Τρίτη 13 Αυγούστου 2019



Το ολοκαύτωμα των Ανωγείων, 13 Αυγούστου 1944


Φωτιά και θάνατος παντού...
Ο τότε γραμματέας του ΕΑΜ Ανωγείων, Μ. Αεράκης, εξιστορεί τα γεγονότα. Τρεις βδομάδες οι Γερμανοί, σκότωναν, έκαιγαν και ισοπέδωναν τα πάντα, τιμωρώντας το χωριό για τη μεγάλη αντιστασιακή του δράση. Ο ιστορικός συγγραφέας Αντ. Σανουδάκης, καταθέτει στοιχεία για την αγγλογερμανική συνεργασία που είχε στόχο το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ
Οσοι πρόλαβαν γλίτωσαν... Ανάπηροι και γέροντες θάφτηκαν ζωντανοί κάτω από τα συντρίμμια των ίδιων των σπιτιών τους... Μαύροι καπνοί που σκέπασαν όλο τον Μυλοπόταμο έβγαιναν από τα Ανώγεια , όπου οι Γερμανοί έδειχναν την... παλικαριά τους, πυροβολώντας ό,τι έβρισκαν μπροστά τους ζωντανό... Ανθρωπος ή ζώο, δεν έχει σημασία για τους φασίστες... Παντού φωτιά και θάνατος...
Το ολοκαύτωμα των Ανωγείων ξεκίνησε σαν σήμερα πριν από 75 χρόνια. Περίπου τρεις εβδομάδες χρειάστηκαν οι Γερμανοί, για να ισοπεδώσουν τα πάντα στο αντιστασιακό χωριό της Κρήτης, οι κάτοικοι του οποίου είχαν αναπτύξει σπουδαία δράση κατά του φασισμού, μαζί με τον ΕΛΑΣ του καπετάν Γιάννη Ποδιά και του ΕΑΜ των Ανωγείων με γραμματέα της Οργάνωσης - την περίοδο εκείνη - τον Μανούσο Αεράκη.
Τα αντίποινα των Γερμανών ξεκίνησαν με αφορμή τη σύλληψη και εκτέλεση από τους άντρες του ΕΑΜ, του Γερμανού λοχία των Ες-Ες, με το όνομα "Σήφης".Ομως, ως αφορμή χρησιμοποιήθηκε και το γεγονός, ότι μέσα από τα Ανώγεια είχαν περάσει πρόσφατα οι απαγωγείς του Κράιπερ.Η αλήθεια βέβαια για το ολοκαύτωμα, όχι μόνο των Ανωγείων αλλά και τα άλλα που έγιναν στην Κρήτη, είναι εντελώς διαφορετική. Οπως θα δούμε παρακάτω, μέσα από σημαντικά στοιχεία που καταθέτει στο "Ρ" ο φιλόλογος ιστορικός συγγραφέας Αντώνης Σανουδάκης,γνωστός για την πολύχρονη ενασχόλησή του με την ιστορία της Εθνικής Αντίστασης, πίσω απ' όλα αυτά, υπήρχε αγγλογερμανική συνεργασία.
Η σύλληψη του Γερμανού
"Ο Σήφης είχε έρθει στις αρχές περίπου, του Ιούνη - θυμάται - και μπαλοτοκωπούσε στο χωριό, έσπρωχνε γυναίκες, έκανε μια νταϊλίστικη και προσβλητική εμφάνιση για τα Ανώγεια . Μετά από αυτήν την ανεπιθύμητη επίσκεψη, η οργάνωση του ΕΑΜ συνήλθε και πήρε απόφαση, εάν ο Σήφης ξαναπατήσει στο χωριό να μη φύγει αλλά να πιαστεί ζωντανός ή νεκρός...
Την ευθύνη για την υλοποίηση της απόφασης θα αναλάμβαναν όσοι ΕΑΜίτες θα βρίσκονταν στο χωριό τη μέρα που ο φασίστας με την παρέα του θα έκανε το "μοιραίο λάθος", όπως κι έγινε. Μετά από αυτή την απόφαση, επιλέχτηκε και το σημείο που μαζέψαμε και κρύψαμε όλα τα όπλα των ΕΑΜιτών. Στις αρχές του Αυγούστου ήρθε και πάλι ο Σήφης με την παρέα του και η απόφαση που είχε παρθεί εξετελέσθη επιτυχώς με πρωτοβουλία, τότε, του Μανόλη Μανουρά ή Ζμαϊλομανόλη"... Ο λοχίας Σήφης μαζί με άλλους πέντε Γερμανούς και δύο Ιταλούς φασίστες που τον ακολουθούσαν, συνελήφθησαν και παρελήφθησαν από τον ΕΛΑΣ".
Το γεγονός αυτό ενόχλησε το στρατηγείο του γερμανικού στρατού στα Χανιά και η διαταγή του Μίλερ ήταν αναμενόμενη για τους αντάρτες: "Τα Ανώγεια να καούν και να ισοπεδωθούν, γιατί ο Σήφης εκτελέσθη από τους Ανωγειανούς και γιατί από το χωριό εκείνο πέρασαν οι απαγωγείς του Κράιπερ μεταφέροντάς τον με τη βοήθεια των Ανωγειανών" έλεγε η διαταγή και πρόσθετε: "Κάθε άνδρας που θα εντοπίζεται σε απόσταση ενός χιλιομέτρου, θα εκτελείται επί τόπου".
Οι Αγγλοι και τα όργανά τους
Η αντίδραση των κομμουνιστών - ανταρτών των Ανωγείων , μόλις έγινε γνωστή η πρόθεση των Γερμανών, ήταν άμεση. Τριμελής επιτροπή με επικεφαλής τον Γιώργο Σμπώκο και με τη συμμετοχή ενός άνδρα του ΕΛΑΣ και του Μ. Αεράκη, έρχονται σ' επαφή με την οργάνωση της ΕΟΚ στην τοποθεσία "Μύθια", όπου βρίσκονταν και οι Εγγλέζοι. Αρχηγός της ΕΟΚ ήταν τότε ο καπετάν Μιχάλης Ξυλούρης ή Χριστομιχάλης στον οποίο ο Γ. Σμπώκος - όπως εξιστορεί ο Μ. Αεράκης - είπε χαρακτηριστικά: "Καπετάν Μιχάλη, όπως βλέπεις οι Γερμανοί παίρνουν τους γέρους, τις γυναίκες μας και ετοιμάζονται να κάψουνε τα σπίτια μας και τα υπάρχοντά μας. Ας παραμερίσουμε ό,τι μας χωρίζει. Να ενώσουμε τα όπλα μας και να πολεμήσουμε τους Γερμανούς για να περισώσουμε ό,τι μας ανήκει". Ομως, όπως πάντα, έτσι και τότε, οι εθνικιστές αντάρτες αποδεικνύονται όργανα των Αγγλων. "Αδυνατώ ν' απαντήσω, αν δε συμβουλευτώ την αγγλική αποστολή", απάντησε ο Χριστομιχάλης.
Οι Αγγλοι φυσικά αρνήθηκαν, ισχυριζόμενοι ότι "οι δυνάμεις των Γερμανών είναι τεράστιες και θα έχουμε πολλές ανθρώπινες απώλειες, ενώ αν δε χτυπήσουμε υπάρχει πιθανότητα να μην ολοκληρώσουν το καταστροφικό τους έργο".
"Εμείς πιστεύουμε το αντίθετο..." ανταπαντούν οι εκπρόσωποι του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. "Αν τους χτυπήσουμε, κάτι μπορούμε να περισώσουμε. Αν όχι, τότε ούτε μια πέτρα στο χωριό δε θ' αφήσουν όρθια οι κατακτητές". Συγκλονιστικά ήταν τα λόγια που γύρισαν και είπαν στη συνέχεια ο Σμπώκος και ο Αεράκης στον αρχηγό της ΕΟΚ: "Εμείς καπετάν Μιχάλη, γνωρίζουμε τα κατατόπια εδώ και θα κάνουμε μεγάλη ζημιά στους Γερμανούς" λέει πρώτος ο Σμπώκος. "Εμείς θα κατεβούμε κάτω και θ' απολογηθούμε σε νεκρούς και ζωντανούς για ό,τι και αν συμβεί. Οι Αγγλοι θα φύγουν κάποτε για να γυρίσουν στη χώρα τους" λέει από την πλευρά του ο γραμματέας του ΕΑΜ.
Ομως ο εντολοδόχος των Εγγλέζων επέμεινε στην αρχική του απάντηση στους κομμουνιστές, που αναγκάστηκαν να φύγουν για το λημέρι του ΕΛΑΣ. Η άποψη που επικράτησε τη νύχτα εκείνη στον ΕΛΑΣ, ήταν ότι οι Αγγλοι γνώριζαν φυσικά πως το χωριό θα καιγόταν και ήθελαν μετά το ολοκαύτωμα να ξεσηκώσουν τον κόσμο εναντίον των κομμουνιστών κατηγορώντας τους ως υπεύθυνους...
Το χωριό τυλίγεται στις φλόγες
Σε λίγο θα ξημέρωνε η 13η Αυγούστου. Η έδρα του ΕΛΑΣ μετακινείται από την τοποθεσία Τσουνιάς πιο κοντά στο χωριό και συγκεκριμένα στη θέση Στεφάνα. Παράλληλα ένα μεγάλο τμήμα ανταρτών κατεβαίνουν ακόμα πιο κοντά. Σ' ένα βραχώδες μέρος με την ονομασία Βιτσιλιά. Στην ομάδα αυτή συμμετέχει και ο Μανούσος Αεράκης που μας αφηγείται τις δραματικές στιγμές που ακολούθησαν, όταν χιλιάδες Γερμανοί πάτησαν στο χωριό.
"Μια ώρα περίπου πριν να ξημερώσει, οι Γερμανοί μας αντελήφθησαν και με τη βοήθεια φωτοβολίδων άρχισαν να βάλουν εναντίον μας. Ανταλλάξαμε πυρά και στο μεταξύ ήρθε διαταγή από τον ενεργητικό ΕΛΑΣ να ενεργήσουμε. Από τότε άρχισε το ολοκαύτωμα του χωριού. Πρώτα το καίγανε και μετά το κατεδαφίζανε. Η έδρα τους ήτανε στα Σίσαρχα. Ολη τη μέρα καίγανε και γκρεμίζανε και όλη νύχτα έμεναν στα Σίσαρχα. Εμείς τη νύχτα κατεβαίναμε περίπολο στο χωριό για να προστατεύσουμε ό,τι τυχόν μείνει στο τέλος από τα περιουσιακά στοιχεία των Ανωγειανών. Να περιφρουρήσουμε όσο γίνεται το χωριό, από πλιατσικολόγους, που ξέρανε ότι τη νύχτα οι Γερμανοί δεν ήταν εκεί και πηγαίνανε να πάρουν ό,τι θέλανε. Η εικόνα που αντικρίσαμε στο χωριό ήταν φρίκη πραγματικά...
Εβλεπες σεντόνια, βούργιες, δρόμο δεν έβλεπες γιατί ήταν ισοπεδωμένο το χωριό, γουρούνια σκοτωμένα, κότες σκοτωμένες, τυριά, τρόφιμα πεταμένα... Κάποια στιγμή η κατάσταση ήταν τέτοια που από τη βρώμα των ψόφιων ζώων δεν μπορούσαν ούτε οι Γερμανοί να σταθούν...".
Ομως στα γεγονότα εκείνα υπήρξαν και πολλοί άνθρωποι νεκροί. Οπως λέει ο Μ. Αεράκης "οι Γερμανοί έκαναν ομαδική εκτέλεση στα Σίσαρχα. Εσκοτώσανε σποραδικά από δω κι από κει. Εμαζέψανε τους γέρους και τους πήγανε στο Ηράκλειο, τα γυναικόπαιδα στα διάφορα χωριά, ενώ όσοι ήτανε ανάπηροι και δεν μπορούσαν να περπατήσουν καιγότανε ζωντανοί μέσα στα σπίτια τους...".
Αγγλο - γερμανική συνεργασία
Σ' ένα ολόκληρο σχέδιο μεταξύ Αγγλων και Γερμανών, οφείλεται στην πραγματικότητα το ολοκαύτωμα των Ανωγείων και άλλων χωριών της Κρήτης, σύμφωνα με αποκαλυπτικές δηλώσεις που έκανε στο "Ρ" ένας από τους πιο γνωστούς ιστορικούς - συγγραφείς της Μεγαλονήσου, ο Αντώνης Σανουδάκης: "Ερμηνεύοντας το ολοκαύτωμα και την καταστροφή των Ανωγείων , καθώς και τις καταστροφές και εκτελέσεις που έγιναν στην κεντρική κυρίως Κρήτη, το καλοκαίρι του 1944, δεν πρέπει να τα δούμε ως μεμονωμένα γεγονότα. Πρόκειται στην πραγματικότητα για γεγονότα που οφείλονται σ' ένα ευρύτερο αγγλογερμανικό σχέδιο που υπάρχει, αυτή την περίοδο, μέσα στο οποίο μπορούμε να εντάξουμε ακόμα και την απαγωγή του Κράιπερ ή και το σαμποτάζ της Δαμάστας! Δηλαδή, πιο συγκεκριμένα, την άνοιξη προς το καλοκαίρι του 1944 έχει υπάρξει μία συμφωνία μεταξύ των Αγγλων και προσωπικά με τον Χίτλερ, ώστε οι γερμανικές δυνάμεις που βρίσκονται στο Αιγαίο να παραμείνουν ατόφιες. Ετσι λοιπόν αρχίζοντας να υποχωρούν απ' την Ανατολική Κρήτη (τη Σητεία) με κατεύθυνση προς τα Χανιά, μεγάλη δύναμη Γερμανών και Ιταλών, που δεν είχαν παραδοθεί μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το 1943, είχαν ένα μοναδικό στόχο: Να παραμείνουν στα Χανιά και να χρησιμοποιηθούν απ' τους Αγγλους εναντίον του ΕΛΑΣ, εναντίον δηλαδή γενικότερα του "κομμουνιστικού κινδύνου" που κατά την άποψη των Αγγλων είχε παρουσιαστεί ως μεγαλύτερος κίνδυνος απ' τον γερμανικό. Ετσι λοιπόν μπορούμε να εξηγήσουμε το λόγο της υποχώρησης των Γερμανών με τρόπο ώστε να μείνουν ανενόχλητοι κι όχι μόνο να υποχωρούν ανενόχλητοι, αλλά πρέπει να υποχωρήσουν και να φτάσουν ανέπαφοι κατατρομοκρατώντας τον κόσμο και βρίσκοντας αφορμές οι οποίες είναι ετεροχρονισμένες...
Δηλαδή η απαγωγή του Κράιπερ, που έγινε τον Απρίλη του 1944, αν το μελετήσει κανείς δεν έχει και πολλή σχέση με τη μετά από 6 μήνες "εκδίκηση" των Γερμανών εναντίον των χωριών, είτε του Ηρακλείου, είτε των Ανωγείων , είτε του Αη Βασίλη και του Αμαρίου. Στην πραγματικότητα και το σαμποτάζ τον Αύγουστο του '44 που γίνεται στη Δαμάστα, σ' ένα χωριό καθαρά ΕΑΜίτικο και που είναι πάνω στον άξονα από το Ηράκλειο στα Χανιά, γίνεται με σκοπό να τρομοκρατηθούν οι αντάρτες, όταν το χωριό θα ζητούσε εκδίκηση απ' τους Γερμανούς, όπως πίστευαν οι Αγγλοι. Πρέπει λοιπόν, κατά την άποψη των Αγγλων και των Γερμανών να κρατηθούν ατόφιες αυτές οι δυνάμεις, ξεθεμελιώνοντας χωριά, εκτελώντας αθώους, εκτελώντας γυναίκες όπως έγινε και στο Ηράκλειο...".
Χριστόφορος ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
Πηγή: Ριζοσπάστης


          «Μπλόκο της Καλαμαριάς»

Πέρασαν 75 χρόνια από το «Μπλόκο της Καλαμαριάς», όπως ονομάστηκε η σφαγή 13 αθώων πολιτών της Καλαμαριάς, στις 13 Αυγούστου 1944, από τους Γερμανούς κατακτητές και τους γερμανοντυμένους ελληνόφωνους συνεργάτες τους των Ταγμάτων Ασφαλείας.
Το 1944, τελευταίο έτος της Κατοχής , η Θεσσαλονίκη και ολόκληρη η Ελλάδα, πλην των ορεινών περιοχών που έχουν απελευθερωθεί, βιώνουν άγρια τρομοκρατία από τους φασίστες Γερμανούς κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες και δωσίλογους των Ταγμάτων Ασφαλείας.
Επιδρομές σε συνοικίες της πόλης και μπλόκα στις γειτονιές είναι η φοβερή καθημερινή πραγματικότητα και οι εκτελέσεις Ελλήνων αγωνιστών της Ελευθερίας αλλά και αθώων πολιτών διαδέχονται η μία την άλλη . Ιδιαίτερα μετά την απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ στη Γερμανία στις 20.7.1944 οι Γερμανοί κατακτητές και οι εδώ συνεργάτες τους ταγματασφαλίτες γίνονται περισσότερο βάρβαροι κατά των κατοίκων της Θεσσαλονίκης όπου η Εθνική Αντίσταση είχε φουντώσει . Και επειδή δεν μπορούσαν να πλήξουν τα ένοπλα αντάρτικα τμήματα άρχισαν να χτυπούν αδιακρίτως φύλου και ηλικίας άοπλους και αδύναμους πολίτες.
Στις 13 Αυγούστου 1944, ημέρα Κυριακή το πρωί , οι κατακτητές συνοδευόμενοι από άνδρες του τάγματος του Δάγκουλα κάνουν μπλόκο στην Καλαμαριά, συλλαμβάνουν 13 αθώους πολίτες και τους εκτελούν με τη "δικαιολογία" ότι ήταν μέλη αντιστασιακών οργανώσεων ...
Με αυτόν τον τρόπο και μ΄αυτά τα αποτελέσματα πολέμησαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα που τώρα δείχνουν πως αγνοούν τα πάντα και ούτε που ασχολούνται με την ηθική υποχρέωση που έχουν απέναντι στη χώρα μας και στο λαό μας που τόσα υπέφερε εξ αιτίας τους στα 4 χρόνια της βάρβαρης Γερμανικής Κατοχής 1941-1944 ...
Ανακοίνωση της Αστυνομίας
«Την 13-8-44 και από της 4ης πρωινής ώρας και μέχρι της μεσημβρίας περίπου απεκλείσθη άπασα η περιφέρεια του ενταύθα ΙΑ' Αστυνομικού Τμήματος Συνοικισμού Καλαμαριάς υπό Γερμανών στρατιωτών... τμήματα δε των ενταύθα Εθνικιστικών Ομάδων ενήργησαν κατ' οίκον ερεύνας και εξετέλεσαν τους κάτωθι...» 
Αυτή είναι η έκθεση της Διεύθυνσης Αστυνομίας Θεσσαλονίκης, όπως συντάχθηκε στις 16 Αυγούστου 1944, τρεις μέρες μετά το Μπλόκο της Καλαμαριάς. To πρωί της Κυριακής 13 Αυγούστου 1944, Γερμανοί στρατιώτες με Έλληνες συνεργάτες τους από το Τάγμα του Δάγκουλα, περικύκλωσαν το κέντρο της Καλαμαριάς και τους γύρω συνοικισμούς και με μια λίστα χαρακτηρισμένων αριστερών, άρχισαν τις έρευνες στα σπίτια. Μέχρι το μεσημέρι, έντεκα άνθρωποι είχαν εκτελεσθεί στα σπίτια τους ή στο δρόμο. Θα ήταν πολλοί περισσότεροι, αφού εκείνη τη μέρα είχαν συλληφθεί τριάντα, που προορίζονταν για εκτέλεση κι άλλοι διακόσιοι, που είχαν κρατηθεί στο χώρο του σχολείου....
Όπως γράφει ο Ανδρέας Βενιανάκης, στο πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο του «Δάγκουλας, ο “δράκος” της Θεσσαλονίκης» (εκδόσεις «Επίκεντρο»): «…Η διεξαγωγή του Μπλόκου δεν ήταν μια επιπόλαιη και αυθόρμητη πράξη εκδίκησης, ………. αλλά μια προγραμματισμένη επιχείρηση τρομοκράτησης και εξόντωσης όσων συμμετείχαν σε αντιστασιακές ενέργειες κατά των Γερμανών. …..Η επιχείρηση στους συνοικισμούς της Καλαμαριάς είχε προετοιμαστεί από καιρό …..οι πληροφοριοδότες είχαν βοηθήσει στην κατάρτιση καταλόγου των υπόπτων που θα εκτελούνταν ….Ο κατάλογος υποβλήθηκε στη διοίκηση της SD (Γερμανική Ασφάλεια), η οποία αφού τον ενέκρινε, πρόσθεσε την υποσημείωση ότι οι ύποπτοι θα έπρεπε να εκτελεστούν στις περιοχές που θα συλλαμβάνονταν και κατά τη διάρκεια της ημέρας, ώστε να επιτευχθεί άμεσα ο στόχος της τρομοκράτησης…..»
Η εκτέλεση της επιχείρησης αυτής είχε ανατεθεί στη συμμορία του αιμοδιψούς εγκληματία Δάγκουλα, που στη διάρκεια της Κατοχής σκορπούσε τη βία, τον τρόμο και το θάνατο στην περιοχή της Θεσσαλονίκης.
Το Τάγμα του Αντώνη Δάγκουλα, που δημιουργήθηκε το 1944 και επίσημα ονομάστηκε «Εθνική Ελληνική Ασφάλεια Πόλεως Θεσσαλονίκης», απαριθμούσε σχεδόν εκατό άντρες οι οποίοι φορούσαν περιβραχιόνιο με νεκροκεφαλή.
Οι άντρες αυτοί, με εντολή των γερμανικών αρχών, είχαν επιφορτισθεί με αστυνομικά καθήκοντα, παρά τις αντιδράσεις της επίσημης αστυνομίας. Η νεκροκεφαλή στο περιβραχιόνιο φανέρωνε πως η πραγματική αποστολή τους ήταν αυτή του εκτελεστικού αποσπάσματος. Γι’ αυτό άλλωστε και οι Γερμανοί έμεναν απαθείς στις κάθε είδους ληστρικές επιδρομές και βιαιοπραγίες του Τάγματος.
Η μαρτυρία της Δήμης Τζιβοπούλου
Είναι σημαντική για το μπλόκο της Καλαμαριάς η μαρτυρία της Δήμης Τζιβοπούλου, όπως καταγράφτηκε στη μνήμη της από τις αφηγήσεις του πατέρα της που ήταν «παρών» στο μπλόκο της Καλαμαριάς.
Όπως της είχε εξιστορήσει ο πατέρας της: «Τα ξημερώματα εκείνης της μέρας, ακούστηκαν δυνατοί χτύποι στην πόρτα του σπιτιού τους, στην οδό Καπετάν Γκόνη, δέκα λεπτά ποδαρόδρομος από το κέντρο της Καλαμαριάς. Ο πατέρας του, αγουροξυπνημένος και φοβισμένος, πήγε ν’ ανοίξει. Η μητέρα με τα παιδιά, ζάρωσαν σε μια γωνία. Μπούκαραν, μέσα, 3-4 μαζεμένοι και κρατώντας μια λίστα με ονόματα, χωρίς πολλές εξηγήσεις, άρχισαν ν’ ανακατώνουν το σπίτι. Σταμάτησαν μπροστά στον κλειδωμένο μπουφέ του σαλονιού και ζήτησαν το κλειδί. Η γιαγιά μου φυλούσε εκεί το βάζο με το γλυκό του κουταλιού. Το κλείδωνε να μην πηγαίνουν τα μικρά και το αδειάζουν! Οι εισβολείς, άρπαξαν το βάζο κι άρχισαν να τρώνε. Κάποια στιγμή, αντιλήφθηκαν την ύπαρξη ενός κλειδωμένου μπαούλου, σε ένα υπνοδωμάτιο. 
–«Τί έχει εδώ;», γαύγισαν! 
-«Τα προικιά της αδερφής μου», απάντησε η γιαγιά μου, με την 9χρονη κόρη της στην αγκαλιά. «Εκείνη έχει το κλειδί, στον παραδίπλα δρόμο». 
– «Να τρέξει ο μικρός και να το φέρει! ΤΩΡΑ!», απαίτησαν! 
Ο μπαμπάς μου βγήκε στο δρόμο κι άρχισε να τρέχει. Ξαφνικά, σφαίρες άρχισαν να σφυρίζουν, γύρω του! Είδαν οι υπόλοιποι ταγματασφαλίτες, που είχαν πιάσει τις γωνιές κάποιον να τρέχει κι άρχισαν να πυροβολούν. Ο μπαμπάς μου κοκκάλωσε.
-«Σταματήστε!», φώναξε ένας από τους «Έλληνες» συνεργάτες, « τον ξέρω τον μικρό, είναι γειτονόπουλο!» Τον ρώτησε για πού το βαλε, ο μπαμπάς μου του εξήγησε κι ο άλλος φώναξε : «Μην πυροβολείτε, εντάξει είναι!» Δόθηκε η άδεια…Πήγε, ήρθε ο μικρός, με την ψυχή στο στόμα, και το κλειδί στο χέρι. Το μπαούλο ανοίχθηκε.. Τα προικιά πετάχτηκαν έξω σα σκουπίδια. Κάτω-κάτω βρέθηκε μια χλαίνη και μια μπαλάσκα.
-«Τί είναι αυτά;» 
-«Από τον Ελληνοαλβανικό.», απάντησε η γιαγιά μου, «Του αδερφού μου». Τα πήραν μαζί τους κι έφυγαν… Λίγο παρακάτω, σκότωσαν τους γονείς ενός συμμαθητή και φίλου του μπαμπά μου, μπροστά στα μάτια του… Ήταν το ζεύγος Μουρουχλιάδη, δύο ανάμεσα στους έντεκα που έχασαν εκείνη τη μέρα τη ζωή τους….», αφηγείται η Δήμη Τζιβοπούλου.
Ένα τραγούδι του Τσιτσάνη για τον Μπλόκο
Το μπλόκο της Καλαμαριάς, ενέπνευσε τον Βασίλη Τσιτσάνη να γράψει το τραγούδι «Μπλόκος»:
Βγήκανε νωρίς τ' αστέρια,
βγήκανε και τα μαχαίρια,
για να μας καρφώσουν,
ωχ! μανούλα μου!
'Έφτασαν τα καραβάνια,
με σπαθιά και με γιορντάνια
για να μας σταυρώσουν,
ωχ! καρδούλα μου!
Εμείς το ξέραμε μια μέρα πως θα γίνει
μπλόκος!
Ωχ! μανούλα μου!
Είναι πολλοί αυτοί που χρόνια μας σταυρώνουν, χρόνια!
Ωχ! καρδούλα μου!
Κράτησε σφιχτά τα χέρια,
την καρδιά σου κάνε πέτρα, μην πονάς!
Μία χούφτα παλικάρια
πολεμούν σαν τα λιοντάρια,
μέσα στην αντάρα, μέσα στη σκλαβιά!
Το θεριό στα δυο να κόψουν
και τον τύραννο να διώξουν!
'Όλα θα τα δώσουν για τη λεφτεριά!
Εμείς το ξέραμε μια μέρα πως θα γίνει μπλόκος!
Ωχ! μανούλα μου!
Είναι πολλοί αυτοί που χρόνια μας σταυρώνουν, χρόνια!
Ωχ! καρδούλα μου!
Κράτησε σφιχτά τα χέρια,
την καρδιά σου κάνε πέτρα, μην πονάς!
Τραγούδι: Βασ. Τσιτσάvης.
Ηχογραφήθηκε: 1978.
Εκδρομή του ΕΑΜ νέων φοιτητών Θεσσαλονίκης στο δάσος του Κουρί
Η Καλαμαριά, η Θεσσαλονίκη ολόκληρη, καταθέτουν κάθε χρόνο στον τόπο εκτέλεσης από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους των 13 αθώων πολιτών στην Καλαμαριά, θυμάτων του φασισμού και του ναζισμού, μία ανθοδέσμη με λουλούδια στη μνήμη τους. Είναι το ελάχιστο που οφείλουμε να κάνουμε γι΄αυτούς τους αδικοχαμένους ήρωες...
Η δίκη των δολοφόνων: Ελάχιστοι πλήρωσαν
Τρία χρόνια μετά το Μπλόκο της Καλαμαριάς, έξι από τους συμμορίτες του Δάγκουλα που είχαν πάρει μέρος στη σφαγή των αθώων Καλαμαριωτών, οδηγήθηκαν στις 7 Οκτωβρίου 1947 στο Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων Θεσσαλονίκης. Οι έξι ταγματασφαλίτες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και ο υπαρχηγός του αιμοδιψούς Δάγκουλα, Δημήτριος Οικονόμου ή Παπάς, ενωμοτάρχης της Ειδικής Ασφάλειας, κατηγορούνταν για τις δολοφονίες 400 και πλέον πατριωτών στη διάρκεια της Κατοχής, καθώς επίσης για μπλόκα, παράνομες συλλήψεις, καταδόσεις πολιτών στους Γερμανούς κλπ.
Από τους κατηγορούμενους για το Μπλόκο της Καλαμαριάς, καταδικάστηκε σε ισόβια ο Οικονόμου, που δικάζονταν ερήμην, σε κάθειρξη οκτώ ετών ο πρώην χωροφύλακας της Ειδικής Ασφάλειας Φώτης Σεϊτανίδης και σε κάθειρξη πέντε ετών ο επίσης συμμορίτης του Δάγκουλα, Θεόδωρος Μεγαλοοικονόμου, ενώ οι υπόλοιποι ταγματασφαλίτες Γιαχάς, Μπόλκας και Μπουντούρης αθωώθηκαν. (εφημερίδες Ελληνικός Βορράς 7-10-1947 και Ελευθερία Αθηνών 8-10-1947).
Και άλλες δολοφονίες πατριωτών
Όπως είχε κατατεθεί ενόρκως στη δίκη των έξι συμμοριτών του Δάγκουλα, είχαν γίνει από τους ίδιους κατηγορούμενους και οι ακόλουθες εκτελέσεις:
-Ο Κωνσταντίνος Τούσης, 16 ετών, είχε συλληφθεί στις 27 Ιουλίου 194, μεταφέρθηκε αρχικά στα κρατητήρια του Δάγκουλα και από εκεί στα SD. Βρέθηκε αργότερα δολοφονημένος στα Λαδάδικα.
-Ο Κωνσταντίνος Παπαδάκης πιάστηκε στις 2 Μαίου 1944 από τον Σεϊτανίδη και εκτελέστηκε.
-Η Αναστασία Μπόλκα κατέθεσε ότι ο γιός της συνελήφθη και εκτελέστηκε από τους Δαγκουλαίους.
-Η Άννα Μαραγκού κατέθεσε ότι οι κατηγορούμενοι ταγματασφαλίτες εκτέλεσαν τον άνδρα της στις 13-8-1944
-Η Κατίνα Ράλλη ανέφερε στο δικαστήριο δοσιλόγων ότι ο άνδρας της δολοφονήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 1944 στο καφενείο Γιοσμά κατά την επίθεση που διενήργησαν οι Δαγκουλαίοι.
- Η Θεοπίστη Κατσαμπέκη κατέθεσε ότι οι Δαγκουλαίοι εισέβαλαν στο σπίτι της, στις 19 Αυγούστου 1944, πήραν την κόρη της Δέσποινα 19 ετών και την εκτέλεσαν με άλλους 15 πατριώτες στον Γαλλικό ποταμό.
- Η Όλγα Τσιπικτσόγλου ανέφερε ενόρκως ότι οι ταγματασφαλίτες άρπαξαν από το σπίτι τον γιό της Αβραάμ και τον δολοφόνησαν την ίδια νύχτα.
Στα μαλακά
Σημειώνεται ότι στο κλίμα της εποχής, και καθώς ο Εμφύλιος Πόλεμος βρισκόταν στη δραματική κορύφωσή του, στις δίκες όσων κατηγορούνταν για συνεργασία με τον κατακτητή ή τη συμμετοχή τους σε δυνάμεις Ταγμάτων Ασφαλείας, οι κατηγορούμενοι στις περισσότερες περιπτώσεις έπεφταν στα "μαλακά" και οι ποινές που τους επιβάλλονταν για ειδεχθή εγκλήματα, ήταν μάλλον αστείες, την ώρα που τα έκτακτα στρατοδικεία καταδίκαζαν αθρόα αγωνιστές της Αριστεράς σε θάνατο.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τις ίδιες μέρες που γινόταν η δίκη των έξι συμμοριτών του Δάγκουλα, το Δικαστήριο Δοσιλόγων της Θεσσαλονίκης επέβαλε σε έναν από τους άνδρες του τάγματος Βήχου, ενός άλλου διαβόητου συμμορίτη, τον Κωνσταντίνο Τουτουντζόγλου, ποινή φυλάκισης μόλις έξι μηνών για την εκτέλεση ενός πολίτη, του Σίμου Γεμενετζή, έξω από καφενείο στην οδό Αγίου Δημητρίου. 
(εφημερίδα Ριζοσπάστης, 9-10-1947)
Περισσότερα για το Μπλόκο της Καλαμαριάς και τους αγώνες των Καλαμαριωτών στην περίοδο της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης, διαβάστε εδώ:
http://farosthermaikou.blogspot.gr/2015/11/blog-post.html

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2019

       Η σφαγή στο Κομμένο Άρτας

Το “άγνωστο” ολοκαύτωμα από τα γερμανικά στρατεύματα με 317 νεκρούς (97 παιδιά και 192 γυναίκες)
Το φρικτό αυτό έγκλημα ήταν ένα οργανωμένο σχέδιο που στόχο είχε να καμφθεί η αντίσταση του ελληνικού λαού, τη στιγμή που ο απελευθερωτικός αγώνας εναντίον των γερμανών και ιταλών καταχτητών είχε φτάσει στο αποκορύφωμά του.
Συγκεκριμένα, αφού το γερμανικό μέτωπο άρχισε να καταρρέει, οι Γερμανοί έθεσαν σε εφαρμογή τη χιτλερική αρχή της «αλληλέγγυας ευθύνης» και άρχισαν να διαπράττουν φρικιαστικά εγκλήματα. Θύμα αυτής της θηριωδίας υπήρξε και το Κομμένο, για το οποίο οι φασίστες είχαν πληροφορίες ότι αποτελούσε κέντρο δράσης αντιστασιακών οργανώσεων. Ακολουθεί η περιγραφή της φριχτής ιστορίας του μαρτυρικού χωριού, όπως καταγράφεται στην ιστοσελίδα του χωριού.

Η «επίσκεψη Ζάλμινγκερ»
Στις 12 Αυγούστου του 1943, ημέρα Πέμπτη, λίγο πριν το μεσημέρι, ένα γερμανικό αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο ίδιος ο διοικητής του 98ου Συντάγματος της 1ης Ορεινής Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών Γιόζεφ Ζάλμινγκερ, έφτασε στο Κομμένο, προφανώς για να ερευνήσει αν πράγματι στο χωριό δρούσαν ομάδες ανταρτών. Η «επίσκεψη» Ζάλμινγκερ στο Κομμένο αποτελούσε μέρος των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του 98ου Συντάγματος στην περιοχή της Ηπείρου, με σκοπό την εξόντωση των ανταρτών και το κάψιμο των χωριών εκείνων για τα οποία υπήρχαν υπόνοιες ότι τους τροφοδοτούν και τους ενισχύουν με οποιονδήποτε τρόπο. Το Κομμένο θα ήταν η συνέχεια της εκδικητικής μανίας και των αντιποίνων που είχαν ήδη αρχίσει να εφαρμόζουν οι Γερμανοί σε βάρος αμάχων και είχαν ήδη μετατρέψει σε ερείπια δεκάδες χωριά της Ηπείρου.
Ακριβώς τη μέρα και την ώρα εκείνη στην πλατεία του χωριού οι αντάρτες του Ε.Δ.Ε.Σ. και του Ε.Λ.Α.Σ. (σημ. Οικ.: που λίγο πιο πριν «διαφωνούσαν» για το πώς θα τροφοδοτούνταν με προμήθειες από τους κατοίκους του χωριού) είχαν στήσει τα όπλα τους και κάθονταν κάτω απ’ τα δέντρα. Όταν ο Γερμανός Διοικητής βρέθηκε μπροστά στην εικόνα αυτή, διέταξε τον οδηγό του και έκανε αμέσως στροφή αφήνοντας πίσω τους το χωριό, με την απόλυτη πλέον βεβαιότητα πως οι πληροφορίες του ήταν βάσιμες και δε χωρούσαν την παραμικρή αμφιβολία. Μερικές γυναίκες, μάλιστα, έσπευσαν από φόβο να μαζέψουν και να κρύψουν τα όπλα, αλλά φαίνεται πως η κίνησή τους αυτή έγινε αντιληπτή από τους Γερμανούς.
Από τη στιγμή εκείνη που φεύγουν οι Γερμανοί, αρχίζει για τους κατοίκους του Κομμένου ο τρομερός εφιάλτης. Έντρομοι οι κάτοικοι κουβάλησαν τ’ αγαθά τους και τα ’κρυψαν στα χωράφια τους, στα οποία διανυκτέρευαν και οι ίδιοι, ενώ μια επιτροπή, με επικεφαλής τον πρόεδρο της Κοινότητας Λάμπρο Ζορμπά, μετέβη την επόμενη κιόλας μέρα στην Άρτα και ζήτησε από τις Ιταλικές αρχές και τις συνεργαζόμενες με τους κατακτητές ελληνικές αρχές της πόλης Άρτας να πληροφορηθεί σχετικά με την τύχη του χωριού. Οι αρχές, μάλλον με κάποια αδιαφορία, ίσως διαβεβαίωσαν την επιτροπή πως το χωριό δεν είχε να φοβηθεί τίποτε, γιατί οι αντάρτες δεν ήταν κάτοικοι του Κομμένου. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, και η ίδια η επιτροπή να μην είδε με τη δέουσα σοβαρότητα το γεγονός και να μην έδωσε την πρέπουσα σημασία στην τακτική των αντιποίνων που εφάρμοζαν οι Γερμανοί.
Έτσι στις 15 Αυγούστου, ημέρα που κοιμήθηκε η Παναγία Θεοτόκος, γιόρταζαν όπως είχαν συνήθεια το πανηγύρι τους. Και ο Θόδωρος Μάλλιος τέλεσε το γάμο της κόρης του Αλεξάνδρας με το Θεοχάρη Καρίνο από το χωριό Παχυκάλαμος.


Η εξόντωση
Τα χαράματα, ωστόσο, της 16ης Αυγούστου 120 άντρες του 12ου λόχου του 98ου Γερμανικού Συντάγματος, το οποίο έδρευε στην περιοχή της Φιλιππιάδας, μια μικρή κωμόπολη 10 περίπου χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Άρτας, επιβιβάζονται πάνοπλοι στα φορτηγά και σταθμεύουν έξω από το Κομμένο. Αποστολή του 12ου λόχου ήταν η εξόντωση των ανταρτών που δρούσαν στην περιοχή και η εξαφάνιση του χωριού που τους υποστήριζε και τους προμήθευε με τρόφιμα και άλλα απαραίτητα για την αντίστασή τους εναντίον των Γερμανών.
Ήδη όμως από την Πέμπτη 12 Αυγούστου ο Διοικητής του 98ου Συντάγματος συνταγματάρχης Γιόζεφ Ζάλμινγκερ σημείωνε στην αναφορά του σχετικά με την επίσκεψή του στο Κομμένο: «Προσωπική αναγνωριστική επιχείρηση διαπίστωσε ότι το Κομμένο (12 χλμ. νότια-νοτιοανατολικά της Άρτας) βρίσκεται στα χέρια συμμοριτών, 25 – 30 άντρες με στολές ερήμου. Προς το παρόν δεν έχουν σχεδιαστεί αντίποινα» (Χ. Φ. Μάγερ, 59) και το Σάββατο 14 Αυγούστου έλαβε διαταγή «να προετοιμάσει αιφνιδιαστική επιχείρηση κατά της διαπιστωμένης συμμορίας στο Κομμένο». (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 60)
Την Κυριακή 15 Αυγούστου συγκέντρωσε τη μονάδα του, για να της ανακοινώσει πως Γερμανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν στο Κομμένο και όφειλαν, γι’ αυτό, να δράσουν αμέσως με σκληρά αντίποινα εναντίον των ανταρτών και ξεκλήρισμα του χωριού που είχαν το λημέρι τους. Οι στρατιώτες δε δέχτηκαν με ιδιαίτερη προθυμία τη διαταγή να συμμετάσχουν εθελοντικά στην επιχείρηση. «Τουλάχιστον δώδεκα–δεκαπέντε άντρες είχαν προσφερθεί εθελοντικά για την επιχείρηση». (Mark Mazower, 226) Έτσι η διαταγή άλλαξε και η επιχείρηση ανατέθηκε στο 12ο λόχο του 98ου Συντάγματος. Διοικητής του 12ου λόχου ήταν ο υπολοχαγός Ρέζερ, πρώην στέλεχος της νεολαίας του Χίτλερ, φανατικός ναζί και αποκαλούμενος Νέρων από κάποιους στρατιώτες. Οι στρατιώτες που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση ήταν στο σύνολό τους κληρωτοί.
Οι άντρες του 12ου λόχου του 98ου Συντάγματος Πεζικού συγκεντρώθηκαν στις 5.00 το πρωί πάνοπλοι με οβιδοβόλα, πολυβόλα, οπλοπολυβόλα, χειροβομβίδες και καραμπίνες, και επιβιβάστηκαν στα στρατιωτικά αυτοκίνητα, για να διανύσουν μια διαδρομή μιάμισης περίπου ώρας από την κοιλάδα του ποταμού Λούρου ως το Κομμένο.
Αφού πρώτα πήραν το πρωινό τους και τη ρητή διαταγή «κανείς δεν πρέπει να επιζήσει, όλοι στο χωριό πρέπει να εκτελεστούν» (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 67),περικύκλωσαν το χωριό από τρεις πλευρές, αφήνοντας αφύλαχτη τη δυτική πλευρά όπου κυλούσε ο Άραχθος ποταμός, ο οποίος, κατά τη γνώμη του Ρέζερ, αποτελούσε φυσικό εμπόδιο διαφυγής. Όλα οργανώθηκαν με κανονικό σχέδιο μάχης, καθώς για τους Γερμανούς το χωριό ήταν κέντρο ανταρτών, οι οποίοι την ώρα εκείνη βρίσκονταν στον ύπνο μαζί με τους άλλους κατοίκους. Γι’ αυτό και δεν πείραξαν κανέναν και τίποτε πριν δοθεί το σύνθημα της μάχης.
«Είδαμε τους Γερμανούς, μια μικρή ομάδα, την ώρα που βγαίναμε απ’ το χωριό», αφηγείται η Ιφιγένεια Παππά – Κοντογιάννη, κορίτσι 18 χρονών τότε.«Είχαμε ακούσει τα αυτοκίνητα που έρχονταν, αλλά δεν ξέραμε ούτε τι κουβαλούσαν ούτε τι έρχονταν να κάνουν. Μας σήκωσε ο πατέρας μου και μας έδιωξε απ’ το σπίτι, φοβόταν ο άνθρωπος μη μας κάνουν κακό. Φύγετε, να περάσετε το ποτάμι και να πάτε να κρυφτείτε στα χωράφια, μας είπε. Σηκωθήκαμε. Μόλις είχε σκάσει ο ήλιος. Στο χωριό ακούγονταν αμάξια, θόρυβος, φασαρία. Φτάσαμε στα τελευταία σπίτια. Σχεδόν πέσαμε απάνω τους. Δε μας πείραξαν. Κρατούσαν όπλα στα χέρια τους και κουβέντιαζαν μεταξύ τους. Νιώσαμε το κορμί μας να τρέμει. Εκείνοι, κάτι όμορφα παιδιά, μας κοίταξαν και κάτι ψιθύρισαν μεταξύ τους χαμογελώντας. Ήταν παιδιά. Δεν προλάβαμε να απομακρυνθούμε στα εκατό μέτρα κι άρχισε το μακελειό».
Θα πρέπει να ήταν 6.30 το πρωί όταν δόθηκε το σύνθημα της «επίθεσης εναντίον των ανταρτών» με δυο φωτοβολίδες που ρίχτηκαν στον αέρα. Οι μονάδες εφόδου άρχισαν να βάλλουν με όπλα, με πολυβόλα, χειροβομβίδες και όλμους. Στόχος τους η εξαφάνιση από γης ολόκληρου του χωριού, χωρίς κανένα έλεος. Έκαιγαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και σκότωναν με μιαν απερίγραπτη αγριότητα άντρες, γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Ακόμη και μωρά. Οι στρατιώτες, κρατώντας μια χειροβομβίδα στα χέρια τους, έσπρωχναν βίαια τις πόρτες των σπιτιών και, ρίχνοντάς την μέσα, τα έκαναν κάρβουνο.
Ολόκληρες οικογένειες κάηκαν ζωντανές μέσα στα σπίτια τους, πριν ακόμη ξυπνήσουν και καταλάβουν τι γίνεται γύρω τους. Άλλοι έτρεχαν στους δρόμους για να σωθούν και έπεφταν από τις σφαίρες που θέριζαν το χωριό. Ανθρώπινα σώματα έγιναν κομμάτια ή διαλύθηκαν εντελώς και δε βρέθηκαν ποτέ. Η διαταγή του υπολοχαγού Ρέζερ και των ανωτέρων του ήταν σαφής: να μη μείνει τίποτε ζωντανό, να μη μείνει τίποτε όρθιο σ’ ένα χωριό που αποτελούσε φωλιά των ανταρτών.
Έξι ώρες κράτησε η σφαγή. Οι δρόμοι, οι αυλές, τα καμένα σπίτια, τα χαντάκια, οι κήποι, η πλατεία, ολόκληρο το χωριό γέμισε πτώματα, που μερικά έμεναν άθαφτα για αρκετές μέρες, αφού δεν απέμεινε κανείς ζωντανός απ’ τους συγγενείς για να θάψει τους νεκρούς του. Το Κομμένο σβήνει και χάνεται τυλιγμένο στις φλόγες και βουβό κάτω απ’ τους καπνούς και τις στάχτες που άφησαν πίσω τους φεύγοντας οι άντρες του 12ου λόχου.
Στο σπίτι του Θόδωρου Μάλλιου γινόταν ο γάμος τη κόρης του Αλεξάνδρας με το Θεοχάρη Καρίνο από τον Παχυκάλαμο, χωριό κοντά στο Κομμένο. Χάθηκαν όλοι. Τους έκαψαν και τους σκότωσαν. Τριάντα με σαράντα άτομα. Από τα 12 μέλη της οικογένειας του οικοδεσπότη Θόδωρου Μάλλιου σώθηκαν εκείνο το πρωινό μόνο δύο, ο Αλέξανδρος και η Μαρία, δεκατριών και δέκα χρόνων, που είχαν φύγει μόλις πριν λίγα λεπτά για να φροντίσουν στο χωράφι τα ζώα. Οι ναζί δε σεβάστηκαν και δε λογάριασαν τίποτε και κανέναν. Σκότωσαν και τη νύφη την Αλεξάνδρα και το γαμπρό το Θεοχάρη.
Όσοι πρόλαβαν και πετάχτηκαν έξω απ’ τα σπίτια τους, έτρεχαν να σωθούν στα χωράφια ή να κρυφτούν χωμένοι στα βαθιά χαντάκια. Μόνη σωτηρία απέμεινε για πολλούς το ποτάμι. Πλήθος κόσμου έτρεχε κατά εκεί. Άλλοι ρίχνονταν στα νερά του για να περάσουν απέναντι και να σωθούν. Άλλοι κρέμονταν απ’ τις βάρκες και τρέμοντας πάλευαν να γλιτώσουν απ’ τον εφιάλτη. Κι εκεί πνίγηκαν σχεδόν όλοι όσοι μπήκαν στη βάρκα του Σπύρου Βλαχοπάνου, δεκαεφτά άτομα. Κι ο θρήνος κι οι κραυγές του πνιγμού έσμιγαν με τη βουή της φωτιάς και των όπλων που αφάνιζαν το Κομμένο.
Σώθηκαν περνώντας στην άλλη όχθη του Αράχθου ή κρυμμένοι στους θάμνους, στα καλαμπόκια και στα λαγκάδια τριακόσιοι πενήντα (350) περίπου.Κι έκαναν μερικοί μέρες πολλές να γυρίσουν στα σπίτια τους και τους νεκρούς να μετρήσο υν. Γιατί φώλιασε στην ψυχή τους ο φόβος μήπως ξανάρθουν οι Γερμανοί, για να ολοκληρώσουν το έργο τους. Όταν πια δε γινόταν αλλιώς, βρήκαν τη δύναμη και το πήραν απόφαση. Πρόχειρα και στον τόπο ακριβώς της σφαγής άνοιξαν λάκκους κι έριξαν τους νεκρ ούς μέσα, για να μην τους φάνε τα σκυλιά και τα όρνια και να μην πέσουν αρρώστιες αγιάτρευτες στο χωριό. Τρία χρόνια έζησαν με τους τάφους των αγαπημένων προσώπων τους στις αυλές τους. Ύστερα μάζεψαν ό,τι είχε απομείνει από αυτούς και το μετέφεραν στο κοιμητήριο του χωριού. Εκείνοι που σώθηκαν έπρεπε ν’ αντέξουν και ν’ αφήσουν γι’ αργότερα τα δάκρυα και τον πόνο.
Η σφαγή τελειώνει
Όταν το μεσημέρι χτύπησε η καμπάνα για να δώσει το μήνυμα στους Γερμανούς στρατιώτες ότι η μάχη τελείωσε, ελάχιστοι από αυτούς μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που έγινε. Αλλά ακριβώς το ίδιο είχε συμβεί και με τους κατοίκους του Κομμένου που κατόρθωσαν να σωθούν και να επιζήσουν. Το τοπίο έμοιαζε απερίγραπτο και απίστευτο. Κάποιοι από αυτούς που άκουσαν το θόρυβο των αυτοκινήτων, σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν προς την πλατεία για να δουν ποιοι ήταν αυτοί που ήρθαν και τι ήθελαν. Άλλοι, αντί να φύγουν για να σωθούν, βγήκαν στους δρόμους για να δουν τι συμβαίνει, ακόμη κι όταν άρχισε η «μάχη» και το χωριό μεταβαλλόταν σε κόλαση. Κι άλλοι, ίσως οι περισσότεροι, είχαν την πλάνη στο νου τους, ίσως γιατί έτσι μπορεί να διαδόθηκε την προηγούμενη μέρα, πως οι Γερμανοί θα κάψουν τα σπίτια που θα βρουν άδεια και δε θα πειράξουν τα σπίτια που θα βρουν μέσα ανθρώπους.
«Ήμουν στο γάμο του Μάλλιου, μέχρι το πρωί», αφηγείται ο Χρήστος Χαραλάμπους, 24 χρονών τότε. «Γυρίζω στο σπίτι μου, έπαιρνε να χαράξει. Είχε ξυπνήσει ο πατέρας μου. Ακούμε θόρυβο από αυτοκίνητα. Έρχονται Ιταλοί, είπε ο πατέρας μου. Ξύπνα και τον αδερφό σου το Σπύρο και φύγετε, με συμβούλεψε. Έρχονται να μαζέψουν την ηλικία σας. Εμάς δε θα μας πειράξουν. Ξύπνησα το Σπύρο, ένα θηρίο παλικάρι μέχρι εκεί πάνω. Μόλις βγήκαμε έξω απ’ το χωριό, ακούμε εδώ πέρα να γίνεται χαλασμός. Τρέχαμε σαν παλαβοί. Χιλιάδες σφαίρες σφύριζαν στ’ αφτιά μας κι έπεφταν δίπλα στα πόδια μας. Μέχρι το μεσημέρι το ’καναν το χωριό κάρβουνο. Γυρίσαμε σπίτι μας την άλλη μέρα. Τι να ιδούμε! Μια αυλή γεμάτη πτώματα. Η δική μας οικογένεια και ολόκληρη η οικογένεια του προέδρου Λαμπράκη Ζορμπά. Τι να κάνουμε Ανοίγουμε ένα λάκκο και τους τραβάγαμε με μια τριχιά και τους ρίχναμε μέσα. Δεκαπέντε – είκοσι νοματαίοι».
Ο Νάσος Βλαχοπάνος έμεινε στο σπίτι για να παρακαλέσει τους Γερμανούς να μην το κάψουν, γιατί είχε μέσα φυλαγμένα τα προικιά της κόρης του Γιαννούλας, την οποία θα πάντρευε ύστερα από λίγες μέρες. Δεκατρείς σφαίρες τρύπησαν το κορμί του και η φωτιά έκαψε και το σπίτι και τα προικιά. Ο Βασίλης Σκουραβέληςέμεινε με ολόκληρη την οικογένειά του μέσα στο σπίτι, για να μην το βρουν άδειο οι Γερμανοί και το κάψουν. Μαζί με το σπίτι έκαψαν και ολόκληρη την οικογένεια του Βασίλη Σκουραβέλη, εννιά άτομα.
Είναι αλήθεια πως οι Γερμανοί στρατιώτες πίστευαν πως λάβαιναν μέρος σε μια μάχη με τους αντάρτες. Καθώς όμως περνούσε η ώρα και δε συναντούσαν πουθενά αντίσταση, όπλα, πυρομαχικά και αντάρτες, κάποιοι από αυτούς άρχισαν να αμφιβάλλουν για τη σκοπιμότητα της επιχείρησης και να περιορίζουν την πολεμική τους δράση, αποφεύγοντας να σκοτώνουν άμαχους και αθώα γυναικόπαιδα, με κίνδυνο μάλιστα να τιμωρηθούν με στρατοδικείο για άρνηση εκτέλεσης διαταγών. Για έξι ώρες οι Γερμανοί πολεμούσαν με φαντάσματα ανταρτών και σκότωναν ανελέητα ανυπεράσπιστους αμάχους.
Όταν δόθηκε το σύνθημα της αναχώρησης του 12ου λόχου απ’ το Κομμένο, ο νεαρός διοικητής του, υπολοχαγός Ρέζερ, θα πρέπει να αισθανόταν πολύ ευχαριστημένος γιατί η επιχείρηση στέφτηκε από απόλυτη επιτυχία, καθώς δεν υπήρξε ούτε μία απώλεια από τις δυνάμεις του, ενώ οι «εχθροί» κατατροπώθηκαν και άφησαν στο πεδίο της «μάχης» εκατοντάδες θύματα και το χωριό τυλιγμένο στις φλόγες. Αρκετοί, ωστόσο, από τους στρατιώτες του θα πρέπει να έφευγαν βαθιά μελαγχολικοί και συλλογισμένοι, γιατί τους εξαπάτησαν και τους υποχρέωσαν να σκοτώνουν αθώους. Ο στρατιώτης Άλμπερτ Ζένγκερ θυμάται πως μετά την επιχείρηση κάθισαν κάτω από τις πορτοκαλιές για να προφυλαχτούν από την αφόρητη ζέστη του Αυγούστου. «Μετά από τη φασαρία των όπλων κυριαρχούσε απόλυτη ησυχία. Οι περισσότεροι στρατιώτες ήταν στενοχωρημένοι και σχεδόν κανείς δεν ήταν σύμφωνος με την επιχείρηση. Ως αυτό το γεγονός δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι ανάμεσά μας υπήρχαν και σαδιστές που συμπεριφέρθηκαν σαν άγρια ζώα. Είδα μα τα μάτια μου στρατιώτες οι οποίοι γελούσαν κι έκαναν αστεία εις βάρος των πτωμάτων. Οι περισσότεροι όμως βρίσκονταν σε μια κατάσταση σοκ και ήταν βαθιά θλιμμένοι. Όλοι είχαν ήδη τύψεις συνείδησης με μερικές μόνο εξαιρέσεις. Στο τέλος καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι εκτελούσαμε απλώς διαταγές ανωτέρων. Η οποιαδήποτε ανυπακοή απέναντι σε επίσημες διαταγές τιμωρούνταν σκληρά». (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 81)
Οι Γερμανοί στρατιώτες εγκατέλειπαν το Κομμένο μέσα σε μια κόλαση φωτιάς και σε έναν τρομερό εφιάλτη, που κάποιοι από αυτούς μπορεί να τον κουβαλούσαν μαζί τους και να τον έφερναν με πολύ τρόμο στο νου τους, όταν ο πόλεμος τέλειωσε και η ζωή ξαναμπήκε στον κανονικό της δρόμο. Για πολλά χρόνια. Νικητές Σε τι είδους μάχη Ηττημένοι Ίσως.
«Ο ανθυπολοχαγός ή αρχηγός της ομάδας μου έδωσε τη διαταγή να πυροβολήσω τους Έλληνες. Αρνήθηκα. Ανάμεσα στους Έλληνες βρίσκονταν γυναίκες και παιδιά και νομίζω μια από τις γυναίκες κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά. Ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι ετοιμαζόμουν να διαπράξω ένα έγκλημα. Αυτή η μέρα ανήκει στις χειρότερες αναμνήσεις που έχω από όλο τον πόλεμο. Ο ανθυπολοχαγός ή ομαδάρχης είχε στηθεί πίσω μου και απειλούσε να με πυροβολήσει με το οπλοπολυβόλο του σε περίπτωση που θ’ αρνιόμουν να εκτελέσω τη διαταγή του. Αυτή την απειλή την πήρα πολύ σοβαρά. Όλοι μας είχαμε αναγκαστεί να λάβουμε μέρος στην επιχείρηση. Ίσως να με απείλησε και με στρατοδικείο. Αμέσως άρχισα να πυροβολώ προς τη μεριά των Ελλήνων, οι οποίοι προσπάθησαν να κρυφτούν πίσω από τα κασόνια», θυμάται αρκετά χρόνια μετά ο στρατιώτης Άλμπερτ Τσάντερ. (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 76).
Το ταξίδι της επιστροφής τους στη βάση της μονάδας τους θα ήταν ασφαλώς πιο δύσκολο από τον πρωινό τους περίπατο τόσο μέχρι να φτάσουν στο Κομμένο όσο και κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής τους στους άδειους από εχθρούς δρόμους του. Και ήταν πολύ φυσικό για κληρωτούς αξιωματικούς και στρατιώτες, που μέσα σε λίγες ώρες μετέτρεψαν σε κόλαση ένα παραδεισένιο χωριό που δεν τους έφταιξε σε τίποτε και δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση στην επιχείρησή τους. «Οι αντιδράσεις των κληρωτών ήταν κι αυτές ταραγμένες. Στα φορτηγά που πήγαιναν πίσω στη Φιλιππιάδα, συζητούσαν γι’ αυτό που είχαν κάνει. Πολλοί απ’ αυτούς έδειχναν μελαγχολικοί και συγκλονισμένοι. Ο Καρλ Ντ. θυμόταν ότι “στον 12ο λόχο η ενέργεια αυτή συζητήθηκε πολύ. Σύντομα όλοι οι στρατιώτες έμαθαν γι’ αυτή. Λίγοι την έβρισκαν σωστή. Εγώ ήμουν τόσο επηρεασμένος απ’ αυτές τις ωμότητες που για εβδομάδες είχα χάσει την ψυχική μου ισορροπία”.Την ώρα των τουφεκισμών αναφέρεται πως ένας υπαξιωματικός πέταξε το πηλήκιο στα πόδια του Ρέζερ και φώναξε: “Herr Oberleutnant, απλώς να θυμάστε ότι αυτή είναι η τελευταία φορά που συμμετέχω σε κάτι τέτοιο. Αυτό είναι μια Schweinerei (αθλιότητα) που δεν έχει τίποτα να κάνει με τον πόλεμο”» (Mark Mazower, σελ. 226, και Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 82)
Οι Γερμανοί φεύγουν
Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι πως οι γερμανικές υπηρεσίες, στα επίσημα έγγραφά τους, έκαναν λόγο για ληστές και αντάρτες στο Κομμένο και προετοίμασαν τους στρατιώτες για μια μεγάλη αναμέτρηση με τις δυνάμεις των αντιστασιακών οργανώσεων. Και το τραγικό πως εδώ μέσα δε βρήκαν την παραμικρή αντίσταση, δεν ακούστηκε ούτε ένας πυροβολισμός εναντίον τους, παρά μόνο ακούγονταν τα βογκητά, οι λυγμοί και οι θρήνοι των έντρομων άμαχων κατοίκων του χωριού από τους δικούς τους μονάχα πυροβολισμούς και το δικό τους θανατικό. Μέσα σ’ ένα πρωί το Κομμένο μέτρησε 317 θύματα μιας θηριωδίας και μιας βαρβαρότητας που δεν την αντέχει ακόμη και να την ακούει κανείς. Εξοντώθηκαν 20 οικογένειες, εκτελέστηκαν 95 νήπια και παιδιά ηλικίας έως 15 ετών, θανατώθηκαν 126 γυναίκες.
Αυτό όμως δεν εμπόδισε στο ελάχιστο τους γραφειοκράτες της γερμανικής πολεμικής μηχανής να αναφέρουν την ίδια ημέρα του ολοκαυτώματος με υπερβολική δόση ανανδρίας και ανεντιμότητας, διαστρεβλώνοντας βάναυσα την αλήθεια, πως στο Κομμένο έγινε μάχη με τους αντάρτες: «Σήμερα το πρωί, κατά την περικύκλωση του Κομμένου που έγινε από τρεις πλευρές, ο 12ος Λόχος δέχτηκε πολύ πυκνά πυρά απ’ όλα τα σπίτια. Τότε ο Λόχος άνοιξε πυρ με όλα του τα όπλα, επέδραμε στον οικισμό και τον πυρπόλησε. Φαίνεται πως κατά τη διάρκεια αυτής της μάχης μερικοί από τους ληστές κατάφεραν να ξεφύγουν προς τα νοτιοανατολικά. Υπολογίζεται ότι σ’ αυτή τη μάχη σκοτώθηκαν 150 άμαχοι. Τα σπίτια δέχτηκαν έφοδο με χειροβομβίδες, με αποτέλεσμα τα περισσότερα να πάρουν φωτιά. Όλα τα βοοειδή και το μαλλί έγιναν λάφυρα. Θα ακολουθήσει χωριστή αναφορά λαφύρων. Κατά την πυρπόληση των σπιτιών μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών εξερράγησαν και κρυμμένα όπλα είναι επίσης πιθανόν να κάηκαν μαζί τους». (Mark Mazower, σελ. 223 και Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 83)
Μπορεί στη συνείδηση πολλών Γερμανών στρατιωτών να έμεινε χαραγμένη η εικόνα του πλιάτσικου, «με την πρόφαση ότι πρόκειται για αντίποινα ύστερα από την επίθεση κατά κάποιου στρατηγού», οι Γερμανικές, ωστόσο, αρχές δε δυσκολεύτηκαν στα επίσημα έγγραφά τους να κάνουν λόγο για ληστές, συμμορίτες, αποβράσματα και να χρησιμοποιήσουν ανακρίβειες που μπορούσαν να εμφανίσουν τα εγκλήματά τους εναντίον ανυπεράσπιστων και αμάχων ως πραγματική μάχη με τον εχθρό που τους επιτέθηκε.
Έτσι την επόμενη ημέρα νέα αναφορά σημειώνει, μετατρέποντας τους 150 άμαχους σε 150 νεκρούς από την πλευρά του εχθρού: «Αποτέλεσμα εκκαθαριστικής επιχείρησης στο Κομμένο: 150 νεκροί από την πλευρά του εχθρού, μερικά βοοειδή, όπλα ιταλικής προέλευσης. Η φωτιά στο χωριό ανατίναξε μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών. Το αποτέλεσμα της επιχείρησης επιβεβαίωσε την υποψία και την αναφορά της μεραρχίας ότι η ανατολική πλευρά του κόλπου της Άρτας αποτελεί κέντρο συμμοριτών με ισχυρές ενεργούς ληστοσυμμορίες». (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 93, και Mark Mazower, σελ. 224)
Ενώ ο τότε υπολοχαγός και μετέπειτα Γενικός Γραμματέας του Ο.Η.Ε. Κουρτ Βαλντχάιμ, ο οποίος υπηρετούσε στο γραφείο συντονισμού του γερμανικού γενικού επιτελείου στην Αθήνα, σημείωνε στις 17 Αυγούστου στο Ημερολόγιο Πολέμου της μονάδας του:«17 Αυγούστου: Αυξανόμενη αεροπορική δραστηριότητα του εχθρού με επιδρομές εναντίον της δυτικής ελληνικής ακτής και των Ιόνιων νησιών. Στην περιφέρεια της 1ης Ορεινής Μεραρχίας, η κωμόπολη του Κομμένου (βόρεια του κόλπου της Άρτας) καταλαμβάνεται ύστερα από έντονη εχθρική αντίσταση. Απώλειες του εχθρού». (Mark Mazower, σελ. 224 και Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 96)
Τόσο απλά, λοιπόν, και τόσο σαθρά. Ένα χωριό παραδομένο στις φλόγες των ναζί και 317 άμαχοι και ανυπεράσπιστοι νεκροί, εκτελεσμένοι στα σπίτια τους, στις αυλές και τους δρόμους, δεν ήταν παρά οι εχθροί που πρόβαλαν έντονη αντίσταση στους πάνοπλους Γερμανούς του 12ου Λόχου! Η Γερμανία διέτρεχε κίνδυνο από τα γυναικόπαιδα, τα μωρά και τους άοπλους του Κομμένου!
Μεσημέρι 1.30΄, σημειώνει ο γυμνασιάρχης Στέφανος Παππάς, οι Γερμανοί φεύγουν. Αφήνουν πίσω τους ένα ολοκαύτωμα, ένα απέραντο νεκροταφείο. Και παίρνουν μαζί τους τα λάφυρα του πολέμου: κοπάδια ζώων μεγάλων και μικρών που συγκέντρωσαν στην πλατεία του χωριού, κουβέρτες, σεντόνια, φορέματα, κουστούμια, παπούτσια, γραμμόφωνα, χρήματα, χρυσαφικά. (Στέφανου Παππά, σελ. 29) Η επίσημη έκθεση, ωστόσο, της Βέρμαχτ αναφέρει: «16 κεφάλια βοοειδή, 1 γεμάτο φορτηγό σακιά με μαλλί, 5 ιταλικές καραμπίνες, 1 ιταλικό αυτόματο πιστόλι». (Mark Mazower, σελ. 224)
Ο τραγικός επίλογος
Οι σκηνές φρίκης που εκτυλίχτηκαν το πρωινό της ματωμένης εκείνης Δευτέρας στο Κομμένο και χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη συνείδηση εκείνων που κρύφτηκαν και είδαν με τα μάτια τους όλη την έκταση της βαρβαρότητας και της κτηνωδίας, συνθέτουν ένα πένθιμο εμβατήριο, που ηχεί τυραννικά μέσα μας και μας ελέγχει και μας ανακρίνει και ζητά εξηγήσεις με απόγνωση, μα παίρνει απαντήσεις θολές και μισές, που χάνονται μέσα στον άνεμο.
Το Κομμένο το εκτέλεσαν εν ψυχρώ οι ναζί και το παρέδωσαν στις φλόγες χωρίς έλεος. Η τραγική σελίδα του Κομμένου μένει ζωντανή και καίει άσβηστη φλόγα στη μνήμη των 80 περίπου κατοίκων του που έζησαν τη φρίκη και βρίσκονται ακόμη εν ζωή. Το Κομμένο είναι μια διαρκής καταγγελία της βίας και της βαρβαρότητας. Είναι ένας ασίγαστος πόνος και μια διαμαρτυρία εναντίον κάθε μορφής ρατσισμού. Απ’ τα χείλη και την ψυχή των λίγων πλέον επιζώντων βγαίνει αβίαστα ένα σύνθημα: «όχι άλλη βία κι όχι άλλη αγριότητα στον πλανήτη».
Γιατί το Κομμένο αποθήκευσε κι έκλεισε μέσα στη μικρή του ιστορία όλη την έκταση της βαρβαρότητας και της κτηνωδίας που σπέρνουν αλόγιστα η καθαρότητα της φυλής και η αίσθηση της υπεροχής απέναντι στον άοπλο και τον ανίσχυρο να προστατεύσει τον εαυτό του. Γιατί τούτη η ματωμένη σελίδα του, τα δάκρυα κι η ορφάνια, η φυγή κι η απόγνωση των δικών του παιδιών είναι το πρώτο του μάθημα που μας ανεβάζει ψηλά και μας πάει στην ευπρέπεια της αλληλεγγύης, του ανθρωπισμού και της απέραντης αγάπης.
Αν κατορθώσουμε κάποτε να διαβούμε τα στενά σύνορά μας και τολμήσουμε να περάσουμε στην απέναντι όχθη, έτσι που τον πόνο του ανθρώπου να τον κάνουμε πόνο δικό μας, τότε είναι βέβαιο πως η πρώτη μας έγνοια κι η πρώτη μας πράξη θα σταθούν στο Κομμένο και τον άγιο του τόπο θα τον κάνουν πάρκο ανθρωπιάς και μουσείο της ειρήνης και της συναδέλφωσης των ανθρώπων και των λαών.
Και μπορεί από τούτα τα πάρκα της φιλίας και της ανθρωπιάς να ξεχυθεί το μεγάλο ποτάμι σε μια παγκόσμια διαδήλωση, που στις πιο ψηλές κορφές των βουνών θα στήσει τα λάβαρα και στο κέντρο της γης θα θέσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του: Να τελειώνουμε τώρα με τους πολέμους. Να τελειώνουμε τώρα με τους αποικιοκράτες και τους ιμπεριαλιστές. Το απαιτούν οι νεομάρτυρες των πυρπολημένων και πλημμυρισμένων στο δάκρυ και στο αίμα χωριών μας. Το απαιτούν οι νεομάρτυρες των φούρνων και των κρεματορίων. Το απαιτεί το Κομμένο με τα 317 θύματά του και τ’ απερίγραπτο ολοκαύτωμά του.
Ο τραγικός απολογισμός και το έγκλημα πολέμου
«Την οργή των νεκρών να φοβάστε».
Οδυσσέας Ελύτης
Ότι στο Κομμένο διαπράχθηκε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα πολέμου είναι πέραν πάσης αμφιβολίας. Ανεξάρτητα από το τι έχει αποφασιστεί στη δίκη της Νυρεμβέργης και τι εκκρεμότητες έχουν απομείνει στα διεθνή δικαστήρια και στα επίσημα εθνικά και διεθνή έγγραφα, στη συνείδηση όλων των ανθρώπων, η σφαγή των αμάχων και η ισοπέδωση του χωριού μόνο ως έγκλημα πολέμου έχει καταγραφεί. Το ολοκαύτωμα του Κομμένου ανήκει στις ελάχιστες εκείνες φρικιαστικές περιπτώσεις όπου άνθρωποι ανυπεράσπιστοι και κατά κύριο λόγο ανυποψίαστοι μετατρέπονται αιφνίδια σε τραγικά θύματα μιας οργανωμένης επίθεσης τακτικού στρατού με στόχο δήθεν την εξόντωση ανταρτών.
Στο Κομμένο οι ναζιστικές δυνάμεις δεν έδωσαν μάχη. Δε συγκέντρωσαν τους κατοίκους του για να επιλέξουν θύματα προς εκτέλεση. Δεν εφάρμοσαν τα γνωστά αντίποινα. Τέτοιος λόγος, ασφαλώς, δεν υπήρχε, αφού κανείς Γερμανός αξιωματικός ή στρατιώτης ούτε εκτελέστηκε ούτε τραυματίστηκε ούτε, εν πάση περιπτώσει, αντιμετωπίστηκε με βαναυσότητα από τους κατοίκους του ή από τους αντάρτες που υποτίθεται ότι έδρευαν σ’ αυτό. Ακόμη και ο ίδιος ο συνταγματάρχης Ζάλμινγκερ, που έφτασε σ’ αυτό στις 12 Αυγούστου, διευκολύνθηκε να το εγκαταλείψει ανενόχλητος. «Όχι μόνο δεν πείραξαν τους Γερμανούς οι αντάρτες, αλλά βοηθήσαμε το αυτοκίνητο να βγη από το χαντάκι, που είχε ανατραπή, και να φύγη ανενόχλητο. Κάναμε περισσότερο από ό,τι επέβαλε η εθνική μας τιμή, ενώ μπορούσαμε όλους να τους σκοτώσουμε», αναφέρει ο Στέφανος Παππάςκαταθέτοντας στη δίκη της Νυρεμβέργης (Στέφανου Παππά, σελ. 132)
Πλήθος στοιχείων και μαρτυριών από τους ίδιους τους Γερμανούς στρατιώτες δεν αφήνουν το ελάχιστο ίχνος σχετικά με το κακούργημα και το έγκλημα πολέμου.«Χωριά στα οποία θα πέφτουν πυροβολισμοί ή θα απαντώνται οπλισμένοι, θα καίγονται και ο ανδρικός πληθυσμός θα εκτελείται» ανέφερε η διαταγή του στρατηγού Βάλτερ φον Στέτνερ, διοικητή της 1ης Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών. Στο Κομμένο εκτελέστηκαν οι πάντες χωρίς καμιά διάκριση, παρότι δεν έπεσαν πυροβολισμοί ούτε απαντήθηκαν οπλισμένοι αντάρτες. «Στο χωριό δεν υπήρξε η παραμικρή αντίσταση, ούτε καν ένας πυροβολισμός, και από τη δική μας πλευρά δεν υπήρξε ούτε ένας τραυματίας», αναφέρει ο δεκανέας Κουρτ Ντρέερ. Παρά ταύτα εκτελέστηκαν 95 παιδιά ηλικία 4 μηνών έως 15 χρονών, 126 γυναίκες από 16 έως 80 χρονών και 96 άντρες από 16 έως 80 χρονών.
«Πρώτα ρίχναμε χειροβομβίδες μέσα στα σπίτια και μετά πυροβολούσαμε με καραμπίνες και οπλοπολυβόλα από τις πόρτες. Πολλά πτώματα κάηκαν μέσα στα σπίτια και η μυρωδιά ήταν αφόρητη», θυμάται ο Γιοχάνες Ραλ. «Ήμουν αυτόπτης μάρτυρας όταν κάποιοι στρατιώτες έχωναν μπουκάλια μπίρας στα γεννητικά όργανα γυναικείων πτωμάτων. Νομίζω ότι είδα και πτώματα με βγαλμένα μάτια», εκμυστηρεύεται χωρίς να μπορεί να κρύψει την αηδία του ο Άλμπερτ Σένγκερ.
«Τα μέλη του 12ου λόχου συνέλαβαν εκείνους που ήταν κρυμμένοι στα σπίτια τους και τους συγκέντρωσαν στη μικρή πλατεία… ήταν μια ομάδα 15 – 20 ανθρώπων, κυρίως γυναίκες. Ανάμεσά τους υπήρχαν όμως και μερικά αγόρια και κορίτσια 12 ή 13 ετών… Ο Τσάντερ έστησε το πολυβόλο σε απόσταση 10 – 15 μέτρων… έριξε μια σειρά ριπές και θέρισε τον κόσμο», περιγράφει ο Όσκαρ Γκούντμαν, ο οποίος σημειώνει πως ο Τσάντερ άνοιξε πυρ στην αυλή του Θεόδωρου Μάλλιου την ώρα του γάμου, κατόπιν διαταγής του ανθυπολοχαγού και απειλής ότι σε περίπτωση ανυπακοής θα συντάξει αναφορά σε βάρος του και θα τον στείλει στο στρατοδικείο. Αλλά κι ο ίδιος ο πυροβολητής δεκανέας Άλμπερτ Τσάντερ ομολογεί χαρακτηριστικά: «Ήμουν πολύ ταραγμένος που θ’ αναγκαζόμουν να πυροβολήσω γυναικόπαιδα. Τα νεύρα μου ήταν εξαιρετικά τεντωμένα. Πραγματικά δε θυμάμαι πια, είναι σαν να έχω στη μνήμη μου ένα κενό». (Βλ. Χ. Φ. Μάγερ σελ. 76 – 82)
Για το ίδιο γεγονός καταθέτει στη δίκη της Νυρεμβέργης ο γυμνασιάρχης Στέφανος Παππάς: Οι Γερμανοί «έβγαλαν έξω από το σπίτι του Θεόδωρου Μάλλιου, που γινόταν ο γάμος, 10 – 15 άτομα που εθέρισαν με το πολυβόλο. Είδα με τα μάτια μου απέναντι από τα θύματα σωρός από κάλυκες. Οι υπόλοιποι, γαμπρός, νύφη, συμπέθεροι και άλλοι εν όλω 32 κάηκαν, έγιναν στάχτη μέσα στο διώροφο σπίτι, που καίονταν μια ολόκληρη ημέρα και νύχτα». (Στέφανου Παππά, σελ. 126)
Οι Γερμανοί φρόντισαν, μετά το τέλος της «μάχης» και παρά την αφόρητη ζέστη, να κάνουν μια τελευταία επιθεώρηση στο χωριό και να αποτελειώσουν ό,τι έμεινε στη μέση. «Παντού υπήρχαν πτώματα. Ορισμένοι δεν είχαν αφήσει ακόμη την τελευταία τους πνοή. Προσπαθούσαν να μετακινηθούν και βογκούσαν. Δύο ή τρεις κατώτεροι αξιωματικοί έκαναν μια τελευταία περιπολία στο χωριό κι έδωσαν τη χαριστική βολή στους ετοιμοθάνατους», θυμάται ο δεκαεννιάχρονος στρατιώτης Γιόχαν Χάουσμαν. (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 80)
Λίγο πριν αναχωρήσει ο στρατός, οι επικεφαλής παρότρυναν τους στρατιώτες να πάρουν μαζί τους ό,τι ήθελαν ως λάφυρο από το χωριό. «Οι στρατιώτες όμως ήταν σε τέτοιο βαθμό εξαντλημένοι, που δεν άγγιξαν σχεδόν τίποτε από τα πράγματα που βρίσκονταν ολόγυρα. Μόνο οι αξιωματικοί φόρτωσαν στα φορτηγά κλεμμένα χαλιά και άλλα πολύτιμα αντικείμενα», θυμάται ένας άλλοςδεκαεννιάχρονος στρατιώτης, ο Χανς Τίσλερ. (Χ.Φ. Μάγερ, σελ. 80) Ενώ οΡέζερ «διέταξε μερικούς στρατιώτες να βάλουν φωτιά στα λίγα σπίτια που είχαν μείνει ανέπαφα». (Mark Mazower, σελ. 223)
Θα μπορούσε να παραθέσει κανείς αμέτρητα γεγονότα που δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία πως το ολοκαύτωμα του Κομμένου ήταν ένα έγκλημα πολέμου, σε βαθμό που ο ίδιος ο ταγματάρχης Ράινχολντ Κλέμπε, που ακολούθησε την εκκαθαριστική επιχείρηση ως διοικητής του τάγματος στο οποίο ανήκε ο 12ος λόχος, χωρίς να λάβει μέρος σ’ αυτή, να επιπλήξει αυστηρά τον υφιστάμενό του υπολοχαγό Βίλι Ρέζερ, όταν κάτωχρος και αηδιασμένος από αυτό που αντίκρισαν τα μάτια του μέσα στο Κομμένο, βρέθηκε αντιμέτωπος μαζί του: «αυτό, κύριε υπολοχαγέ, δεν έχει καμιά σχέση με τον πόλεμο. Με κάτι τέτοια δε θέλω να έρθω σε επαφή». (Χ.Φ. Μάγερ, σελ. 90 και Mark Mazower, σελ. 226)
Τα στοιχεία της καταστροφής είναι συνταρακτικά. Εξοντώθηκαν και αφανίστηκαν 20 ολόκληρες οικογένειες. Δολοφονήθηκαν μαζικά και αποτρόπαια 71 παιδιά ηλικίας κάτω των δέκα ετών. Μέσα στα ίδια τους τα σπίτια κάηκαν ζωντανοί γονείς μαζί με τα παιδιά τους. Ούτε ένα τουφέκι δε στράφηκε εναντίον των γερμανών. Οι απώλειες του Κομμένου 317 νεκροί. Σπίτια καμένα, αγαθά λεηλατημένα, κτίρια πυρπολημένα. Οι απώλειες των επιδρομέων ένα μεγάλο, ένα τεράστιο και απερίγραπτο μηδέν, που στρέφεται, εντέλει, εναντίον τους και τους εξευτελίζει.
“Σήκω αδερφέ μ’ από τη γη” – Γρηγόρης Καψάλης
Στο Κομμένο, στις 16 Αυγούστου 1943, γράφτηκε μια από τις πιο τραγικές σελίδες, από εκείνες που αδυνατεί να τις αντέξει ο νους του ανθρώπου και αρνείται να τη συγχωρήσει η παγκόσμια ιστορία. Η μαζική εκτέλεση και ο αφανισμός ολόκληρων οικογενειών συνιστά μια γενοκτονία, με χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε αρχαίες τραγωδίες.
Ο Θεόδωρος Αντωνίου εκτελέστηκε μέσα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά του, ηλικίας 4, 3 και 2 ετών. Ο Χρήστου Αποστόλουσφαγιάστηκε μέσα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του, τη μητέρα του και τα δύο παιδιά του, ηλικίας 11 και 3 ετών. Ο Αθανάσιος Διαμαντής εκτελέστηκε μαζί με τη γυναίκα του και τα πέντε παιδιά του, ηλικίας 30, 10, 16, 8 και 5 ετών. Ο Κων/νος Κριτσιμάς σφαγιάστηκε μέσα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του, ηλικίας 8, 6, 3 και 1 έτους. Η Αικατερίνη Μαράγγου εκτελέστηκε μαζί με το παιδί της, ηλικίας 40 ετών, και τα πέντε εγγόνια της, ηλικίας 14, 11, 8, 6 και 4 ετών. Ο Θεόδωρος Μάλλιοςσφαγιάστηκε στο γάμο της κόρης του, μαζί με τη γυναίκα του, τα εφτά από τα εννιά παιδιά του, ηλικίας 25, 24, 22, 21, 16, 11, και 6 ετών, και τη νύφη του, ηλικίας 24 ετών. Στο ματωμένο γάμο δολοφονήθηκαν η νύφη Αλεξάνδρα και ο γαμπρός Θεοχάρης.
Από το γένος Κοντογιάννη εκτελέστηκαν 29 άτομα, από το γένος Κριτσιμά 24, από το γένος Κολιοκώτση 16, από το γένος Διαμαντή 15, από το γένος Αντωνίου 13. Από τους ξένους που εκείνη την ημέρα βρέθηκαν στο Κομμένο λόγω του πανηγυριού του Δεκαπενταύγουστου και του γάμου εκτελέστηκαν περίπου 35 άτομα. Εκτελέστηκαν επίσης 3 Ισραηλίτες, οι οποίοι έμεναν στο Κομμένο.
Από το βιβλίο «Άι Κομμένο της άσβεστης μνήμης» του Δημήτρη Χρ. Βλαχοπάνου, «Εντύπωσις», 2η έκδοση 2009
Βασική βιβλιογραφία
1. Στέφανου Παππά: Η σφαγή του Κομμένου
2. Χ.Φ. Μάγερ: Η φρίκη του Κομμένου (Καλέντης)
3. Mark Mazower: Στην Ελλάδα του Χίτλερ (Αλεξάνδρεια)
4. Ζωντανές μαρτυρίες
ΠΗΓΗ.ΟΙΚΟΔΟΜΟΣ-ΑΕΤΟΣ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ
*ethniki-antistasi-dse

Σάββατο 10 Αυγούστου 2019

        Ένα απόγευμα γεμάτο μνήμες στον Παρνασσό.


Οι "Φίλοι του Μουσείου Εθνικής Αντίστασης και Σύγχρονης Ιστορίας Ρούμελης" διοργανώνουν επίσκεψη στο μαρτυρικό χωριό Επτάλοφος Παρνασσού την Τρίτη 13 Αυγούστου 2019 με αφορμή την προβολή ταινίας -ντοκιμαντέρ " Τους αγκάλιασαν τα βουνά" του Αποστόλη Ασημακόπουλου παραγωγής 2019.
Η ταινία αφορά στη δράση της πρώτης αντάρτικης ομάδας Παρνασσού του ΕΛΑΣ και του ηρωικού της καπετάνιου Μήτσου Δημητρίου - Νικηφόρου. Η προβολή πραγματοποιείται στις 21.30 στον υπαίθριο χώρο Θεοδώρου Τσέλλου δίπλα στην πλατεία και αποτελεί μέρος των εκδηλώσεων Πολιτιστικό Καλοκαίρι 2019, Επτάλοφος (Αγόριανη) Παρνασσού που διοργανώνει ο Πολιτιστικός Σύλλογος Αγόριανης Παρνασσού.
Στη διαδρομή προς το χωριό θα πραγματοποιηθεί επίσκεψη - ξενάγηση στο Μουσείο Διαμαντή, Εθνικής Αντίστασης και Λαογραφίας στη Λιλαία (Κάτω Αγόριανη).
Η μετάβαση στο χωριό θα γίνει με ίδια μέσα των συμμετεχόντων. Σημείο συνάντησης στη Λιλαία (Κάτω Αγόριανη). στις 8.00 μμ Πληροφορίες- δηλώσεις συμμετοχής στο Γ.Γ Σωματείου, Πάρη Φούντα 6932269378 και στο m.i.a.r.1940.1950@gmail.com
*τρέιλερ της ταινίας "Τους αγκάλιασαν τα βουνά"

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2019

                                 Τέτοιες μέρες πριν 75 χρόνια                                                                        οι ναζί πυρπολούν 1000 σπίτια στο Καρπενήσι και εκτελούν αμάχους .


 Στις αρχές Αυγούστου του 1944, δηλαδή λίγες δεκάδες μέρες πριν την απελευθέρωση, τα φασιστικά καθάρματα επελαύνουν για δεύτερη φορά στην πόλη μας. Από τρία μέτωπα αυτή τη φορά : από Λαμία, Αγρίνιο και Άμφισσα. Στόχος τους να διαλύσουν τον ΕΛΑΣ αλλά και να πλήξουν τις βάσεις υποστήριξής του στα χωριά, ούτως ώστε να εξασφαλίσουν την όσο το δυνατόν καλύτερη και ανενόχλητη σύμπτυξή τους προ της αποχώρησής τους από την Ελλάδα. Πιο επανδρωμένοι από ποτέ, με 10.000 πάνοπλους στρατιώτες, 500 αυτοκίνητα, πλήθος αρμάτων μάχης, βαρύ πυροβολικό και μαζί με χαφιέδες ταγματασφαλίτες, εξαπολύουν μία απίστευτης έκτασης συντονισμένη επίθεση. Από την άλλη πλευρά 3.000 περίπου διαλεχτοί Ελασίτες, νεαροί Επονίτες και αποφασισμένοι εφεδροελασίτες, αναπτύσσονται σε διάφορα μέτωπα. Έτσι ο ανταρτοπόλεμος μαίνεται παντού προξενώντας στους κατακτητές αλλού μικρές και αλλού μεγάλες φθορές αλλά -το κυριότερο- επιφέρουν στον εχθρό σημαντικές καθυστερήσεις έως ότου κερδηθεί ο απαραίτητος χρόνος ώστε να προωθηθούν και πάλι οι άμαχοι σε ασφαλείς τοποθεσίες στο εσωτερικό της ορεινής Ευρυτανίας. Προέχει πάνω απ’ όλα η ασφάλεια του λαού. Στις Ράχες Τυμφρηστού γίνεται μακελειό με μεγάλες απώλειες εκατέρωθεν. Εκεί πέφτει νεκρός και ο γερμανός στρατηγός διοικητής του ενός εχθρικού τομέα.

Στις 9 Αυγούστου 1944 οι φασιστικές ορδές εισβάλλουν και πάλι στο Καρπενήσι, ενώ οι δυνάμεις της αντίστασης ανασυγκροτούνται στα βουνά προετοιμάζοντας την αντεπίθεσή τους. Οι ναζήδες, αγριότεροι και πιο αιμοβόροι από ποτέ, ισοπεδώνουν τα πάντα! Για αρκετές ημέρες, έως και τις 13 Αυγούστου 1944, ειδικά συνεργεία καταστροφής πυρπολούν από άκρη σε άκρη ολόκληρη την πόλη. Από τα χίλια σχεδόν πανέμορφα πέτρινα σπίτια του Καρπενησίου, που έγιναν με το μόχθο και το αίμα των ξενιτεμένων παιδιών μας, απομένουν όρθια μονάχα 8. Καταστρέφουν και ανατινάζουν τα πάντα! Οικίες, καταστήματα, σχολεία, ιστορικά κτήρια, αρχεία, όλα γίνονται στάχτη στο λυσσασμένο πέρασμά τους. Πυκνοί μαύροι καπνοί βγαίνουν μέσα από τα ερείπια της μαρτυρικής πόλης.
Ο εχθρός δεν μένει μονάχα μέσα στο Καρπενήσι. Εξαπολύει βάρβαρες δολοφονικές επιδρομές και στην ευρύτερη περιοχή της Ευρυτανίας. Το μεγαλύτερο τμήμα από το ιστορικό μοναστήρι του Προυσού πυρπολείται και αυτό, μαζί με έγγραφα και κειμήλια ανυπολόγιστης ιστορικής αξίας. Ανατινάζουν και το μοναστήρι της Κουμασιώτισσας. Οι ναζί στο αιματοβαμμένο πέρασμά τους καίνε ολόκληρα χωριά. Εδώ θα κάνουμε μία σημαντική παρεμβολή: Σύμφωνα με τα στοιχεία της εφημερίδας “Τα Ψηλά Βουνά” (εκδότης Νίκος Θάνος, Καρπενήσι 1945) σε διάφορες επιδρομές από τους φασίστες κατακτητές, κάηκαν συνολικά και ανά χρονικές περιόδους : στο Καρπενήσι 980 σπίτια, στη Βίνιανη 40, στη Χρύσω 215, στο Μαραθο 36, στο Μικρό Χωριό 110, στο Μεγάλο Χωριό 15, στις Γοργιανάδες 54, στο Βουτύρο 65, στο Νόστιμο 47, στο Κλαυσί 90, στη Μυρίκη 60, στη Μιάρα 15, στη Λάσπη 195, στο Καλεσμένο 65, στο Κρίκελλο 161, στη Δυτική Φραγκίστα 132, στην Ανατολική Φραγκίστα 72, στην Επισκοπή 45, στο Στένωμα 4, στον Ασπρόπυργο 3, στον Τυμφρηστό 130, ακόμη 7 σχολεία, 1 εκκλησία, 172 αχυρώνες κλπ.
Ο ΕΛΑΣ ανταποδίδει τα χτυπήματα μέσα στις κλεισούρες και τις στενωπούς της δύσβατης ευρυτανικής γης (…). Έτσι τελικά υποχωρούν ντροπιασμένοι προς Αγρίνιο και Λαμία αντίστοιχα, αφήνοντας πίσω τους 700 νεκρούς και 1500 τραυματίες. Ο ΕΛΑΣ από την πλευρά του έχει απώλειες 300 νεκρούς και λαβωμένους.
Και πάλι όμως οι Ευρυτάνες κατορθώνουν, έστω και με τόσο βαρύ τίμημα, να επανακάμψουν στο Καρπενήσι και στα χωριά τους και σαν αληθινοί λεβέντες να στήσουν ξανά τη ζωή τους πάνω στα ερείπια και την καταστροφή. Η Ευρυτανία δεν λυγά!

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2019

Το Μπλόκο του Βύρωνα στις 7 Αυγούστου 1944


Το καλοκαίρι του 1944 άρχισε να γίνεται φανερή η τύχη του πολέμου. Η ήττα της Γερμανίας άρχισε να γίνεται ορατή. Στο Ανατολικό Μέτωπο ο Κόκκινος Στρατός συντρίβει τη μια μετά την άλλη τις στρατιές του Χίτλερ. Οι 11 γερμανικές μεραρχίες, που βρίσκονται στην Ελλάδα, απειλούνται να βρεθούν κυκλωμένες από τα τανκς του στρατάρχη Τολμπούχιν.
Οι αγγλοαμερικάνοι προσπαθώντας να προλάβουν να μπουν πριν από τον Κόκκινο Στρατό στην καρδιά της Γερμανίας προελαύνουν σε όλα τα μέτωπα.
Χωρίς καμία ενόχληση από την αγγλική αεροπορία και το στόλο, οι χιτλερικοί αποσύρουν δυνάμεις τους από τα νησιά του Αιγαίου και τα συγκεντρώνουν στην Αττική.
Τον Σεπτέμβρη του 1943, μετά τη Συνθηκολόγηση της Ιταλίας, οι Γερμανοί στην προσπάθειά τους να εξοικονομήσουν στρατιωτικές δυνάμεις, ενισχύουν δραστικά τα, δημιουργημένα τον Ιούλη του 1943, Τάγματα Ασφαλείας στα οποία αναθέτουν, για λογαριασμό τους, τις εσωτερικές υποθέσεις, την αντιμετώπιση των αντιστασιακών οργανώσεων και ιδιαίτερα του ΕΛΑΣ, τη συγκέντρωση, ακόμα και με μπλόκα, εργατών για τα γερμανικά στρατιωτικά εργοστάσια, την αστυνόμευση και την τήρηση της τάξης υπέρ των δυνάμεων κατοχής, σε συνεργασία με την Αστυνομία και την Χωροφυλακή.
Ο δωσίλογος Ιωάννης Ράλλης, δέχτηκε, την άνοιξη του 1943, τον διορισμό του από τις κατοχικές δυνάμεις, ως πρωθυπουργός, με προϋπόθεση τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας για να αντιμετωπιστεί ο «κομμουνιστικός κίνδυνος». Μπροστά στην άνοδο του αντιστασιακής πάλης του λαού μας και την κατακόρυφη αύξηση της πολιτικής επιρροής του ΕΑΜ, οι κατοχικές αρχές και η δωσίλογη κυβέρνηση επιστράτευσαν τη βία και την τρομοκρατία. Μαζί με τις συλλήψεις και τις φυλακίσεις, αυξάνονται δραματικά τα περιοριστικά μέτρα και οι εκτελέσεις. Από το φθινόπωρο του 1943, τα Τάγματα Ασφαλείας εγκαινιάζουν συγκεντρωτικά χτυπήματα, εκτεταμένες και στοχευμένες επιχειρήσεις, τα γνωστά «Μπλόκα».
Το Απόρρητο Δελτίο Πληροφοριών της Διεύθυνσης Ειδικής Ασφάλειας του Κράτους, της 22 Σεπτεμβρίου 1943, ανάμεσα στα άλλα, στην παρ. 8, αφού διαβλέπει την αποχώρηση των Γερμανών, επισημαίνει τον κίνδυνο της κατάληψης της εξουσίας από το ΕΑΜ:
«Κατά πληροφορίας η εντός των Αθηνών κομμουνιστική οργάνωσις του ΕΑΜ διαθέτει 7.000 όπλα προς κατάληψιν της αρχής κατά την τυχόν αποχώρησιν των Γερμανικών Στρατευμάτων τη βοηθεία και των πλησιαζόντων τα Προάστεια Αθηνών κομμουνιστών ανταρτών της υπαίθρου.» (Αρχείον 1941 – 1944 Η.Ν. ΠΕΤΙΜΕΖΑ).
Η κυβέρνηση του Ράλλη, μέσα στον Αύγουστο του 1944, σε συνεργασία με τους γερμανοφασίστες κατακτητές, οργάνωσε τα φοβερά μπλόκα που πλήρωσε με άφθονο αίμα ο λαός της Αθήνας και του Πειραιά, στην προσπάθειά της να ικανοποιήσει από τη μια μεριά το αίτημα του Χίτλερ για την συγκέντρωση και μεταφορά στα κάτεργα της Γερμανίας 100.000 εργατών, και από την άλλη για να βοηθήσει τους Αγγλους που του συμπαραστέκονταν και τον παρότρυναν, για να βρουν, όταν θα αποβιβάζονταν στην Ελλάδα, την Εθνική Αντίσταση της Αθήνας και του Πειραιά γονατισμένη και να επιβάλουν πιο εύκολα τα ιμπεριαλιστικά τους σχέδια στην Πατρίδα μας.
Από την πρώτη μέρα του Αυγούστου σημειώνονται μάχες και συμπλοκές σε Αθήνα και Πειραιά. Τα Τάγματα Ασφαλείας πληθαίνουν τις επιδρομές τους.
Την 1η Αυγούστου, οχτακόσιοι γερμανοτσολιάδες, μπουραντάδες[1] και παπαγιώργηδες[2] ντυμένοι με γερμανικές στολές των ΕΣ-ΕΣ, και μια διμοιρία Γερμανών στρατιωτών, με επικεφαλής τον Διοικητή του 1ου Συντάγματος Ευζώνων Αθηνών, συνταγματάρχη Ιωάννη Πλυτζανόπουλο και έναν Γερμανό ταγματάρχη.
Ηρθαν με φορτηγά γερμανικά αυτοκίνητα, σταμάτησαν κατά μήκος της λεωφόρου Υμηττού, έστησαν πολυβόλα στις γωνιές των δρόμων κι άρχισαν να προχωρούν προς τις δυο συνοικίες, στον Βύρωνα, ως την πλατεία Σμύρνης και την οδό Βρυούλων, και στην Καισαριανής ως την οδό Σμύρνης, την τέταρτη παράλληλο της λεωφόρου Υμηττού.
Αμέσως κινητοποιήθηκε το ΙΙ τάγμα του ΕΛΑΣ με τον Μπούσια και το ΙΙΙ τάγμα Καισαριανής με τον Πρασσά και ξεκίνησαν μια πεντάωρη μάχη με τους ταγματασφαλίτες.
Οι Γερμανοτσολιάδες δεν κατάφεραν να μπουν στις δυο συνοικίες, αποχώρησαν μετρώντας ισχυρές απώλειες, περίπου 70 νεκρούς. Κατόρθωσαν όμως να βάλουν φωτιά σε 10 παράγκες της Καισαριανής και να οδηγήσουν στο κέντρο της Αθήνας και από κει στο Χαϊδάρι 200 άνδρες.
Δυο μέρες μετά, στις 3 Αυγούστου, ο Πλυτζανόπουλος, μετά την αποτυχία να εισβάλει στο Βύρωνα και τη Καισαριανή, επιλέγει το Νέο Κόσμο, θεωρώντας τη συνοικία αφύλακτη και εύκολο στόχο.
Ξαφνικά 16 φορτηγά ανεβαίνουν τον κεντρικό δρόμο του Νέου Κόσμου γεμάτα γερμανοτσολιάδες, για να πάρουν θέσεις στα ανατολικά και να αποκόψουν τη συνοικία από τις γύρω περιοχές όπου κυριαρχούσαν οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ.
Ο λόχος του Νέου Κόσμου – Δουργούτι είναι έτοιμος να αντιδράσει. Μια χειροβομβίδα «Μιλς» σκάει πάνω στο πρώτο φορτηγό και οι ριπές των αυτομάτων ακινητοποιούν το φορτηγό. Τα υπόλοιπα αυτοκίνητα ακινητοποιούνται 100 μέτρα πιο κάτω. Οι γερμανοτσολιάδες αναπτύσσονται και αρχίζει μια μάχη που κρατάει 2 ώρες και τελειώνει με την αποχώρηση των Ταγμάτων Ασφαλείας χωρίς να πραγματοποιήσουν το σκοπό τους.

Το μπλόκο του Βύρωνα
Δευτέρα 7 Αυγούστου 1944, απομεσήμερο. Γερμανικά στρατεύματα με τη συνδρομή των ταγματασφαλιτών έζωσαν τον Βύρωνα απ’ άκρη σ’ άκρη.
Η Μέλπω Αξιώτη διηγείται[3]:
«Εκείνη τη Δευτέρα, 2 απ’ το μεσημέρι, ακούστηκαν στη συνοικία μας ολούθε τα χουνιά: «Προσοχή προσοχή! Φτάνουν οι Γερμανοί απ’ το Παγκράτι! Όλοι οι άντρες κρυφτήτε! Σας φρουρεί ο ΕΛΑΣ!». Ο ΕΛΑΣ μας φρουρούσε με τις 5 αραβίδες του και τα 2 αυτόματα, κ’ έτσι 4 1)2 χιλιάδες Βυρωνιώτες κατάφεραν να διαφύγουνε τριγύρω. Φτάνουν οι Γερμανοί. Τηλεφωνούν για ενίσχυση, καταφθάνει ο λοχαγός Τρ. Γκοτζαμάνης με το λόχο του, χωροφύλακες, παπαγιώργηδες, μπουραντάδες, και πίσω αλαφιασμένοι χίτες με γερμανική στολή ΕΣ-ΕΣ οι περισσότεροι.
Ξεχύνονται στους δρόμους με πυροβολισμούς, σέρνουν τους άντρες απ’ τα μαλλιά απ’ τα σπίτια, χτυπώντας με υποκοπάνους και κλωτσιές. Ένας νέος δεν τους ακολουθεί, τον σκοτώνουν στην πλατεία αγ. Λαζάρου. Μαζεύουν πεντακόσους πούμειναν, τους συγκεντρώνουν σ’ εκατό 5άδες, τους λένε πως θα τους σκοτώσουν γιατί τραυματίστηκε στο χέρι ένας γερμανός. Πετιούνται δυο λεβέντες επονίτες και φωνάζουν: «Είμαστε κομουνιστές κι’ εμείς τον τραυματίσαμε, σκοτώστε εμάς, οι άλλοι είνε αθώοι». Ο γερμανός τους περιφέρει στις 5άδες να υποδείξουν κι’ άλλους μα δεν υπόδειξαν κανέναν και τους σκοτώνει εκεί μπροστά και πολλοί ραντιστήκανε απ’ το αίμα τους. ξεχωρίζει άλλους 10, τους παραδίνει στον Γκοτζαμάνη, αυτός τους στήνει σ’ έναν τοίχο, οδός Σμύρνης αριθ. 10, όπου σήμερα ακόμα φαίνουνται οι τρύπες της εχτέλεσης. Ένας μελλοθάνατος μιας βδομάδος πηδά τη μάντρα να γλυτώσει, ένας τσολιάς τον κυνηγά, τον τραυματίζει, τον αποτελειώνει πληγωμένο επί τόπου, και γελαστός γυρίζει να πάρει θέση στο εχτελεστικό απόσπασμα. Το παράγγελμα δόθηκε απ’ τον Γκοτζαμάνη.
Φύγανε τα σκυλιά παίρνοντας τους 487 ομήρους. Τότε μέσα απ’ τα πτώματα ξετρυπώνει ένα παιδί 15 χρονών κι’ εφώναξε: «Εγώ είμαι ζωντανός, εγώ είμαι ζωντανός!» κι’ έτρεχε με πεταμένα τα μάτια εδώ εκεί, προσπαθώντας να τρυπώσει για να μην τον ξανασκοτώσουν. Είταν αλήθεια ζωντανός, αλλά όμως ετρελάθηκε. Ο πατέρας του ήταν με τους ομήρους. Τώρα νύχτωσε πια και μες στο πηχτό σκότος άκουγες ένα θρήνο, ένα φοβερό μοιρολόι από χιλιάδες στόματα. Γυναίκες πεντακόσιων οικογενειών κλαίγανε τους χαμένους τους.
Πέρα απ’ το Βύρωνα, προς το Παγκράτι, την ίδια ώρα έσβυνε απομακρένοντας το ξένιαστο τραγούδι των τσολιάδων. Είχαν τελειώσει ευσυνείδητα το μεροκάματό τους της 7ης Αυγούστου του 1944.
Έτσι έγινε το «μπλόκο του Βύρωνα», που θα τόχετε ακούσει. Η πένα δεν τα περιγράφει όπως πρέπει, αλλά τα καταλαβαίνουν και κλαίνε όλες οι ανθρώπινες καρδιές του κόσμου».
Ο Ορέστης Μακρής στο βιβλίο του «Ο ΕΛΑΣ της Αθήνας» περιγράφει συγκλονιστικά το Μπλόκο:
«Απ’ τα ξημερώματα δύο γερμανικοί λόχοι πλαισιωμένοι από 800 γερμανοτσολιάδες μπλοκάρουν αιφνιδιαστικά μόνο ένα τμήμα του συνοικισμού Βύρωνα , συγκεντρώνοντας εκεί όλες τους τις δυνάμεις.
Δεν επανέλαβαν το λάθος της διασποράς των δυνάμεών τους της προηγούμενης μάχης.
Ξεκινούν την επίθεση από τη Λ. Υμηττού σε σχήμα λαβίδας. Αυτή τη φορά στην πρώτη γραμμή της επίθεσης βρίσκονται δύο γερμανικοί λόχοι και ακολουθούν οι γερμανοπροδότες.
Οι ελαφρές δυνάμεις του λόχου του Βύρωνα που είχαν επιστρέψει πριν ελάχιστες ώρες από το μπλόκο των ανατολικών συνοικιών, υποχρεώνονται σε υποχώρηση. Μερικές ομάδες εγκλωβίζονται στο μπλόκο .
Ο εχθρός σχηματίζει κλοιό και με τη φοβερή δύναμη πυρός που διαθέτει κρατάει σε απόσταση ασφαλείας τις υπόλοιπες δυνάμεις του λόχου μας. Διαθέτουν πολυβόλα, όλμους, μπαζούκας.
Η διοίκηση του 2ου Συντάγματος κινητοποιεί αμέσως το ΙΙΙ τάγμα Καισαριανής και τις υπόλοιπες δυνάμεις του ΙΙ τάγματος και διατάσσει συγχρονισμένη επίθεση για τη διάσπαση του μπλόκου από δύο σημεία και την απελευθέρωση των πολιτών που έχουν συγκεντρώσει στην πλατεία του Βύρωνα .
Το ΙΙΙ τάγμα της Καισαριανής εξορμάει απ’ το Σκοπευτήριο και τη Ζωοδόχο Πηγή, με κατεύθυνση την πλατεία του Βύρωνα .
Την ίδια ώρα το ΙΙ τάγμα εξαπολύει αντεπίθεση από το Ρέμα της “Γριάς” στα σύνορα Νέας Ελβετίας – Βύρωνα .
Η μάχη ξεσπάει σαν θύελλα. Είναι σκληρή και άνιση. Τώρα αντιμετωπίζουμε Γερμανούς έμπειρους πολεμιστές, οπλισμένους μέχρι τα δόντια.
Οι απώλειες και των δύο πλευρών είναι βαριές. Ο εχθρός έχει αρκετούς τραυματίες και ένα νεκρό Γερμανό αξιωματικό. Αλλά κι εμείς έχουμε 2 νεκρούς και πάρα πολλούς τραυματίες.
Τελικά οι οχυρωμένοι Γερμανοί κατορθώνουν να συγκρατήσουν τις επιθέσεις μας, ξερνώντας φωτιά και σίδερο με τους άφθονους όλμους και τα πολυβόλα τους. Τέσσερις ώρες κρατάει η μάχη ανάμεσα στο σιδερόφραχτο εχθρό και στις αδάμαστες ψυχές των ΕΛΑΣιτών.
Τόσο τους χρειάζονταν για να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους έργο στην πλατεία.
Στην πλατεία οι μασκοφόροι υπέδειξαν 10 άοπλους ΕΛΑΣίτες και αφού τους βασάνισαν απάνθρωπα τους έστησαν στον τοίχο.
Πλησιάζει ο Γερμανός διοικητής και τους ζητάει να μαρτυρήσουν τους αξιωματικούς του ΕΛΑΣ που βρίσκονταν μέσα στο πλήθος και ήταν υπεύθυνοι για το θάνατο του Γερμανού αξιωματικού. Τους υποσχέθηκε σαν αντάλλαγμα να τους χαρίσει τη ζωή. Δεν πήρε καμιά απάντηση! Και τότε πετάγεται από το πλήθος ένας νεολαίος, ο Παναγιώτης Κασιμάτης, η απόλυτη έκφραση της επαναστατικής έξαρσης του γίγαντα λαού μας την εποχή εκείνη. Προχωρεί περήφανα, στέκεται μπροστά στον Γερμανό διοικητή και του λέει: “…Εγώ χτύπησα τον Γερμανό, εμένα να σκοτώσετε. Αυτοί είναι αθώοι. Αφήστε τους”. Ο Γερμανός φρύαξε και έξαλλος δίνει εντολή και εκτελούν αμέσως και τα έντεκα παλικάρια.
Μανώλης Γ. Καπιτσίκης ετών 18
Γιώργος Ν. Διαμαντόπουλος ετών 25
Βαγγέλης Ε. Καλαϊτζής ετών 20
Παναγιώτης Στ. Κασιμάτης ετών 20
Γιώργος Χρ. Κλειδάς 35 ετών
Ιάκωβος Σπ. Μερκουριάδης ετών 18
Ιπποκράτης Ν. Χατζηιωάννου ετών 23
Ιορδάνης Κ. Καϊσέρογλου ετών 17
Κώστας Ι. Μουρίκης ετών 19
Γιώργος Μ. Καλαμούτης ετών 22
Λευτέρης Γ. Μυλωνάς ετών 22
Ετσι οι Γερμανοί φασίστες, μαζί με τους “έλληνες” προδότες, αφού ολοκλήρωσαν το βρωμερό τους ομαδικό έγκλημα, ενάντια στο μαρτυρικό συνοικισμό, απαγκιστρώθηκαν και έφυγαν προς το κέντρο κάτω από τις κατάρες των χαροκαμένων μανάδων, παιδιών και αδερφών που ‘χασαν για πάντα τους αγαπημένους τους. Και αυτοί, Γερμανοί και προδότες, βουτηγμένοι στο αίμα τραγουδούσαν το “Ολα-ρία-Ολα-ρα”.
Οι δυνάμεις μας ξαναπήραν τις θέσεις τους στη Φιλολάου – Δαμάρεως και λεωφόρο Υμηττού και οργάνωσαν καλύτερα τα οχυρά τους για να μην μπορέσει να ξαναμπεί ο εχθρός στις ανατολικές μας συνοικίες. Στο τέλος Αυγούστου η λεωφόρος Υμηττού ήταν το σύνορο της ελεύθερης Αθήνας.
Από κει ξεκίνησαν την εξόρμησή τους οι ΕΛΑΣίτες του 2ου συντάγματος την 1 Σεπτέμβρη για την απελευθέρωση του Παγκρατίου από τις ομάδες των Παπαγιώργηδων, που ήταν ντυμένοι με γερμανικές στολές των Ες-Ες, και μετέφεραν αρχές Σεπτέμβρη την “Κόκκινη Γραμμή” σ’ όλο το μήκος της ανατολικής όχθης του Ιλισού, στο Στάδιο.
Ο συνοικισμός του Βύρωνα θυσίασε στον αγώνα ενάντια στο φασισμό τους πιο διαλεχτούς λεβέντες του. Η προσφορά του σε αίμα συναγωνίζεται την αντάρτισσα Καισαριανή. Γι’ αυτό και ο λαός μας χάρισε σ’ αυτές τις συνοικίες επίθετα – τίτλους τιμής. Η Καισαριανή πήρε τον τίτλο “Το Στάλινγκραντ της Αθήνας”. Ο Βύρωνας τον τίτλο: “Ο ατρόμητος Βύρωνας “…».
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Μπουραντάδες ονόμαζε ο λαός μας το Μηχανοκίνητο Τμήμα της Αστυνομίας Πόλεων που κατά τη διάρκεια της Κατοχής και την περίοδο των Δεκεμβριανών, με Διοικητή τον Νίκο Μπουραντά, ανέπτυξε έντονη αντιλαϊκή και αντικομμουνιστική δράση σε συνεργασία με τις αρχές κατοχής και εθνικιστικές παραστρατιωτικές οργανώσεις.
[2] Οι Παπαγιώργηδες ήταν μια ισχυρή ένοπλη ομάδα «Χ» με έδρα το Παγκράτι. Οι Παπα­γεωργίου ήταν οικογένεια στρατιωτικών, με 4 αδερφούς και 2 αδερφές και αποτέλεσε τον πυρήνα γύρω από τον οποίο σχηματίστηκε μια συμμορία που τρομοκρατούσε τις ανατολικές συνοικίες. Αριθμώντας 20-30 μέλη και με άρτιο εξοπλισμό, πραγματοποιούν μικρά μπλόκα, περιπόλους, ελέγχους ταυτοτήτων ενώ συμμετέχουν και στις επιθέσεις των Ταγμάτων Ασφαλείας στις ανατολικές συνοικίες.
[3] «ΕΑΜ – Ανατολικές συνοικίες της Αθήνας 1941-1945», σελ. 10, έκδοση του 6ου τομέα του ΕΑΜ Αθήνας, 1945.
ΠΗΓΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
— «Η Εθνική Αντίσταση στην Αδούλωτη Αθήνα», Βασίλη Μπαρτζιώτα – Σύγχρονη Εποχή
— «Ο ΕΛΑΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ», Ορέστη Μακρή – Σύγχρονη Εποχή
— «Το τιμωρό χέρι του λαού», Ιάσονα Χανδρινού, εκδόσεις Θεμέλιο
— «ΕΑΜ – Ανατολικές συνοικίες της Αθήνας 1941-1945», έκδοση του 6ου τομέα του ΕΑΜ Αθήνας, 1945.
imerodromos.gr