχηγείο και τρεις αντάρτες σιδηροδρομικούς, τον Κίμωνα, τον Ξάνθο κι έναν τρίτο (δε θυμάμαι δυστυχώς το όνομά του). Ξέρανε και οι τρεις από μηχανές, ήσαν της κινήσεως. Αυτοί, και όσοι ακόμα θα επιστρατεύαμε επί τόπου στο σταθμό, θα σάρωναν το τροχαίο υλικό μόλις τέλειωνε η επιχείρηση, τους κρατήσαμε στην εφεδρεία να μην εκτεθούν στη μάχη.
Έφυγε το ίδιο βράδυ ο Καλλίας. Την άλλη μέρα το δειλινό ετοιμαστήκαμε κι εμείς και ξεκινήσαμε. Θέλαμε να βγούμε μέρα στα Ισιώματα, να δουν από ψηλά όλοι οι αντάρτες το σταθμό κα να αναλύσουμε το σχέδιο, να έχουν όλοι μια ιδέα τι θα γίνει, να μην πάμε νύχτα στα τυφλά.
Ο καιρός για την ώρα ήσυχος, γλυκός. Συννεφιά όμως και σημάδια ότι θα χαλούσε.
Τη στιγμή που φτάναμε στου Σταμάτη το Πτηνοτροφείο και θα αναμεράγαμε στα πουρνάρια να καθήσουμε, να μπροστά μας ο Βασίλης ο Καθούλης, ψηλός, νευρώδης, σβέλτος, ικανός και ψύχραιμος άνθρωπος. Ήταν υπεύθυνος της περιοχής. Ξεφύτρωσε σα να τον έβγαλε η γη και φαινόταν με το πρώτο σκληρός και οργισμένος. Ρώταγε στυφά: «Πού είναι το Αρχηγείο;».
Μας βρήκε.
― Πού πάτε; – στάθηκε μπροστά μας και μας είπε αυστηρά.
― Χα – έκαμα μέσα μου – αντιρρήσεις έχουμε.
Και μούρθε εκείνη τη στιγμή στο νου ότι πράγματι είμασταν εκτεθειμένοι: Είχαμε τελείως παραλείψει να συνεννοηθούμε με την οργάνωση.
― Γεια σου, Βασίλη – του είπαμε ρίχνοντάς το λίγο στο αστείο – τι συμβαίνει;
― Εγώ ρωτάω τι συμβαίνει! – είπε ανένδοτος αυτός.
Γελούσαμε αλλά αυτός δεν άλλαζε στάση. Το τμήμα όλο είχε σταθεί.
― Έχετε αντιρρήσεις για την επιχείρηση; – τον ρωτήσαμε τότε.
Μας κύτταζε συνοφρυωμένος.
― Αντιρρήσεις; – είπε. ― Καμμιά αντίρρηση δεν έχουμε. Αλλά έτσι, δε μας λογαριάζετε εμάς; Πού είναι συνεννόηση; Τι είμαστε εμείς εδώ; Δε σας νοιάζει τι μας βρίσκει; Τι δουλειά μπορεί να έχουμε κι εμείς; Να σας βοηθήσουμε στο κάτω-κάτω, μωρέ! Πού πάτε έτσι στα στραβά; Ποιος θα σας πει τι είναι και τι δεν είναι στο σταθμό;
Δεν κρατιόταν και τιναζόταν φουρκισμένος. Είχε δίκηο.
― Έλα να καθήσουμε να κουβεντιάσουμε – είπε ο Διαμαντής και καθήσαμε. Οι απόψεις του σήμαιναν αναβολή και σου κακοφαίνεται να τη σταματάς στη μέση μια δουλειά που ξεκίνησε και περπατάει.
― Αυτό σημαίνει να αναβάλουμε – του είπα.
― Και βέβαια! – είπε κοφτά. ― Γιατί να μην αναβάλετε;
Συνεννοηθήκαμε να συναντηθούμε την άλλη μέρα, το βράδυ στο ίδιο μέρος. Να μας είχαν και πληροφορίες. Και η μαχητική του Δαδιού να πήγαινε με τον Καλλία. Έφυγε και σύνδεσμος στο άλλο τμήμα να ειδοποιήσει για την αναβολή. Στείλαμε σε λίγο και δεύτερο σύνδεσμο, χώρια από τον πρώτον, νάμαστε πιο σίγουροι. Τους είπαμε και των δυο νάρθουν πίσω να μας αναφέρουν για να ξέρουμε. Γυρίσαμε κατόπιν πάλι στη Σουβάλα. Βαρετός ο δρόμος σε τέτοια γυρίσματα. Οι αντάρτες αποκαρδιώθηκαν, την είχαμε σαν τελειωμένη την επιχείρηση. Την ανάλυση ωστόσο στο σχέδιο την κάμαμε, βλέποντας το σταθμό.
Το άλλο βράδυ, νύχτα πια, φτάσαμε ξανά στο Πτηνοτροφείο. Μας περίμενε σύνδεσμος και μας είπε να ανεβούμε το Αρχηγείο στο σπίτι, μας περίμεναν οι συναγωνιστές του Δαδιού. Μοναχικό μέσα στην ερημιά, στεκόταν σιωπηλό ανάμεσα σε μικρές σεμνές μυγδαλιές το αχνό σπίτι, φιλικό και εγκάρδιο. Μπήκαμε μιλώντας σιγά. Και οι νοικοκυρέοι σιγανά μιλούσαν. Ας μην υπήρχε φόβος. Με μια αδύναμη λάμπα στη μέση στο τραπέζι και τα γελαστά τους πρόσωπα εναγύρω, μας περίμεναν μερικοί φίλοι. Σηκώθηκαν συγκινημένοι, αγκαλιαστήκαμε. Όλοι σχεδόν γνωστοί από παληά. Ο νοικοκύρης στο πόδι, αγωνιστής κι αυτός.
Μας είπανε οι συναγωνιστές τις πληροφορίες από το σταθμό, καταλεπτώς πού κοιμόνταν οι γερμανοί, πού εκτελούσαν υπηρεσία όσοι είναι βάρδια, ποιους δικούς μας μπορούμε να βρούμε. Πολύ καλή δουλειά, πάντοτε το Δαδί τέλειες δουλειές έκανε.
Βαθειά προχωρημένη νύχτα ξεκινήσαμε, κάμαμε ίσια κάτω όλα τα τμήματα και πέσαμε στον κάμπο. Στο ριζό έκαμε δεξιά ο Τρικούπης με τους δικούς του να κόψει το Δαδί. Οι υπόλοιποι περάσαμε στα Καλογερικά Δέντρα, διαβήκαμε κάθετα τη δημοσιά, και γραμμή για το σταθμό.
Είχε χαλάσει ο καιρός. Από τη βροχή ο κάμπος βαρύς, λάσπη πολλή. Ο ουρανός κατάμαυρος, κρέμονταν ως απάνω από τα κεφάλια μας νερουλιαστά σύννεφα. Ξεφτίδια όμως, δείγμα νέας αλλαγής του καιρού στο καλλίτερο. Μια βαθειά μουγγαμάρα στη φύση. Φτάσανε κοντά μας ένας-δυο θόρυβοι από το σταθμό, καθαροί, διάφανοι, σα να χαίρονταν εύθυμοι και ξένοιαστοι την άπλα και την ησυχία. Δεν είχε κίνηση στο σταθμό εκείνη την ώρα, αλλά τότε ήταν μεγάλος σταθμός το Δαδί και πάντα κάτι θα γινόταν. Διακόσια με διακόσια πενήντα βαγόνια μπορούσες να βρίσκεις κάθε φορά στις γραμμές του και πάνω από 12-15 ατμομηχανές, οι οχτώ πάντα σε ατμό. Ξεχώριζε αχνά κι ο όγκος του σταθμού, τα κτίρια, οι εγκαταστάσεις, πάνω από τη μαύρη ισιάδα του κάμπου.
Βαδίζαμε αμίλητοι. Κανένα βήξιμο μόνο απ’ ανάμεσα, πνιχτό κι αυτό, και το αυτί τεντωμένο. Πάλι θυμήθηκα τα παληά. Από δω περνούσαμε πηγαίνοντας στις εκδρομές μας, μαθητές – φευγάτη εποχή.
Πεντακόσια-εφτακόσια μέτρα από το σταθμό δώσαμε διαταγή «αλτ!» κι άκουγες περπάτησε πνιχτά από στόμα σε στόμα, αλτ! αλτ! αλτ! Σταμάτησε η φάλαγγα. Άλλη μια διαταγή και οι ομάδες ήρθαν αθόρυβα σε παράταξη η μια δίπλα στην άλλη.
― Συναγωνιστές! – είπαμε αχνά. ― Θα γίνει τώρα εδώ η κατανομή στις αποστολές. Χωρίς φασαρία όμως. Να μη μιλάμε, για να συνεννοηθούμε γρήγορα, να τελειώνουμε.
― Όσοι είναι δαδιώτες! Να βγουν εδώ μπροστά!
Κάπου δέκα-δεκαπέντε σκιές ήρθαν αμίλητες και στάθηκαν μπροστά μας, παραδίπλα.
Αρχίσαμε κατόπιν να καλούμε ένα-ένα τμήμα. Για το μηχανοστάσιο τέσσερες-πέντε μόνο. (Ένας ή δυο γερμανοί ξενυχτούσαν εκεί). Για το γραφείο του σταθμάρχη άλλοι τέσσερες-πέντε. Για τους κοιτώνες των γερμανών, καμμιά δεκαριά-δεκαπέντε. Από 50-60 άντρες από δω κι από κει στο σταθμό για άμεση ασφάλεια. Άλλοι 60-70 στο δρόμο απ’ το Δαδί, μήπως δεν κρατήσει ο Τρικούπης. Περίσσευαν καμμιά διακοσαριά άντρες, τους κρατήσαμε εφεδρεία. Το πιο σίγουρο ήταν ότι δε θα χρειάζονταν αν πήγαινε καλά η δουλειά.
Φωνάξαμε τα μικρά τμήματα πρώτα, για μέσα στο σταθμό. Τους δίναμε κι από έναν οδηγό από τους δαδιώτες. Φωνάξαμε και την ομάδα που θα έμπαινε στους κοιτώνες των γερμανών, να τους αφοπλίσει (κοιμούνταν στο κεντρικό κτίριο στο απάνω πάτωμα).
― Έλα, συναγωνιστή, εσύ – είπα σ’ έναν από τους οδηγούς. Θα πας την ομάδα αυτή στο κεντρικό κτίριο του σταθμού.
Ήρθε κοντά μου ο συναγωνιστής αυτός, σα μουδιασμένος.
― Συναγωνιστή – μου λέει – δεν ξέρω πού είναι αυτό το κτίριο.
«Φοβήθηκε ο μπαγάσας! – είπα μέσα μου – ποιος να είναι;» κι έσκυβα να τον γνωρίσω.
― Δε ντρέπεσαι, συναγωνιστή – τον κατσάδιασα – δαδιώτης, και να λες δεν γνωρίζεις πού είναι το κεντρικό κτίριο του σταθμού;
Και τότε μου λέει αυτός:
― Δεν είμαι δαδιώτης, συναγωνιστή.
Ξαφνιάστηκα.
― Από πού είσαι; – τον ρώτησα. ― Εδώ είπαμε να βγούνε οι δαδιώτες.
― Εγώ είμαι από το Σερνικάκι – μου αποκρίθηκε.
― Πώς λέγεσαι, μωρέ, από το Σερνικάκι; – υποψιάστηκα με μιας κι έσκυψα ξανά πιο κοντά του.
― Παΐδας... – είπε δειλά.
― Βρε!! – του έκαμα έκπληκτος. ― Εσύ δεν είσαι που σου είπαμε δε σε δεχόμαστε στο Σερνικάκι; Από πού ξεφύτρωσες εδώ;
Δε μιλούσε.
― Έλα, συναγωνιστή εσύ! – είπα στον επόμενο δαδιώτη.
Ζύγωσε εκείνος. Ήταν ψηλός, ήσυχος. Έσκυψα κοντά του.
― Εσύ είσαι Λουκά; – ρώτησα. (Ο Κουγιάτσος).
― Εγώ, καπετάνιε – είπε μαλακά.
― Θα οδηγήσεις την ομάδα στο κεντρικό κτίριο.
― Εν τάξει. Εν τάξει.
Τελειώσαμε και με τις υπόλοιπες αποστολές και κάμαμε μια σύντομη ανακεφαλαίωση το σχέδιο ενέργειας:
Πρώτη μας δουλειά, οι γερμανοί που κοιμούνται. Αν είναι δυνατόν δίχως ντουφεκιά. Όποιος άλλος γερμανός βρεθεί πριν μπροστά μας ξαφνικά, θα προσπαθήσουμε να τον βάλουμε στο χέρι δίχως φασαρία. Αν μπαίνει τραίνο στο σταθμό πριν νάχουμε φτάσει δε θα το πειράξουμε, ούτε θα προχωρήσουμε. Θα περιμένουμε να φύγει πρώτα. Και αν αργεί θα έχουμε οπωσδήποτε επαφή με τη Διοίκηση για νέες διαταγές. Αν φτάσει τραίνο αφού θάχουμε μπει στο σταθμό, αυτό θα το χτυπήσουν τα τμήματα ασφαλείας. Αυτά, και δε θυμάμαι τι άλλο χρειάστηκε και είπαμε.
Και ξεκινήσαμε.
(σελ. 327-333, Τόμος Β΄)
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ «ΑΝΤΑΡΤΗΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ» - ΤΟΜΟΣ Β΄
Επεισόδιο 2ο
Φτάσαμε πίσω απ’ το σταθμό, στα πρώτα κτίρια. Μας ακολουθούσε η εφεδρεία. Οι ομάδες κρούσεως μπροστά πρέπει να είχανε μπει τώρα στα κτίρια και νάχαν αρχίσει τη δουλειά τους. Και για να μην ακούγεται άχνα καλά θα πήγαινε η δουλειά – σκεφτόμασταν αισιόδοξα.
Τότε ξαφνικά πλάκωσε ένα τραίνο από την ανωφέρεια της Λιλαίας. «Διάολε, αναποδιά!». Μας κυρίεψε ανησυχία. Με την ανηφόρα πούχει από κει το μέρος, ώσπου να το καλοπάρουμε είδηση πλάκωνε μέσα στο σταθμό ξεφυσώντας δυνατά. Ήταν η χειρότερη συγκυρία αυτό – ούτε είχαμε ούτε δεν είχαμε αρχίσει, τέτοια διαολοστιγμή! Και νάτο, ώσπου να το φοβηθούμε το κακό, άρχισε το πανδαιμόνιο. Οι μαχητικές από τις δυο Αγόριανες πούχαν πιάσει από κει πλάκωσαν να ρίχνουν. Άναψε ο τόπος. Άρχισαν αμέσως να πυροβολούν και πίσω μας, ολόκληρη η εφεδρεία. Έτσι στον αέρα! Αποπαλαβώσαμε. Γινόταν ένα φριχτό πανδαιμόνιο, ένας παραλογισμός δίχως όρια. Χτυπιόμασταν απ’ το κακό μας. Βάλαμε τα ρεκαλητά!
― Παύσατε πυρ! Παύσατε πυρ!
Άρπαξα τους σαλπιγκτές.
― Παύσατε πυρ! – τους έμπηξα τις φωνές.
Κι άρχισαν και οι σαλπιγκτές και γινόταν ανάστα ο Κύριος. Ούτε με τις σάλπιγγες δε βγήκε τίποτα. Γυρίσαμε κι όσοι ήσαν γύρω μας ορμούσαμε μανιασμένοι απάνω σ’ όσους πυροβολούσαν, φωνές, σπρωξίδι, βλαστήμιες, κι από τον ένανε στον άλλον, γύριζαν κι εκείνοι στους παραπέρα και τρομάξαμε να πάρει καμμιά φορά τέλος εκείνο το κακό. Μαλλιά κουβάρια γίναμε.
Το τραίνο στο μεταξύ είχε μπει. Δε φαινόταν όμως τραίνο πραγματικό. Ήρθε από μέσα απ’ το σταθμό τρέχοντας ένας.
― Είναι μόνο μια μηχανή με κάνα-δυο βαγόνια! – είπε. ― Στάθηκε και καμμιά κίνηση δε φαίνεται!
― Χα! – πετάχτηκαν δίπλα μας οι τρεις συναγωνιστές μας οι σιδηροδρομικοί – θα είναι το συνεργείο της γραμμής. Δεν είναι τίποτα.
― Τώρα, χέσε μέσα! – είπαμε. ― Συνεργείο και πράσινα άλογα.
Προχωρήσαμε τρέχοντας το αρχηγείο μέσα στο σταθμό. Και μια ομάδα μαζί μας. Αφήσαμε την άλλη εφεδρεία να καλύπτεται στα πίσω κτίρια.
Βγήκαμε προφυλακτικά στο μπροστινό μέρος του σταθμού. Πέφτανε πυκνοί πυροβολισμοί. Προπαντός απάνω στο κεντρικό κτίριο. Κάποιοι έρχονταν τρέχοντας και από το μηχανοστάσιο.
― Αλτ! – φώναξα.
― Εμείς είμαστε, καπετάνιε! – είπαν.
― Τραυματίστηκε ο τάδε! Πριν προλάβουμε να φτάσουμε πέσαν οι πυροβολισμοί και χάλασε η δουλειά. Κρύφτηκαν οι γερμανοί και μας χτύπησαν.
Δε θυμάμαι ποιον μούπαν ότι τραυματίστηκε.
― Πολύ μωρέ; – ρώτησα.
― Όχι, λίγο, στο χέρι – αποκρίθηκαν.
― Και με τους γερμανούς;
― Πάνε αυτοί! Ξεμπέρδεψαν!
Έρχονταν κι άλλοι. Όλοι πηλαλώντας, λαχανιασμένοι κι αλαφιασμένοι. Και η συνεννόηση μεταξύ μας με φωνές άγριες.
Δε φαινόταν να μας εμποδίζει τίποτα στην κίνησή μας μέσα στο σταθμό. Έπρεπε να βιαστούμε για τα βαγόνια και τις μηχανές. Μες στη φασαρία χάσαμε και τους τρεις αντάρτες σιδηροδρομικούς. Βάλαμε τις φωνές να τους βρούμε κι ήρθαν τρέχοντας λαχανιασμένοι.
― Γρήγορα! – τους λέμε.
Έτρεχαν να ξαναφύγουν. Λέγανε μεταξύ τους. «Από δω, Ξάνθο! Από δω να αρχίσουμε, Κίμωνα!».
― Σταθείτε! – τους φώναξα. ― Θα διώξουμε όσο γίνεται πιο πολλά βαγόνια με όσο γίνεται πιο λίγες μηχανές. Το μηχανοστάσιο θα το καταστρέψουμε με βαγόνια. Όχι με μηχανές. Και την περιστροφική πλάκα κι αυτή το ίδιο. Θα τη φέρετε λοξά και θα ρίξετε απάνω με μεγάλη ορμή ένα-δυο βαγόνια.
― Δε θα της κάμουν τίποτα τα βαγόνια, καπετάνιε – είπαν οι συναγωνιστές. ― Μηχανή θα ρίξουμε στην πλάκα.
― Δε θα χαλάσουμε όμως έτσι τη μηχανή όσο πρέπει – τους έφερα αντίρρηση.
Διστάζανε αν μπορούσε να γίνει με βαγόνια.
― Καλά – τους φώναξα – κάμετε όπως καταλαβαίνετε. Οι μηχανές όμως, θέλουμε να διαλυθούν τελείως.
Χοροπατούσανε να φύγουν. Υπήρχε όμως κάτι ακόμα.
― Αυτή τη μηχανή που ήρθε τώρα και μας αναστάτωσε, τρέξτε να τη βγάλετε προς τη Λιλαία. Και να την κρατάτε με ατμό. Όπου κι αν είστε, μόλις ακούσ’τε να σα φωνάζουν ότι φάνηκαν ενισχύσεις από τη Λιλαία, θα τρέξετε να την ετοιμάσ’τε και θα την εξαποστείλουμε ολοταχώς στην κατωφέρεια να πέσει απάνω στο τραίνο με τις ενισχύσεις.
Τρέξανε πρώτα από κει, ανέβηκε απάνω ένας, οι άλλοι φώναζαν και τον οδηγούσαν. Φύσηξε αμέσως η παληομηχανή και σούρθηκε πίσω, έξω απ’ το σταθμό.
Ύστερα γύρισαν οι τρεις συναγωνιστές. Πέρασαν μπροστά μου τρεχάτοι για την άλλη δουλειά που τους περίμενε.
Σιγά-σιγά γέμισε αντάρτες μπροστά ο σταθμός. Άλλοι μένανε ανάμεσα στα δυο ψηλά κτίρια, κολλημένοι αραδιαστά με τον ώμο στους τοίχους κι άγρυπνοι. Ξεμύτισαν περίεργοι.
Απάνω στο κεντρικό κτίριο, πάψανε οι πυροβολισμοί. Είδα συγκέντρωση στην είσοδο, δέκα-δεκαπέντε αντάρτες. Έτρεξα εκεί. Γνώρισα τον Μπρωφ απ’ τη φωνή του κι έλεγε αλαφιασμένος:
― Δεν προλάβαμε. Με το πατατράκ τούς βρήκαμε και μας περίμεναν. Μας φαρμακώσανε οι π.....!... Τώρα έχουν πιάσει κι από δω, την κουζίνα, είναι κολλημένοι στους τοίχους και δε μπορείς να ξεμυτίσεις.
― Μην κάθεστε έτσι μια τούμπα εδώ! – φώναξα. Και γύρισαν σε μένα όλοι. Είδα στη μέση της συντροφιάς το Διαμαντή.
― Ανοιχτείτε! – ξαναείπα. ― Τα παράθυρα από πάνω είναι επικίνδυνα.
Ξάφνου βόγγηξε και κουνήθηκε από μέσα όλο το κτίριο. Μπαταριές πολλές απάνω κι αναστατωθήκαμε.
Ακούστηκαν υπόκωφα να κυλάνε τα πρώτα βαγόνια, τρακαρίσματα, φωνές. Οι τρεις συναγωνιστές δένανε τα τραίνα φαντάσματα. Ο ένας φώναζε από τη μηχανή. Οι άλλοι τρέχοντας δένανε βαγόνια, ύστερα ανέβαιναν, έλυναν τα φρένα, φώναζαν κι αυτοί «έτοιμοοος!». Κι άρχιζε η μηχανή μπροστά δυνατά ξεφυσητά «και κουφ-κουφ-κουφ - και κουφ-κουφ-κουφ». Όλο και πιο γρήγορα. Και πίσω απ’ τη μηχανή ξεκίναγαν σεμνά-σεμνά, σαν υπάκουες δεσποινιδούλες, τα βαγόνια – μακρυά σειρά. Σε λίγο όλα παίρναν φόρα, γίνονταν ένα βέλος που ορμούσε έξω απ’ το σταθμό κι έμενε ο τόπος άδειος. Πήδησε κάτω ο συναγωνιστής από τη μηχανή, σάρκαζε και χωράτευε «χάι-χάι, ώρα καλήη! ώρα καλήη! Στο καλό, και χαιρετίσματάαα!». Και, πάει, το πρώτο τραίνο, χάθηκε στο χάος της νύχτας. Ύστερα οι τρεις γύρισαν πάλι τρέχοντας κι άρχισαν να φκιάνουν άλλο τραίνο φάντασμα. Μπήκε πλέον στη σειρά της αυτή η δουλειά.
Από μακρυά είδα, έβγαινε από μια πόρτα πηχτός καπνός, κατάμαυρος. Ήταν το Σταθμαρχείο εκεί.
― Τι διάολο – αιφνιδιάστηκα – ποιος τους είπε κι έβαλαν φωτιά.
Κι έτρεξα. Μόλις βρέθηκα μπροστά στην πόρτα, κοκκάλωσα. Είδα το Φαρδέλλα, στραβοπόδη, κοντουλό, με το ντουλαμά του και τις αστείες του ζωηρούτσικες κινήσεις (της παληάς παρέας του Αργύρη του Βελέντζα). Είχε στριμώξει σε μια γωνιά πέντε-δέκα σιδηροδρομικούς. Εκείνοι είχαν τραβήξει μπροστά τους διαγώνια ένα μακρύ τραπέζι να προστατευτούν. Είχε γκρεμιστεί κι η σόμπα του γραφείου. Ο Φαρδέλλας, δεν τους έφτανε αλλοιώς, είχε αρπάξει το μπουρί της σόμπας, τόφερε μια-δυο φορές στα κεφάλια των σιδηροδρομικών, κάηκαν όμως τα χέρια του. «Τα καντήλια σου!» το βλαστήμησε και το πέταξε. Τράβηξε τη μαχαίρα του και άπλωνε πάνω από το τραπέζι, κοντουλός όμως και δεν έφτανε, χτυπούσε στον αέρα να τους φτάσει (αλλά με τον τσίτσικα του μαχαιριού, όχι με την κόψη). Εκείνοι, έντρομοι οι άνθρωποι, σήκωναν να φυλαχτούν τα χέρια και του φώναζαν:
― Μήη! Μη, συναγωνιστή! Είμαστε Έλληνες κι εμείς!
― Κερατάδες! – έτριζε τα δόντια του ο Φαρδέλλας. ― Εμένα θα γελάσετε; Αφού είσαστε Έλληνες, πούναι η Ελλάδα που έχετε στο καπέλλο σας; Άα;
Όρμησα. Του άρπαξα το χέρι.
― Ρε Φαρδέλλα! – έμπηξα φωνή και τον τράβηξα πίσω.
Γύρισε αυτός.
― Έλα, καπετάνιε! – λέει θριαμβευτής. ― Τήρα τους, εδώ τους έχω!
― Σώσε μας, καπετάνιε! – φώναζαν οι σιδηροδρομικοί αναθαρρημένοι.
― Βρε Φαρδέλλα! Είναι Έλληνες αυτοί. Δικοί μας! Άσε τους ανθρώπους!
Τάχασε ο Φαρδέλλας.
― Τι δικοί μας, μωρέ καπετάνιε – μου κάνει. ― Δεν λέπ’ς, πλάκα τα γαλόνια οι κιαρατάδες!
Γέλασαν κι αυτοί. Είχανε χλωμιάσει οι περισσότεροι. Τους γύρεψα συγγνώμην και τους σύστησα να μη βγούνε έξω ώσπου να τελειώσουμε. Γύρισα να φύγω. Ο Φαρδέλλας τράβαγε να βγει απ’ το γραφείο. Κοντοστάθηκε σκυφτός στην πόρτα κι έβαζε στη θήκη τη χατζάρα του. Παραπάτησε λιγάκι να πετύχει τη σκισμή της θήκης και μόλις τέλειωσε κι ορθώθηκε αστείος έξω από την πόρτα, τον βλέπω, σα να τάχασε. Κάτι του συνέβαινε, πήγε κι ήρθε το κορμί του πέρα-δώθε σαν ακυβέρνητο κι άπλωνε τα χέρια του να κρατηθεί. Μπροστά μας λίγα μέτρα, στην πρώτη γραμμή είχε να κυλάει μαλακά άλλο τραίνο φάντασμα. Τα βαγόνια παίρνανε ταχύτητα. Τρόμαξε ο Φαρδέλλας, ότι φεύγει ο τόπος. Ύστερα κατάλαβε τι είναι. Έσυρε ψιλή φωνή:
― Έεεεεε! Ποιος κυλάει τα μαγγούνιααα, ρέεε;
Άλλοι αντάρτες έξω, λιγωθήκαμε στα γέλια.
― Έλα μαζί μου, Φαρδέλλα – του είπα. ― Έχουν δουλειά τα μαγγούνια που κυλάνε.
Έτρεξα ξανά μπροστά στο κεντρικό κτίριο.
― Πως πάμε; – ρώτησα.
― Τίποτα! Τίποτα ακόμα! – είπε ανήσυχος ένας.
Σκεφτόμουν να βάζαμε φωτιά.
Έβγαινε εκείνη τη στιγμή πάλι ο Μπρωφ, αλαφιασμένος. Τίναζε ολόρθο το κεφάλι του πέρα-δώθε, όλο έτσι έκανε άμα ξέμπλεκε από δύσκολη κατάσταση. Και τον έπιανε λογοδιάρροια.
― Σαν οχιές παραφυλάνε, οι μπάσταρδοι. Λέσια ένας-δυο δικοί μας στην κορφή στη σκάλα. Ο Λουκάς, τον έφαγαν! Είναι κι άλλος ένας.
Τιναχτήκαμε. Ο Λουκάς Κουγιάτσος σκοτωμένος! Τον σκέφτηκα αμέσως την ώρα πούπε στη Σουβάλα γελαστός «με θέλετε κι εμένα;». Αγανάχτησα με τη μπαμπεσιά της τύχης, χτες να τον γλυτώσει, σήμερα να τον σκοτώνει. Πάει ο Λουκάς, λοιπόν!...
― Τώρα, τι κάνετε; Είναι κανένας απάνω; Τι λες πρέπει να γίνει; – γύρισα την αγανάκτησή μου στο Μπρωφ.
― Μπήκε κι ανεβαίνει ο Διαμαντής! – μου είπαν μ’ ένα φοβισμένο αλάφιασμα οι άλλοι.
Αναστατώθηκα, ότι θα πήγαινε χαμένος και δεν έπρεπε να κινδυνέψει. Σκέφτηκα να τον φωνάξω να γυρίσει αλλά φοβήθηκα πως θάταν χειρότερα. Μπήκα αθόρυβα στη σκοτεινή είσοδο. Δεν ακουγόταν τίποτα. Μόνο κάτι αδιόρατα, ύποπτα ελαφρά σουρσίματα.
― Η φωτιά! – είπα – η φωτιά θα καθαρίσει την κατάσταση. Αρκετά πληρώσαμε εδώ.
Ξαναβγήκα έξω περιμένοντας.
Ξάφνου κάποιος έβγαινε απ’ τη μαύρη τρύπα ήταν η πόρτα.
Πέσαμε όλοι απάνω του να μάθουμε νεώτερα.
― Ο Πλάτανος! Ο Πλάτανος, τραυματισμένος! – είπανε οι αντάρτες.
Έβγαινε όμως όρθιος.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε από το Δαδί μεγάλος πάταγος. Ήρθαν τρέχοντας αντάρτες απόξω να μας το πουν. Έτρεξα κι ο ίδιος έξω. Γινόταν γερό πανηγύρι εκεί πάνω. Είχαν αρπαχτεί παλαβά. «Θα κρατήσει άραγε ο Τρικούπης;» είπα. Έδωσα διαταγή να ενισχυθεί το δικό μας τμήμα που μας κάλυπτε από το Δαδί. Κι ένα άλλο ανοίχτηκε δεξιώτερα να καλύπτει το σταθμό και από το μέρος πούχαμε έρθει.
Γύρισα κατόπιν μέσα. Από το μηχανοστάσιο ακούγονταν φωνές. Έτρεξα εκεί. Μαζί μου πάντοτε ο Ατρόμητος, ο Καναβίδης, ο Βαρδουσάκος. Είδαμε τον όγκο μιας μηχανής που ορμούσε ίσια μέσα στο μηχανοστάσιο. Από μπροστά είναι ολάνοιχτο το μηχανοστάσιο. Τα μηχανήματα είναι στον τοίχο στο βάθος. Αυτόν τον τοίχο θέλαμε να γκρεμίσουμε.
Εξοργίστηκα. Είδα την πίσω μηχανή, πούχε δώσει ορμή στην πρώτη, έκανε κράτει. Και η πρώτη ορμούσε μοναχή της μέσα στο μηχανοστάσιο.
― Κίμωναα! Ξάνθοο! – έμπηξα φωνές. ― Δε σας είπα με βαγόνια το μηχανοστάσιοο! – και τους βλαστημούσα.
Δε μου αποκρίθηκε κανείς. Η ογκώδης μηχανή όρμησε μπροστά μας, χάθηκε στη μαύρη τρύπα που ήταν το μηχανοστάσιο και αμέσως ένας κούφιος τρανταμός ακούστηκε και γκρεμίσματα, κακό. Βγήκε η μηχανή στον κήπο πίσω απ’ το μηχανοστάσιο μ’ ένα τερατώδες ρύγχος. Διαλύθηκε ο τοίχος στο βάθος.
Η άλλη μηχανή τραβιόταν πίσω, μάκραινε προς το κλειδί ν’ αλλάξει γραμμή. Φωνάζοντας συνεννοήθηκαν ότι άνοιξε η άλλη γραμμή κι έμπαινε ξανά η μηχανή. Πήρε άλλη μια σειρά βαγόνια κι όρμησε μπροστά.
Γυρίζαμε κι εμείς προς τα κεντρικά κτίρια πάλι. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε φασαρία από κει, δυνατές φωνές, και κάποιος έτρεχε αλαλιασμένος προς το μέρος μας, μια σκιά σα βέλος μπρος μας και τα χάσαμε.
― Πιάστε τον ! Πιάστε τον! – κραύγαζε ένας άλλος από πίσω. ― Το νου σας! Μη χτυπήσετε εμένα!
― Ορέ! – πετάχτηκε ο Καναβίδης. ― Αυτός είναι ο μπαρμπα-Νίκος! (αυτός που φώναζε).
Πράγματι, ήταν ο πατέρας μου.
Τραβηχτήκαμε γοργά στο λάκκο που υπάρχει σε κάθε σταθμό στη γραμμή μπρος στο μηχανοστάσιο. Σηκώσαμε τα όπλα και σκοπεύσαμε τη μπροστινή σκιά, πέρασε ο δόλιος τρέχοντας μπροστά μας, βογγώντας όλο αγωνία. σαν ικετεύοντας την τύχη του να γλυτώσει. Έφτανε από πίσω κι ο πατέρας με την ηχηρή φωνάρα του. Τούφευγε ο γερμανός. Γονάτισε τότε και σημάδεψε. Σημάδευα κι εγώ – «αφήστε τον σε μένα!» είπα στα παιδιά. Η κάνη μου παρακολούθησε λιγάκι τη σκιά.
― Το νου σου, καπετάνιε! Απέναντι! – αναπήδησαν να με συγκρατήσουν δίπλα μου οι άλλοι.
Ήταν φόβος να χτυπήσω κανέναν δικό μας, απέναντί μας, που ήταν το καινούριο τραίνο που ετοίμαζαν οι αντάρτες σιδηροδρομικοί. Και κρατήθηκα.
Τότε το βρόντηξε ο πατέρας.
― Χα, τον κερατά! – έκαμε μονολογώντας απογοητευμένος ότι δεν τον πέτυχε και πετάχτηκε ξανά ορθός.
Πάνω που προσπέρασε ο γερμανός από την επικίνδυνη ζώνη και θα τον πυροβολούσα κι εγώ, τον κατάπιε το σκοτάδι και τον έχασα. Τότε ακούμε μια ριπή από τη μηχανή του τραίνου και αμέσως ένα σώριασμα.
― Έλα πάρ’ τον, μπαρμπα-Νίκο – φώναζε σαρκάζοντας ο συναγωνιστής από τη μηχανή. ― Με τα ιταίρια του ο φιλαράκος!
― Α-χά, αλάλαξε χαρούμενος ο πατέρας.
Φώναξα δυνατά:
― Έχετε το νου σας να μην είναι τραυματίας!
Αλλά τον είχε λιανίσει η ριπή. Κρίμα την αγωνία του ο φουκαράς!
Ανεβήκαμε τρέχοντας προς τα κεντρικά κτίρια. Είχαν ξεμπερδέψει και κει. Είχε ανεβεί με προσοχή ο Διαμαντής, πήρε πρώτα απαλά τους σκοτωμένους στον ώμο του και τους κατέβασε έναν-έναν. Ύστερα ανέβηκε ξανά, κοπάνησε των γερμανών μια χειροβομβίδα. Και δεύτερη! Και τρίτη! Και μπουκάρισε με άλλους δυο-τρεις ακόμα μέσα στα δωμάτιά τους γαζώνοντας κι οι τρεις πάτωμα, γωνιές και τοίχους. Τους εξόντωσαν τους γερμανούς. Κατέβασαν και δυο-τρεις αιχμαλώτους.
― Δόξα σοι Ο Θεός! – έλεγα με δέος μέσα μου, ότι δεν είχε πάθει τίποτα.
Βρήκαμε ένα πένθος φτάνοντας.
― Τι έγινε; – ρωτήσαμε.
― Ο Λουκάς ο Κουγιάτσος – είπαν. ― Και ο Παΐδας...
― Κι ο Παΐδας! – αναπήδησα.
― Τι λες μωρέ! – έκαμε αναστατωμένος κι ο πατέρας.
«Κύτταξε διπλό παιγνίδι η τύχη» – έλεγα μέσα μου φαρμακωμένος.
Όπως στέκονταν, είχανε στη μέση τους ένα γερμανό. Πεσμένος κάτω, έμενε ακίνητος, σα σωρός αποσπονδυλωμένη σάρκα.
― Κάνει τον ψόφιο κοριό τώρα ο τσόγλανος! – έλεγε με άχτι ένας αντάρτης.
― Τι τον φυλάτε ακόμα ρε, τον κερατά! – είπε ένας άλλος και όρμησε στη μέση, κάρφωσε το όπλο του στο γερμανό και πριν προλάβουμε να καταλάβουμε πάτησε τη σκανδάλη. Αλλά η σφαίρα του δεν έπιασε. Όπλισε και ξανάρριξε με άλλη. Αλλά κι αυτή δεν έπιασε. Λύσσαξε ο αντάρτης, ξαναγέμισε και τρίτη δόση. Ο κύκλος οι αντάρτες είχαν ανοιχτεί. Πάλι και η τρίτη σφαίρα δεν έπιασε! Βλαστήμησε σταυροπαναγίες ο αντάρτης. Και τότε ο ψόφιος γερμανός κάνει ένα τίναγμα σαν ελατήριο – χαμένος και χαμένος – και χύθηκε ανάμεσα από τους αντάρτες, τον χάσαμε.
― Βρε τον κερατά! – μείναμε όλοι άναυδοι.
Χίμηξαν κοντά του οι αντάρτες και τον άρπαξαν από το σβέρκο παραπέρα.
Από το Δαδί, ησυχία. Από ώρα δεν ακουγόταν τίποτα. Ούτε είχε φανεί καμμιά κίνηση.
― Πρέπει να τους γύρισε πίσω ο Τρικούπης – λέγαμε και βιαζόμασταν μ’ όλα αυτά να τελειώσουμε.
Και σχεδόν είχαμε πλέον τελειώσει. Βαγόνι δε φαινόταν στο σταθμό. Ούτε μηχανή.
Έμενε μόνο η μηχανή με τα δυο βαγόνια, αυτή πούχαμε έτοιμη να την εξαπολύσουμε για τη Λιλαία αν έρχονταν ενισχύσεις. Φώναξα στον Κίμωνα:
― Διώξτε τώρα κι αυτή!
Κι ο Καναβίδης με το Δρόσο, παληοί στρατιώτες του μηχανικού που ξέραν από εκρηκτικά, έτρεξαν με κάνα-δυο ακόμα στην υδατοδεξαμενή να την ανατινάξουν.
Είχαμε μαζεμένους και τους αιχμαλώτους, 9 όλους-όλους. Οι άλλοι γερμανοί της φρουράς, όλοι γενικώς νεκροί. Φύγανε και οι σύνδεσμοι να ανακαλέσουν τα τμήματα από τις διάφορες θέσεις.
Ήρθε τρέχοντας ο Καναβίδης.
― Ζήτημα – μου λέει – να πέσει η δεξαμενή. Δε βγαίνουν τα εκρηκτικά. Το ένα πόδι της το τινάζουμε σίγουρα. Για το δεύτερο ζήτημα είναι.
― Τώρα μου τα λες! – τούβαλα τις φωνές.
― Και τι σου φταίω εγώ – είπε αυτός.
― Ποιος φταίει τότε. Να μας τάλεγες πριν έρθουμε.
― Τόπαμε στους εγγλέζους και είπαν δεν είχαν άλλα.
― Κάπου ίσως βρίσκαμε. Κάντε ό,τι γίνεται τώρα, να τελειώνουμε.
Συναντηθήκαμε ο Διαμαντής, ο Θησέας κι εγώ.
― Θα βάλουμε φωτιά στα κτίρια; – ρωτηθήκαμε.
Αποφασίσαμε στο πόδι, όχι! Στα κτίρια έμεναν και Έλληνες υπάλληλοι., είχαν τα πράγματά τους.
― Δεν βγαίνει και τίποτα να κάψουμε ένα-δυο κτίρια – είπαμε.
Τότε βλέπουμε άναυδοι τη μηχανή με τα δυο βαγόνια, άρχισε τα ξεφυσητά της, τίναξε και κάμποσα σύννεφα καπνό ψηλά και όρμησε προς τη Λιλαία, την κατάπιε το σκοτάδι. Πετάχτηκα κι έτρεχα φωνάζοντας, δεν πρόλαβα όμως τίποτα. Έφευγε βουίζοντας σαν αφηνιασμένο το κολοβό τραίνο. Ερχόταν με μακάρια ικανοποίηση ο συναγωνιστής που το είχε εξαποστείλει. Ρίχτηκα επάνω του.
― Μωρέ, ποιος σούπε να το διώξεις από κει;
― Πού να το διώξω; – αιφνιδιάστηκε αυτός μουδιασμένος.
― Πού θα πάει τώρα αυτό; – του φώναζα. ― Θα καταστραφεί ή θα κάμεις δώρο μια μηχανή και τρία βαγόνια στους γερμανούς;
Είχαν έρθει κι άλλοι.
― Μπα – είπε ένας – πάει αυτή, τη χάσαμε. Θα φτάσει ως τα μισά στο Μπράλλο και θα γυρίσει λίγο πίσω, θα ξαναπάει λίγο μπροστά, όσο είναι η φόρα της, και θα σταματήσει απείραχτη.
Κι αλήθεια. Μας λέγανε την άλλη μέρα, είχανε ξυπνήσει με τη μάχη οι σιδηροδρομικοί στο σταθμό της Λιλαίας κι αγναντεύανε το σταθμό του Δαδιού. Είδανε τότε μια τρελή μηχανή με δυο βαγόνια, πέρασαν αστραπή μπροστά τους και τάχασαν.
(σελ. 333-340, Τόμος Β΄)
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ «ΑΝΤΑΡΤΗΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ» - ΤΟΜΟΣ Β΄
* επιτρέπεται η αναδημοσίευση των κειμένων και των συνοδευτικών στοιχείων σε sites - blogs, με ενεργό link που παραπέμπει στην παρούσα ιστοσελίδα.
* Στην φωτογραφία: Η μαρμάρινη πλάκα της ΠΕΑΕΑ στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Αμφίκλειας (Δαδί) προς τιμήν των πεσόντων αγωνιστών του Αρχηγείου Παρνασσίδας του ΕΛΑΣ στο σαμποτάζ της 14ης Απριλίου 1943. (πρόσφατη φωτογραφία του Δ. Ι. Καλπύρη).

Επεισόδιο 3ο
Φεύγαμε. Μαζεύονταν τα τμήματα στο πίσω μέρος του σταθμού να ξεκινήσουμε. Ξάφνου ακούσαμε τις φωνές των σαμποτέρ.
― Βάρδααα! Βάρδα φουρνέλλοοο!
Καλυφθήκαμε και το καλαμπούριζαν οι αντάρτες το «βάρδα φουρνέλλο». Τότε άστραψε μια μεγάλη αναλαμπή κι αναταράχτηκε ο κάμπος όλος. Σα να αναστέναξε η γη. Μούγκριζαν ώρα γύρω τα βουνά.
Η δεξαμενή όμως δεν έπεσε. Ήρθε σε λίγο ο Καναβίδης.
― Δεν έπεσε – μας είπε άκεφος – ας πούμε μόνο να είναι άχρηστη.
Τότε ακούστηκε ένα μπού-ου-ουμ από το Δαδί και σε λίγο σα να έπεσε ένας οργισμένος κεραυνός διακόσια με τριακόσια μέτρα πιο μπροστά μας κι αριστερά, σχεδόν απάνω από κει που θα φεύγαμε. Και αμέσως κι άλλος, κι άλλος τέτοιος κεραυνός.
― Όλμοι! – είπαμε.
Μας είχαν αρχίσει με όλμους.
Κάμαμε λίγο χαμηλότερα. Έρχονταν τα βλήματα το ένα κοντά στο άλλο. Έσκαγαν όμως όλοι στο ίδιο μέρος, δεν τους περπάταγαν οι ανόητοι. Και πέρασε βιαστική, δίχως τίποτα η φάλαγγα. Διαβήκαμε πέρα στα Καλογερικά Δέντρα κι ακόμα οι όλμοι πέφτανε στο γάμο του Καραγκιόζη.
Συνεννοηθήκαμε το αρχηγείο, έφυγε μπροστά ο Θησέας να σιγουρέψει την πορεία μας, ώσπου να πιάσουμε την πλαγιά στα Ισιώματα. Ο Διαμαντής κι εγώ μείναμε με τους τελευταίους.
Εκεί που ξεκινάγαμε τα τμήματα, το ένα κοντά στ’ άλλο, ήρθε ο Μπρωφ.
― Είναι εδώ οι Πολιτικαίοι – μας είπε (και θυμήθηκα τ’ αδέρφια τους εμπόρους του Δαδιού, συμπαθείς άνθρωποι, δουλευτάδες. Είχα δει και το γάμο του ενός, όταν ήμουν μαθητής ακόμα, ωραίος γάμος, κι έλεγα «ευτυχισμένος άνθρωπος»).
― Πήγαιναν στην Αθήνα να ψωνίσουν – έλεγε ο Μπρωφ – κι έχουνε μαζί τους κάνα-δυο βαλίτσες με λεφτά. Με ρωτάνε τι να κάμουν, αν είναι ασφαλισμένα νάρθουν μαζί μας.
― Δηλαδή τα λεπτά τους αν είναι ασφαλισμένα; – ρώτησα.
― Ναι! – είπε ο Μπρωφ χοντρά-χοντρά όπως τα έλεγε.
― Και τι τους είπες εσύ;
― Νάρθουν μαζί μας τους είπα, τι τους είπα.
― Λοιπόν – έκαμα και είχα πειραχτεί – εσύ δεν ξέρεις αν είναι ασφαλισμένοι; Αν δεν καταλαβαίνουν οι ίδιοι ασφαλισμένοι να μη ρωτάνε. Ας κάμουν όπως θέλουν. Μόνο πες τους ότι υπάρχουν και ωραιότερα πράγματα απ’ τα λεπτά τους.
Εκείνη τη στιγμή άρχισαν ν’ ακούονται, ερχόνταν μέσα από τη γη, μακρυνοί υπόκωφοι τρανταγμοί. Σταθήκαμε σαστισμένοι και κρατώντας την ανάσα μας. Φαίνονταν κι αναλαμπές, βαθειά πίσω απ’ τον Καλλίδρομο, σα να αλειβόταν ξάφνου φωτιά ο ουρανός εκείνο το κομμάτι. Ανάκατα με τις αναλαμπές έρχονταν και οι βροντές.
― Ο Άγιος Κωνσταντίνος είναι εκεί – είπε ένας.
― Άγιος Κωνσταντίνος ή Εύβοια – συμπληρώνανε άλλοι.
― Πάντως κάτι τρέχει.
Και αλήθεια, έτρεχε. Δίνανε το ίδιο βράδυ τη μάχη στον Άγιο Κωνσταντίνο το Αρχηγείο Λοκρίδας. Αμφίβια μάχη. Ο Λοκρός, ο Μυλωνάς, ο Καραλίβανος, ο Μελάς, ο Πλάτωνας. Λοκρός ήταν ο Σωτήρης Τσιτσιπής. Δυο-τρεις μέρες πριν, είχε πάει και κατατάχθηκε στο Αρχηγείο Λοκρίδας. Κάμανε γιουρούσι και στη θάλασσα και πάτησαν ένα πλεούμενο εξοπλισμένο των γερμανών. Τα μάθαμε σε δυο-τρεις μέρες.
Προχωρούσαμε καλά. Σφίχτηκα να πάω μπροστά. Περάσαμε τη δημοσιά και τα Καλογερικά Δέντρα κι αυτή την ώρα χάραζε η μέρα. Μια συννεφιασμένη, γκρίζα ημέρα. Όλο ακεφιά. Ήσυχη όμως. Η κούραση κι η λύπη μας για τους σκοτωμένους κρέμονταν ολούθε.
Πιάναμε την πλαγιά, σκόρπιοι μέσα στα στρωτά πουρνάρια. Δεν ήταν πλέον κίνδυνος.
― Με τον Τρικούπη, τι έγινε; – ρώτησα μια παρέα μπροστινούς πούχαν σταθεί.
― Μπροστά, μπροστά είναι! – μου είπαν χαρωπά.
― Μάθατε; Τι έγινε μ’ αυτούς;
― Έχουν έναν αγνοούμενο.
Φαινόταν από μακρυά η συνοδεία που ανέβαζαν τους σκοτωμένους. Και τους έφτασα. Τους κουβαλούσαν στα χέρια. Παραλέκατο πράγμα ο σκοτωμένος άνθρωπος – ήσαν ξυλωμένοι, αλύγιστοι, πεσμένα πίσω τα κεφάλια τους, αλλά κοκκαλωμένα, τεντωμένοι οι λαιμοί τους. Εκείνο το παλληκαράκι ο Παΐδας, σαν παιδί που κοιμόταν. Ο Κουγιάτσος, βαρύς και μακρύς-μακρύς τους είχε τελέψει αυτούς που τον κουβαλούσαν.
Κάποιος αντάρτης στεκόταν και με κύτταζε.
― Βρε Πλάτανε! – έκαμα μόλις τον είδα. ― Πώς είσαι;
Ήταν ο τραυματίας.
Χαμογέλασε αλλόκοτα, η μια του η μασέλα φούσκωσε πολύ ανάμεσα σαγόνι και αυτί, το κάτω μέρος.
― Καλά είμαι – μούπε. ― Νάτηνε πού στάθηκε.
Και πασπάτευε το πρήξιμο.
― Σφαίρα είναι μέσα! – έκαμα.
― Σφαίρα, σφαίρα!...
Τόπιασα κι εγώ. Πραγματικά ήταν σφαίρα κι είχε σταθεί στα μαλακά. Έπαιζε πέρα-δώθε όπως τη ζουλούσα και κάπως λιγοψυχούσες, να πασπατεύεις μια σφαίρα σφηνωμένη μέσα στην ανθρώπινη σάρκα.
― Πώς έγινε αυτό το παράξενο;
Εκείνος χαμογελούσε. Από την πληγή, λίγα αίματα είχανε τρέξει στα ρούχα, στο στήθος του. Ένας είπε:
― Πρέπει να αποστρακίστηκε. Αν την έτρωγε κατ’ ευθείαν, χαιρέτα μου τον πλάτανο, Πλάτανε.
Και γελάσαμε.
Ανέβαιναν πιο πέρα και οι αιχμάλωτοι. Πήγα κοντά τους, στάθηκα και τους περιεργαζόμουν. Είχαν ακόμα στα μάτια τους και στις ξασπρουλές φάτσες τους το ξαφνικό που τους είχε βρει. Κύτταζαν σα χαζεμένοι. Ένας παχουλός, σαρανταπεντάρης, ροδοκόκκινος. Είχαν μεγαλώσει ξαφνικά τα γένια του, άσπρα γένια, και γίνονταν χιονάτα τα ροδαλά μάγουλά του. Οι υπόλοιποι νεώτεροι.
Παραπάνω βρήκαμε και τον Τρικούπη. Μας περίμεναν. Το τμήμα σκόρπιο κάθονταν μέσα στα πουρνάρια. Φουρκίστηκα γιατί δεν ήταν εκεί η θέση τους, νάχουν φτάσει πριν από μας.
― Εκεί έπρεπε να είστε! – του είπα δείχνοντας τους λόφους προς το Δαδί.
Μας είπανε και τα δικά τους νέα. Κάτι δεν είχε πάει τόσο καλά μαζί τους. Μετά την πρώτη συμπλοκή είχαν συμπτυχθεί, ενώ δεν έπρεπε. Διαμαρτυρήθηκαν οι αντάρτες και το τμήμα ξαναγύρισε. Ο αγνοούμενος λεγόταν Σταματίου, μαχητικός της Σουβάλας.
Γύρω ακούγονταν φωνές. Είχε ξημερώσει. Γέμισε η πλαγιά κουρασμένους αλλά ευχαριστημένους αντάρτες. Νέα από τον Καλλία δεν είχαμε ακόμα. Καθήσαμε περιμένοντας να μαζευτούν όλοι. Είδα το Μπρωφ. Ανέβαινε ξεκούμπωτος, αναψωμένος, πατώντας επιδειχτικός όπου λάχαινε με τα μακρυά κανιά του.
― Πού είναι οι χωριανοί σου; – τον ρώτησα.
― Χμ – έκαμε κουνώντας το κεφάλι του. ― Γύρισαν πίσω!
Μαζεύτηκαν και οι πιο καθυστερημένοι. Ώρα να προχωράμε. Και σηκωθήκαμε. Σα να φύτρωσε απότομα ένα δάσος δύναμη μέσα από τη γη.
Τραβούσαμε για την Απάνω Σουβάλα.
Άρχισαν πάλι, να περπατάνε σχόλια για το τμήμα που είχε πάει να μας καλύψει από το Δαδί. Φωνάξαμε έκπληκτοι τους επικεφαλής, να μας δώσουν εξηγήσεις. Τους είδαμε αμήχανους και η έκπληξή μας έγινε ακόμα μεγαλύτερη. Τους στοίχιζε κι αυτουνών, πολύ, αλλά το ζήτημα ήταν σοβαρό. Πολύ σοβαρό. Αποφασίσαμε να το συζητήσουμε αργότερα.
Κοντά το μεσημέρι φτάσαμε στην Απάνω Σουβάλα. Ανοιξιάτικη λεπτή συννεφιά. Και μια θλίψη, μια θλιμμένη γλύκα, παντού στη φύση. Μοσκοβόλησε ο πευκιάς.
Στα καραούλια προς το μοναστήρι του Δαδιού αφήσαμε φυλάκια. Είδαμε από μακρυά τους λιγοστούς Πανωσουβαλιώτες, είχαν βγει στο δρόμο έξω από τα σπίτια και μας αγνάντευαν. Μόλις ζύγωσαν οι σκοτωμένοι, οι άντρες βγάλαν τα καπέλλα τους, άρχισαν να σταυροκοπιούνται οι θλιμμένες γυναίκες. Μεταδόθηκε σ’ όλη τη φάλαγγα η εγκάρδια αυτή απλή επισημότητα. Σιαστήκαμε όλοι. Πάψανε οι φωνές μας και γίναμε μια μακρυά σιωπηλή λιτανεία. Σα ν’ άρχιζε έτσι απλά η εκφορά των νεκρών συντρόφων μας που κουβαλούσαμε μπροστά.
Πήγαν ένα συνεργείο αντάρτες και χωρικοί, έσκαψαν δυο τάφους στο νεκροταφείο. Ήρθε κι ο παπάς. Όλα γίνονταν ευλαβικά και ήσυχα. Όλοι είμασταν άυπνοι και εξαντλημένοι, αλλά μέναμε ορθοί. Τυλίξαμε τους σκοτωμένους μια σημαία τον καθένα. Ήσαν οι δυο πρώτοι νεκροί του αρχηγείου μας.
Τέλειωσε η νεκρώσιμη ακολουθία στην παληά, σαρακωμένη εκκλησιά με τη γέρικη πουρνάρα απόξω. Όλα σα μια ζωγραφιά φθαρμένη από καιρούς παληούς. Είπαμε λίγα επικήδεια λόγια. Σηκώσαμε κατόπιν τα σκηνώματα και τα βγάλαμε στο νεκροταφείο. Παρατάχτηκε το τιμητικό απόσπασμα. Παράταξη κανονική και τα τμήματα. Αραδιάστηκαν και οι χωρικοί.
Έδωσε το παράγγελμα ο τελετάρχης: Τεντώθηκε και φώναξε επίσημα:
― Συναγωνιστές του Αρχηγείου Ανταρτών Παρνασσίδας! Συναγωνιστές των μαχητικών ομάδων! Προσοχή!
Μείναμε ακίνητοι. Οι χωρικοί αποκαλύφθηκαν. Ξαναφώναξε ο τελετάρχης:
― Το τιμητικό απόσπασμα! Επί! - Σκοπόν!
Εκτέλεσαν το παράγγελμα.
Και αμέσως.
― Στο όνομα του Ελληνικού Λαού! Προς τιμήν του τιμημένου αγωνιστή του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού Λουκά Κουγιάτσου, από το Δαδί! ― Πύυυρ!
Αντιβούιξαν οι πλαγιές από τη μπαταριά. Κλαίγαν ολουνών μας τα μάτια.
Ξανά ακούστηκε η φωνή του τελετάρχη.
― Στο όνομα του Ελληνικού Λαού! Προς τιμήν του τιμημένου αγωνιστή του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού Γιάννη Παΐδα, από το Σερνικάκι! ― Πύυυρ!
Ξανά η μπαταριά και απάχαζε ο μαλακός πευκιάς. Άρχισαν κατόπιν τα φκυάρια να φκυαρίζουν κούφια το σκαμμένο πετρωτό χώμα και σκεπάζονταν γοργά τα κορμιά των νεκρών συντρόφων μας.
Τότε όλοι οι μαχητές, αρχίσαμε:
«Επέσατε θύματα, αδέρφια εσείς,
Σε άνισο μάχη κι αγώνα
Ζωή, λευτεριά και τιμή του λαού
Γυρεύοντας βρήκατε μνήμα...»
(Μείνανε χρόνια εκεί. Μόνο οι δικοί τους νοιάστηκαν για τα οστά τους.
Οι τρομοκράτες μαγάρισαν κι έβρισαν τον τάφο τους το 1945. Αυτή ήταν η μοίρα της Πατρίδας).
Αποσυρόμασταν κατόπιν από το νεκροταφείο. Οι αντάρτες σήκωναν το χέρι τους και σκούπιζαν τα μάτια τους.
Ο τραυματίας καλά ήταν. Το απόγευμα στην Κάτω Σουβάλα θα του έβγαζε τη σφαίρα ο γιατρός. Ο άλλος ήταν ελαφρά.
Κι αυτό ήταν η μάχη του Δαδιού.
⃰ ⃰⃰ ⃰
Όλη η μέρα αυτή πέρασε ήσυχα. Τα τμήματα ξεκουράστηκαν. Τα καραούλια μάς ειδοποιούσαν κάθε τόσο τι γινόταν στον κάμπο. Είχε έρθει μια φάλαγγα γερμανοί από το δρόμο της Λαμίας. Σε λίγη ώρα, άλλο νέο: Βγαίνανε οι ιταλοί απ’ το Δαδί μια μακρυά φάλαγγα πεζοί και μεταγωγικά, και κατηφόριζαν για το σταθμό. Έβαιναν, έβγαιναν και τελειωμό δεν είχαν.
― Το διάολο, το αδειάζουν το Δαδί; – αναρωτιόμασταν χαρούμενοι.
Οι ιταλοί φτάσανε στο σταθμό, πιάσανε θέσεις γύρω-γύρω, έναν κύκλο, κι άρχισαν να σκάβουν χαρακώματα. Έστηναν κι αντίσκηνα.
― Χα! Νωρίς ξυπνήσατε! – κοροϊδεύονταν μαζί τους οι αντάρτες.
Φτάσανε και σύνδεσμοι από την πόλη.
― Άδειο το Δαδί από ιταλούς! – μας φωνάζανε χαρούμενοι. Κι έγινε πανηγύρι.
Είχαν πάει οι γερμανοί αγέρωχοι κι έξω φρενών, άρχισαν να βρίζουν τους ιταλούς, τους ταπείνωσαν σκληρά, τι θέλανε και κάθονταν στην πόλη κι άφησαν το σταθμό αφύλαχτο κι αβοήθητο. Τους πήραν μπροστά χέρι-ποδάρι να φύγουν αμέσως.
Έφεραν νέα κι από τον Καλλία οι σύνδεσμοι. Είχε πάει καλά κι εκεί η δουλειά. Δεν τους πρόλαβε η ειδοποίηση για την αναβολή και τινάξανε το πρώτο βράδυ τραίνο. (Ερχόταν από την Αθήνα). Τραβήχτηκαν κατόπιν στη Βελίτσα και περάσανε τη μέρα. Συνεργεία γερμανοί πήγανε στο μέρος της ζημιάς κι έκαναν αυτοψία. Νόμιζαν ότι αυτό ήταν όλο. Το άλλο βράδυ το τμήμα μας ξανακατέβηκε. (Το τραίνο πούχανε τινάξει κουβαλούσε υλικά. Είπανε και για ένα βαγόνι γεμάτο χειρουργικά και άλλα ιατρικά εργαλεία, πολύτιμα πράγματα. Τα κουβάλησε στη Βελίτσα ο Καλλίας). Άρχισαν κατόπιν να φτάνουν και τα τραίνα φαντάσματα από πάνω, αυτά που στέλναμε εμείς. Κατέβαιναν βολίδες. Εύρισκαν κλεισμένη τη γραμμή στο τιναγμένο μέρος και γινόταν τότε ένας χαλασμός δαιμονισμένος. Μηχανές και βαγόνια ορμούσαν, καβάλα τόνα στ’ άλλο, και συντρίβονταν, ξύλα και σπιρτόξυλα, διάλυση τα πάντα. Ήταν λέει ένα άγριο φοβερό θέαμα.
Οι ένας-δυο υπάλληλοι στη στάση παρακάτω, αναστατώθηκαν βλέποντας το πρώτο τραίνο φάντασμα. Νόμισαν πως είχε γίνει λάθος. Άρπαξαν τα κόκκινα φανάρια τους και τρέχαν σαν τρελοί, τα κουνούσαν πέρα-δώθε ξέπνοοι να ειδοποιήσουν να κόψει ταχύτητα. Αποκαμωμένοι πέσανε απάνω στους πρώτους αντάρτες:
― Τι συμβαίνει, ρε παιδιά! – ρωτούσανε ξεψυχισμένοι.
Το πρώτο τραίνο είχε φτάσει κι έγινε σιδερικά
― Καθήστε – τους είπανε γελώντας οι αντάρτες – να ξαποστάσ’τε και να κάμετε και χάζι. Έχει και συνέχεια.
Μείναν σύξυλοι αυτοί.
Το απόγευμα κατεβήκαμε στην Κάτω Σουβάλα. Ήρθε και ο Καλλίας. Οι μαχητικές έπρεπε να φεύγουν. Μαζευτήκαμε στ’ αλώνια για τη γενική συνέλευση. Θέμα πάλι: Κριτική της μάχης και της κινητοποίησης.
Πρώτα μίλησαν οι μαχητές: Κάμανε πολλές παρατηρήσεις και σπουδαίες. Έγινε κριτική και σε πρόσωπα. Στο τέλος μιλήσαμε εμείς, το Αρχηγείο. Κάμαμε αυστηρή κριτική για κείνο το εξωφρενικό άσκοπο ντουφεκίδι. Γιατί δεν κρατήσαμε την ψυχραιμία μας; Τι ωφελούσε ν’ αρχίσουμε να χαλάμε τόσες σφαίρες; Και νάταν μόνο οι σφαίρες!...
Κρίναμε επίσης αυστηρά το αλλόκοτο φέρσιμο του τμήματος στο Δαδί. Είπαμε να μη φοβόμαστε τη νύχτα, να συνηθίσουμε να τη θεωρούμε φίλο μας. Στον τόπο σου και με το λαό μαζί σου, η νύχτα είναι δική σου δύναμη. Για πρώτη φορά δε θα παίρναμε μέτρα για το φέρσιμο εκείνο που ήταν βαρύ πολεμικό παράπτωμα, τακτικό και ηθικό.
Σημειώσαμε ακόμα ότι μπορούσε να γίνει καλλίτερη κατανομή των τμημάτων και στο Δαδί να στέλναμε ισχυρότερη δύναμη και με μεγαλύτερη φιλοδοξία, να κυκλώσουμε και να αιχμαλωτίσουμε ολόκληρο ιταλικό σχηματισμό. Να χρησιμοποιήσουμε δηλαδή το σταθμό και για κύριο στόχο και για τέχνασμα να παρασύρουμε έξω ιταλική δύναμη.
Η συνέλευση τελείωσε μέσα σε μεγάλο κέφι και ενθουσιασμό.
― Δεν πειράζει! Άλλοτε, καλλίτερα! – έλεγαν οι πιο μεγάλοι.
Τέλος ψάλαμε τον εθνικό ύμνο και οι μαχητικές φύγανε η κάθε μια για το χωριό της. Κόβανε στους ώμους τους τα όπλα τους, τα οπλοπολυβόλα τους, γρήγοροι, γεροί κι αξιαγάπητοι – φεύγανε προς όλες τις κατευθύνσεις. Ύστερα έγινε ησυχία και μακρυά στον πράσινο κάμπο, μίκραιναν ολούθε οι σβέλτες φάλαγγες.
Ανεβήκαμε κι εμείς οι αντάρτες στην Απάνω Αγόριανη.
(σελ. 340-346, Τόμος Β΄)
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ «ΑΝΤΑΡΤΗΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ» - ΤΟΜΟΣ Β΄

Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

9 Απριλίου 1941: Η Θεσσαλονίκη υπό τον αγκυλωτό σταυρό


*ΑΡΘΡΟ του Αριστομένη Συγγελάκη
«Η μαχητική δύναμη της ομάδας φραγμού του Ρούπελ ήταν ανέπαφη τη στιγμή που υπογράφηκε η ανακωχή. Οι Έλληνες αμύνθηκαν με λύσσα και το ηθικό τους ήταν ακλόνητο». A. Buchner, Γερμανός στρατιωτικός ειδικός, 1957[1].
Μετά την αποτυχία του Μουσολίνι να καταλάβει την Ελλάδα, λόγω της ηρωικής αντίστασης του ελληνικού στρατού, το Γ’ Ράιχ επιτέθηκε στην Ελλάδα: την Κυριακή των Βαΐων, 6 Απριλίου 1941, στις 5.15 τα ξημερώματα, 11 γερμανικές μεραρχίες εφορμούν εναντίον της χώρας μας (ταυτόχρονα άλλες 15 μεραρχίες εφορμούν εναντίον της Γιουγκοσλαβίας), ενώ παράλληλα σφυροκοπούν με πυροβολικό και αεροπορία τις ελληνικές θέσεις. Το ίδιο βράδυ και την επόμενη μέρα η Λουφτβάφε σφυροκοπά αλύπητα τον Πειραιά, βυθίζοντας 11 ελληνικά και συμμαχικά πλοία. Έτσι, η Ελλάδα, όπως επισημαίνει ο Μανώλης Γλέζος, γίνεται το μόνο ευρωπαϊκό έθνος που υποχρεώνεται να πολεμήσει ταυτόχρονα εναντίον δύο μεγάλων δυνάμεων, που διαθέτουν φοβερή υπεροπλία.[2]
Παρά τον σχετικό αιφνιδιασμό, η αντίσταση των Ελλήνων, ιδίως στα ισχυρά οχυρά της λεγόμενης Γραμμής Μεταξά, είναι τόσο γενναία, που καταπλήσσει όλη την ανθρωπότητα. Όμως η απροσδόκητα γρήγορη κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας, η πλημμελής πολεμική προετοιμασία, καίρια λάθη στην πολεμική τακτική (όπως ο εγκλωβισμός μεγάλων δυνάμεων στο αλβανικό μέτωπο), τα πισωγυρίσματα των Συμμάχων και η καταφανής στρατιωτική υπεροπλία του Γ’ Ράιχ, είχαν ως αποτέλεσμα την επικράτηση των Γερμανών. Στις 8 Απριλίου οι Γερμανοί παρακάμπτουν τα οχυρά και δια της ελληνογιουγκοσλαβικής μεθορίου εισέρχονται σε ελληνικό έδαφος. Οι δύο τεθωρακισμένες μεραρχίες περνούν αστραπιαία από την όχθη της λίμνης Δοϊράνη και την αφύλακτη κοιλάδα του Αξιού, πριν καν οι Βρετανοί προλάβουν να ανατινάξουν την τελευταία γέφυρα, και στις 9 Απριλίου καταλαμβάνουν τη Θεσσαλονίκη.
Τους κατακτητές υποδέχεται στην Πλατεία Βαρδαρίου μία «ανήμπορη και θλιβερή αντιπροσωπεία»[3], στην οποία συμμετείχαν ο δήμαρχος Κωνσταντίνος Μερκουρίου, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος και ο γερμανοσπουδασμένος και εθνικοσοσιαλιστικών απόψεων, Καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Περικλής Βιζουκίδης. Για λόγους ιστορικής αλήθειας και δικαιοσύνης οφείλουμε να διαχωρίσουμε από τους θλιβερούς Μερκουρίου και Βιζουκίδη, τον Μητροπολίτη Γεννάδιο, αναγνωρίζοντας τις συνεπείς του προσπάθειες και διαβήματα εναντίον των διακρίσεων και διώξεων των Εβραίων της Θεσσαλονίκης[4]. Οι προσπάθειες αυτές κορυφώθηκαν στις 23.3.1943 με την συνυπογραφή από κοινού με τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό και 29 προέδρους οργανώσεων (της Ακαδημίας Αθηνών συμπεριλαμβανομένης) ενός εξαιρετικά σημαντικού εγγράφου, που τόνιζε τους ακατάλυτους δεσμούς Ελλήνων Χριστιανών Ορθόδοξων και Ελλήνων Εβραίων και ζητούσε να σταματήσουν οι διώξεις των Εβραίων. Πρόκειται για μια ενέργεια που δεν αποτολμήθηκε σε καμιά άλλη κατεχόμενη χώρα[5]!
Πρωτοπόρος στην Αντίσταση και τη Θυσία η Θεσσαλονίκη
Η Θεσσαλονίκη γίνεται η πρώτη μεγάλη ελληνική πόλη που πέφτει στα χέρια του Άξονα, η οποία και θα παραμείνει υπό γερμανική κατοχή 42 ολόκληρους μήνες. Έχει επίσης το θλιβερό προνόμιο να είναι η μόνη πόλη, που αν και υπό αποκλειστική γερμανική κατοχή, εντούτοις ιστορικά της κτίρια επιτάσσονται για να στεγάσουν ιταλικές και βουλγαρικές υπηρεσίες, σηματοδοτώντας έτσι την αρμονική συνεργασία Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων στην καταπίεση και την καταλήστευση του λαού της Βόρειας Ελλάδας. Είναι όμως και η πόλη όπου, στις 15 Μαΐου 1941, ιδρύεται η «Ελευθερία», η πρώτη αντιστασιακή οργάνωση στην Ευρώπη! Και έως το τέλος της Κατοχής, η νεολαία και ο λαός της Θεσσαλονίκης πρωτοστατούν στην Εθνική Αντίσταση, κρατώντας ψηλά τη σημαία της Ελευθερίας, της Εθνικής Ανεξαρτησίας και των ιδεωδών του ανθρωπισμού.
Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη που η γερμανική κατοχική τρομοκρατία παίρνει πρωτοφανείς διαστάσεις με πολλές δεκάδες χιλιάδες νεκρούς από πείνα, βασανιστήρια, ασθένειες, εκτελέσεις, καταναγκαστική εργασία. Είναι η πόλη του σχεδόν ολοκληρωτικού αφανισμού του εβραϊκού στοιχείου, που επί αιώνες συμβίωνε αρμονικά με τους Χριστιανούς και τους άλλους κατοίκους της νύφης του Θερμαϊκού: από τους 46.019 Έλληνες Εβραίους της Θεσσαλονίκης γύρισαν πίσω από τα ναζιστικά κρεματόρια μόλις 1950 (4%)[6]! Το κολαστήριο του ναζιστικού στρατοπέδου Παύλου Μελά, το Επταπύργιο, τα Διαβατά, η πλατεία Ελευθερίας, το κατεστραμμένο εβραϊκό νεκροταφείο είναι μερικοί μόνο τόποι που συμβολίζουν το ανείπωτο δράμα του ελληνικού λαού κατά την Κατοχή.
Η Θεσσαλονίκη θα ελευθερωθεί από τον ΕΛΑΣ στις 30 Οκτωβρίου 1944 και θα παραμείνει υπό τον έλεγχο του ΕΑΜ μέχρι τα μέσα Φλεβάρη 1945, συνιστώντας ένα πρωτοποριακό εγχείρημα ελευθερίας, ισότητας και δημοκρατίας.
Δικαιότατα η Θεσσαλονίκη είναι το 90ο επίσημα αναγνωρισμένο Ολοκαύτωμα της χώρας και ο μόνος μεγάλος δήμος της χώρας, που περιλαμβάνεται στον μακρύ κατάλογο, των μαρτυρικών πόλεων και χωριών της Ελλάδας, δίπλα στα Καλάβρυτα, τη Βιάννο, το Κομμένο, την Κλεισούρα, το Δίστομο, το Μεσόβουνο και τους Πύργους, τα Κερδύλλια και τον Χορτιάτη. Όμως η προσπάθεια επίσημης αναγνώρισης του μαρτυρικού χαρακτήρα της Θεσσαλονίκης έγινε πολύ καθυστερημένα, λόγω της αδράνειας αλλά και των αντιστάσεων μερίδας του πολιτικού και κοινωνικού κατεστημένου της πόλης. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι μόλις πριν δύο χρόνια αποκαθηλώθηκαν τα πορτραίτα των κατοχικών δημάρχων Κ. Μερκουρίου και Γ. Σερεμέτη από την αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης[7]. Όμως ακόμη και σήμερα, πολλοί δρόμοι φέρουν ονόματα συνεργατών των Γερμανών και πρέπει άμεσα αυτό να αλλάξει.
78 χρόνια μετά: αγώνας για Μνήμη και Δικαιοσύνη!
Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά τις μαύρες εκείνες ημέρες της γερμανικής εισβολής είναι ώρα να κάνουμε έναν απολογισμό: η Ελλάδα πάλεψε, όσο καμιά άλλη χώρα, για την εθνική της ανεξαρτησία και την απόκρουση του φασισμού και του ναζισμού: στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας, στα Οχυρά, στη Μάχη της Κρήτης, αλλά και στο έπος της Εθνικής μας Αντίστασης. Κατέβαλλε δε βαρύτατο φόρο αίματος γι’ αυτή της την υπερήφανη στάση, ληστεύθηκε, λεηλατήθηκε όσο καμιά άλλη και εν τέλει καταστράφηκε ολοσχερώς από τα γερμανικά, ιδίως, στρατεύματα Κατοχής. Όμως είναι η χώρα που δεν έλαβε αποζημιώσεις και επανορθώσεις (παρά μόνο μηδαμινά ποσά), ενώ παράλληλα είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο, που υποχρεώθηκε να σταματήσει τις διώξεις και να κλείσει το Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου[8]!
Η απόδοση δικαιοσύνης στον ηρωικό ελληνικό λαό αποτελεί αίτημα περισσότερο επίκαιρο από ποτέ. Αίτημα λαϊκό, δημοκρατικό, αντιφασιστικό, ενάντια στους νεοϊμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Αλλά και ζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας και χειραφέτησης από τους ξένους δυνάστες.
Πρώτο βήμα: η επίδοση ρηματικής διακοίνωσης στη γερμανική κυβέρνηση για το σύνολο του ζητήματος των γερμανικών οφειλών, με βάση τα αξιόλογα πορίσματα ΓΛΚ και ΝΣΚ και τις πρόσθετες έγκυρες επεξεργασίες. Παράλληλα, πρέπει να ανοίξει ξανά το Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου, σε μία κορυφαία σε συμβολισμό κίνηση για την διαλεύκανση και καταδίκη των ναζιστικών εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Να απομακρυνθούν επίσης από παντού, από τη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, την Κάνδανο και πολλές περιοχές της Ελλάδας, πινακίδες, σύμβολα και μνημεία, που τιμούν συνεργάτες των κατοχικών δυνάμεων – απομεινάρια του μετεμφυλιακού κράτους - και στη θέση τους να τιμηθούν οι ήρωες και οι μάρτυρές μας. Αλλά και να μπει λουκέτο στο «Ελληνογερμανικό Ίδρυμα Νεολαίας», το «Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον» και την «Ελληνογερμανική Συνέλευση», που, υπό το πρόσχημα μιας ψευδεπίγραφης, χωρίς Δικαιοσύνη και Αποζημίωση, «συμφιλίωσης», αποτελούν το Δούρειο Ίππο της Γερμανίας για την περαιτέρω λεηλασία του εθνικού μας πλούτου, τον εκμαυλισμό συνειδήσεων και την άλωση, ιδίως, των μαρτυρικών τόπων.
Η κυβέρνηση και η Βουλή θα πράξουν, επιτέλους, το χρέος τους απέναντι στον λαό και το έθνος; Αγωνιζόμαστε κι αισιοδοξούμε!
* Ο Αριστομένης Συγγελάκης είναι Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών - Μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα και της Ένωσης Θυμάτων Ολοκαυτώματος Δήμου Βιάννου.

Παραπομπές:
[1] Buchner
Α. Der deutsche Griechenlandfeldzug. Χαϊδελβέργη 1957, σελ. 65.
[2] Γλέζος Μ. Εθνική Αντίσταση 1940-1945 (τόμος Α’). Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2006.
[3] Δρουμπούκη ΑΜ & Χανδρινός Ι. Η Γερμανοκρατούμενη Θεσσαλονίκη στο: Η Θεσσαλονίκη κατά τη γερμανική κατοχή – συλλογή φωτογραφιών Βύρωνα Μήτου. Εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα 

Τρίτη 7 Απριλίου 2020

Η μάχη και η πυρπόληση της Αγιαθυμιάς και της Βουνιχώρας


Το χωριό της Αγίας Ευθυμίας (Αγιαθυμιά) βρίσκονταν πάνω στον βασικό οδικό άξονα που ένωνε την Ανατολική και τη Δυτική Στερεά Ελλάδα. Η περιοχή ανήκε στην ιταλική ζώνη κατάκτησης.
Το απόγευμα της 7ης Απριλίου του 1943, έφθασε στο χωριό αντάρτικο σώμα του ΕΛΑΣ 130 ανδρών, υπό τον Καπετάν Νικηφόρο (Δημήτριο Δημητρίου) προκειμένου να μυήσει τους χωριανούς στην αντιστασιακή δράση και στον αγώνα για την ελευθερία. Οι αντάρτες ζήτησαν από τους χωριανούς να τους παραδώσουν τα όπλα που κατείχαν. Οι άνδρες του Νικηφόρου διανυκτέρευσαν στο χωριό και το πρωί της επομένης, 8ης Απριλίου, ήλθαν σε σύγκρουση με ιταλική φάλαγγα είκοσι αυτοκινήτων, που είχε κατεύθυνση προς την Άμφισσα. Η συμπλοκή έλαβε χώρα στη θέση Λαχίδια. Κατ’ αυτήν επικράτησαν οι αντάρτες με μηδενικές απώλειες. Στον αντίποδα, οι Ιταλοί μέτρησαν νεκρούς, τραυματίες και μεγάλες υλικές ζημιές. Από τα είκοσι ιταλικά οχήματα, δέκα επτά κάηκαν στο πεδίο της συμπλοκής, ένα ακινητοποιήθηκε στην αρχή του χωριού και δύο διέφυγαν στην Άμφισσα, μεταφέροντας τους επιζώντες Ιταλούς. Οι αντάρτες έφυγαν προς το βουνό και την ίδια νύκτα μετακινήθηκαν στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία.
Πολλά έχουν ειπωθεί γι’ αυτή την μάχη. Ας δούμε, όμως, πώς την περιγράφει ένας εκ των πρωταγωνιστών, ο καπετάν Νικηφόρος, στο βιβλίο του “Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης”:
"Το πρωί, η μέρα ξημέρωσε κατασκότεινη. Φυσούσε ένας παγωμένος αέρας και μαύρες αντάρες ανακατεύονταν ολούθε άγρια, κουβάρια-κουβάρια. Κατάπιναν τα σπίτια του χωριού, τα υγρά δέντρα…
Στιγμές-στιγμές δεν έβλεπες ούτε δέκα μέτρα μπροστά σου. Η αντάρα έπεφτε, σηκωνόταν, πάλι ξανάπεφτε, σα να χιμούσαν απάνω μας κάποιοι υπερκόσμιοι θυμοί, ανήμποροι ωστόσο στο βάθος. Ζαλιζόσουν. Ξυπνήσαμε δυσφορώντας. Αδημονούσαμε, έπρεπε να είχαμε φύγει. Τα όπλα όμως καθυστερούσαν ακόμα. Βγήκαμε έξω (είχαμε κοιμηθεί στα καφενεία). Ξαναμαζεύτηκε κάμποσος κόσμος, άντρες μόνο τώρα.
― Τι να κάνουμε χωριανοί; – τους φωνάξαμε. ― Γιατί δε φέρνουν και οι υπόλοιποι τα όπλα να φεύγουμε; Θα πλακώσει καμιά φάλαγγα και θα γίνουμε μαλλιά κουβάρια εδώ μέσα…
Τόλεγα γι’ αστείο, αλλά πριν προφτάσω ν’ αποσώσω την κουβέντα μου, έφτανε με την ψυχή στα δόντια ένας αντάρτης.
― Φάλαγγα! – κάνει ξέπνοος– και μας έλεγε ότι φάνηκε από το Λιδωρίκι! Μπήκε στη στροφή πάνω από τη Βουνιχώρα και πρόλαβαν και μετρήσανε είκοσι αυτοκίνητα. Όλα φορτηγά. Δεν άφηνε όμως η αντάρα να τη δουν καλλίτερα.
Με το φάλαγγα που είπε ο σύνδεσμος, δώσαμε συναγερμό. Σηκώθηκαν στο πόδι οι αντάρτες. Σκορπούσαν και οι αγιαθυμιώτες τρέχοντας για τα σπίτια τους. Ακούστηκε κάπου κι ένας πυροβολισμός και δυνάμωσε η αναστάτωση. Τρέχαμε με όλη μας τη δύναμη, να προλάβουμε να βγούμε έξω από το χωριό, στ’ αμπέλια να πιάσουμε θέσεις. Η αντάρα, εξακολουθούσε, τη μια στιγμή μας εξαφάνιζε, την άλλη σηκωνόταν. Έβλεπες έναν τόπο παράξενο, κομματιαστό, δε μπορούσες να σχηματίσεις γνώμη. Πρόλαβα και είδα λίγο τη στροφή που κάνει η δημοσιά στην άκρη στο χωριό, στ’ αμπέλια. Άρχισα να φωνάζω δυνατά οδηγίες:
― Εδώ θα στήσουμε ενέδρα! Από κείνο το σημείο έως εκείνο!
Φώναζα με όλη μου τη δύναμη.
― Οι ομάδες με τη σειρά! Η τάδε εκεί, η τάδε εκεί. Θ’ αφήσουμε τη φάλαγγα να μπει ολόκληρη στην ενέδρα! Γρήγορα, συναγωνιστές. Πιάστε θέσεις και καλυφθείτε τελείως!
Φτάσαμε στην ομάδα που ήταν φυλάκιο (του Σόλωνα και Στρογγυλάκου. Κρατούσαν θέσεις στο νεκροταφείο).
― Καλά είστε εσείς εδώ – τους είπαμε – θα κλείνετε την ενέδρα. Τι άλλο είδατε;
― Τίποτα άλλο δε φάνηκε. Αυτά τα 20 αυτοκίνητα.
Ακούγονταν κιόλας, είχαν προσπεράσει τη Βουνιχώρα και γρύλιζαν τα φρένα τους σ’ όλη τη γυμνή πλαγιά στον κατήφορο. Η αντάρα όμως μας τύφλωνε.
Εμείς, πηδούσαν με την ψυχή στα δόντια οι ομάδες μέσα στ’ αμπέλια κι ανοίγονταν σκουντουφλώντας. Ωραία ανοίγονταν αλλά τους έχανα με μιας μέσα στην ομίχλη. Ακόμα δεν είχα δει συνολικά το μέρος. Σηκώθηκε τότε λιγάκι η αντάρα και το είδα.
― Ανάποδο μέρος! Ανάποδο! – κλώτσησε η καρδιά μου. Είμασταν σ’ ένα γούπατο που μπορούσαν να το καβαλικέψουν από πάνω οι ιταλοί. Και το χειρότερο δεν είχαμε πιάσει ακόμα θέσεις. Ξανάπεσε η αντάρα και δυνάμωσε η αγωνία μου. Τ’ αυτοκίνητα πλάκωναν πια απάνω στις θέσεις μας κι εμείς βολοδέρναμε ακόμα.
Τότε έγινε το χειρότερο. Τ’ αυτοκίνητα έφτασαν κι ο πρώτος αντάρτης που βρέθηκε μπροστά τους άρχισε να τα πυροβολεί, πυροβόλησε το πρώτο. Τι πρωτοβουλία ήταν αυτή; Αναστατώθηκα. Μπήκε στη μάχη όλη η ομάδα εκεί. Αναρόχαζε όλο το βουνό από τις μπαταριές. Άρχισαν να σκούζουν οι ιταλοί, ωρύονταν δίνοντας παραγγέλματα. Και τ’ αυτοκίνητα, στρίγγλιζαν δαιμονικά τα φρένα τους σαν πανικόβλητα αγρίμια και σταματούσαν.
– Όλη η φάλαγγα έξω από την ενέδρα μας.
Βλαστημούσα παρανταλιασμένος. Η κατάσταση είχε ξεφύγει τελείως από τα χέρια μας. Αποφάσισα αμέσως να αποσυρθούμε κι άρχισα να φωνάζω στις ομάδες να μη χτυπήσουν και να τραβηχτούν, γρήγορα προς τη Γκιώνα.
«Μάχη δεν θα δοθεί! Μάχη δεν θα δοθεί!». Και τους καλούσα να ειδοποιούν ο ένας τον άλλον, η μία ομάδα την άλλη.
Άρχισε ν’ ακούεται η νέα διαταγή σαν κραυγή αδέσποτη που πλανιόταν μέσα στην ομίχλη. Και άρχισαν οι ομάδες να σηκώνονται από τις θέσεις τους και να ανηφορίζουν μέσα από τ’ αμπέλια για τη Γκιώνα. Φαίνονταν και τους ξανάχανες μέσα στα κουβαριάσματα της αντάρας.
Μπροστά όμως άναβε γερά το πελεκούδι. Ακούγαμε τα τρεχαλητά των ιταλών στη δημοσιά, το λαχάνιασμά τους, τις ταραγμένες συνεννοήσεις τους – νόμιζες θα χώσεις το χέρι σου στην αντάρα και θα τους πιάσεις.
Ξαφνικά οι μπαταριές κι εκεί έπαψαν. Μόνο δυο-τρία ντουφέκια εξακολουθούσαν να το λένε, σταθερά, μπαμ! μπαμ!μπαμ! Φαινόταν ότι ήσαν δικά μας ντουφέκια.
Θα πήραν την ειδοποίηση – συμπέρανα.
Απότομα όμως τα πυρά άναψαν πάλι, των ιταλών όμως αυτά, μπαίνανε στη μάχη και οι ιταλοί. Και άγριες φωνές.
Ξαναφώναξα τότε:
― Γρηγορώτερα, συναγωνιστές. Να βγούμε από τ’ αμπέλια. Όσοι ανηφορίζουν πρώτοι να πιάσουν τα βραχάκια που θα βρουν μπροστά τους και να μείνουν εκεί ώσπου να περάσει όλο το τμήμα απάνω.
Συναντήθηκα με το Διαμαντή. Ήταν φαρμακωμένος.
― Ποιος ήταν αυτός ο βιαστικός… – έλεγε για κείνον που πρωτοπυροβόλησε.
Και οι άλλοι αντάρτες βλαστημούσαν.«Η τάδε ομάδα ήταν μπροστά», έλεγαν. Συνεννοηθήκαμε με το Διαμαντή και το Θησέα, πήραν το τμήμα κι ανηφόριζαν γρήγορα. Εγώ έμεινα να μαζέψω τους καθυστερημένους και να δω τι γινόταν.
Χάθηκαν μέσα στην αντάρα οι ομάδες. Μείναμε μόνοι μας δυο-τρεις, χαμένοι κι εμείς στο άσπρο άχνινο σάβανο. Ακούγαμε βήματα ή γρήγορες ανάσες, γυρίζαμε ανήσυχοι και ξεφύτρωναν μπροστά μας δικοί μας.
― Γρήγορα παιδιά! – τους έλεγα. ― Προχωράτε απάνω!
Καλούσαμε όσους βολόδερναν ακόμα μέσα στα βαρειά φρεσκοσκαμμένα αμπέλια να μας ακούσουν να τραβηχτούν. Δε μπορούσαμε όμως να φωνάζουμε πλέον δυνατά. Τραβιόμασταν σιγά-σιγά κι εμείς. Μαζί μου ο Διαβάτης, ο Ζωγράφος, ο Βαρδουσάκος, ο Κώστας Γιαννόπουλος (ο δικηγόρος από την Κάτω Αγόριανη). Έφτασαν από κάτω δυο-τρεις άλλοι ακόμα. Πλησιάζαμε στα βραχάκια που κλείνουν από πάνω τ’ αμπέλια.
Εκείνο το διαολοντουφεκίδι εξακολουθούσε εκνευριστικό. Άρχισα να μην είμαι σίγουρος ότι είχαν ακούσει όλες οι ομάδες τη διαταγή να συμπτυχθούμε. Σταθήκαμε και ακούγαμε.
Εκείνη τη στιγμή φάνηκε απότομα μπροστά μας, ξεμπλεκόταν λαχανιασμένος κι άγριος μέσα από την αντάρα, ο γιγαντόσωμος Ρουμελιώτης (Βασίλης Αποστολόπουλος από το Σκαμνό, ο μεγαλύτερος από τα τρία αδέρφια του Σκαμνού). Έρχονταν με σφοδρές κινήσεις πατώντας μέσα στα βρεγμένα πουρνάρια, δίπλα-δίπλα στο βράχο από το μέρος που ακουγόταν το ντουφεκίδι.
― Τι γίνεται, μωρέ Ρουμελιώτη; – πετάχτηκα και τον ρώτησα. ― Τι ντουφεκίδι είναι αυτό;
Λαχάνιαζε.
― Μας είχαν μπλέξει άσχημα! – είπε. ― Εγώ απαγκιστρώθηκα. Έχουν μείνει τώρα πίσω ο Παπασπύρου κι ο Λυκούργος (Ταξιάρχης Παπαδόπουλος). Ή θα πιαστούν ή θα αυτοκτονήσουν!
Αναστατώθηκα.
― Να κατεβούμε να τους βοηθήσουμε! – πήδησε στη μέση ο Διαβάτης. Κι όλοι οι άλλοι το ίδιο.
Αντήχησαν ξαφνικά παλαβωμένες μπαταριές και αριστερώτερα, προς το νεκροταφείο. Αναστατώθηκα ότι κι εκείνη η ομάδα μας δεν θα είχε πάρει τη διαταγή να συμπτυχθούμε. Μ’ έσφαζε η αγωνία, φούντωνε όμως μέσα μου και μια άγρια οργή.
Εκείνη τη στιγμή σηκωνόταν ένα μέρος η αντάρα. Είχαμε καβαλήσει το βραχάκι. Φάνηκε κι ένα κομμάτι ουρανός. Χαρωπό γαλάζιο, φώτισε και γέλασε ο τόπος. Νάτη και η φάλαγγα. Εκεί-δα μπροστά μας, ούτε τριακόσια μέτρα. Είκοσι περίπου αυτοκίνητα, κολλημένα τόνα με τ’ άλλο, σεμνά σαν υποταγμένα κιόλας. Με την αντάρα, πριν, όλα φαίνονταν τρομερά. Μακρυνά και μυστηριώδη. Τώρα, ήσαν όλα τόσο απλά.
Και οι ιταλοί φαντάροι περπατούσαν πέρα-δώθε στη δημοσιά μπουλούκια-μπουλούκια, ξέγνοιαστοι με τα ντουφέκια κρεμασμένα στους ώμους, σα να είχαν βγει περίπατο. Σκίρτησε κάτι μέσα μου ότι χαίρονταν σαν ανακουφισμένοι. Μερικοί κύτταζαν και προς το δικό μας μέρος. Χόρευε τρελά η καρδιά μου ότι κάτι σπουδαίο θα γινόταν αμέσως εκείνη τη στιγμή. Τότε φώναξε δυνατά, χαρούμενα ένας ιταλός:
― Έεε μαλαντρίνοο! Έλα κάτωωωω! – παιχνίδισε ευτυχισμένη η φωνή του και γέλασαν πολλοί συνάδελφοί του.
― Χεσμένοι από το φόβο τους! – έκαμε μια φωνή μέσα μου.
― Να τους κοπανήσουμε, καπετάνιε! χοροπατούσανε κι οι σύντροφοί μου.
― Χτύπα, Γέροντα! – λέω αχνά κι εγώ στο Διαβάτη.
Σαλτάρισε σαν αίλουρος αυτός, άρπαξε τη σάλπιγγά του, όρθιος στο παραμπρός λιθάρι, λύγισε αδιόρατα δεξιά-ζερβά το γερό κορμί του να βοηθήσει τη δύναμή του να βγει, βού-χου-ου-ου! έκαμε τη δοκιμή κι αμέσως άρχισε ο σάλαγος και βογγούσαν οι πλαγιές:
― Προχωρείτε! Προχωρείτε! Προχωρεί-τεεε!
Γύρισα όλος αγαλλίαση. Και οι άλλοι το ίδιο. Θέλαμε να δούμε το τμήμα πρώτα! Ανέβαινε ανύποπτο, τρακόσια μέτρα πιο ψηλά, σχηματισμένο πλέον φάλαγγα, οι πλάτες τους σε μας – ανύποπτο και σα με αποκαρδίωση. Μόλις βούιξε η σάλπιγγα, τους είδαμε – τινάχτηκαν σαν ελατήρια, άστραψαν σε μας τα πρόσωπά τους, κατασαστισμένοι. Και αμέσως, έλαμψαν απ’ άκρη σ’ άκρη, έσυραν μια ιαχή «αέραααα!» κι όρμησαν τον κατήφορο άγριοι κι αθάνατοι.
Άρχισαν και οι άλλες σάλπιγγες να σημαίνουν. Και πηδούσαν οι αντάρτες τα πουρνάρια, τους όχτους, τους αρμακάδες, ανεμίζοντας οι χλαίνες τους. Σα σαΐτες περνούσαν πάνω από τα εμπόδια και πλάκωναν τον κατήφορο. Οι σαλπιγκτές τους ξέμεναν πίσω, τρέχοντας κι αυτοί από κοντά όσο μπορούσαν ντούροι, αστείοι, και να μη σταματούν να σαλπίζουν. «Προχωρείτε! Προχωρείτε!». Είχε σηκωθεί η τρίχα μας!
Τους χαρήκαμε, πήραμε νέα δύναμη κι εμείς και κάμαμε τον κατήφορο, οι δέκα-δώδεκα πούχαμε μαζευτεί εδώ. Οι ιταλοί, τρεμούλα τους έπιασε. Αλαλιασμένοι ανακατώνονταν παντού, ωρύονταν μεταξύ τους.
Τρέχανε προς τ’ αυτοκίνητά τους σα να τους είχε φυσήξει ένας κακός-κακός άνεμος. Μερικοί χτυπιούνταν μ’ απελπισία για το κακό που τους βρήκε. Κύκλωσαν σμιχτοί τα πρώτα αυτοκίνητα, ποδοπατιούνταν μεταξύ τους ποιος να προλάβει ν’ ανεβεί. Τ’ αυτοκίνητα, μούγκριζαν οι μηχανές τους και ξεκινούσαν σαν αφηνιασμένα.
― Ζωγράφο! – έμπηξα μια φωνή – σφιχτείτε ένας-δυο ίσια κάτω στο σύρραχο και κόψτε τους το δρόμο! Συναγωνιστές! Όσοι έχουνε μιλς, γρήγορα με το Ζωγράφο!
Και όρμησαν τρεις-τέσσερες τον κατήφορο, μισοσκυφτοί, σα σαΐτες, από βράχο σε βράχο. Θα βγαίνανε πενήντα-εβδομήντα μέτρα μπρος από τη σταματημένη φάλαγγα.
Εμείς οι άλλοι κάμαμε ίσια πάνω στη φάλαγγα και λοξεύσαμε ελαφρά δεξιά να την πλευροκοπήσουμε και να βρεθούμε και στο κέντρο στην παράταξη του δικού μας τμήματος που φτάνανε πετώντας από πάνω (διακόσια μέτρα ακόμα πίσω μας). Πολλοί πετούσανε χλαίνες, σακκίδια, όλα τα περιττά, να αλαφρώνουν.
Πέσαμε σε κάτι αμπέλια ακλάδευτα, οι κληματόβεργες αλληλομπλέκονταν μακρυές-μακρυές, μας πεδικλώνανε, πηδούσαμε λοιπόν σαν τα κατσίκια, αστείοι, σαν κουρδισμένοι.
Τ’ αυτοκίνητα στο μεταξύ, ξεκινήσανε τα πρώτα, ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε. Άλλοι ιταλοί άρχισαν να μας πυροβολούν, ταμπουρώθηκαν στους τοίχους στο πλευρό του δρόμου και χτυπούσανε. Εμείς οι πέντε-έξη μπαίναμε ορμητικά, 200-250 μέτρα τους είχαμε πλέον. Αρχίσαμε κι εμείς να πέφτουμε κάτω, ρίχναμε, ξαναπετιούμασταν σαν ελατήρια και προχωρούσαμε. Δίπλα μου ο Βαρδουσάκος, κοντούλικος και παχουλός, λαχάνιαζε να μας φτάνει και είχε αναψοκοκκινίσει. Ξάφνου άρχισε να ρίχνει κι αυτός.
― Τι κάνεις αυτού; – του λέω. ― Δε φτάνουν ακόμα εκεί οι σφαίρες σου μ’ αυτό!
Είχε ένα από κείνα τα αστεία όπλα, τα στεν.
― Πάψε, καπετάνιε εσύ! – μου λέει ξαναμμένος. ― Να καταλάβουν ότι έχουμε κι αυτόματα! Θα τους κοπούν τα ήπατα.
Ο Κώστας ο Γιαννόπουλος, το φυσικό του ήταν ένας γελαστός, ανευρίαστος άνθρωπος. Τώρα, έτρεχε κι αυτός λαχανιασμένος, κρατούσε το πρόσωπό του λίγο ψηλά να μην του φεύγουν τα γυαλιά, ορθός και ωρυόταν προς το τμήμα:
― Απάνω τους, παιδιάαα! Απάνω τους!
Μου κακοφαινόταν που έφευγαν τ’ αυτοκίνητα.
― Τι κάνει αυτός ο Ζωγράφος! – έλεγα.
Και αμέσως τότε ακούμε μια, δυο, τρεις χειροβομβίδες μιλς, βουερά μουγκρίσματα τύλιξαν το βουνό.
― Νάτοι! Έφτασαν! – ανασκίρτησα.
Άρπαξε με μιας φωτιά ένα αυτοκίνητο απ’ αυτά που φεύγανε και κόλλησε τον τόπο. Άρχισε και στη θέση εκείνη ένα λυσσαλέο ντουφεκίδι. Είχανε κρατήσει το πέμπτο. Τώρα πια όλη η υπόλοιπη φάλαγγα ήταν λεία μας.
― Αέρααα! – σείστηκε όλη η πλαγιά από μια κραυγή, πανζουρλισμός σ’ όλο το τμήμα.
Φτάσανε κοντά μας πρώτοι ο Θησέας, ο Γιώργος Καραχάλιος, ο Μένιος. Φτάνανε φρενήρεις και οι άλλοι.
― Αέραα! Αέραα!
Οι ιταλοί είδαν πως ήσαν πλέον χαμένοι. Τόβαλαν λοιπόν στα πόδια παρατώντας τ’ αυτοκίνητα, έτρεχαν μ’ όλη τους τη δύναμη προς το χωριό, κυττάζανε έντρομοι και πίσω τους, πεδικλώνονταν, πέφτανε και ξανασηκώνονταν.
Πατούσαμε με μιας το δρόμο, τριάντα με σαράντα μέτρα πίσω από το τελευταίο αυτοκίνητο. Ακίνητη σαν υποταγμένη η εχθρική φάλαγγα. Περίεργο που μου φάνηκε ότι γινόταν πια δική μας!… Βλέπαμε όμως ανθρώπους παραμπρός. Τρέχανε σκυφτοί, κολλητά στο χώμα, σαν ανάστατα ζουζούνια, πέφτανε στο χαντάκι του δρόμου την απάνω μεριά, πώς νάταν να χωθούν στη γη. Δεν ξέραμε τι άνθρωποι ήσαν αυτοί. Πέφτανε ντουφεκιές παντού. Την πήραμε κι από το κάτω μέρος του δρόμου τη φάλαγγα. Άνοιξε ξαφνικά μια πόρτα σ’ ένα αυτοκίνητο και πηδούσε έξω ένας άνθρωπος με μια φόρμα μπλε. Στον αέρα τον πρόλαβε ένας δικός μας και του κάπνισε μια. Ο φουκαράς, εκείνος, η ορμή του και η αγωνία του διαλύθηκαν με μιας, έμεινε άψυχος ανάερα κι έπεσε με γδούπο κάτω.
― Μάνι ιν άλτο! Μάνι ιν άλτο! – φωνάζαμε (τα χέρια απάνω) και τα μάτια μας δεκατέσσερα πέρα-δώθε.
Βλέπουμε ξαφνιασμένοι τότε.
― Μήη! Μήηη! – ανασηκώνονταν κραυγάζοντας άνθρωποι χωμένοι στα χαντάκια.
― Μήη! Είμαστε Έλληνες! Είμαστε Έλληνες!
Ταραχτήκαμε. Πολλές γυναίκες και άντρες με πολιτικά, με τα χέρια τους μισοσηκωμένα ψηλά, αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά τους, μας ικέτευαν περίτρομοι.
― Ησυχάστε! Ησυχάστε! – κραυγάσαμε. ― Πέστε κάτω! Πέστε κάτω!
Κι έψαχνε άγριο το μάτι μας, να φυλαχτούμε από τίποτα ιταλούς. Ανοίγαμε με τις κάνες των όπλων μας τα καραβόπανα στο πίσω μέρος στ’ αυτοκίνητα και πηδούσαμε πλάγια με μιας. Σ’ άλλο αυτοκίνητο δε βρίσκαμε κανέναν. Αλλού μόλις ανοίγαμε το καραβόπανο, μπήγανε στριγγές φωνές γυναίκες, τσίριζαν υστερικά. Αδύνατο να τις καθησυχάσουμε. Σ’ ένα άλλο αυτοκίνητο, μια-δυο μισοξαπλωμένες, μας χαμογελούσαν ήρεμες και μας ξάφνιασε η ψυχραιμία τους, αυτές. Σηκώθηκαν μόλις ανοίξαμε το μουσαμά, τις βοηθούσαμε γρήγορα να κατεβούν γιατί ήταν κίνδυνος να χτυπηθούν εκεί κάτω.
― Γρήγορα! Καλυφθείτε! – τους συστήσαμε.
Όμως αυτές, κατέβηκαν, μένανε όρθιες στο δρόμο, μας κοίταζαν και χαμογελούσαν.
― Καλυφθείτε! – τους είπαμε πάλι. Μερικές πέφταν απάνω μας απ’ τ’ αυτοκίνητα μ’ ανοιχτές αγκαλιές, κόντευαν να μας κοψομεσιάσουν. Μένανε κατόπιν γαντζωμένες στους λαιμούς μας τρέμοντας και στριγγλίζοντας.
― Στ’ αυλάκι! Στ’ αυλάκι! – τους φωνάζαμε, αλλά αυτές είχαν χάσει το λογικό τους και τότε τους αγριεύαμε να ξεκολλήσουν από πάνω μας.
― Μαμά μου! Μαμάκα μου! Μαμάκα μου! ολόλυζαν όπως τα κατεβάζαμε δυο-τρία κοριτσόπουλα σαν το κρύο το νερό. Αδερφάδες φαίνονταν κι ήταν κι ένα μικρό αγόρι δέκα-δώδεκα χρονών μαζί τους.
― Καθήστε λοιπόν ήσυχα! – τους αγριέψαμε κι αυτουνών. ― Δεν το καταλαβαίνετε ότι μας δυσκολεύετε! Η μάχη συνεχίζεται!
Και ζάρωσαν περίτρομα στο αυλάκι, κοντά τους και η μάνα τους, μια γυναίκα σαν ξενόφερτη, που φαινόταν πολύ καλομαθημένη, κρατούσε ωστόσο την ψυχραιμία της.
Πίσω απ’ τα περίτρομα κοριτσόπουλα πήδησε μοναχή της κάτω και μια άλλη κοπέλλα, δεν ήθελε βοήθεια, μόνο το χέρι της μας έδωσε. Ξαναμμένη, σιταρόξανθη, κόκκινα τα μάγουλά της, πολύ όμορφη, σβέλτο και γερό το τέλειο κορμί της, σαν ελαφίνα. Πήδησε σα λαστιχένια κάτω, ανέμισαν απάνω τα όμορφα φουστάνια της κι άστραψαν τα τέλεια μεριά της, και τα φίνα της εσώρουχα. Ούτε νοιάστηκε να φυλαχτεί η λεβέντισσα.
― Ωχ μανούλα μου!… – έκαμε παλαβωμένος ένας αντάρτης.
Κι αυτή, τη χαιρόταν την εντύπωση που έκαμε, την είχε επιζητήσει κιόλας. Άστραφταν τα μάτια της περηφάνια σαν ελληνίδα και πυρετό σα γυναίκα. Και με μιας, μας κύτταξε τους δυο-τρεις πούχαμε φτάσει εκεί, εγώ της φώναζα να πέσει στο αυλάκι κι εκείνη τότε ορμάει, μας αγκάλιαζε έναν-έναν και μας φίλησε όλους στη σειρά, μ’ όλη της τη δύναμη. Ύστερα πήγε με τις άλλες.
Προχωρούσαμε από αυτοκίνητο σε αυτοκίνητο. Όλα φορτωμένα.
― Πράμα! Πράμα, καπετάνιε – έλεγε λαίμαργα ο Μένιος.
― Έι! Γεια στα χεράκια μας! Βαφτιστήρια γίναμε.
Πήρε το μάτι μου ένα γεφυράκι μπρος μας, σαν υπόνομος.
― Το γεφύρι! – φώναξα. ― Το νου σας!
Και το κύκλωσαν αυτοστιγμεί δυο-τρεις αντάρτες. Έσκυψαν με προσοχή κι από τις δυο μεριές. Και σε λίγο βγαίναν από μέσα δυο-τρεις ιταλοί με τα χέρια τους ψηλά, λερωμένοι, φουκαράδες, τάχαν ολότελα χαμένα.
Τελειώσαμε με τη φάλαγγα. Δεκαπέντε αυτοκίνητα τα είχαμε προλάβει εδώ. Το τμήμα είχε φτάσει. Πολλοί αντάρτες είχαν προσπεράσει και κυνηγούσανε τους ιταλούς μέσα στ’ αμπέλια. Σταθήκαμε μακρυά από το αυτοκίνητο που καιγόταν (κάπου εβδομήντα μέτρα μπροστά από τη φάλαγγα). Ξετρύπωναν ησυχασμένοι, ξεθαρρεμένοι οι έλληνες ταξιδιώτες. Πάνω από 50 άτομα. Απολαμβάνανε έκπληκτοι το θέαμα.
Ξαφνικά μια κοπέλλα όρμησε σ’ ένα σημείο κι άρχισε να δέρνεται και να θρηνεί. Έπεσε γονατιστή. Ο σκοτωμένος με τη φόρμα ήταν αδερφός της. Ταραχτήκαμε όλοι. Έτρεξαν κοντά της αντάρτες και συνταξιδιώτες να την παρηγορήσουν. Κρίμα το παλληκάρι, τέτοια τύχη είχε…
Από τη μεριά του χωριού ακούγονταν ακόμα μπαταριές. Σε λίγο έπαψαν κι εκεί κι απλώθηκε τότε ευχάριστη ησυχία. Τόσο απλό λοιπόν ήταν;
Δεν είχαμε καιρό να χάνουμε. Πήδησαν απάνω στ’ αυτοκίνητα οι αντάρτες, πετούσαν κάτω πράγματα, κουβέρτες, τρόφιμα. Βρήκαμε κι έναν ασύρματο, μισοάχρηστον όμως. Μαζεύαμε τα όπλα και τα πυρομαχικά. Άλλοι αντάρτες σκόρπιοι παντού, γύριζαν φέρνοντας αιχμαλώτους.
Συναντήθηκα με το Διαμαντή και το Θησέα.
― Τι θα γίνει; –είπαμε.
― Φωτιά!
Δεν είχαμε καιρό για τίποτα καλλίτερο. Μόνο βιαστικά, ό,τι προλαβαίναμε θα παίρναμε. Μας στενοχωρούσε προπαντός που θ’ αφήναμε τα λάστιχα.
Φτάσανε αγιαθυμιώτες, και είπανε να τ’ αφήσουμε να τα βγάλουν αυτοί. Δε θα προλάβαιναν όμως. Κι από την Άμφισσα κι από το Λιδωρίκι θα πλάκωναν δυνάμεις ώρα την ώρα.
― Πάρτε τι θα πάρετε γρήγορα και τραβηχτείτε!… φωνάζαμε. ― Ο συναγωνιστής Μένιος ορίζεται υπεύθυνος να μπει φωτιά σ’ όλα τα αυτοκίνητα. Μένιοο! Να καούν σίγουρα!
― Α-χάαα! – ενθουσιάστηκε ο Μένιος. ― Άσ’ τη δουλειά απάνω μου, καπετάνιε.
Ήταν σωφέρ και ήξερε πού να χτυπήσει και πού να βάλει τη φωτιά.
Φτάνανε παρέες-παρέες, εύθυμοι και ξαναμμένοι και οι άλλοι αντάρτες που είχαν κυνηγήσει τους ιταλούς. Φέρναν άλλοι δυο, άλλοι τρεις κι άλλοι πέντε αιχμαλώτους. Άλλοι γύριζαν φορτωμένοι διπλά και τρίδιπλα ντουφέκια.
― Ο Στρογγυλάκος κι ο Σόλωνας, λίγο έλειψε να τη χάσουμε όλη την ομάδα τους! – ήρθε και μου λέει ξαφνικά ένας αντάρτης.
― Γιατί μωρέ! – πετάχτηκα.
― Τους είχαν κυκλωμένους οι ιταλοί. Δεν είχαν ακούσει τη διαταγή να συμπτυχθούν. Αν δε γυρίζαμε, τους χάναμε.
― Ποιος σου τόπε εσένα. – Ταράχτηκα.
― Τώρα έρχονται και θα στα πούνε και οι ίδιοι.
― Είναι όλοι καλά τώρα;
― Εν τάξει! Εν τάξει! Φέρνουν κι αιχμαλώτους.
Έως εκείνη τη στιγμή δε μας είχε αναφέρει κανένας απώλειες δικές μας.
Ωραίο θάναι νάχουμε βγει όλοι γεροί. – Σκεφτόμουν με κρυφή χαρά…
Φάνηκε ο αδερφός μου. Έφερνε μαζί του έναν ιταλό. Κυττάζω έκπληκτος, και των δυο τα μούτρα οργωμένα. Του αδερφού μου το ένα μάγουλο ξεγδαρμένο κι έτρεχαν αίματα. Του ιταλού, μάγουλα και μύτες.
― Τι έγινε, ρε Σόλωνα; – μαζεύτηκαν γύρω πολλοί και τον ρωτούσαν.
Είχανε πέσει μαζί με τον ιταλό μπρούμυτα στη δημοσιά κι έφαγαν τα μούτρα τους.
Τον άρπαξε τον ιταλό από ένα τους αυτοκίνητο πούχε κοντοσταθεί και μάζευε τους δικούς τους. Είδαν οι ιταλοί το δικό μας που πετάχτηκε από το αγκωνάρι, άρχισαν να ουρλιάζουν στο σωφέρ «βία! βία! Μαλαντρίνοο!». Έβαλε απότομα ταχύτατα το αυτοκίνητο και γκρεμίστηκαν κι οι δυο… Ο ιταλός, στέκονταν ζαρωμένος, είχε ένα πικρό παράπονο ότι την έπαθε την τελευταία στιγμή!
Ήρθαν μέσα από το χωριό και δυο-τρεις αντάρτες που είχαν ξεμείνει μέσα όταν δώσαμε συναγερμό, έτσι έκτακτα που έγιναν όλα. Χαρούμενοι, γιατί είχαν κρατήσει κι αυτοί ένα αυτοκίνητο. Τούβαλαν φωτιά με χειροβομβίδες όπως περνούσε. Το παράτησαν οι ιταλοί στο έβγα του χωριού. Τόχαμε κι εμείς καταλάβει από την πρώτη στιγμή γιατί είχαμε δει το μαύρο καπνό που σηκωνόταν στήλη στον ουρανό στην πέρα άκρη του χωριού.
Έφτασε και η ομάδα του μπαρμπα-Γιάννη του Καμάρα. Άλλα νέα αυτή. Ήσαν στο φυλάκιο στην εκκλησιά εκεί που πρωτοφτάναμε από το Σερνικάκι.
― Τρία αυτοκίνητα πέρασαν προς την Άμφισσα – μας είπαν. ― Αδειάσαμε όσες σφαίρες μπορέσαμε απάνω τους. Και το πιο σπουδαίο! Πραγματικά δεν είχαμε κανένα θύμα. Ούτε σκοτωμένον, ούτε τραυματία. Μόνο ο Σόλωνας που ματώθηκε πέφτοντας με τον ιταλό…"

[9 Απριλίου 1943]
"Μείναμε κάμποση ώρα στο Σερνικάκι… Και περάσαμε αντίκρυ, ανεβήκαμε στο μοναστήρι (του Προφήτη Ηλία).
Στο μοναστήρι μείναμε καλυμμένοι και προσεχτικοί. Πιάσαμε όλες τις θέσεις και ελέγχαμε τον τόπο σε κάθε κατεύθυνση. Βρήκαμε και τους αιχμαλώτους που μας τους παραδώσανε οι μαχητικοί.
Ξεκουραστήκαμε ως αργά πριν το μεσημέρι. Κατόπιν μαζεύτηκε όλο το τμήμα να κάνουμε συνέλευση, κριτική για τη μάχη. Καθήσαμε κατάχαμα σε μιαν άκρη. Λάμπανε τα πρόσωπα των ανταρτών. Κάθε ώρα που περνούσε έρχονταν όλο και νεώτερα από παντού τι γενικός ενθουσιασμός είχε απλωθεί σ’ όλη την περιοχή.
Άρχισε η συνέλευση. Βγάλαμε πρώτα προεδρείο….
…Πλησιάζαμε να τελειώσει η συνέλευση όταν ξάφνου αναπήδησε ένας αντάρτης.
― Κυττάξτε! – είπε ξέπνοος. ― Καίγεται η Αγιαθυμιά!
Τιναχτήκαμε όλοι ορθοί. Πηχτός καπνός είχε σηκωθεί πάνω απ’ το χωριό και ογκωνόταν γρήγορα, ένα σύννεφο ωχροκίτρινο, αποκρουστικό. Έγερνε εκείνη την ώρα να βασιλέψει ο ήλιος μέσα σ’ ένα μαύρο σύννεφο στις κορφές της Τρούπης. Το πίσω μέρος αστραποβολούσε αυτό το σύννεφο. Από μας, μαύρο, θεοσκότεινο, πλάκωνε από πάνω το χωριό. Φτάσανε αχνά στ’ αυτιά μας αχοί από ριπές και εκρήξεις. Μακρυνάα!… Μυστηριακά. Σα νάχε σηκωθεί ένας μάταιος βαθύς θρήνος σ’ όλη την πένθιμη άπλα της Αγιαθυμιάς και τις μαύρες πλαγιές.
― Και η Βουνιχώρα! – αναπηδήσαμε πάλι ξαφνικά.
Ναι, καιγόταν και η Βουνιχώρα!
Απλώθηκε ανάμεσά μας μια βαθειά ευλάβεια. Μερικοί αντάρτες δάκρυζαν. Άλλοι οργίζονταν. Άχνα όμως δεν ακουγόταν. Βγήκαν και οι ξένοι ταξιδιώτες με κομμένη την ανάσα. Μια κύτταζαν τα χωριά που καίγονταν, μια με σεβασμό εμάς. Μέναμε ορθοί, σιωπηλοί, σα να παρακολουθούσαμε την εκφορά ενός αγαπημένου του προσώπου ο καθένας.
Ύστερα προχώρησα πιο μπρος, ετοίμασα τη μηχανή μου και τράβηξα μια-δυο φωτογραφίες. Τις είχα κάμποσο καιρό και μετά την απελευθέρωση. Λίγο θαμπές, αλλά και η ώρα εκείνη και η ψυχή μας εμάς, θαμπές ήσαν κι αυτές. Ιστορικό ενθύμιο. Τις άρπαξαν κι αυτές οι τρομοκράτες, λεηλατήσανε τα πράγματά μας (όσα είχαν μείνει από τους ιταλούς και τους γερμανούς) στο ξένο σπίτι που καθόμασταν στο χωριό, άφησαν και τη μάνα μου νομίζοντάς την τελειωμένη με κοντακιές στο κεφάλι και πάνε και οι φωτογραφίες. Ξεχώριζαν κατακαλά τα σύννεφα οι καπνοί πάνω από τα δυο χωριά…"
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ «ΑΝΤΑΡΤΗΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ» – ΤΟΜΟΣ Β΄
Μετά τη μάχη, δυο γυναίκες, η εξηνταδιάχρονη τότε Αγγελική Παπαϊωάννου, για το χωριό Παπαδογιώργαινα και η νεαρή Χρυσή Τριανταφύλλου, περιέθαλψαν έναν Ιταλό τραυματία, τον Αιμίλιο. Η φρίκη του πολέμου δεν στάθηκε ικανή να καταπνίξει την ανθρωπιά των δύο γυναικών. Αυτή η λεπτομέρεια της ιστορίας υπήρξε στη συνέχεια καθοριστική για την τύχη των κατοίκων του χωριού.
Δεδομένης της πρακτικής των φασιστών κατακτητών έπειτα από τέτοιου είδους χτυπήματα να ξεσπούν την οργή τους με αντίποινα κατά των αμάχων, οι άνδρες του χωριού κατέφυγαν στο βουνό, αφού πρώτα προσπάθησαν να περισώσουν ότι ήταν δυνατόν από την περιουσία τους.
Το ίδιο απόγευμα, έφθασε στο χωριό από το Λιδωρίκι, ιταλικό στρατιωτικό τμήμα. Προηγουμένως εκτέλεσαν τους Δημήτριο Λύτρα και Γεώργιο Πατάκα που βρέθηκαν στη διαδρομή τους. Αφού έφθασαν στο χωριό, περισυνέλλεξαν τους ομοεθνείς τους νεκρούς της μάχηςκαι τους τραυματίες και πυρπόλησαν το κοινοτικό γραφείο, όπου οι αντάρτες είχαν αναρτήσει την Ελληνική σημαία και είχαν αποθηκεύσει τον λιγοστό οπλισμό που τους είχαν παραδώσει οι κάτοικοι του χωριού.
Η επομένη ημέρα, Παρασκευή, 9η Απριλίου 1943 έμεινε στην ιστορία της Αγίας Ευθυμίας, ως ο μελανότερος σταθμός της. Το ιταλικό στρατιωτικό τμήμα περικύκλωσε το χωριό και συνέλαβε περίπου διακόσιους χωριανούς, κυρίως γυναικόπαιδα και γέροντες. Αφού τους συγκέντρωσαν στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το μνημείο τούς οδήγησαν στην Άμφισσα. Από εκεί οι αιχμάλωτοι έγιναν μάρτυρες της απ’ άκρου εις άκρον πυρπόλησης του χωριού τους, από τους Ιταλούς. Επίσημα στοιχεία αναφέρουν ότι από τα 423 σπίτια του χωριού, τα 365 καταστράφηκαν ολοσχερώς και τα 20 μερικώς.
Το ίδιο πρωί, παράλληλα με την πυρπόληση του χωριού εκτέλεσαν τους Πέτρο Μπαμπαγεννέ, Ιωάννη Ντούρο, Ασημάκη Λαλλά (μάλιστα, μπροστά στη γυναίκα και τον γυιό του) και Γεώργιο Τζαβάρα. Στον κατάλογο των θυμάτων του ολοκαυτώματος προστέθηκε ο Ηλίας Ντούρος που πέθανε από εγκεφαλικό, καθώς έβλεπε το σπίτι του να καίγεται.
Στην πορεία των αιχμαλώτων προς την Άμφισσα, στο εξωκλήσι του Αγίου Κωνσταντίνου, εκτέλεσαν τον Ιωάννη Δρόλαπα, που κοντοστάθηκε να ξεκουραστεί.
Στην Άμφισσα συγκέντρωσαν τους αιχμαλώτους στη θέση του κινηματογράφου «Αίγλη». Εκεί εκτέλεσαν τους Νικόλαο Σταθόπουλο, Δημήτριο Λαλλά και Ευθύμιο Δασκαλόπουλο. Την μανία αντεκδικήσεως των κατακτητών, ανέκοψε η προαναφερθείσα Χρυσή Τρυανταφύλλου, που την προηγούμενη ημέρα είχε περιθάλψει μαζί με την Παπαδογιώργαινα τον Ιταλό τραυματία Αιμίλιο. Μπροστά στο διαφαινόμενο τέλος των αιχμαλώτων συγχωριανών της, η Χρυσή Τριανταφύλλου, με πολλή παρρησία κι επιμονή, αξίωσε από τους δεσμώτες της να συναντήσει τον Αιμίλιο, πράγμα που κατάφερε. Στη θέα της ευεργέτιδάς του ο Ιταλός αναφώνησε: siniora mia vita, δηλαδή (κυρία, ζωή μου)! Η Χρυσή ζήτησε την απελευθέρωση όλων των αιχμαλώτων Αγιοευθυμιωτών και όντως χάρη στον αλτρουισμό που είχε επιδείξει, στη φιλαλληλία και στο θάρρος της, αυτή και οι συγχωριανοί της αφέθηκαν ελεύθεροι να επιστρέψουν στο κατεστραμμένο χωριό τους.
Τελευταίο θύμα της θηριωδίας των κατακτητών στην Αγία Ευθυμία, ο Άγγελος Τζίβας, που εκτελέστηκε ενόσω προσπαθούσε να σβήσει τη φωτιά στο σπίτι του την επομένη της καταστροφής.
Την 10η Απριλίου, η ιταλική στρατιωτική δύναμη πυρπόλησε τη Βουνιχώρα και αφαίρεσε τριάντα μία ανθρώπινες ζωές.
Ο απολογισμός του ολοκαυτώματος της Αγίας Ευθυμίας, σε απώλειες ζωών είναι 12. Από τα 423 σπίτια του χωριού καταστράφηκαν τα 365 ολοσχερώς και άλλα 20 μερικώς σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας.
Σε λιγότερο από ένα χρόνο, τον Μάρτιο του 1944, οι Γερμανοί πλέον κατακτητές κατέκαυσαν ό,τι είχε γλυτώσει στο χωριό.
Πηγές:
polydrososparnassou.blogspot.com
Κείμενο από την ομιλία του Ν.Κατσικούλη, στις 9/4/2018, για την 75η επέτειο από την πυρπόληση της Αγίας Ευθυμίας.
*ethniki-antistasi-dse

Δευτέρα 6 Απριλίου 2020

                  6 Απριλίου 1941: Η ναζιστική Γερμανία επιτίθεται στην Ελλάδα


Από τα μέσα του 1940 η ναζιστική Γερμανία άρχισε τις προετοιμασίες για την επίθεση κατά της Σοβιετικής Ενωσης. Το σχέδιο που επεξεργάστηκε το γερμανικό επιτελείο πήρε την κωδική ονομασία: «Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα». Όμως, για να προχωρήσει, έπρεπε να εξασφαλίσει τα νώτα της από τη Βαλκανική. Γι’ αυτό το σκοπό καταστρώθηκε η επιχείρηση «Μαρίτα», η συγκέντρωση δηλαδή 24 γερμανικών μεραρχιών στη Ρουμανία και η προώθησή τους την άνοιξη του ’41 στη Βουλγαρία και στη συνέχεια η εισβολή στην Ελλάδα.
Ο ηρωικός αγώνας του ελληνικού στρατού στο Μέτωπο της Αλβανίας κατά της φασιστικής Ιταλίας επηρέασε σημαντικά τα σχέδια των χιτλερικών, αφού υπολογίζεται ότι η επίθεση κατά της ΕΣΣΔ καθυστέρησε, εξαιτίας αυτής της εξέλιξης, κατά 4-5 μήνες.
Στις 6 Απρίλη 1941 εκδηλώθηκε, ταυτοχρόνως, η γερμανική επίθεση κατά της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας. Η επίθεση στα μακεδονικά οχυρά άρχισε τα ξημερώματα, πριν το τέλος του τελεσιγράφου προς την ελληνική κυβέρνηση.
Η αντίσταση της Γιουγκοσλαβίας εξουδετερώθηκε ταχύτατα, όμως τα γερμανικά στρατεύματα συνάντησαν σκληρή αντίσταση στα οχυρά Ρούπελ από τον ελληνικό στρατό.
Η γερμανική επίθεση εναντίον της Ελλάδας εκδηλώθηκε στις 05:15 το πρωί της 6ης Απριλίου 1941, νωρίτερα δηλαδή από την 06:00 που αναφερόταν στη γερμανική διακοίνωση που επιδόθηκε στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή από τον Γερμανό πρεσβευτή πρίγκιπα Έρμπαχ. Η υλική υπεροχή των Γερμανών, σύμφωνα με στοιχεία του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού), «αντισταθμιζόταν» από την ελληνική οχύρωση και την ηρωική αυταπάρνηση των Ελλήνων στρατιωτών. Οι μάχες εξελίχθηκαν από ανατολικά προς δυτικά. Στη Θράκη οι δυνάμεις των ταξιαρχιών Έβρου και Νέστου συμπτύχθηκαν με αποτέλεσμα τα οχυρά Νυμφαία και Εχίνος να περικυκλωθούν, ήδη από τις πρώτες ώρες της 6ης Απριλίου.

Παρά τον σφοδρό βομβαρδισμό πυροβολικού και αεροπορίας και τις αλλεπάλληλες επιθέσεις του πεζικού, τα οχυρά άντεξαν όλη την ημέρα και ανάγκασαν τους Γερμανούς να τα παρακάμψουν και να κινηθούν νοτιότερα. Δυτικότερα, στο οροπέδιο του Κάτω Νευροκοπίου, η επίθεση της 72ης γερμανικής Μεραρχίας επικεντρώθηκε κυρίου στα δυτικά της τοποθεσίας, όπου υπήρχαν οι κύριες οδεύσεις που οδηγούσαν προς Δράμα και Σέρρες. Την περιοχή υπεράσπιζαν οι δυνάμεις του Συγκροτήματος Καραντάγ της XIV Μεραρχίας και η VII Μεραρχία. Το κύριο βάρος της επίθεσης από τέσσερα γερμανικά τάγματα δέχτηκαν τα οχυρά Λίσσε, Πυραμιδοειδές (που ήλεγχαν την οδό προς Δράμα) και Περιθώρι, Μαλιάγκα (που είχαν υπό τον έλεγχο του; την οδό προς Κάτω Βροντού – Σέρρες). Οι γερμανικές δυνάμεις πεζικού υποστηρίζονταν από πυροβόλα εφόδου και πυροβολικό, αλλά δεν είχαν αεροπορική κάλυψη. Όλες οι κατά μέτωπο επιθέσεις των Γερμανών και οι προσπάθειες διείσδυσης αποκρούστηκαν από τα πυρά των οχυρών και του ελληνικού πυροβολικού.
Οι Γερμανοί αναπροσάρμοσαν τα σχέδιά τους και προχώρησαν σε ελιγμό. Πέρασαν από τη Γιουγκοσλαβία στο ελληνικό έδαφος, διέσχισαν την κοιλάδα του Αξιού και της Δοϊράνης και κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη στις 9 Απρίλη. Μετά από διαταγή του Γενικού Επιτελείου παραδόθηκε στους Γερμανούς το Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας- Θράκης (ΤΣΑΜ).

Στις 10 Απριλίου κάθε αντίσταση στην Ανατολική Μακεδονία και την Δυτική Θράκη είχε σταματήσει, με τους Έλληνες να έχουν 1.000 νεκρούς και τραυματίες και τους Γερμανούς 555 νεκρούς, 2.134 τραυματίες και 170 αγνοούμενους. Έπειτα από αυτή την εξέλιξη η Στρατιά της Ηπείρου περιήλθε σε δεινή θέση. Περικυκλωμένη από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς υποχρεώθηκε σε συνθηκολόγηση στις 23 Απρίλη.
Ο ηρωικός αγώνας του ελληνικού στρατού σε δύο μέτωπα, απέναντι στις σιδερόφραχτες στρατιές της φασιστικής Ιταλίας και της ναζιστικής Γερμανίας προκάλεσε το θαυμασμό σ’ όλο τον κόσμο. Επί 16 μέρες αντιμετώπισε τη φονικότερη στρατιωτική μηχανή που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα.
Οι σύμμαχοι αρνήθηκαν να βοηθήσουν, αφού θεωρούσαν χαμένη υπόθεση την αντίσταση κατά των Γερμανών. Ομως και η άρχουσα τάξη με το παλάτι έδειξαν ότι δεν πίστευαν στην αντίσταση και φρόντισαν άρον – άρον να συνθηκολογήσουν και να αναχωρήσουν υπό την προστασία των Άγγλων για τη Μέση Ανατολή.
*imerodromos.

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

                 «Μένουμε σπίτι». Βλέπουμε ιστορικές θεατρικές παραστάσεις


«Το θέατρο βρίσκει τρόπους μοναδικούς να θεραπεύσει το σκληρό παρόν, να ανοίξει χαραμάδες για να περάσει το φως και η ελπίδα». Και πράγματι, μια υπερπληθώρα πολιτιστικών προτάσεων είναι διαθέσιμη διαδικτυακά τις τελευταίες μέρες από φορείς πολιτισμού για να μας ψυχαγωγήσουν.
Μπορείτε στη συνέχεια να επιλέξετε μερικές από τις ενδιαφέρουσες θεατρικές παραστάσεις που προσφέρονται online, ώστε να γίνει πιο ποιοτικός ο χρόνος που περνάμε στο σπίτι.
Πέρσες – Εθνικό Θέατρο
Η παράσταση σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζήόπως είχε ανέβει στην Επίδαυρο. Το σπουδαιότερο αντιπολεμικό έργο του Αισχύλου, θεωρείται η παλαιότερη σωζόμενη τραγωδία. Επίσης είναι η πρώτη τραγωδία που αντλεί τη θεματολογία της από ιστορικά γεγονότα (και μάλιστα μόνο κατά επτά χρόνια προγενέστερα από την παρουσίασή της στο κοινό): πραγματεύεται την οδύνη των Περσών όταν πληροφορούνται για τη συντριπτική ήττα τους στη Σαλαμίνα.
Μήδεια – Εθνικό Θέατρο
Εθνικό Θέατρο, η Νικαίτη Κουντούρη παρουσίασε την παράσταση με τους: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Μάγια Λυμπεροπούλου, Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Άννα Μακράκη, Άρης Λεμπεσόπουλος, Γιάννης Νταλιάνης, Νίκος Χατζόπουλος κ.ά.
Το γάλα – Eθνικό Θέατρο
Το «Γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη, ένα κείμενο σταθμός για το σύγχρονο ελληνικό θέατρο, όπως είχε ανέβει στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη και με τον Κωνσταντίνο Παπαχρόνη.
Θείος Βάνιας – Κέντρο ελέγχου τηλεοράσεων
Ο Θείος Βάνιας σε σκηνοθεσία Μαρίας Μαγκανάρη, όπως παρουσιάστηκε στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων.
Βάκχες του Ευριπίδη
Το θέατρο Πορεία,
θέλοντας να βοηθήσει με τον τρόπο του στην αντιμετώπιση της δοκιμασίας που περνάει η χώρα μας, αλλά και ολόκληρος ο κόσμος, προσφέρει στο κοινό τη δυνατότητα να παρακολουθήσει εμβληματικές θεατρικές παραστάσεις. Η δράση ξεκίνησε με την παράσταση «Μεγάλη Χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση σε διασκευή Στρατή Πασχάλη και σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου, την Τρίτη 24/3 και είχε μεγάλη ανταπόκριση από το κοινό. Ως τις 4 Απριλίου θα είναι online παραστάσεις όπως η Μιράντα βασισμένο στην Τρικυμία του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, οι Βάκχες του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Renate Jett, 2008, Δάφνης και Χλόη, Ταξίδι Αναψυχής βασισμένη στο αρχαίο ελληνικό μυθιστόρημα του Λόγγου και στη μετάφραση του Ρόδη Ρούφου.
Μπορείτε να ενημερωθείτε αναλυτικά, εδώ.
Tα Λιμάνια της Πορφύρας – ΙΜΕ
Το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού προσκαλεί επίσης, σε ένα μαγευτικό διαδικτυακό ταξίδι μάθησης και ψυχαγωγίας, στηρίζοντας την εκστρατεία «Μένουμε Σπίτι», με τη δωρεάν online παρακολούθηση των παραγωγών του. Πρόκειται για ντοκιμαντέρ ιστορικού και πολιτιστικού περιεχομένου, οδοιπορικά σε περισσότερες από είκοσι πόλεις της Μικράς Ασίας, καταγραφή των θαλάσσιων ταξιδιών του ελληνικού λαού στην Κύπρο και τον Λίβανο κ.α.
Μπορείτε να ενημερωθείτε αναλυτικά, εδώ.
Για τους μικρούς Διαζωματικούς φίλους
Για τους μικρούς μας φίλους προτείνουμε να επισκεφτείτε με τους γονείς σας την ιστοσελίδα του Υπουργείου Πολιτισμού «Το Αρχαίο Θέατρο στον κύκλο του χρόνου», που σχεδιάστηκε από τη Διεύθυνση Μουσείων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού στο πλαίσιο της Πράξης «Σχεδιασμός και παραγωγή παιδαγωγικών εργαλείων για την ανάδειξη της σημασίας του θεάτρου στην αρχαιότητα και σήμερα». Στο site αυτό μπορείτε να βρείτε ενδιαφέρον ψηφιακό υλικό για την ιστορία του αρχαίου θεάτρου, καθώς και εκπαιδευτικά παιχνίδια.
Δείτε περισσότερα, εδώ.