Τρίτη 6 Αυγούστου 2019

                       ΧΙΡΟΣΙΜΑ- ΝΑΓΚΑΣΑΚΙ:
Το μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας


«Εχρησιμοποιήσαμεν την ατομικήν βόμβαν εναντίον εκείνων, οι οποίοι μας επετέθησαν προδοτικώς στο Περλ Χάρμπορ, οι οποίοι εβασάνισαν τους Αμερικανούς αιχμαλώτους πολέμου, οι οποίοι παρεβίασαν όλους τους νόμους του διεθνούς δικαίου… Εχρησιμοποιήσαμεν την ατομικήν βόμβαν διά να συντομεύσωμεν τον πόλεμον… Θα τη χρησιμοιήσωμεν και πάλιν. Μόνο η συνθηκολόγησις της Ιαπωνίας θα μας σταματήση. Τους ώμους μας βαραίνει τεραστία ευθύνη. Ευχαριστούμεν τον θεόν, διότι είμεθα εμείς, και όχι ο εχθρός, που τη φέρομεν. Και παρακαλούμεν τον θεόν, να μας φωτίση εις τη χρήσιν του οργάνου αυτού συμφώνως προς τας βουλήσεις του».
Ηταν 10 Αυγούστου του 1945, ώρα 2 το πρωί, όταν από το αμερικανικό ραδιόφωνο ακούστηκε η φωνή του Προέδρου Χ. Τρούμαν να λέει με απίστευτη κυνικότητα τα παραπάνω ανατριχιαστικά λόγια. Πριν από 4 περίπου ημέρες, στις 6 Αυγούστου, με ατομική βόμβα είχε βομβαρδιστεί η ιαπωνική πόλη Χιροσίμα και τώρα, στις 9 Αυγούστου, δεκαπέντε ώρες πριν την εκφώνηση του διαγγέλματος, οι ΗΠΑ έπλητταν με μια δεύτερη ατομική βόμβα την ιαπωνική πόλη Ναγκασάκι. Για τον Πρόεδρο Τρούμαν το γεγονός αυτό υπηρετούσε ευγενείς σκοπούς και πάνω απ’ όλα είχε την έγκριση του θεού!!!
Πέρα από το κυνικό της επίκλησης του θεού από τον Πρόεδρο Τρούμαν, η επίκληση αυτή καθ’ αυτή αποτελεί μια πολύ σημαντική ομολογία. Ηταν τέτοιων διαστάσεων έγκλημα κατά της ανθρωπότητας αυτό που συντελέστηκε στηΧιροσίμα και στο Ναγκασάκι, που η διάπραξή του υπερέβαινε τις ανθρώπινες δυνατότητες.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.
Το «little Boy» σαρώνει τη Χιροσίμα
Ηταν 6 Αυγούστου του 1945, ώρα 1 και 37′, όταν τρία αμερικανικά ανιχνευτικά αεροπλάνα «Β-29» απογειώθηκαν από τη νήσο Τινιάν. Μισή ώρα αργότερα, θα τα ακολουθήσει ένα άλλο, βομβαρδιστικό «Β-29» που στην πλώρη του με μαύρα γράμματα έγραφε «Enola Gay» (Ενόλα Γκέι). Ηταν το όνομα της μητέρας του 29χρονου κυβερνήτη του, σμηνάρχου Πολ Τίμπετς, ο οποίος θεώρησε σωστό μ’ αυτό ακριβώς το όνομα να βαφτίσει το σκάφος. Μαζί με τον Π. Τίμπετς, το πλήρωμα του «Enola Gay» ήταν δωδεκαμελές, ενώ στην κοιλιά του αεροσκάφους μεταφερόταν κάτι το εντελώς καινούριο: Μόνο μια βόμβα που το βάρος της ήταν διπλάσιο από το βάρος της πιο βαριάς συμβατικής βόμβας. Τούτη εδώ η βόμβα είχε ένα εντελώς παράξενο όνομα, που καθόλου δεν ταίριαζε στη δύναμη που έκρυβε μέσα της, αφού δεν περιείχε κοινή εκρηκτική ύλη, αλλά ουράνιο 235. Επρόκειτο για μια ατομική βόμβα που την είχαν βαφτίσει «Little boy» (αγοράκι) και η αποστολή του πληρώματος του «Enola Gay» ήταν να τη ρίξει πάνω σε πραγματικό στόχο.
Η νυχτερινή πτήση έγινε χωρίς προβλήματα και κατά τις 6 και 40′ τα χαράματα το «Ενόλα Γκέι» άρχισε να ανεβαίνει από το ύψος πτήσεως των 9.000 ποδών, στο ύψος του βομβαρδισμού των 30.000 ποδών.
Στις 7 και 9′ από τα ανιχνευτικά «Β-29» αναγγέλλεται ότι «ο ουρανός είναι αίθριος πάνω από τη Χιροσίμα ». Στις 8 και 11′ η πόλη φαινόταν καθαρά από τα μέλη του πληρώματος του «Ενόλα Γκέι». Δυόμισι λεπτά αργότερα, ο κυβερνήτης Τίμπετς διατάζει τον σκοπευτή του επισμηναγό, Τόμας Φίρμπι, ν’ αφήσει τη βόμβα στο κενό.
Ωρα οκτώ, δεκαπέντε πρώτα λεπτά και δεκαεφτά δεύτερα. Το «Little boy» εγκαταλείπει το «Ενόλα Γκέι» και 45 δευτερόλεπτα αργότερα μια τρομερή αστραπή τυφλώνει τους αεροπόρους που φοράνε γυαλιά οξυγονοκολλητών. Επειτα, ένα τεράστιο κοκκινωπό μανιτάρι υψώνεται στον ουρανό.
Τι ήταν αυτό που είχε συμβεί; Τι συνέβαινε εκείνη την ώρα κάτω, στο έδαφος της Χιροσίμα ; Η ανθρωπότητα θα το μάθαινε πολύ αργότερα. Πληροφορήθηκε, όμως, αυθημερόν για τη ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα από τις ανακοινώσεις που έκανε ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Χ. Τρούμαν. «Ατομική βόμβα – είπε μεταξύ άλλων - βόμβα συνδυασμένη με τη βασικήν δύναμιν του σύμπαντος, τη δύναμιν εκ της οποίας και ο ήλιος αντλεί την ιδικήν του, εξαπελύθη εναντίον εκείνων που έφεραν τον πόλεμον εις την Απω Ανατολήν… Εδαπανήσαμεν δύο εκατομμύρια δολάρια διά την πρωτοφανούς μεγέθους εις την ιστορίαν επιστημονικήν αυτήν κερδοσκοπίαν και ενικήσαμεν… Θα προβώ εις περαιτέρω μελέτας και θ’ απευθύνω κι άλλας συστάσεις προς το Κογκρέσον ως προς τον τρόπον καθ’ ον η ατομική δύναμις θα αποβή μέσον πανίσχυρον και αναγκαστικής επιδράσεως προς διατήρησιν της παγκοσμίου ειρήνης».
Οι τελευταίες αυτές φράσεις του Τρούμαν ήταν ένας σαφής απειλητικός υπαινιγμός προς όλη την ανθρωπότητα, προς τους λαούς της Γης και ειδικότερα προς το παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα και την ΕΣΣΔ, που σήμαινε πως οι ΗΠΑ είχαν πλέον τον τρόπο να εκβιάσουν υποταγή στη θέλησή τους.
Ο «Fat man» ισοπεδώνει το Ναγκασάκι
Εννέα Αυγούστου 1945, ώρα 2.30′ π.μ. Από το Τινιάν απογειώνονται δύο «Β-29», τα οποία έχουν αποστολή να χρησιμοποιηθούν ως μετεωρολογικά αναγνωριστικά. Περίπου μισή ώρα αργότερα, στις 2.56′ ξεκίνησαν άλλα τρία «Β-29». Τα δύο από αυτά έχουν αποστολή να ρίξουν όργανα καταγραφής της έκρηξης στην πόλη που θα βομβαρδιστεί, να φωτογραφήσουν και να κινηματογραφήσουν το γεγονός. Το τρίτο, με το όνομα «Bocks’ Car», με 13μελές πλήρωμα και με κυβερνήτη τον Τσαρλς Σουίνι, μεταφέρει μια βόμβα μήκους 3 μέτρων και 24 εκατοστών, με μέγιστη διάμετρο 1 μέτρο και 35 εκατοστά, που ζυγίζει 4.500 κιλά και είναι βαμμένη κίτρινη με πτερύγια μαύρα. Τούτη η βόμβα που φέρει το κοροϊδευτικό όνομα «Fat man» (Χοντρομπαλάς), αν και είναι το ίδιο καταστρεπτική μ’ αυτήν που ρίχτηκε στη Χιροσίμα , δεν περιέχει ουράνιο 235, αλλά το ατομικό της φορτίο αποτελείται από πλουτώνιο, ένα υπερουρανικό στοιχείο που δεν υπάρχει στη φύση. Η διαταγή που είχε δοθεί ήταν ο «Fat man» να ριχτεί στην ιαπωνική πόλη Κοκούρα, κι εφόσον αυτό δεν ήταν δυνατό ως δεύτερος στη σειρά στόχος οριζόταν το Ναγκασάκι.
Στις 9.50′ το «Bocks’ Car» βρίσκεται πάνω από την Κοκούρα έτοιμο για τη ρίψη, αλλά τα σύννεφα που καλύπτουν την πόλη δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι η ορατότητα είναι ελάχιστη. Ετσι, αποφασίζεται η ρίψη να γίνει στο Ναγκασάκι.
Ωρα 11.1′ της 9ης Αυγούστου 1945. Ο «Fat man» απελευθερώνεται από την κοιλιά του σκάφους. Υστερα από 52,5 δευτερόλεπτα, φτάνει στο σημείο εκρήξεως. Ακολουθεί «μια λάμψη που δεν την αντέχουν τα μάτια, μια έκλυση αστρικής θερμότητας, ένα κύμα πιέσεως που κονιορτοποιεί οποιοδήποτε εμπόδιο σε μια έκταση τριών – τεσσάρων τετραγωνικών χιλιομέτρων από το σημείο μηδέν και προκαλεί σοβαρές ζημιές στον υλικό πολιτισμό σε τριπλάσια έκταση κι ύστερα μια ορμητική καταιγίδα φωτιάς που κατακαίει κι αποτεφρώνει τα πάντα, ενώ μια στήλη από καπνό, ατμό, ραδιενεργά υπολείμματα, απανθρακωμένα συντρίμμια και λείψανα ανθρώπων και ζώων ανεβαίνει στον ουρανό».
Θάνατος και καταστροφή στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι
Σύμφωνα με όσα περιγράφει ο Ιάπωνας καθηγητής Αράτα Οσάντα, όταν έπεσε η βόμβα στη Χιροσίμα , οι κάτοικοί της είχαν αρχίσει να ασχολούνται με τις συνηθισμένες καθημερινές ασχολίες τους. Πολλά μικρά παιδιά προσχολικής ηλικίας έπαιζαν στα σπίτια τους ή έξω, στους δρόμους της γειτονιάς τους. Οι μαθητές της πρώτης και της δευτέρας Δημοτικού έκαναν το μάθημά τους είτε σε προσωρινές αίθουσες, είτε στους ναούς και τις εκκλησίες της περιοχή τους ή βρίσκονταν καθ’ οδόν προς τα μέρη όπου έκαναν μάθημα. Πολλοί εργάτες και δημόσιοι υπάλληλοι είχαν αρχίσει τη δουλιά τους, ενώ άλλοι πήγαιναν να δουλέψουν. Οι περισσότεροι καταστηματάρχες είχαν ήδη ανοίξει τα μαγαζιά τους. Ετσι, τους βρήκε ο θάνατος που σκόρπισε η ατομική βόμβα της Χιροσίμα .
Ο Ρεμόν Καρτιέ δίνει την εικόνα της φρίκης: «Η πόλη άρχιζε την εργάσιμη ημέρα της. Σύμφωνα με τον κανόνα, δεν είχε δοθεί το σύνθημα του συναγερμού για αεροπλάνα μεμονωμένα που πετούν από πάνω της. Μια τρομακτική αστραπή την κατάπιε, αφήνοντας πίσω της μια κολοσσιαία πυρκαγιά, που άναψε και διαδόθηκε μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο. Τα τροχιοδρομικά οχήματα έμειναν γεμάτα με τους απανθρακωμένους επιβάτες, τους στριμωγμένους στα καθίσματα ή στοιβαγμένους όρθιους στους εξώστες. Ενας άνεμος ταχύτητος 1.200 χλμ. την ώρα σηκώθηκε και γκρέμισε τους τοίχους σε μια ακτίνα 1.500 μ., θρυμματίζοντας τα τζάμια των παραθύρων ακόμα και σε απόσταση 12 χλμ. από το σημείο Μηδέν. Ενας πύρινος κυκλώνας, όμοιος με αυτούς που άναψαν οι εκατοντάδες βομβαρδιστικών στη Δρέσδη, στο Αμβούργο ή στο Τόκιο, στροβιλιζόταν επί έξι ώρες. Επειτα διαπιστώθηκαν στους επιζώντες παράξενα φαινόμενα: Εμετοι, διάρροιες εξαιρετικής εντάσεως, πλήθος μικρών αιμορραγιών στο στόμα και στο λαιμό. Πολλά από τα θύματα που παρουσίασαν τέτοια συμπτώματα ψυχορραγούν. Ο απολογισμός που θα καταρτισθεί αργότερα θα εμφανίσει 78.150 νεκρούς, 9.284 βαριά τραυματισμένους και 13.938 εξαφανισθέντες. Δεν υπολογίζονται μέσα σ’ αυτούς οι στρατιωτικοί, 40.000 περίπου, από τους οποίους οι μισοί υπήρξαν θύματα της εκρήξεως. Το γενικό στρατηγείο της 2ης στρατιάς, ή έδρα της περιφερειακής διοικήσεως της Δύσεως, η στρατιωτική σχολή και το στρατιωτικό νοσοκομείο εκμηδενίσθησαν».
Οι σοβιετικές ιστορικές πηγές παρουσιάζουν την εικόνα της καταστροφής ακόμη μεγαλύτερη: «Για μια στιγμή – αναφέρει η Παγκόσμια Ιστορία της Ακαδημίας Επιστημών – άναψε ένα εκτυφλωτικό φως. Σχηματίστηκε ένα γιγάντιο σύννεφο σε σχήμα μανιταριού. Η πόλη σκεπάστηκε με κουβάρια καπνό. Σε ακτίνα 4 χιλιομέτρων από το επίκεντρο της έκρηξης φούντωσαν πυρκαγιές, τα εννέα δέκατα από τα σπίτια της Χιροσίμα έγιναν στάχτη. Ανθρωποι πέθαιναν από εγκαύματα, από το εκρηκτικό κύμα. Στη Χιροσίμα ξετυλίγονταν εικόνες γεμάτες απ’ όλες ταυτόχρονα τις φρικαλεότητες της κόλασης». Και ο Γ. Α. Ντεμπόριν προσθέτει: «Οι ιθύνοντες κύκλοι των ΗΠΑ έδειξαν πλήρη περιφρόνηση προς τους πιο στοιχειώδεις και καθιερωμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, τα έθιμα του πολέμου και τις αρχές του ανθρωπισμού… Οπως αναφέρουν οι Ιάπωνες συγγραφείς, στη Χιροσίμα σκοτώθηκαν όχι λιγότεροι από 247 χιλιάδες άνθρωποι».
Το ίδιο ακριβώς σκηνικό επαναλήφθηκε και στο Ναγκασάκι. Χιλιάδες φτωχά πλάσματα, ανάμεσά τους και άνθρωποι, αεριοποιήθηκαν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Αλλα λαμπάδιασαν αυτοστιγμής και λίγο αργότερα δεν έμεινε τίποτε περισσότερο από το απανθρακωμένο σημάδι τους. Οσοι βρέθηκαν πιο μακριά από το σημείο της έκρηξης, έπαθαν φρικιαστικά εγκαύματα, ή έχασαν το δέρμα τους και κομμάτια από τις σάρκες τους. Πολλοί πέθαναν καταπλακωμένοι από τα κτίρια που γκρεμίστηκαν ή από θραύσματα γυαλιών και μπαμπού που στροβιλίζονταν στον πυρακτωμένο αέρα. Οι νεκροί, σύμφωνα με κάποιες πηγές, υπολογίζονται από 60.000 έως 80.000, ενώ οι Αμερικανοί τους κατέβαζαν αργότερα στις 16.000, υπολογίζοντας μόνο τα θύματα με εξακριβωμένη ταυτότητα. Αντίθετα, οι Σοβιετικοί μελετητές, παίρνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα του εγκλήματος στη διάρκειά του, υπολογίζοντας δηλαδή τις επιπτώσεις όχι μόνο στο άμεσο χρονικό διάστημα από τη ρίψη της βόμβας, αναφέρουν ότι οι νεκροί και οι τραυματίες στο Ναγκασάκι είναι γύρω στις 200.000.
Η ατομική βόμβα και η σημασία της χρησιμοποίησής της.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεκίνησαν της εργασίες για την κατασκευή ατομικών όπλων, σε συνεργασία με τη Μεγάλη Βρετανία, το καλοκαίρι του 1940. Η ολοκλήρωση αυτών των εργασιών φάνηκε να φτάνει στο τέρμα της περί τα τέλη Απριλίου του 1945, ενώ στις 16 Ιουλίου του ιδίου έτους σε μια έρημο της πολιτείας Νέο Μεξικό έγινε η πρώτη πετυχημένη δοκιμαστική ατομική έκρηξη. Από εκείνη τη στιγμή, η ατομική βόμβα ήταν ήδη γεγονός.
Την επομένη, τα νέα ταξίδεψαν στο Πότσδαμ, όπου άρχιζε η διάσκεψη των τριών ηγετών της αντιφασιστικής συμμαχίας κι ο Τρούμαν με τον Τσόρτσιλ τα πληροφορήθηκαν με ξεχωριστή ικανοποίηση. Μάλιστα, σε μια προσπάθεια επίδειξης δύναμης, αποφάσισαν να ενημερώσουν και τον Στάλιν, κάτι που, σύμφωνα με όσα γράφει ο Τσόρτσιλ, έγινε στις 24 Ιουλίου 1945 από τον Πρόεδρο Τρούμαν. Η αντίδραση του Στάλιν έδωσε την εντύπωση στους Δυτικούς συνομιλητές του ότι δεν αντιλαμβανόταν περί τίνος επρόκειτο, αλλά ο Σοβιετικός ηγέτης είχε πλήρη επίγνωση των πραγμάτων και σε μια συζήτησή του, αμέσως μετά, με τον Σοβιετικό υπουργό Εξωτερικών Β. Μ. Μόλοτοφ επισήμανε την ανάγκη να επιταχύνει η ΕΣΣΔ τη δουλιά της σ’ αυτόν τον τομέα, ώστε να έχει γρήγορα κι αυτή στη διάθεσή της το ατομικό όπλο.
Χωρίς αμφιβολία, η σοβιετική ηγεσία κατανοούσε πλήρως το γεγονός ότι η ατομική βόμβα – πολύ περισσότερο δε, η χρησιμοποίησή της – δεν αφορούσε τόσο στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που έφτανε στο τέλος του, αλλά στο συσχετισμό δυνάμεων στο μεταπολεμικό κόσμο. Ηταν μια δραματική αλλαγή σ’ αυτόν το συσχετισμό προς όφελος του διεθνούς ιμπεριαλισμού και των ΗΠΑ. Το ότι δεν επρόκειτο για ένα όπλο, που, όπως υποκριτικά ισχυρίζονταν οι Αμερικανοί, αποσκοπούσε να επιταχύνει το τέλος του παγκόσμιου πολέμου, αλλά για ένα όπλο που στόχευε στη μεταπολεμική εποχή, το επιβεβαιώνει και ο Τσόρτσιλ ο οποίος γράφει στα απομνημονεύματά του: «Θα ήταν λάθος να πιστέψωμε ότι η τύχη της Ιαπωνίας ερυθμίσθη από την ατομική βόμβα. Η ήττα της ήταν βεβαία πριν ριφθή η πρώτη βόμβα».
1 «Η ατομική βόμβα της Χιροσίμα », εκδόσεις «Mondadori – Φυτράκης», σελ. 74
2 Ρεμόν Καρτιέ: «Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου», Εκδόσεις «Πάπυρος», τόμος β` 564
3 «Καθημερινή» 7/8/1945
4 «Η ατομική βόμβα της Χιροσίμα », εκδόσεις «Mondadori – Φυτράκης», σελ. 71
5 «Τα παιδιά της Χιροσίμα », εκδόσεις «Μπουκουμάνη», σελ. 29-30
6 Ρεμόν Καρτιέ, στο ίδιο, σελ. 565-566
7 Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια ιστορία», εκδόσεις «Μέλισσα», τόμος 11-12, σελ. 709-710
8 Υπουργείο Αμύνης της ΕΣΣΔ – Γ. Α. Ντεμπόριν: «Ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος», εκδόσεις «20ός ΑΙΩΝΑΣ», Αθήνα 1959, σελ. 459
9 «Η ατομική βόμβα της Χιροσίμα », εκδόσεις «Mondadori – Φυτράκης», σελ. 72
10 Υπουργείο Αμύνης της ΕΣΣΔ – Γ. Α. Ντεμπόριν: «Ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος», εκδόσεις «20ός ΑΙΩΝΑΣ», Αθήνα 1959, σελ. 459
11 Ουίνστον Τσόρτσιλ: «2ος Παγκόσμιος Πόλεμος», εκδόσεις «Ελληνική Μορφωτική Εστία», τόμος ΣΤ’, σελ. 475-475
12 Στρατάρχης Γ. Κ. Ζούκοφ: «Αναμνήσεις και στοχασμοί», Εκδόσεις ΣΕ, τόμος Β`, σελ. 476-477
13 Ουίνστον Τσόρτσιλ, στο ίδιο, σελ. 464.
*imerodromos.gr

Μουχαρέμ Χάνι Η μεγαλύτερη μάχη της Εθνικής Αντίστασης

​Υπήρξε ένας από τους πιο σκληρούς, συγκλονιστικούς και επιτυχημένους αγώνες, που έδωσε ο ηρωϊκός ΕΛΑΣ κατά των κατακτητών, στα μαύρα χρόνια της Ναζιστικής Κατοχής της πατρίδας μας. Ήταν στις αρχές Αυγούστου 1944 η περίφημη μάχη στα στενά του Μουχαρέμ Χάνι, βόρεια της Έδεσσας, ανάμεσα στα βουνά Καϊμακτσαλάν και Βέρμιο, με αποτέλεσμα την εξουδετέρωση 640 γερμανο-ιταλών φασιστών εισβολέων και ντόπιων συνεργατών τους, ενώ εκατοντάδες ήταν οι τραυματίες και πάνω από 270 οι αιχμάλωτοι.
Στο σημείο που σμίγουν δυο βουνά της Μακεδονίας, το Καϊμάκτσαλάν και το Βέρμιο, είναι η τοποθεσία που ονομάζεται Μουχαρέμ Χάνι. Το στενό αυτό οδικό και σιδηροδρομικό πέρασμα, 14 χιλιόμετρα δυτικά της Έδεσσας, πλάϊ στη λίμνη του Οστρόβου, επέλεξε ο ΕΛΑΣ για να επιτεθεί ανατινάζοντας γερμανική αμαξοστοιχία που μετέφερε πολεμικό υλικό και συνοδευόταν από ισχυρό στρατιωτικό τμήμα το οποίο εξολοθρεύτηκε στη μάχη που ακολούθησε.
H ονομασία της περιοχής
Η περιοχή, σύμφωνα με μία εκδοχή, ονομάσθηκε Μουχαρέμ-χάνι, γιατί εκεί σκοτώθηκε ο Τούρκος στρατηγός Μουχαρέμ και χάνι διότι όλη η τοποθεσία είναι κλειστή και μοιάζει σαν ένα μεγάλο υπαίθριο χάνι. Μια στενωπός ανάμεσα σε δυο βουνά γύρω στα τριακόσια με τετρακόσια μέτρα το ένα απ’ το άλλο, που τα διαχωρίζει μια μικρή πεδιάδα. Όμως, κατά τον γνωστό Εδεσσαίο λογοτέχνη Μάρκο Μέσκο, στην περιοχή, που την περιγράφει ως «ένα παρατεταμένο λαιμό», λειτουργούσε όντως Χάνι. Και όπως έγραψε:
«Πολλά τα χάνια στα χώματά μας. Το χάνι όμως του Τουρκαλβανού Μουχαρέμ κανείς δεν το 'φθανε. Ήταν βλέπεις, κι ο τόπος, η θέση σταυρός, τέσσερις δρόμοι. Καϊμακτσαλάν, Καρακάμεν, Καϊλάρια, Βοδενά. Αν συνεχίσεις τον σταυρό θα βρεθείς στην Πόλη, στα Γιάννινα, στα Μπιτόλια, στη Σαλονίκη. Μέρα και νύχτα κάποιος με το ζωντανό του θα πέσει στο δίχτυ, θα τον φιλέψει ο Μουχαρέμ, θα βάλει στο ζώο του να φάει και να ξεκουραστεί».
Τις πρώτες μέρες του Αυγούστου 1944, η ηγεσία του αντιστασιακού κινήματος είχε την πληροφορία ότι σοβαρές γερμανικές δυνάμεις θα κινούνταν από το Μοναστήρι της τότε Γιουγκοσλαβίας και σήμερα ΠΓΔΜ προς τη Θεσσαλονίκη. Οι παρτιζάνοι του Τίτο, είχαν φράξει το δρόμο υποχώρησης των Γερμανών από την Ελλάδα, μέσω Γιουγκοσλαβίας και οι Ναζί, που είχαν αρχίσει σιγά-σιγά να τα μαζεύουν από τη χώρα μας, καθώς έβλεπαν να πλησιάζει η συντριβή τους, στράφηκαν προς τη Θεσσαλονίκη για να αναζητήσουν άλλη διέξοδο.

Στόχος του ΕΛΑΣ οι φάλαγγες των Γερμανών
«Οι μετακινούμενες φάλαγγες των Γερμανών, ήταν για μας ένας καλός στόχος», έγραψε αργότερα ένα από τα κορυφαία στελέχη του 30ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, ο Θανάσης Μητσόπουλος.
Έτσι, τη νύχτα της 31ης Ιουλίου προς 1η Αυγούστου 1944, τμήμα σαμποτέρ αυτού του Συντάγματος, ενισχυμένο και με τμήμα του εφεδρικού ΕΛΑΣ της περιοχής, ανατίναξε τη σιδηροδρομική γραμμή ανάμεσα στα χωριά Ριζά και Πετριά, κοντά στην Έδεσσα, τη στιγμή που περνούσε μία εχθρική αμαξοστοιχία, με συνέπεια να καταστραφεί τμήμα της γραμμής, η ατμομηχανή και 3 βαγόνια του τρένου.
Αυτή ήταν ίσως η πρόβα, για τα μεγάλα χτυπήματα κατά των Ναζί που επρόκειτο να ακολουθήσουν από τους αντάρτες του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ).
Τρεις μέρες αργότερα, τα τμήματα του 30ου Συντάγματος, ενισχυμένα και με αντάρτες του 1ου Τάγματος του 16ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, στήνουν ενέδρα και ναρκοθετούν τη σιδηροδρομική γραμμή στα στενά του Μουχαρέμ Χάνι, για να χτυπήσουν μία γερμανική αμαξοστοιχία που είχαν πληροφορία ότι επρόκειτο να περάσει κατάφορτη με στρατιωτικά αυτοκίνητα και πολεμικό υλικό.
Μία περιγραφή της μάχης στην εφημερίδα Ελευθερία
Στην πρώτη επέτειο από τις μάχες του ΕΛΑΣ στο Μουχαρέμ Χάνι, είχε δημοσιευθεί στην εκδιδόμενη τότε στη Θεσσαλονίκη, ημερήσια εφημερίδα Ελευθερία, που ήταν δημοσιογραφικό όργανο της Επιτροπής Περιοχής Μακεδονίας-Θράκης του ΕΑΜ, η εξιστόρηση κάποιου ανώνυμου αναγνώστη, ο οποίος σύμφωνα με την περιγραφή που έκανε και τα στοιχεία που έδινε, θα πρέπει να ήταν παρών στις επιθέσεις των ανταρτών του ΕΛΑΣ κατά των κατακτητών. Όπως έγραφε:
Τη νύχτα στις 2-3 Αυγούστου 1944 υπονομεύεται η γραμμή και στήνεται η ενέδρα στο Μουχαρέμ Χάνι. Στις 3 Αυγούστου τα ξημερώματα, φαίνεται από το βάθος να κατεβαίνει μία αμαξοστοιχία από τη Φλώρινα. Σε λίγο, ένας τρομερός κρότος συντάραξε τον αέρα, η αμαξοστοιχία σαν πούπουλο τινάχτηκε ψηλά και κόβεται στη μέση. Μόνο 2-3 βαγόνια με τη μηχανή κατορθώνουν να ξεφύγουν, μα τα υπόλοιπα μένουν ακίνητα. Οι Γερμανοί που ήταν μέσα κατορθώνουν και κατεβαίνουν, πιάνουν θέσεις στα υψώματα και μας χτυπούν σαν δαιμονισμένοι.
Αρχίζει μία σκληρή και άγρια μάχη. Οι αντάρτες μας με την αφάνταστη ορμή τους, εκτοπίζουν τους Γερμανούς, σκαρφαλώνουν στα βαγόνια και βάζουν φωτιά. Εκείνη τη στιγμή όμως φθάνουν στον εχθρό για ενίσχυση, θωρακισμένα αυτοκίνητα, κι έτσι αναγκάζονται να συμπτυχθούν, αφού ξάπλωσαν νεκρούς 30 Γερμανούς, έκαψαν την αμαξοστοιχία και πήραν λάφυρα 5 οπλοπολυβόλα, 30 όπλα και άλλα πυρομαχικά. Δικές μας απώλειες, 2 νεκροί αντάρτες και 6 τραυματίες.
PictureΗ αφήγηση του αντάρτη Νίκου Κουγιουμτζή
Ένας από τους ΕΛΑΣίτες αντάρτες που έλαβαν μέρος σ’ εκείνη την επιχείρηση, ήταν ο Νίκος Κουγιουµτζής από την Κορμίστα Σερρών, ο οποίος ύστερα από την καταστροφή του χωριού του και τις ομαδικές εκτελέσεις από τους Βούλγαρους κατακτητές, μετά την εξέγερση της Δράμας, στις 28 Σεπτεμβρίου 1941, αφού περιπλανήθηκε στον κάμπο της Θεσσαλονίκης, κατέφυγε στο όρος Πάϊκο, όπου κατατάχθηκε αντάρτης στο 30ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, που είχε φτάσει να έχει δύναμη 2.500 μαχητών.
Όπως αφηγήθηκε για την ανατίναξη του τρένου στο Μουχαρέµ Χάνι:
«…Το σχέδιο της επιχείρησης για την ανατίναξη του τρένου στο Μουχαρέµ Χάνι, καταστρώθηκε από τους επιτελείς καπεταναίους, όπως ο Συνταγµατάρχης Καπετάν Στάθης, του 30ου Συντάγµατος. ∆όθηκε διαταγή και κινήσαµε από το Πάϊκο. Περάσαµε στην Καρατζόβα και βγήκαµε στην Κερασιά κι από 'κει στην Παναγίτσα. Η δικιά µας διµοιρία, που αριθµούσε 28 άνδρες, πήρε διαταγή να πάει στο Γραµµατίκοβο (σημερινό Γραµµατικό). Ανεβήκαµε το Βέρµιο και στρατοπεδεύσαµε εκεί. Ήταν Αύγουστος µήνας του 1944, αν θυµάµαι καλά. Παραµονή της επιχείρησης, µας καθοδήγησαν µε ποιο τρόπο θα φτάσουµε στην τοποθεσία, όπου θα γινόταν η ανατίναξη του τρένου. Για τον ίδιο σκοπό, ακόµη µια διµοιρία από άλλο Σύνταγµα, που είχε έδρα την Παναγίτσα, συµµετείχε κι αυτή.
Ξεκινήσαµε νύχτα και αξηµέρωτα φτάσαµε στον προορισµό µας. Ακροβολιστήκαµε, θυµάµαι, σ' ένα σηµείο, όχι πολύ µακριά από τις ράγες του τρένου που διασχίζουν τη µικρή κοιλάδα του Μουχαρέµ Χάνι. Εκεί βρήκαµε προστασία σ' ένα στρογγυλό, τσιµεντένιο, µικρό οχυρό. Έµοιαζε κάτι σαν ασβεσταριά. Μάλιστα έγραψα και τ' όνοµά µου, εκείνες τις ατέλειωτες ώρες της ενέδρας. Θα χτυπούσαµε, µας είπαν, ένα εµπορικό τρένο φορτωµένο µε γερµανικό στρατιωτικό υλικό και πολεµοφόδια.
Τα χαράµατα, ακούσαµε το σφύριγµα του τρένου. Είπαµε, αυτό είναι, τώρα θα γίνει το µεγάλο µπαµ. Τα «λουκούµια», δηλαδή τα µπαρούτια και οι δυναµίτες, ήταν τοποθετηµένα από πολλή ώρα πριν κάτω από τις ράγες και η άκρη από το σύρµα που ένωνε τα εκρηκτικά χάνονταν στο βαθύ ρουµάνι. Η μηχανή του τρένου πέρασε χωρίς να γίνει το παραµικρό. Πέρασε και το πρώτο βαγόνι, κι ύστερα κι άλλο, τίποτα. Αυτό που έγινε κοµµάτια, πρέπει να ήταν το τέταρτο κατά σειρά βαγόνι. Η µηχανή µε δυο βαγόνια αποκόπηκε από το συρµό και συνέχισε το δρόµο της. Τα υπόλοιπα βαγόνια εκτινάχθηκαν στον αέρα σαν πεπονόφλουδες. Η έκρηξη ήταν πολύ ισχυρή. Κοµµάτια από τις ράγες εκσφενδονίζονταν εδώ κι εκεί. Απ' ότι µπόρεσα να διακρίνω σ' εκείνο το χαλασµό, είδα κορµιά ανάσκελα διαµελισµένα, κι άλλα µπρούµυτα, κι έναν Γερµανό τραυµατία να σέρνεται πλάι στο ανάχωµα. Αυτόν τον περιµαζέψαµε και τον πήραµε αιχµάλωτο.
Ο ήλιος έπιασε κιόλας δυο µπόγια και η διµοιρία µας αντάµωσε την άλλη διµοιρία και τραβήξαµε για την Παναγίτσα. Στην επιχείρηση αυτή σκοτώθηκαν αρκετοί δικοί µας, όπως ο συγχωριανός µου Τσακίρης Γιώργος και ο αδελφός του Τσακίρης Σίµος. Τους άλλους δεν τους θυµάµαι.
Ύστερα από λίγες µέρες, πάρθηκε απόφαση να χτυπήσουµε κι’ άλλο τρένο. Η επιχείρηση πραγµατοποιήθηκε, αλλά εγώ δε συµµετείχα λόγω τραυµατισµού. Ένα τραύµα από τα εφτά που είχα µε ταλαιπωρεί ακόµα, µιας και το βλήµα «περπατά» ασταµάτητα στο δεξί µου πόδι.
Ο καπετάνιος του 30ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ
Όμως οι αντάρτες του ΕΛΑΣ δεν περιορίζονται σ’ εκείνη τους την επιτυχία, αλλά αποφασίζουν να καταφέρουν ακόμη μεγαλύτερο χτύπημα στους Γερμανούς κατακτητές, πριν αυτοί σηκώσουν κεφάλι, και μάλιστα στο ίδιο σημείο που είχε γίνει το πρώτο σαμποτάζ. Η επιχείρηση οργανώνεται για τα ξημερώματα της 6ης Αυγούστου 1944. Τον όλο συντονισμό της, αναλαμβάνει η διοίκηση του Κλιμακίου της Χης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ από τους αντισυνταγματάρχη Διονύση Καράντζο, (Μελά) και Χρήστο Μόσχο (Πέτρο). Επίσης μετέχει στην επιχείρηση η διοίκηση του 30ου Συντάγματος που αποτελούνταν από τον ταγματάρχη Φώτη Ζησόπουλο (Παππού) και τον πολιτικό επίτροπο Γιάννη Καριοφύλλη (Στάθη). Συμμετέχει και ομάδα κομάντος, με επικεφαλής το σύνδεσμο της Συμμαχικής Στρατιωτικής Αποστολής στο 30ο Σύνταγμα, ταγματάρχη Τζακ Τζόνσον.
Όπως εξιστόρησε παραστατικά ο Θανάσης Μητσόπουλος:
«Στις 3:30 το πρωί, ακούστηκε μία τρομακτική έκρηξη και η αμαξοστοιχία τινάχτηκε στον αέρα. Τα βαγόνια πετάχτηκαν τρίζοντας έξω από τις ράγες. Ακολούθησε σκληρή και πεισματική μάχη από βαγόνι σε βαγόνι με τη γερμανοϊταλική φρουρά που συνόδευε την αμαξοστοιχία.
Η μάχη κράτησε περίπου μία ώρα. Ο εχθρός συντρίφτηκε ολοκληρωτικά. 160 στρατιώτες και αξιωματικοί του εχθρού σκοτώθηκαν. Πιάσαμε 60 αιχμαλώτους. Η αμαξοστοιχία (2 ατμομηχανές, 28 βαγόνια, 2 σκευοφόρες, 6 αυτοκίνητα και 8 κάρα βλητοφόρα) πυρπολήθηκε ολόκληρη. Η συγκοινωνία διακόπηκε 24 ώρες. Πήραμε λάφυρα: 3 βαριά πολυβόλα, 4 οπλοπολυβόλα και ατομικό οπλισμό με άφθονα πυρομαχικά. Επίσης, άφθονο υγειονομικό υλικό και χειρουργικά εργαλεία ολόκληρου ορεινού γερμανικού χειρουργείου, και 22 μουλάρια ειδικού φόρτου που γλύτωσαν από τη φωτιά.
Την ίδια μέρα, λίγο πιο πέρα από το μέρος που ανατινάχθηκε και κάηκε η αμαξοστοιχία αυτή, τμήματά μας χτύπησαν και δεύτερη γερμανική θωρακισμένη αμαξοστοιχία που έσπευσε σε ενίσχυση της πρώτης. Τα τμήματα κάλυψης της επιχείρησης, καθήλωσαν τη θωρακισμένη αυτή αμαξοστοιχία και την ανάγκασαν να γυρίσει πίσω».
Για τη σημαντική εκείνη επιτυχία των ανταρτών του ΕΛΑΣ, τη μεγαλύτερη ίσως που σημειώθηκε σε όλη τη χώρα την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης κατά των κατακτητών, έγραψε η εφημερίδα του ΕΑΜ Μακεδονίας-Θράκης Ελευθερία, στην επέτειο ενός έτους από τη διεξαγωγή της:
«Το νέο καρτέρι, στήθηκε στο ίδιο μέρος, 200 μόλις μέτρα πιο πάνω από την προηγούμενη θέση. Σ’ αυτή μας την επιχείρηση πήραν μέρος και 40 Αγγλοαμερικανοί κομάντος, με επικεφαλής τον Νοτιοαφρικανό λοχαγό Κράνικ.
Το πρωί της 5ης προς 6η Αυγούστου 1944, μία τεράστια αμαξοστοιχία τραβάει αγκομαχώντας από το πολύ φορτίο το δρόμο του θανάτου. Το τρένο φθάνει, μόνο 20 μέτρα έμειναν, τώρα ένα μέτρο ακόμη, ένα χιλιοστό. Μια τεράστια αγωνία μας καταλαμβάνει όλους μας. Και να, μία φλόγα ανεβαίνει στον ουρανό. Βροντές, αστραπές, ουρλιαχτά πόνου, κραυγές απελπισίας, κομμάτια από χέρια, πόδια, κεφάλια τινάζονται ψηλά. Οι ηρωϊκοί αντάρτες μας μεσ’ στην αντάρα της μάχης και τον χαλασμό, χτυπάνε αλύπητα τους Ούνους, τρέχουν με αφάνταστη ορμή, πηδούν στα βαγόνια, χτυπούν, τσακίζουν κάθε αντίσταση και πιάνουν αιχμαλώτους όσους δεν βρήκε ο Χάρος στην τρομερή αυτή συμφορά. 175 πτώματα μετρήθηκαν, και πιάστηκαν 63 αιχμάλωτοι στη φοβερή αυτή σύγκρουση, ενώ πήραμε λάφυρα 40 μουλάρια, 235 όπλα, πολλά πιστόλια, φαρμακευτικό υλικό μιας Μεραρχίας, εργαλεία δύο χειρουργείων, πολύ ιματισμό και άλλα είδη.
Για τη μεγάλη μας αυτή επιτυχία, το Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, έστειλε συγχαρητήρια για την ανδρεία και την τόλμη που έδειξαν οι αντάρτες…».
Στη μάχη του Μουχαρέμ Χάνι, έλαβαν μέρος το 2ο Τάγμα του 30ου Συντάγματος, με διοικητή τον καπετάν Κατσώνη, το 1ο Τάγμα του 16ου Συντάγματος με διοικητή τον καπετάν Μαύρο και το 3ο Τάγμα του 53ου Συντάγματος με διοικητή τον Σεραφείμ Καρασάββα. Στην επιχείρηση πήρε επίσης μέρος και ο διοικητής της 10ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ Χρήστος Μόσχος (καπετάν Πέτρος).
Από εκδήλωση στο Μουχαρέμ Χάνι της ΠΕΑΕΑ Έδεσσας
Η εξιστόρηση από τον αντάρτη Βασ. Ιωακειμίδη
Ένας από τους αντάρτες που μετείχαν σ’ εκείνη τη σκληρή όσο και ηρωϊκή επιχείρηση, ήταν ο επιλοχίας της 3ης Διμοιρίας του Τρίτου Τάγματος, Βασίλης Ιωακειμίδης, που περιέγραψε τη συγκλονιστική εμπειρία που έζησε. Όπως έγραψε:
«Σύνθημα για την έναρξη της επιχειρήσεως, θα ήταν τρεις κόκκινες φωτοβολίδες που θα έριχνε ο καπετάνιος της Μεραρχίας μας, Πέτρος, που ήλθε στην περιοχή μας γι’ αυτή την επιχείρηση. Κατά τις πρώτες πρωϊνές ώρες, ακούεται από μακριά το σφύριγμα του τραίνου. Η αγωνία μας τελειώνει. Σε λίγο, ένα μεγάλο μαύρο φίδι σέρνεται πάνω στις γραμμές και μπαίνει στον κλοιό μας.
Σφυρίζει περνώντας τη στενωπό και μόλις η μηχανή έφτανε στην ανατολική έξοδο της στενωπού ρίχνονται οι τρεις κόκκινες φωτοβολίδες. Τα συμμαχικά μπαζούκας καταστρέφουν τις δύο ατμομηχανές μπρος και πίσω που είχε το τραίνο. Το μαύρο θεριό, μένει ακίνητο. Ένας πανζουρλισμός πυρών, αρχίνησε επάνω στο τραίνο από τους λόχους εξορμήσεως. Σε λίγο η σάλπιγγα, σημαίνει για μας προχωρείτε... προχωρείτε...
Γίνεται η εξόρμησή μας. Προτού βρούμε αντίσταση, τρέχουμε σαν να πάμε σε πανηγύρι, φωνάζοντας «Αέρα». Ο ενθουσιασμός μας γίνεται ακόμα μεγαλύτερος όταν βλέπουμε όλοι μας επάνω στη σκεπή της αμαξοστοιχίας να τρέχει σαν φαντομάς, κρατώντας από ένα πιστόλι σε κάθε χέρι, τον καπετάνιο της Μεραρχίας Πέτρο. Βλέπει από εκεί επάνω τις φωλιές αντιστάσεως που πάνε να κάνουν οι Γερμανοί απ’ τη δεξιά πλευρά του τραίνου, καθώς πετάχτηκαν έξω, ρίχνει προς αυτούς συνέχεια, ενώ φωνάζει σε μας με πολύ προφύλαξη: «Ανεβείτε στο τραίνο επάνω».
Σκέφθηκα αστραπιαία τη διαφορά διοικήσεως, γενναιότητας των ηγητόρων μας. Ένας Μέραρχος ολόκληρος του λαϊκού μας στρατού, πρώτος και καλύτερος απ’ τον απλό αντάρτη αγωνιστή, όρμησε και ανέβηκε πρώτος επάνω στο τραίνο κρατώντας δυο πιστόλια. Τι αυτοπεποίθηση, τι ηρωισμό και τι παράδειγμα ενεργείας έδειχνε εκείνη η πράξη του σε μας τους αγωνιστές. Σε αντίθεση με τη θέση που θα είχε ένας Μέραρχος του αστικού στρατού, που κρατώντας τα κιάλια του στα χέρια, θα παρακολουθούσε την εξέλιξη της επιχείρησης από πολύ μακριά».
Πολύτιμο υλικό στα χέρια των ανταρτών
Αποτέλεσμα εκείνης της επιχείρησης, ήταν αφενός μεν να προμηθευτούν με παπούτσια οι αντάρτες, καθώς η υπόδησή τους ήταν με τσαρούχια και αφετέρου να πέσει στα χέρια τους πολύτιμο όσο και δυσεύρετο υγειονομικό υλικό, που οι Γερμανοί κατακτητές ετοιμάζονταν να το προωθήσουν στη χώρα τους. Σύμφωνα πάντα με τον Ιωακειμίδη:
«Σε μεγάλα κοφίνια που μαζεύουν καπνά οι καπνοπαραγωγοί, είχαν τις ασπιρίνες, κινίνα, αντιπυρίνες, σε ξύλινες κάσες τις ενέσεις, σορόπια, χάπια, χάρτινα τόπια από βαμβάκι, γάζες και τσιρότα και πολλά άλλα είδη υγειονομικού υλικού που το έκαναν πλιάτσικο οι Γερμανοί. Οι γιατροί του συντάγματος και των ταγμάτων, μαζί με τους νοσοκόμους ταξινομούσαν τα είδη και τα φορτώσαμε σε οκτώ βοϊδόκαρα, φίσκα φορτωμένα που πήγαν όλο το υγειονομικό υλικό στις ελεύθερες πλέον περιοχές μας. Γυρνώντας στο λημέρι μας, διακόσοι και πλέον αντάρτες, που ήμασταν ακόμα με τα τσαρούχια, παπουτσωθήκαμε απ’ τους σκοτωμένους και αιχμαλώτους Ιταλούς και Γερμανούς».
Συνολικά στις μάχες του Μουχαρέμ – Χάνι, το τίμημα για τους ένδοξους μαχητές του ΕΛΑΣ, ήταν ο ηρωικός χαμός 18 παλικαριών του.

Νεκρός και Εβραίος ανθυπολοχαγός του ΕΛΑΣ
Στην μάχη αυτή σκοτώθηκε ο εβραϊκής καταγωγής έφεδρος ανθυπολοχαγός του ΕΛΑΣ Μάρκος Αλμπέρτο Καράσσο. Ο ελασίτης ανθυπολοχαγός γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά το Γενάρη του 1943. Ο ίδιος αποφάσισε να μην ακολουθήσει την μοίρα των υπόλοιπων εβραίων της Θεσσαλονίκης και τον Μάρτη του 1943 βγήκε στο βουνό. Με απόφαση της ΠΕΕΑ προήχθη σε έφεδρο ανθυπολοχαγό για την εξαιρετική του ανδρεία στις μάχες του ΕΛΑΣ κατά των γερμανοφασιστών. Έπεσε πολεμώντας σώμα με σώμα έχοντας σημαντική συμβολή στην επιτυχή έκβαση της επιχείρησης.
*ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ- ΔΣΕ

Κυριακή 4 Αυγούστου 2019

Η ιστορική μάχη στις Καρούτες: 


Όταν ο ΕΛΑΣ διέλυσε Γερμανικό Τάγμα 250 επίλεκτων στρατιωτών
Στα βουνά της Γκιώνας, στην Άμφισσα, λίγο μετά το Λιδωρίκι, στέκει ακόμη στα βάθη του χρόνου, ένα μικρό χωριό... ερημωμένο, αιματοβαμμένο, τέσσερις φορές καμένο από τους Γερμανούς. Ένα χωριό μαρτυρικό και τόσο σιωπηλά υπερήφανο, που αν επιχειρήσεις να αφουγκραστείς την ιστορία του, θα ανατριχιάσεις. Είναι οι Καρούτες. Εκεί, όπου στις 5 Αυγούστου του 1944, οι αντάρτες του ΕΛΑΣεξόντωσαν το Γερμανικό τάγμα 250 επίλεκτων στρατιωτών, που επιχείρησε να το κατακτήσει.
"Το χωριό καθάρισε αίματα και αποκαΐδια και ξαναχτίστηκε όπως - όπως, με τον καιρό, σκεπάζοντας τα χαλάσματα. Οι 140 σκοτωμένοι εχθροί που ξόφλησαν έτσι δα για λογαριασμό τους, κάηκαν μέσα στη ρεματιά που 'ναι στα πόδια του χωριού και τα καψαλιασμένα σκέλεθρά τους παραχώθηκαν με τον καιρό, από τις κατεβασιές του βουνού. Οι αντάρτες που έπεσαν στη μάχη, είναι λίγο πιο πάνω θαμμένοι, μέσα στον κοινό τάφο τους, στο νεκροταφείο του χωριού. Μία άκρη στη νοτιοδυτική γωνιά του κοιμητηρίου. Αυτός είναι ο τάφος με τους σκοτωμένους πατριώτες. Ολότελα γυμνός κι ασημάδευτος ο τύμβος των γενναίων", γράφει στο βιβλίο του "Η μάχη στις Καρούτες" ο Η. Παπανικολής.
Πριν τη μάχη
Η αναδίπλωση πριν το αιματηρό ξέσπασμα του κατακτημένου
Στις 5 Αυγούστου του 1944, οι αντάρτες του ΕΛΑΣ, σε συνεργασία με Άγγλους και Αμερικανούς σαμποτέρ, παγίδεψαν στις Καρούτες ένα Τάγμα 250 επίλεκτων Γερμανών στρατιωτών και το εξολόθρευσαν. Στη μάχη σκοτώθηκαν περισσότεροι από 100 Γερμανοί με το Διοικητή τους. Περισσότεροι από τους νεκρούς υπήρξαν οι αιχμάλωτοι. Σκοτώθηκαν και 29 αντάρτες και τρεις Καρουτιανοί πολίτες.
... Μία μέρα πριν, το πρωί της 4ης Αυγούστου, ο αντάρτης που φύλαγε σκοπός στο ψηλότερο πέρασμα της Γκιώνας, στον Έλατο, ξεσήκωσε τους συντρόφους του με φωνές πνιχτές: "Γερμανοί! Ανεβαίνουν φάλαγγα τις στροφές... Να τους!" Σε λίγο, τριάντα ελασίτες αντάρτες από το τμήμα του Έκτου Λόχου, από το Τάγμα του Κρόνου, της 5ης αντάρτικης ταξιαρχίας, με αρχηγό τον Κέρκη, πιάνουν το πέρασμα στην ψηλότερη κόχη, που ορθώνεται στα 1.500 μ. πάνω από την Άμφισσα. Μετρούν τους Γερμανούς, είναι κοντά 250, που σέρνουν μαζί τους μεταγωγικά, πάνω κάτω 50 μουλάρια και άλογα, φορτωμένα με υλικό εκστρατείας, όλμους, βαριά πολυβόλα, κιβώτια πυρομαχικών, ακόμη και ένα ορειβατικό πολυβόλο.
Οι αντάρτες είναι απληροφόρητοι, αλλά δεν ξαφνιάζονται. Έχουν ξαναμετρηθεί μαζί τους και δεν τους φοβούνται. Μόλις πριν έναν μήνα, είχαν χτυπηθεί από γερμανικό τάγμα στην Άμφισσα, σε μία επιχείρηση που δεν πέτυχε. Όμως οι αντάρτες ανέβηκαν ξανά στα βουνά, κουβαλώντας νεκρούς και εξοπλισμό και περιμένοντας την εκδίκηση.
Η είδηση ότι Γερμανοί κατευθύνονται στο χωριό μεταδίδεται γρήγορα και αθόρυβα στα γύρω χωριά. Ο ομαδάρχης Κέρκης ρίχνει λίγες σπαρτές ριπές και ο γεμιστής του πετά δύο ψιλοκρεμαστές χειροβομβίδες. Η φάλαγγα των Γερμανών σταματά ξαφνιασμένη, ενώ οι ακροβολιστές ξανοίγονται και απαντούν με τα αυτόματά τους. Στήνουν τα πολυβόλα και χτυπούν με απανωτές ριπές... Μία ησυχία κλείνει το επεισόδιο. Οι αντάρτες δεν φαίνονται πουθενά. Έχουν ήδη εξαφανιστεί στη βουνοπλαγιά.
Το γερμανικό Τάγμα είναι ένα ισχυρό εκκαθαριστικό απόσπασμα από τη γερμανική φρουρά, που κρατάει την Άμφισσα, το τρίτο Τάγμα από το επίλεκτο Σύνταγμα 18 των "Ορεινών Κυνηγών" της Αστυνομίας, με εμπειρία στον ανταρτοπόλεμο. Αποσπασματάρχης είναι ο λοχαγός Χάκερτ. Υποδιοικητής ο υπολοχαγός Όττο Βέμπερς.
Σε όλες τις πλευρές του κάμπου είναι μοιρασμένοι και αριστοτεχνικά κρυμμένοι άνδρες του ΕΛΑΣ. Μετά από αρκετή καθυστέρηση, οι Γερμανοί μη βλέποντας μεγάλη δύναμη μπροστά τους, αναθαρρεύουν και προχωρούν ξανά. Είναι ήδη μεσημέρι, όταν ακόμα ψάχνουν τον άφαντο εχθρό. Το απομεσήμερο, ακόμη ένα περιστατικό ανταλλαγής πυρών "εξ αποστάσεως", χωρίς και πάλι κανείς να εμφανίζεται μπροστά τους. Η φάλαγγα συνεχίζει την πορεία της προς το χωριό.
Η εντολή για την αναδίπλωση των ανταρτών έχει έρθει από το Λιδωρίκι. Ο καπετάνιος του τάγματος, οΚρόνος, ανεβαίνει μέχρι το πολυβόλο, για να εκτελεστεί σωστά το σχέδιο, χωρίς να υποψιαστούν οι εχθροί. Μετράει την κατάσταση και δίνει οδηγίες, για να διωχθούν σταδιακά οι άνδρες κι όσο γίνεται πιο κλέφτικα και να παγιδευτούν ανύποπτοι οι Γερμανοί στις Καρούτες.
Στο μεταξύ, τα γερμανικά όπλα έχουν σωπάσει. Οι Γερμανοί δεν κατάλαβαν την οπισθοχώρηση που έγινε μπροστά τους, χωρίς να το καταλάβουν. Ομάδα οπισθοφυλακής με αρχηγό τον Θανάση Αρετούλη (Ήφαιστο) σπέρνεται γύρω από το ξωκλήσι. Περνούν απαρατήρητοι από τον εχθρό, καθώς ξανοίγονται προς το μέρος του. Ο λοχαγός Χάκερτ είναι βέβαιος πως οι "λησταντάρτες" σκορπίστηκαν, για να αποφύγουν τη γερμανική δύναμη και γύρω στις 6 το απόγευμα, οι Γερμανοί μπαίνουν χωρίς αντίσταση στις Καρούτες. Ο Χάκερτ στέλνει από τον ασύρματο σήμα, ότι έχει στα χέρια του το χωριό.
Ωστόσο, όλα τα γύρω χωριά είναι ήδη σε πολεμικό συναγερμό. Οι κάτοικοι αδειάζουν τα σπίτια τους και οι αντάρτες είναι σε επιφυλακή. Τους αποχαιρετούν οι ντόπιοι με μία ευχή "Ώρα καλή παιδιά! Ψυχή βαθιά!", ενώ λένε τα ονόματά τους που είναι παρμένα από θεούς και ήρωες.
Το σχέδιο της επίθεσης από το "παρδαλό στράτευμα"
Το σχέδιο στην τελική του μορφή το παρουσιάζει ο επιτελάρχης Λογοθέτης, ο λοχαγός Γιώργης Σαμαρίδης από τη Σάμο. Δεν συμφωνεί η μάχη να δοθεί πάνω από τις Καρούτες, όπου οι Γερμανοί θα χρησιμοποιήσουν όλα τα όπλα τους. Ο εχθρός πρέπει να παγιδευτεί και να χτυπηθεί καταδρομικά, μέσα στο χωριό. Το σχέδιο εγκρίνεται και καταστρώνεται σε τρία φύλλα χαρτί, με ζωγραφισμένη κάθε λεπτομέρεια. Ο σύνδεσμος με την εντολή για τη μάχη φτάνει στα γύρω χωριά. Λείπουν πολλοί τραυματισμένοι αντάρτες, που γιατρεύονται, λείπουν κι εκείνοι που δεν θα γυρίσουν ξανά στη μάχη...
Από το στράτευμα των ανταρτών, άλλος έχει χακί παντελόνι και μαύρη τραγιάσκα, άλλος δίκοχο ιταλικό που γράφει "Ελευθερία ή Θάνατος" κι άλλος φοράει τα ρούχα της δουλειάς του. Όσοι έχουν πίσω τους υποχρεώσεις ή είναι ανήμποροι, καλούνται να μείνουν πίσω. Οι υπόλοιποι θα περικυκλώσουν το χωριό, για να πολεμήσουν το πρωί. Οι άνδρες μοιράζονται τα λίγα πυρομαχικά και το ξερό ψωμί και γεμίζουν τα παγούρια τους. Ξεκινούν για να πάρουν καθένας τη θέση του, ο λόχος με τους Ζαχαριάδη και Καλλίδρομο, οι αντάρτες του Παρνασσού, ο έκτος λόχος, οι εφεδρικοί. Όλοι.
Καθώς ξημερώνει η 5η Αυγούστου, οι Γερμανοί στρατιώτες αρχίζουν να ανοίγουν τα μάτια τους και γυρίζουν από δω κι από κει, έχοντας ξεχάσει τον πόλεμο...
Η μάχη
Το πρώτο θύμα και ο λόχος που έμαθε για τη μάχη το ίδιο πρωίΣτην βρύση του χωριού, κοντοζυγώνει ένα μουλάρι, για να πιει νερό. Είναι ο Κατσούλης, το πρώτο θύμα της μάχης. Οι Γερμανοί το έβαλαν σημάδι κι όταν έσκυψε στο νερό, του άδειασαν το παραμπέλουμ στο κεφάλι, για να τον βράσουν στο καζάνι, για ένα μεγάλο τσιμπούσι.
Ο Χάκερτ νομίζοντας πως την προηγούμενη μέρα έτρεψε τους αντάρτες σε φυγή, λύνει την επιφυλακή του και ανοίγει τον ασύρματο, περιμένοντας εντολή να κινηθεί προς το Λιδωρίκι. Δεν έβγαλε μόνιμα φυλάκια στις κορφές, δεν υπήρχε απειλή... έτσι πίστευε.
Στο μεταξύ φτάνουν οι σύνδεσμοι αξιωματικοί της Συμμαχικής Αποστολής. Είναι ο Αμερικανός υπολοχαγός Μπομπ Φορντ και ο Άγγλος ανθυπασπιστής Τζόε, ο αεροπόρος υπαξιωματικός Τομ και ο Κύπριος λοχίας Πέτρος, που εκτελεί χρέη διερμηνέα. Από ένα λάθος που έκαναν οι σύνδεσμοι, η διαταγή για την κίνηση του λόχου του ανθυπολοχαγού Λάλου Θηριώτη (Οδυσσέα) έφτασε καθυστερημένα, στις 8 το πρωί της 5ης Αυγούστου. Μικρό το κακό, αφού τα κοντινά χωριά στέλνουν στον λόχο τα ζώα που χρειάζεται, για να μεταφέρει τον οπλισμό και να φτάσει εγκαίρως για τη μάχη. Έτσι κι έγινε. Ο Οδυσσέας στήνει τα πολυβόλα του, μοιράζει άνδρες και στόχους και στέλνει το σήμα. Όλα είναι έτοιμα. Η αντάρτικη λαβίδα γύρω από τις Καρούτες έχει κλείσει σφιχτά...
Ο Γερμανός διοικητής πέφτει νεκρός με το "καλημέρα"Ο Ταξίαρχος δίνει το σήμα για να πέσει ο συνθηματικός όλμος. Πριν προλάβει να πέσει όμως, ακούγονται από το χωριό πέντε έξι ξερές τουφεκιές. Τι είχε συμβεί; Το παλικαράκι που κουβαλούσε το σιδερένιο κιβώτιο με τις σφαίρες, θέλησε να πλησιάσει λίγο περισσότερο τον γεμιστή του και γλίστρησε. Ο μεταλλικός ήχος από τις σφαίρες που χύνονται στο έδαφος, ξαφνιάζει τον Γερμανό φρουρό, που φωνάζει "Αλάααρμ". Μέχρι εκεί. Η πρώτη αντάρτικη μπαταριά τον καρφώνει στον τόπο, ενώ η δεύτερη σκοτώνει κι άλλον σκοπό που ανασηκώθηκε, για να δει τι συνέβη. Είναι 3 και κάτι το μεσημέρι. Η μάχη μόλις άρχισε!
Ξαφνικά γίνεται χαλασμός. Οι όλμοι σμπαραλιάζουν τον καταυλισμό των Γερμανών. Το πρώτο βλήμα πέφτει στον δρόμο προς το νεκροταφείο και κομματιάζει άλογα και μουλάρια. Το δεύτερο κάνει κομμάτια τον ασύρματο και τους χειριστές του. Σιγά σιγά, όλα τα όπλα των ανταρτών μπαίνουν στη μάχη. Χτυπούν το μέρος από την πλατεία προς το νεκροταφείο, σκοτώνοντας τα ζώα που κουβαλούν τον εξοπλισμό. Οι αντάρτες ξανοίγονται ακάλυπτοι και χύνονται στη μάχη.
Τρία απανωτά χτυπήματα στον εχθρό στα πρώτα κιόλας λεπτά αφήνουν τους Γερμανούς ακάλυπτους και απροστάτευτους. Ένα βλήμα που σκάει δίπλα στον μεγάλο πλάτανο του χωριού, σκοτώνει τον λοχαγό Χάκερτ. Ο διοικητής τους έχει πέσει νεκρός, χωρίς να έχει προλάβει καν να δώσει διαταγές. Οι επιδρομείς παραμένουν με έναν αξιωματικό, τον Βέμπερς, χωρίς να μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα βαριά όπλα τους. Στήνουν όμως έναν αμυντικό "σκατζόχοιρο" στο σχολείο και τα σπίτια του χωριού, πολεμώντας για τη ζωή τους.
Ο πρώτος νεκρός Έλληνας και μια αληθινή θυσία
Το σχολείο είναι το πιο δυνατό σημείο της γερμανικής άμυνας κι εκείνο που θα κρίνει τη μάχη. Η τρίτη διμοιρία του Ήφαιστου στο μεταξύ, κατευθύνεται προς την εκκλησία. Ο Ήφαιστος στηρίζει το μάουζερ του και αρχίζει να χτυπά. Ένας Γερμανός νεκρός, πεσμένος ανάσκελα, με μία τόση δα τρυπίτσα στο μεσόφρυδο.
Σ'αυτό το σημείο η διμοιρία έχει τον πρώτο νεκρό της. Ο αντάρτης Κώστας Μπούρας, ο Πρίαμος,ξεφεύγει από το πάνω μέρος της εκκλησίας, για να περάσει απέναντι. Ο εχθρός τον αντιλαμβάνεται όμως. Δύο σφαίρες τον βρίσκουν στο στήθος και τον ρίχνουν στο έδαφος.
Ένας πυροβολητής τους ξεπερνάει όλους και τρέχει μόνος και ακάλυπτος στον περίβολο της εκκλησίας. Είναι ο Παναγιώτης Κολοβός από τον Ορχομενό. Οι Γερμανοί τον βλέπουν και στρέφουν το μυδράλιο εναντίον του. Εκείνος στήνει όρθιος πάντα το πολυβόλο του στο πεζούλι. Είναι αργά. Χτυπημένος στα πλευρά, θα αφήσει την τελευταία του πνοή πάνω στο πολυβόλο του. Είναι μία αληθινή θυσία.
Οι Γερμανοί που μπόρεσαν να γλιτώσουν, αποτραβιούνται στα σπίτια της πλατείας, ενώ άλλες δύο διμοιρίες του έκτου λόχου κατηφορίζουν προς το σχολείο, που γίνεται φρούριο. Είναι ένα από τα άκαυτα σπίτια (το χωριό είχαν κάψει οι Γερμανοί και το 1942) και η στέγη του το προστατεύει από τις χειροβομβίδες. Ο εχθρός αναθαρρεύει και αμύνεται, με χειροβομβίδες.
Τότε, ένας μικρόσωμος αντάρτης, ο Κρόνος, θα απαντήσει με χειροβομβίδα. Άλλη λύση από τις χειροβομβίδες δεν υπάρχει. Ένας άλλος μικρόσωμος αντάρτης, ο Σταμάτης Πολιτάνος (Πύργος) θα τολμήσει να πλησιάσει, κρατώντας μία κίτρινη χειροβομβίδα, την οποία πετά μέσα στο σχολείο, από την τρύπα της σόμπας. Το φρούριο έχει ανοίξει την πόρτα του, όμως οι Γερμανοί θα μπουν γρήγορα στη διπλανή αίθουσα. Ακολουθεί μάχη σκληρή για ώρα, με έναν Γερμανό να σκοτώνει αντάρτες που επιχειρούν να εισβάλουν στον "χώρο" τους. Το χτύπημα θα έρθει από τον Κρόνο, τον Βελισσάριο και τον Κουρσάρο, που "γαζώνουν" με ριπές την πόρτα και ρίχνουν κι άλλη χειροβομβίδα. Όσοι βγαίνουν έξω, παραδίδονται νικημένοι. Η ώρα είναι πέντε... Το σχολείο είναι πια λάφυρο του έκτου λόχου.
Η μάχη συνεχίζεται στα πρώτα ορεινά σπίτια. Και εδώ κοστίζει πολύ αίμα. Οι αντάρτες δίνουν μάχη από φράχτη σε φράχτη και από τοίχο σε τοίχο, για περισσότερο από μιάμιση ώρα. Κανείς δεν περίμενε τόσο λυσσασμένη αντίδραση. Ο Οδυσσέας βλέπει με τα κιάλια του τι συμβαίνει και προστάζει τα μπροστινά του πολυβόλα, να βοηθήσουν. Οι Γερμανοί δέχονται πισώπλατα χτυπήματα, ενώ οι αντάρτες ξεπηδούν από τους φράχτες και μπαίνουν στα πρώτα σπίτια.
Ο κατά λάθος θάνατος του Ατρόμητου που "πάγωσε" τους αντάρτες
Στο ξεκαθάρισμα των βορινών σπιτιών, πέφτει νεκρός ο Ατρόμητος. Είναι ο πιο αδικοχαμένος από όλους τους νεκρούς. Έχοντας αντιληφθεί την ύπαρξη ενός ξεχασμένου μυδραλίου, αποφασίζει να το αρπάξει μόνος. Κάνει σήμα στους συντρόφους του και φεύγει. Άσπρος όπως ήταν και ξανθός, φορά στο κεφάλι του κράνος και κρατά ένα μάουζερ, λάφυρο από Γερμανό λοχία, που σκότωσε στη μάχη της Άμφισσας. Ξεπαστρεύει κάμποσους Γερμανούς και ανασηκώνεται και αρπάζει το μυδράλιο. Τότε, τον βλέπουν δύο - τρεις εφεδροελασίτες και πιστεύοντας πως είναι Γερμανός, τον σκοτώνουν κατά λάθος.
Ο ανταρτοπόλεμος συνεχίζεται. Από τα σπίτια που καταλαμβάνονται, οι Γερμανοί βγαίνουν με τα χέρια ψηλά, δηλώνοντας την παράδοσή τους. Οι μάχες όμως μεταφέρονται στα διπλανά σπίτια, όπου ο εχθρός έχει ταμπουρωθεί. Τα σπίτια και οι μισοπεθαμένοι από τα τραύματά τους Γερμανοί σταδιακά πέφτουν στα χέρια των ανταρτών.
Σε ένα σπίτι, ο Λυκούργος καλεί τους τραυματισμένους Γερμανούς να παραδοθούν. Πιστεύοντας ότι δεν θα αντισταθούν άλλο, μένει ακάλυπτος. Ένα αυτόματο μάρσιπ ξεπροβάλλει από τη γωνία του σπιτιού και αδειάζεται πάνω του. Θερισμένος από σφαίρες, πέφτει στο έδαφος. Οι άντρες του τον σηκώνουν συντετριμμένοι. Η ώρα είναι ήδη 5.30μμ.
Στα "πόδια" του χωριού, χαμηλά, δίνεται μάχη με πρωταγωνιστές τους εκκαθαριστές. Τη μεγαλύτερη θραύση κάνουν εδώ τα πολυβόλα του Οδυσσέα. Οι περισσότεροι Γερμανοί έχουν "γαζωθεί" από τις ριπές. Εφεδρικοί, βαθμοφόροι και οδηγοί έχουν βαλθεί, να ξεκαθαρίσουν τον τόπο από τους τρυπωμένους Γερμανούς. Εκεί θα βρει τον θάνατο ο Θανάσης Γκόλφης (Καπαρός), ένας 28χρονος χωρικός από τη Λεύκα, που άφησε το πρωί το περιβόλι του για να πολεμήσει. Παρακάλεσε τους αντάρτες να του δώσουν όπλο, αλλά εκείνοι αρνήθηκαν και του ζήτησαν να φύγει. Εκείνος φεύγοντας, πήρε μαζί του μία καραμπίνα και βρέθηκε κοντά στους εφεδρικούς.
Το τελευταίο οχυρό και η παράδοση
Σε ένα άλλο σπίτι, με μεγάλη τριγυριστή μάντρα, οι Γερμανοί κρατάνε ακόμα το (προ)τελευταίο τους οχυρό, που θα πέσει με χειροβομβίδες και τη βοήθεια των ανταρτών που έχουν "καθαρίσει" τα άλλα σημεία και σπεύδουν για βοήθεια. Το τελευταίο οχυρό είναι στα τσιμαρέικα, δύο ή τρία καμμένα σπίτια, έναν τόπο δυο στρέμματα όλον κι όλον.
Τριάντα Γερμανοί με δύο πολυβόλα, χειροβομβίδες και αυτόματα μάχονται μέχρις εσχάτου, αποφασισμένοι για όλα. Φράχτες, χώματα, ντουβάρια τινάζονται στον αέρα από τη σφοδρότητα της μάχης. Οι Έλληνες μετρούν θύματα πολλά, ο τόπος γεμίζει τραυματίες. Ένας επονίτης 18 ετών, ο Λάμπρος από τη Θήβα, είναι ο πιο μικρός από τους νεκρούς αντάρτες.
Στο σημείο αυτό, η μάχη φαίνεται να έχει κερδηθεί, όμως οι Γερμανοί δεν παραδίδονται. Οι αντάρτες παίρνουν από τα λάφυρα τα αυτόματα, σφαίρες, χειροβομβίδες και προχωρούν. Ένας νεαρός, ο Γιάννης Τριανταφύλλου, ξέρει πώς να τους βγάλει από το σπίτι. Είναι το σπίτι του!
Το τέλος πλησιάζει. Το εχθρικό οχυρό έχει σιγάσει και τώρα κατευθύνονται προς τα εκεί και οι άνδρες του έκτου λόχου, που έχουν στο μεταξύ καθαρίσει όλη την πλαγιά και τα σπίτια. Οι Γερμανοί είναι από παντού περικυκλωμένοι. Ζητούν να παραδοθούν σε Έλληνα αξιωματικό.
Ο Εύελπις Σπύρος Νικολακόπουλος (Ολύμπιος) πετάει την εξάρτησή του και πλησιάζει. Από την κρυψώνα, εμφανίζεται ένας Γερμανός αξιωματικός με αίματα στο δεξί χέρι και την πλάτη. Είναι ο υπολοχαγός υποδιοικητής του εχθρικού τάγματος. Χαιρετίζει τον Έλληνα στρατιωτικά και παρουσιάζεται:
- Όττο Βέμπερς, Ομπερλώυτναντ.
- Οφιτσίρ, του απαντά ο Ολύμπιος και του δίνει το χέρι, δείχνοντας τους Γερμανούς που περιμένουν με έτοιμα τα όπλα τους. Οι αντάρτες θα σεβαστούν όλους τους αιχμαλώτους, όπως βεβαιώνει και με λόγο τιμής, σαν αξιωματικός προς αξιωματικό.
Ο Βέμπερς αποφασίζει να παραδοθεί. Σηκώνει το χέρι ψηλά και καλεί τους άνδρες του κοντά του. Με το άλλο χέρι, φέρνει στα χείλη τη σφυρίχτρα και σφυρίζει τη λήξη του αγώνα. Οι Γερμανοί παραδίνονται.
Η ώρα είναι 7.30 μ.μ. Η μάχη στις Καρούτες τελείωσε...
"Αυτός ο αντάρτικος στρατός πρέπει να τιμηθεί. Είναι ο λαός που στρατεύτηκε μόνος του και πολέμησε αβοήθητος τους ξένους κατακτητές. Είναι οι απροσκύνητοι, που έκαναν την Αντίσταση". Η. Παπανικολής
​ Η Μάχη στις Καρούτες (5.8.44) - Ιστορημένη από τον Η. Παπανικολή" - Έκδοση 1983 PictureΗλίας Καρράς (Ηρακλής)Αναμνήσεις από τη μάχη στις Καρούτες
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΟΥΚΑΣ (Πλάτανος) από τη Θεσ/νίκη, μαχητής του ΕΛΑΣ, που πήρε μέρος στην ένδοξη μάχη στις Καρούτες, αφηγείται στο γράμμα του το χρονικό της μεγάλης αυτής μάχης. "Στις 5 Αυγούστου 1944 τμήματα του ΕΛΑΣ της 5ης ταξιαρχίας Ρούμελης δώσανε μια ηρωική μάχη κατά των Γερμανών κατακτητών στο χωριό Καρούτες, κοντά στο Λιδωρίκι. Το χωριό αυτό, που ήταν κέντρο της Αντίστασης της περιοχής, το 1942 το είχαν κάψει και λεηλατήσει οι Ιταλοί κατακτητές βασανίζοντας όλους τους κατοίκους του. Παρ' όλα αυτά το αντάρτικο δυνάμωσε κι επεκτάθηκε (όπως είναι γνωστό), σ' ολόκληρη τη χώρα.
Το καλοκαίρι του 1944, οι Γερμανοί θέλοντας να εξασφαλίσουν τα νώτα τους όταν υποχωρούσαν, κάτω από την πίεση του Κόκκινου Στρατού στα Βαλκάνια, επιχείρησαν στις 4 Αυγούστου να εκκαθαρίσουν το έδαφος στη Ρούμελη, στέλνοντας ένα επίλεκτο τάγμα καταδρομών από την Αμφισσα, με στόχο τη διάλυση των τμημάτων του ΕΛΑΣ. Και το γερμανικό τάγμα προχωρούσε χωρίς να συναντήσει καμιά αντίσταση. Ομως η Διοίκηση της 5ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ με βάση οργανωμένο σχέδιο, ετοίμαζε τα τμήματά της για ταχτική μάχη. Διοικητής της ταξιαρχίας ήταν ο μόνιμος συνταγματάρχης του αστικού στρατού Γιώργος Ρήγας (Φεραίος),ο καπετάνιος Ηλίας Καρράς (Ηρακλής) στέλεχος του ΚΚΕ και επιτελάρχης ο μόνιμος λοχαγός Γιώργος Σαμαρίδης (Λογοθέτης)".

"Θυμάμαι - γράφει παρακάτω ο παλιός μαχητής - ότι η υποδειγματική διμοιρία μας ειδοποιήθηκε και αφού εφοδιαστήκαμε μ' ένα κομμάτι ψωμί, λίγο τυρί και νερό, ανεβήκαμε από το Λιδωρίκι στο βουνό Κορομηλιές και πιάσαμε θέσεις στα βράχια πάνω από τις Καρούτες. Είχε κυκλωθεί όλο το χωριό. Μείναμε εκεί μέχρι να μας δοθεί το σύνθημα, που ήταν, δυο βλήματα όλμων, ενάντια στους Γερμανούς. Αυτοί ξεθαρρεμένοι μόλις ξημέρωσε μπήκαν στο χωριό. Εσφαξαν ζώα από τις στάνες και το ριξαν στο φαγοπότι. Εμείς περιμέναμε στα βράχια κάτω από τον καυτό ήλιο, με αφόρητη ζέστη. Οι Γερμανοί σε λίγο ξεντύθηκαν και άρχισαν να κολυμπούν σε μια στέρνα του χωριού. Κατά τις δυόμισι το μεσημέρι, φαίνεται, ότι κάτι αντελήφθηκαν και έριξαν μερικές ντουφεκιές. Αμέσως, μας δόθηκε το σύνθημα κι άρχισε η επίθεσή μας. Με τις πρώτες βολές καταστράφηκε ο ασύρματος των Γερμανών και έτσι έχασαν κάθε επαφή με τη διοίκησή τους στην Αμφισσα. Η επίθεση εξελίχθηκε σε μάχη από σπίτι σε σπίτι και οι Γερμανοί πανικοβλήθηκαν τόσο, γιατί δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως ο ΕΛΑΣ ήταν προετοιμασμένος για μια τέτοια ταχτική μάχη.
Αρχισαν να σκορπούν και να τρέχουν για να σωθούν, αλλά ήταν τόσο καλά κυκλωμένοι που δεν μπορούσαν να γλιτώσουν, δεν ξέφυγε ούτε ένας. Ο διοικητής του τάγματος, Βέμπερ, σκοτώθηκε από τους πρώτους. Τελικά οι υπόλοιποι αναγκάστηκαν να παραδοθούν ύστερα από διαπραγματεύσεις που έγιναν.
Το αποτέλεσμα της μάχης ήταν: Για τους Γερμανούς 200 περίπου νεκροί και τραυματίες, 100 αιχμάλωτοι, όλος δε ο οπλισμός του τάγματος πέρασε στον ΕΛΑΣ και εξοπλίστηκε μ' αυτόν όλη η 2η Μεραρχία. Εμείς είχαμε 38 νεκρούς συναγωνιστές, που αναπαύονται στο νεκροταφείο του χωριού. Είχαμε και πολλούς τραυματίες - ανάμεσά τους κι εγώ - και μεταφερθήκαμε στο αναρρωτήριο του ΕΛΑΣ, όπου μας φρόντισε ο αξέχαστος αγωνιστής γιατρός Γιάννης Κουτσοδήμος.Εκεί ήρθε και η συμμαχική αποστολή και μας συγχάρηκε, ήταν αυτοί οι ίδιοι που αργότερα, με τις κυβερνήσεις που επέβαλαν στη χώρα μας, μας φυλάκισαν, μας εξόρισαν, μας εκτέλεσαν σαν προδότες".
* Εθνική Αντίσταση - ΔΣΕ

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

Η Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΛΑΣ    και η Συμβολή της στην Εθνική Αντίσταση.

1 Αυγούστου 1943: Αρχίζει τη λειτουργία της στο Περτούλι Θεσσαλίας η Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΛΑΣ. Από τη σχολή αυτή αποφοίτησαν συνολικά έως την απελευθέρωση 1.260 ανθυπολοχαγοί του ΕΛΑΣ.
Ενθυμίσεις και Ημερολόγια Ανθυπολοχαγών της Σχολής
Γράφει ο Κλεομένης Σ. Κουτσούκης
Όλες βέβαια οι γεωγραφικές περιοχές της χώρας μας, χερσαίες και νησιωτικές, συμμετείχαν κι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην αντίσταση κατά των Γερμανο-Ιταλών που επεδίωκαν την υποταγή της χώρας μας στο φασισμό και ναζισμό. Είναι ενδεικτικό εξάλλου, ότι τα τραγούδια της Αντίστασης προέτρεπαν στον καθολικό ξεσηκωμό των Ελλήνων, όπως:
Μακεδόνες, Μωραΐτες Ηπειρώτες, Θεσσαλοί, Ρουμελιώτες, Θράκες, Κρήτες, Η Πατρίδα σάς καλεί…
Χωρίς να είμαι τοπικιστής, νομίζω ότι μερικές γεωγραφικές περιοχές, όπως η Θεσσαλία, η Ρούμελη, η Ήπειρος, έπαιξαν κεντρικό στρατηγικό ρόλο στην αντιμετώπιση των κατοχικών δυνάμεων. Και αυτό, τόσο λόγω γεωγραφικής και εδαφικής μορφολογίας, όσο και λόγω των επιχειρησιακών και στρατηγικών κινήσεων και επιλογών των αντιπάλων. Συγκεκριμένα η εισήγησή μου θα ασχοληθεί με την Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΛΑΣ, η οποία έμεινε γνωστή στην ιστορία ως «Σχολή Αξιωματικών της Ρεντίνας».
Ειδικότερα, θα αναφερθώ, με λίγα λόγια, όσο γίνεται, λόγω περιορισμένου χρόνου,
πρώτον, στην ίδρυση, λειτουργία και στελέχωση της Σχολής,
δεύτερον, στους μαθητές, τις σπουδές και την πολεμική τους δράση κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους στη Σχολή και τέλος, τρίτον, στην ηρωική Ρεντίνα, όπου η Σχολή λειτούργησε τον περισσότερο χρόνο καθώς και τους ανθρώπους της, δηλ. τους Ρεντινιώτες, που με στερήσεις και θυσίες στήριξαν καθ’ όλο αυτό το διάστημα τη λειτουργία της Σχολής.
Ας σημειωθεί, ότι εδώ βρίσκει πλήρη ισχύ η λαϊκή σοφία που λέει: «Όσα ξέρει ο νοικοκύρης (εν προκειμένω οι κάτοικοι της Ρεντίνας) δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος!»
Ο 19ος αιώνας, που συνδέεται με την ανάπτυξη της βιομηχανίας στις ανεπτυγμένες τότε καπιταλιστικές χώρες, σχετίζεται άμεσα και στενά με τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας των γυναικών.
Επιτρέψτε μου να σημειώσω εδώ, ότι δεν είμαι ιστορικός. Ο επιστημονικός κλάδος, στον οποίο θητεύω ερευνητικά και συγγραφικά, ως κοινωνικός επιστήμονας, είναι ο κλάδος της πολιτικής κοινωνιολογίας. Ως εκ τούτου, τα ιστορικά φαινόμενα δεν τα εξετάζω με τη μέθοδο του ιστορικού αλλά τα ερμηνεύω ως κοινωνικός επιστήμονας, επικεντρώνοντας το ερευνητικό μου ενδιαφέρον, τόσο στα πρότυπα συμπεριφοράς μιας προσωπικότητας ή περισσοτέρων, που συμμετέχει και διαμορφώνει τα γεγονότα, όσο και σε συλλογικές νοοτροπίες και συμπεριφορές.
Το θέμα της εισήγησής μου, που αναφέρεται στην ίδρυση και λειτουργία της Σχολής της Ρεντίνας και τη συμβολή της στην Εθνική Αντίσταση, βασίζεται, αφ’ ενός στην πλούσια βιβλιογραφία για την Εθνική Αντίσταση στη Θεσσαλία, όπου ανήκει γεωγραφικά η Ρεντίνα και αφ’ ετέρου στις ενθυμήσεις, μαρτυρίες και ημερολόγια αποφοίτων της Σχολής και ιδιαίτερα τριών απ’ αυτούς, οι οποίοι αφού αποφοίτησαν από τη Σχολή, έλαβαν μέρος στον Αγώνα της Εθνικής Αντίστασης με τον βαθμό του αξιωματικού, δηλ. του ανθυπολοχαγού του ΕΛΑΣ.
Από τους τρεις αυτούς αξιωματικούς, οι ενθυμήσεις του ενός, που ποτέ μου δεν γνώρισα, έχουν δημοσιευθεί στην εξάτομη Ιστορία της Εθνικής Αντίστασης(1976). Οι άλλοι δύο, συμβαίνει να είναι συμπατριώτες μου Ευρυτάνες. Ο ένας απ’ αυτούς που υπήρξε συγχωριανός μου (Μικρό Χωριό) μού είχε εμπιστευθεί τις ενθυμήσεις του, που τις δημοσίευσα σε συνέχειες στο περιοδικό «Μικροχωρίτικα Γράμματα», που εξέδιδα κατά τη δεκαετία του ’80. Αργότερα δημοσιεύθηκαν αυτοτελώς. Ο τρίτος, που ζει σήμερα στην Αθήνα κι έχει δημοσιεύσει κατά καιρούς κείμενά του σχετικά με την Εθνική Αντίσταση, δέχτηκε πρόσφατα να μου δώσει συνέντευξη, ειδικά γι’ αυτή την εισήγησή μου, καταθέτοντας τις αναμνήσεις του από τη Σχολή της Ρεντίνας. Να συμπληρώσω ότι, πριν ακόμη ολοκληρώσω την εισήγησή μου αυτή, εντόπισα α) τις ενθυμήσεις ενός ακόμη ανθυπολοχαγού του ΕΛΑΣ, που δεν θα μπορούσα να παραλείψω, στο βιβλίο «Συναγωνιστής Ακέλας», απ’ όπου θα παραθέσω σχετικά αποσπάσματα και πληροφορίες για τον συγγραφέα του, απόφοιτο της Σχολής του ΕΛΑΣ και β) έναν ακόμη απόφοιτο της Σχολής, που ζει σήμερα στη Λαμία.
ΙΔΡΥΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ
Θα περάσω τώρα σε μερικά πρώτα στοιχεία που αφορούν την ίδρυση, λειτουργία και εξέλιξη της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών. Προ παντός τους λόγους που υπαγόρευσαν την ίδρυσή της αλλά και το πνεύμα που κυριαρχούσε, ώστε να φέρει σε πέρας το σκοπό λειτουργίας της. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να σημειώσω ότι το Πανθεσσαλικό Συνέδριο που συνήλθε 26-28 Ιουλίου 1943, μεταξύ των άλλων σημαντικών αποφάσεων ήταν και η ίδρυση της Σχολής με το αιτιολογικό ότι: «Η ανάπτυξη των τμημάτων του ΕΛΑΣ δημιούργησε πολλές ανάγκες σε στρατιωτικά στελέχη για να πλαισιώσουν τις μονάδες του ΕΛΑΣ. Το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ προσπάθησε να λύσει το πρόβλημα αυτό με την ίδρυση και λειτουργία της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΛΑΣ» [1]
Όπως γράφει ο Λάζαρος Αρσενίου, που έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την Εθνική Αντίσταση στη Θεσσαλία, αρχικά στον ΕΛΑΣ πήγαν περίπου 300 ως 400 ίσως και περισσότεροι αξιωματικοί. Παρ’ όλα αυτά παρέμειναν μεγάλα κενά, ιδίως σε κατώτερους αξιωματικούς. Ως εκ τούτου, όπως τονίζει και ο στρατηγός Σαράφης, υπήρχε ανάγκη στελέχωσης του ΕΛΑΣ με νέους αξιωματικούς. Για το λόγο αυτό ρίχθηκε η ιδέα της ίδρυσης και λειτουργίας της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΛΑΣ [2].
Ως μαθητές στη Σχολή αυτή στάλθηκαν νέοι, διαλεγμένοι από κείνους, που είχαν γίνει αρχηγοί μικρών σχηματισμών του ΕΛΑΣ ή είχαν διακριθεί στο αντάρτικο, ανεξάρτητα από γραμματικές γνώσεις καθώς και όσοι από τους πολεμιστές ήσαν απόφοιτοι Γυμνασίου [3].
ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΣΕΙΡΕΣ ΣΠΟΥΔΑΣΤΩΝ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ.
Α΄ ΣΕΙΡΑ ΣΤΟ ΠΕΡΤΟΥΛΙ
Επιφυλασσόμενος να σας παρουσιάσω πιο κάτω αναλυτικό πίνακα με τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των μαθητών της Σχολής για όλες τις σειρές (ήσαν τέσσερις) σημειώνω ότι στην α΄ σειρά, από τους 138 μαθητές, το ποσοστό των εγγραμμάτων ήταν πολύ μικρό. Πρώτος Διοικητής της Σχολής, η οποία λειτούργησε αρχικά στο Περτούλι Τρικάλων από την 1η Αυγούστου 1943, ήταν ο συνταγματάρχης Πετρουλάκης, ο οποίος είχε διατελέσει υπασπιστής του βασιλιά. Διευθυντής Σπουδών ορίσθηκε ο Ταγματάρχης Στάθης Αρέθας, ο οποίος είχε διακριθεί πολεμώντας σκληρά στο Αλβανικό μέτωπο τιμηθείς με μετάλλιο ανδρείας. Καπετάνιος ήταν ο Αλέκος Παπαγεωργίου και πολιτικός καθοδηγητής ο δάσκαλος Σεραφείμ (Στρατίκης) από το Καρπενήσι, που τον διαδέχθηκε ο Φάνης Χριστούλας (Ξάνθος) [4]. Από τους πρώτους εκπαιδευτές ήταν ο υπολοχαγός Αλέκος Παπαγεωργίου και οι μόνιμοι ανθυπολοχαγοί Γ. Τσικαρδιώτης, Αν. Γρουμπογιάννης, Λευτέρης Σκαμπαρίνας, Μεν. Δολγυρας, Αλ. Βραχάτης, Βασ. Παπαδημητρίου. Επίσης οι έφεδροι ανθυπολοχαγοί Κων. Μαρούκας και Κων. Καρπούζας. Ανάμεσα στους εκπαιδευτές ξεχωρίζει ο Ρεντινιώτης ανθυπολοχαγός Γεώργιος Βασιλός, για τον οποίο θα αναφερθούμε εκτενέστερα πιο κάτω [5].
Οι μαθητές διαμένουν σε σπίτια κατά ομάδες. Στα μαθήματά τους χρησιμοποιούν πολυγραφημένες σημειώσεις. Τα μαθήματα αφορούν την τακτική, την διοίκηση και προ παντός τη χρήση όπλων ευθυτενούς και καμπύλης τροχιάς κ.ά. Θα σας μεταφέρω εδώ αποσπάσματα από τις πρώτες εντυπώσεις των ανθυπολοχαγών, αποφοίτων της Σχολής, που σάς ανέφερα στην αρχή.
Ο πρώτος, (ο Νίκος Παϊκος), καταγράφοντας τις ενθυμήσεις του από τη φοίτηση στην πρώτη σειρά της Σχολής, που εκπαιδεύτηκε στο Περτούλι θυμάται ότι αφού τακτοποιήθηκαν σε σπίτια και αχυρώνες, την άλλη μέρα τους μίλησαν. Πρώτα ο Άρης, ο οποίος τους είπε: «Ο στρατός μεγάλωσε και το αντάρτικο γίνεται πλέον τακτικός στρατός. Χρειάζονται γι’ αυτό αξιωματικοί, διότι οι μόνιμοι δεν μας φτάνουν και έτσι πρέπει να γίνετε κι εσείς αξιωματικοί… Να μάθουμε την τέχνη του πολέμου κι όλων των όπλων … σε τέτοιο βαθμό που είτε βροχές είτε χιονίζει, ή είναι νύχτα, πίσσα το σκοτάδι, με τα μάτια ακόμη κλειστά θα δένουμε και θα λύνουμε όλα τα όπλα…»
Μετά μας μίλησε ο Σαράφης. Μεταξύ άλλων μας είπε: «Να νιώθετε υπερήφανοι διότι σε σας τα παιδιά του λαού, για πρώτη φορά στην ιστορία της Ελλάδας, έλαχε ο κλήρος να γίνετε αξιωματικοί… κάθε αποστολή που σας εμπιστεύονται να την εκτελείτε με ακρίβεια…» [6]. Θα πρσθέσει ακόμη στην αφήγησή του: «Μας κάναν μαθήματα ο Αρέθας, ο Σαράφης, ο Παπαγεωργίου και άλλοι. Την ημέρα που δίναμε εξετάσεις, μετά έξη μήνες μαθημάτων, παρευρίσκονταν, εκτός από τα μέλη του στρατηγείου, αντιπροσωπεία του ΕΔΕΣ με επικεφαλής τον Ζέρβα, αντιπροσωπεία της Συμμαχικής Αποστολής με επικεφαλής τον Κρις (Γουντχαουζ) καθώς και οι Δεσποτάδες Κοζάνης και Ηλείας και πολλοί κάτοικοι. Απ’ αυτούς που μίλησαν, ο Κρις εκ μέρους της αγγλικής αποστολής είπε, μεταξύ άλλων: «Εσείς είστε οι καλύτεροι Έλληνες. Είστε άξιοι ευγνωμοσύνης και θαυμασμού. Αν εσείς δεν παίρνατε τα όπλα, ούτε κι εμείς θα ήμασταν εδώ να βοηθάμε τον συμμαχικό αγώνα».
Προτού γίνουν οι εξετάσεις είχαν πάρει μέρος στον αφοπλισμό των Ιταλών της Μεραρχίας «Πινερόλο» με επικεφαλής τον Άρη.
Ο δεύτερος ανθυπολοχαγός, απόφοιτος της ΣΕΑΕ, Χρ. Γιαννακόπουλος, θυμάται κι αυτός ότι συνάντησαν τον Άρη, ο οποίος με έκδηλη χαρά μας καλωσόρισε κατενθουσιασμένος ότι «είμαστε η πρώτη σειρά της Σχολής Αξιωματικών του ΕΛΑΣ. Ύστερα ο ταγματάρχης Αρέθας, αφού μάς χαιρέτησε, μας είπε: «για να σας προτείνουν τα αρχηγεία σας για αξιωματικούς, ασφαλώς θα μάθατε στην πράξη πρώτα, την τέχνη του πολέμου, ας συνεχίσουμε τώρα και με τη θεωρία ως επιδόρπιο».
Στη Σχολή θυμάται ότι, μεταξύ άλλων γνωρίστηκε και με δύο νέους απ’ την Καρδίτσα, που οι πατεράδες τους είχαν τα δύο ξενοδοχεία της Καρδίτσας που αν θυμάται καλά τα έλεγαν το ένα ΑΡΝΗ και το άλλο ΚΙΕΡΙΟΝ. Ο ένας πάλι απ’ αυτούς τους δύο Καρδιτσιώτες λεγόταν Νασιάκος. Και κλείνει λέγοντας: «Όταν τελείωσε η φοίτηση στη Σχολή, ονομαστήκαμε ανθυπολοχαγοί και φύγαμε ο καθένας για το αρχηγείο του, όπου ανήκε. Κατεβαίνοντας εγώ το μονοπάτι για την Πύλη Τρικάλων, σε κάποιο από τα χωριά είδα στο δρόμο αρκετό κόσμο συγκεντρωμένο, που τους μιλούσε κάποιος με βροντερή φωνή. Πήγα κοντά κι είδα πως ομιλητής ήταν ο Ιωακείμ Κοζάνης. Ο γιγαντόσωμος αυτός Δεσπότης καλούσε τον κόσμο να συνεχίσει να βοηθά με όλες του τις δυνάμεις τον δίκαιο αγώνα μας κατά των κατακτητών!» [7]
Η Β΄ ΣΕΙΡΑ. ΣΤΟ ΣΜΟΚΟΒΟ
Περιοδικό της Σχολής.Περιοδικό της Σχολής. Στις 4 Οκτωβρίου 1943 άρχισε η φοίτηση της β΄ σειράς με 297 μαθητές στη Σχολή, η οποία στο μεταξύ είχε μεταφερθεί στα λουτρά Σμοκόβου, με Διοικητή τον Συνταγματάρχη Καραγιάννη, που λίγο αργότερα τον διαδέχθηκε ο στρατηγός Δ. Ματσούκας Η φοίτηση της β΄ σειράς διακόπηκε λόγω πολεμικών επιχειρήσεων με τους Γερμανούς, οι οποίοι τον Νοέμβριο του 1943 εκστρατεύσανε εναντίον του Καρπενησίου. Τότε οι μαθητές της Σχολής επιστρατεύτηκαν για τις επιχειρήσεις εναντίον των Γερμανών. Υπήρξαν δυστυχώς απώλειες από τους μαθητές της Σχολής, ιδιαίτερα στη μάχη της Νευρόπολης, όπου οι μαθητές με ηρωισμό διέσπασαν τον κλοιό των Γερμανών. Τότε, για μικρό χρονικό διάστημα η Σχολή μεταφέρθηκε στην Φραγκίστα Ευρυτανίας [8].
Γ΄ ΣΕΙΡΑ. ΣΤΗ ΡΕΝΤΙΝΑ
Με Διοικητή τον στρατηγό Δημ. Ματσούκα (Οπούντιο), στις 6 Μαρτίου 1944 ξεκινάει η γ΄ σειρά και τα μαθήματα της Σχολής γίνονται στη Ρεντίνα. Εκεί μεταφέρθηκε πλέον η έδρα της Σχολής, που θα διαρκέσει μέχρι τέλους της λειτουργίας της. Διευθυντής σπουδών είναι ο συνταγματάρχης Γκικόπουλος, που είχε αποφοιτήσει από την Ανωτέρα Σχολή Πολέμου και καπετάνιος ο Φάνης Χριστούλας [9]. Την εποχή αυτή, όπως γράφουν οι δύο συγγραφείς, Ελευθερία Σταυράκη και Φώτης Κρικζώνης, οι οποίοι της έχουν αφιερώσει έναν εντυπωσιακό τόμο, η Ρεντίνα, που είχε τότε πληθυσμό 2000 κατοίκων, εμφανίζει έντονη πολιτιστική δράση. Εκτός των πολλών μορφωτικών και πληροφοριακών εντύπων, που εκδίδονται στην περιοχή από δημοσιογράφους και λογοτέχνες, υπήρχε και θεατρική ομάδα από μέλη της ΕΠΟΝ, που ανέβαζαν έργα ηρωικού και παραδοσιακού περιεχομένου, όπως ο «Αθανάσιος Διάκος», η «Γκόλφω» κ.ά. [10]
Παρ’ όλον, ότι «τα πράγματα» λόγω Κατοχής είχαν δυσκολέψει στο χωριό για τους κατοίκους που δοκίμασαν πολλές στερήσεις, ωστόσο, δεν έλειψαν τα έκδηλα φιλόξενα αισθήματά τους, που έφθασαν να φιλοξενούν στα σπίτια τους σπουδαστές και αξιωματικούς της Σχολής. Αλλά και οι σπουδαστές έδειξαν ευαισθησία και φιλοτιμία απέναντί τους. Προσφέρονταν να κάνουν εθελοντικές εργασίες προκειμένου να βοηθήσουν τους κατοίκους στο μάζεμα της σοδειάς, το κόψιμο ξύλων για το χειμώνα και άλλες βαριές δουλειές.
«Ανεξάλειπτα έμειναν στη μνήμη μου», όπως μάς είπε ο καπ. Ανταίος, «ύστερα από 70 χρόνια και πλέον, η αγάπη και τα αισθήματα φιλοξενίας με τα οποία μας περιέβαλαν και μας συμπεριφέρονταν οι κάτοικοι της Ρεντίνας. Εμείς ήμασταν πάντα πρόθυμοι να τους βοηθήσουμε σε διάφορες δουλειές τους, όπως να μεταφέρουμε φορτία σε αλώνια ή να πάρουμε και προ πάντων να βοηθήσουμε ηλικιωμένες και ανήμπορες γυναίκες. Ο κόσμος μάς καμάρωνε και συχνά τους ακούγαμε να λένε: Χαρά στις μανάδες που έχουν τέτοια παιδιά» [11].
Όπως θυμάται ένας άλλος απόφοιτος της Σχολής, γνωστός στην Αντίσταση ως καπετάν ‘Ακέλας’, που δεν είναι άλλος από τον μετέπειτα δημοσιογράφο Γιάννη Βούλτεψη: «ο λοχαγός μας Αλέκος Παπαγεωργίου μάς λέει χαμογελαστός κάθε Τετάρτη και Σάββατο: Το απόγευμα, παιδιά, έχει ξύλα και συμπλήρωμα ελιές. Αυτό σημαίνει, ότι θα πάμε δυο ώρες δρόμο μέσα στο χιόνι, κοντά στα Λουτρά Σμοκόβου και θα φορτωθούμε ανά δύο έναν μακρύ ξερό κορμό για το μαγειρείο. Ύστερα απ’ αυτή τη δοκιμασία (αγγαρεία) το συσσίτιο που μας περιμένει αυτά τα δύο βράδια είναι δέκα οκτώ μεγάλες μαύρες αλμυρές ελιές» [12].
Όπως ο ίδιος ο Γιάννης Βούλτεψης, γράφοντας τις ωραίες εντυπώσεις του από τη Σχολή της Ρεντίνας, θυμάται, μεταξύ άλλων για τη Ρεντίνα: «Ξακουστό αρχοντοχώρι, έδωσε πολλές μάχες με τους Τούρκους. Όλα τα σπίτια ήταν οχυρά με πολεμίστρες, όπως ο πύργος του Τσολάκογλου» [13] και συνεχίζει: « (Είναι) Σάββατο, 25 Μαρτίου 1944. Η Ρεντίνα σημαιοστολισμένη ζει μια μοναδική μέρα της ιστορίας της… Η σάλπιγγα σημαίνει προσοχή. Η σημαία υψώνεται αργά. Ο σαλπιγκτής παίζει δακρυσμένος… Δώδεκα αξιωματικοί, που μόλις έφθασαν από την Αθήνα δεν πιστεύουν στα μάτια τους. Το τάγμα καθώς εκτελεί τα παραγγέλματα, τους θυμίζει τη Σχολή Ευελπίδων… Ένας ταγματάρχης από τους νεοφερμένους ανεβαίνει σε μια καρέκλα. Μας λέει με δυνατή φωνή, που την τσακίζει κάθε τόσο η συγκίνηση: “Στην Αθήνα ακούγαμε ότι στα βουνά υπάρχει αντάρτικο. Μαθαίναμε για τις μάχες, μαθαίναμε πως γίνεται ανταρτοπόλεμος. Αλλά δεν μπορούσαμε να φαντασθούμε αυτό που βλέπουμε σήμερα. Γιατί αυτό δεν είναι αντάρτικο. Είναι στρατός, ένας ελληνικός στρατός στα βουνά. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να υπάρχει εδώ μπροστά μας μια Σχολή Αξιωματικών σαν τη δική σας» [14].
Εντυπωσιασμένος από την Ρεντίνα, ο ίδιος ο υπολοχαγός και επιτελής της Σχολής της Ρεντίνας, Αλέκος Παπαγεωργίου, που έχει γράψει πολλά βιβλία για την εποχή εκείνη, θα πει: «Η Ρεντίνα είναι σε ωραίο μέρος και δικαιωματικά ανακηρύχθηκε “Νύμφη των Αγράφων”, για να συνεχίσει λέγοντας ότι: «είχε ηρωικές παραδόσεις από την εποχή της τουρκοκρατίας. Στη διάρκεια της Κατοχής πρωτοστάτησε στην Εθνική Αντίσταση και πήρε μέρος όλο το χωριό…» [15]. Από κει πέρασαν υπουργοί, στρατηγοί, στελέχη της Εθνικής Αντίστασης. Οι εισηγήσεις που ακούστηκαν άλλωστε εδώ στο συνέδριο επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Από τον Μάρτη μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1944 εκεί λειτούργησε η Στρατιωτική Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΛΑΣ, η οποία τιμής ένεκεν καθιερώθηκε ως «Σχολή Αξιωματικών Ρεντίνας» [16]. 

Παρέλαση στην ΡεντίναΠαρέλαση στην Ρεντίνα Ένα από τα σημαντικά γεγονότα, όπως γράφει, ήταν το πέρασμα από τη Ρεντίνα, στα μέσα Μαΐου 1944, της αντιπροσωπείας της κυβέρνησης της ΠΕΕΑ, που με επικεφαλής τον Πρόεδρό της, καθηγητή Αλέξανδρο Σβώλο, μετέβαινε στη Μέση Ανατολή. Πριν ο ίδιος, ο Αλ. Παπαγεωργίου, πάρει την εντολή από τον Διοικητή της Σχολής, στρατηγό Ματσούκα, να τους μεταφέρει ασφαλώς, με ομάδα σπουδαστών, στο αεροδρόμιο Αλμυρού, η Σχολή και οι κάτοικοι της Ρεντίνας επεφύλαξαν θερμή υποδοχή στην επίσημη αντιπροσωπεία. Τους μίλησε τότε ο Αλ. Σβώλος με πολύ ενθαρρυντικά λόγια. Λίγο νωρίτερα, τον ίδιο μήνα, οι σπουδαστές της Σχολής κάλυψαν τις εργασίες της Εθνοσυνέλευσης στους Κορυσχάδες της Ευρυτανίας. Εξάλλου, ο στρατηγός Σαράφης, στο βιβλίο του, που καταγράφει όλη τη διαδρομή του στον ΕΛΑΣ και την Εθνική Αντίσταση γράφει, ότι στα τέλη Ιουνίου 1944 είχε φθάσει στο Σμόκοβο κι από κει στη Ρεντίνα. Στη Ρεντίνα, όπως γράφει, έτυχε μεγάλης υποδοχής με εξαιρετικό ενθουσιασμό. Χαρακτηρίζει τη Ρεντίνα ως ένα πολιτισμένο χωριό με 300 σπίτια, γιατί οι κάτοικοί του ταξίδευαν στην Κωνσταντινούπολη και Αμερική κι έτσι έχουν αναπτυχθεί κι έχουν όμορφα σπίτια, καλά επιπλωμένα και εφοδιασμένα, για να καταλήξει ότι: «είναι ένα από τα καλύτερα χωριά της περιοχής» [17].
Θα πρέπει να σημειώσουμε ακόμη εδώ ότι πολλοί συγγραφείς, που έχουν εμπειρίες από τη Ρεντίνα και ιδιαίτερα από τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΛΑΣ, εξαίρουν την προσωπικότητα και το ήθος ενός Ρεντινιώτη αξιωματικού, του Γεωργίου Βασιλού. Διετέλεσε εκπαιδευτής όλων των σειρών της Σχολής, δηλ. και των τεσσάρων, από τον Αύγουστο του 1943 ως τα τέλη Σεπτεμβρίου 1944.
Όπως γράφουν στο παραπάνω βιβλίο τους η κ. Σταυράκη και ο κ. Κριτζώνης, « ο Βασιλός διακρίθηκε για το θάρρος του αλλά και τη στρατηγική του κατάρτιση και την προθυμία του να αναλαμβάνει και να φέρει εις πέρας δύσκολες αποστολές» [18].
Με τη γ΄ σειρά, που ξεκίνησε με 295 μαθητές, η εκπαίδευση γίνεται τώρα συστηματικότερη. Στο τεχνικό μέρος λ.χ. οι μαθητές μαθαίνουν το χειρισμό για όλα τα όπλα του Πεζικού. Από πλευράς τακτικής παίρνουν μέρος σε ασκήσεις μάχης σε ποικιλία εδαφών όπως πεδινό, δασωμένο, ορεινό ή και κατοικημένο. Για θέματα διαφώτισης παρακολουθούν διαλέξεις γύρω από θέματα πολιτικά, κοινωνικά κ.ά. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι στην Τρίτη σειρά φοίτησαν και δύο μαθήτριες που προέρχονταν από τον θεσσαλικό ΕΛΑΣ. Αυτές οι δύο υπήρξαν και οι πρώτες αξιωματικίνες του ελληνικού στρατού και μάλιστα σε μάχιμες μονάδες. Επίσης, στα μέσα της γ΄ περιόδου κατέφθασαν και είκοσι μαθητές από τον εφεδρικό ΕΛΑΣ της Αθήνας και σαράντα από τον ΕΛΑΣ Πελοποννήσου. Οι επί πλέον αυτοί, που ήλθαν αργότερα, εκπαιδεύτηκαν εντατικά κι απετέλεσαν τη λεγόμενη σειρά Γβ. Οι εξετάσεις της Γ. σειράς έγιναν τον Ιούνιο του 1944 (9-11 Ιουνίου). Από τους 295 πέτυχαν οι 289.
H Δ΄ ΣΕΙΡΑ. ΣΤΗ ΡΕΝΤΙΝΑ
Η δ΄ σειρά στη Σχολή της Ρεντίνας άρχισε τα μαθήματα την 1η Ιουλίου 1944 με 594 σπουδαστές. Απ’ αυτούς οι έντεκα είναι κοπέλες. Όπως η γ΄ σειρά που προανέφερα, έτσι και η δ΄ σειρά της Σχολής κλήθηκε να συμβάλει με τη συμμετοχή της στην αντιμετώπιση των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των Γερμανών στη Στερεά Ελλάδα. Έτσι «όταν στις 6 Αυγούστου 1944 οι γερμανικές δυνάμεις άρχισαν να κινούνται προς τη Λαμία για να ανέβουν στο Καρπενήσι, η Σχολή Αξιωματικών αντέδρασε άμεσα. Έπιασε τα υψώματα της Τσούκας και βόρεια της Βίτωλης, ώστε να εμποδίσει την κίνηση προς την Ρεντίνα και το Φουρνά, που οι Γερμανοί σκόπευαν να κάψουν… Τελικά τα χωριά Τσούκα, Ρεντίνα, Φουρνάς γλύτωσαν.
Όπως γράφει ο εφ. Ανθυπολοχαγός της Σχολής Ρεντίνας, Γιάννης Βούλτεψης στο βιβλίο του “Ακέλας”: «Η Σχολή, πιάνοντας τα υψώματα της Τσούκας, τους παρενοχλούσε (τους Γερμανούς) από τα πλάγια, δημιουργώντας τους φόβο και ανασφάλεια. Διότι, οι Γερμανοί στον τομέα μας ξεκινώντας από την Λαμία εισέδυσαν στον άξονα Λαμία-Καρπενήσι, έκαψαν τα χωριά της Ποταμιάς και ξανά το Καρπενήσι, απέτυχαν όμως να εισχωρήσουν για να προσβάλουν πέρα από τον δημόσιο δρόμο την περιοχή». Ωστόσο, οι Γερμανοί ακάθεκτοι προχώρησαν κι έφθασαν στο Καρπενήσι κι επιδόθηκαν στην πυρπόλησή του καθώς και των γύρω χωριών της Ποταμιάς» [19]. (Μεταξύ αυτών ήταν και το δικό μου χωριό, το Μικρό Χωριό, που το ‘καψαν στις 11 Αυγούστου 1944. Τότε έκαψαν και το πατρικό μου σπίτι καθώς και το ευρισκόμενο ακριβώς απέναντι κτίριο του Δημοτικού Σχολείου του Μικρού Χωριού, που σήμερα λειτουργεί ως Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο με μνήμες και υλικό από την εποχή της Εθνικής Αντίστασης) [20].
Λόγω της συσσωρευμένης εμπειρίας, η τέταρτη σειρά υπήρξε και η καλύτερη περίοδος της Σχολής, η οποία έκλεισε μετά τις εξετάσεις, που έγιναν στα τέλη του Σεπτέμβρη. Στην παρέλαση που ακολούθησε, πριν φύγουν για τις μονάδες τους οι απόφοιτοι, παρέστησαν οι υπουργοί της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, Θ. Τσάτσος, Γ. Ζέβγος, Παυσ. Κατσώτας, οι οποίοι εντυπωσιάστηκαν «όταν οι νέοι αξιωματικοί της Σχολής παρήλασαν μπροστά τους, γιατί δεν περίμεναν να δουν τόσο οργανωμένο στρατό» [21].
Όπως μας αφηγήθηκε ο καπ. «Ανταίος», ως υποψήφιος έφ. Αξιωματικός της 4ης σειράς, σχετικά με την πολεμική εμπλοκή της σειράς αυτής, συγκεκριμένα: «στις 7 με 8 Αυγούστου ήλθε στη Σχολή αίτημα των Εγγλέζων να σταλεί ικανή δύναμη από το δυναμικό της Σχολής, να μεταβεί στην Παληογιαννιτσού, που υπήρχε αγγλική αποστολή, που έπρεπε να αντιμετωπίσει τους προελαύνοντες προς το Καρπενήσι Γερμανούς, μέσω Τσούκας της Μακρακώμης. Το προηγούμενο (βράδυ) είχε οργανωθεί εκεί στη Ρεντίνα, ψυχαγωγική εκδήλωση με σκοπό να κρατηθεί ψηλά το ηθικό το δικό μας και του λαού (υπό την καθοδήγηση του καπ. «Τρομάρα».
Όπως θυμάται ακόμη ο καπ. Ανταίος: «Εμείς είχαμε οπλισμό εκπαιδευτικό, ενώ οι εγγλέζοι έφθασαν εκεί με ένα πολυβόλο Brend και βρίσκονταν σε διάταξη μάχης έναντι των Γερμανών. Στη μάχη εκείνη χάθηκαν δύο αδέλφια, μαθητές της Σχολής από το Κιλκίς. [22].
ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΠΟΥΔΑΣΤΩΝ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΡΕΝΤΙΝΑΣ
Όπως προανέφερα, με εξαίρεση την πρώτη σειρά, που αριθμούσε 138 σπουδαστές, που μόνο ένα μικρό ποσοστό ήσαν εγγράμματοι, στις άλλες τρεις σειρές, τα λίγα δημογραφικά στοιχεία που βρέθηκαν δείχνουν, ανά σειρά τα εξής: όπως δείχνει ο παρατιθέμενος πίνακας στοιχείων, τα μεγαλύτερα ποσοστά συμμετοχής τα έχουν οι εργάτες με ποσοστό 34,1%, στην β’ σειρά, 30,4% στη γ’ σειρά και 30,3% στην δ’ σειρά. Ακολουθούν οι φοιτητές με 28,3% στη δεύτερη σειρά, 19% στην Τρίτη και 24.9% στην τέταρτη σειρά. Οι αγρότες εμφανίζουν μικρότερη συμμετοχή έχοντας 13,3% στην β΄ σειρά, 18,3% στην γ΄ και 18% στην δ΄ σειρά.
Από τις άλλες επαγγελματικές κατηγορίες αξιόλογες είναι αυτές των υπαλλήλων και επαγγελματιών με ποσοστό 7%, των υπαξιωματικών και διαφόρων επιστημόνων με 13,5% και τέλος των χωροφυλάκων με ποσοστό 12,3%. [24]
Δημογραφικά στοιχεία των σπουδαστών της Σχολής της Ρεντίνας (Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΛΑΣ 1943-1944)
Περιοδικό σχολήςpicture 1
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Ιστορία της Εθνικής Αντίστασης 1940-45. Εκδόσεις Αυλός, 1979, τόμος 2, σσ. 845-849 και Αρχιμ. Γερμανός Κ. Δημάκος, Στο Βουνό με τον Σταυρό κοντά στον Άρη, Τρίκαλα, Πρότυπες Θεσσαλικές Εκδόσεις, 2004, σσ. 180-182.
2. Στέφανος Σαράφης, Ο ΕΛΑΣ, Αθήνα, 1946, σελ. 125.
3. Λάζαρος Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, τόμος Β΄, 1977, σσ. 342-349.
4. Για τη στελέχωση της Σχολής βλ. Σαράφης οπ. παρ. σσ. 137-151.
5. Επίσης για τη στελέχωση της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΛΑΣ, βλ. Ελευθερία Δ. Σταυράκη-Φώτης Λ. Κρικζώνης, Άγραφα και ο Ιστορικός Δήμος Ρεντίνας: Οδοιπορικό στο χρόνο, σσ. 170-176.
6. Νίκου Πάϊκου, «Οι πρώτοι αξιωματικοί του ΕΛΑΣ» στο Ιστορία της Εθνικής Αντίστασης, οπ. παρ. τόμος 5, σσ. 2004-2008. Βιογραφικά του στοιχεία βλ. εφ. Ριζοσπάστης, 12 Φεβρουαρίου 2002.
7. Χρήστος Γιαννακόπουλος, «Και διηγώντας τα, μην κλαις», στο εξαμηνιαίο περιοδικό Μικροχωρίτικα Γράμματα, τεύχη 36 ως 55, έτη 1988-1994. Με την προσθήκη υπότιτλου: «Αναμνήσεις ενός Ανθυπολοχαγού του ΕΛΑΣ» εκδόθηκε από τις εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1994, απ’ όπου και τα αποσπάσματα, σσ. 52-57
8. Μαρτυρία από τον έφ. Ανθυπολοχαγό του ΕΛΑΣ, απόφοιτο της β΄ σειράς, που φοίτησε στη Σχολή στα Λουτρά Σμοκόβου, τον Θανάση Χουλιάρα, από τη Λαμία.
9. Για τον αναγνώστη, που δεν είναι εξοικειωμένος με την σχετική ορολογία, παραπέμπουμε σε σχετική ομιλία του Άρη Βελουχιώτη, που έγινε στη Λαμία, στις αρχές του αντιστασιακού αγώνα. Σε οργανωτικό «αχτίφ» στις 14 Μάη 1942 θα νοηματοδοτήσει τους σχετικούς όρους οργάνωσης της ιεραρχίας λέγοντας: «Η κάθε ομάδα θα διοικείται από ένα τριμελές αρχηγείο… ο πρώτος θα είναι εκπρόσωπος του λαϊκού στοιχείου και θα λέγεται ‘καπετάνιος’… δεύτερος θα είναι ο στρατιωτικός διοικητής του τμήματος… τρίτος θα είναι ο αντιπρόσωπος του ΕΑΜ (πολιτικός επίτροπος)». Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Γιώργος Χουλιάρας (Περικλής), Ο Δρόμος είναι άσωτος… Εκδόσεις Οιωνός, 2006, σσ. 98-100. Ας σημειωθεί ότι ο καπ. Περικλής στο βιβλίο του αυτό κάνει μνεία των δύο παραπάνω ανθυπολοχαγών του ΕΛΑΣ α) του Χ. Γιαννακόπουλου, ως υπεύθυνο του Λόχου Διοίκησης και β) του Θ. Χουλιάρα, ως υπεύθυνο της Υποδειγματικής Διμοιρίας της ΕΠΟΝ στο 42ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Ωστόσο και οι δύο αυτοί ανθυπολοχαγοί του ΕΛΑΣ δεν πήραν κάποιο ψευδώνυμο, όπως συνηθιζόταν τότε. Βλ. Χουλιάρας, οπ. παρ. σ.465.
10. Για τις πολιτιστικές δραστηριότητες και την αντιστασιακή δράση στην περιοχή της Ρεντίνας, βλ. Σταυράκη-Κρικζώνης, οπ. παρ. σσ. 166-170.
11. Συνέντευξη με τον καπ. ‘Ανταίο’ (Γιώργος Νταουλάς) στις 23 Ιουνίου 2015, στο σπίτι του στην Αθήνα: «Ακούγοντας το όνομά του Νταουλάς Γιώργος του Κωνσταντίνου, ο διοικητής της σχολής τότε, στρατηγός Δ. Ματσούκας, θυμήθηκε ότι είχε τον πατέρα του Νταουλά Κώστα, στρατιώτη στο λόχο του στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13). Ο πατέρας του ήταν διαλεχτός ελεύθερος σκοπευτής. Όταν έγινε ‘ενοχλητικό’ ένα βουλγαρικό πολυβόλο στη μάχη του Λαχανά (Κιλκίς), που δεν έλεγε να σταματήσει, κάλεσε, ως λοχαγός τότε, τον στρατιώτη του Κ. Νταουλά για να το εξουδετερώσει. Μόλις ο Νταουλάς εντόπισε με τα κυάλια το βουλγαρικό πολυβόλο, σκόπευσε με επιτυχία, πετυχαίνοντας κατακούτελα τον χειριστή του. Όπως διεπίστωσαν στο τέλος της πολύνεκρης μάχης αυτός ήταν ένας αξιωματικός του βουλγαρικού στρατού».
13. Ο Γιάννης Βούλτεψης θυμάται κι αυτός το περιστατικό, που βαφτίστηκε «Ακέλας». Σήμαινε «αρχηγός» στα λυκόπουλα, όπως ήταν στον προσκοπισμό και το αναφέρει στο βιβλίο του Συναγωνιστής Ακέλας, εκδόσεις Γλάρος, Αθήνα, 1983, και Αλκυών, 1997,σσ.80-81.
14. Ακέλας, οπ. παρ. σσ. 149-150.
15. Αποσπάσματα παρατίθενται και στον τόμο των Σταυράκη-Κρικζώνη, οπ. παρ. σσ. 176-180. Επίσης, Ακέλας, οπ. παρ. σσ. 148-49.
16. Στο ίδιο, σσ. 180-81.
17. Σημαντικά είναι επίσης τα όσα γράφει για τη Σχολή και την ιστορική Ρεντίνα, ο Ρεντινιώτης «γέρος αγωνιστής», όπως γράφει στον υπότιτλο του βιβλίου του ο Νίκος Ραμαντάνης (Κολοκοτρώνης), Η Συμμετοχή της Ρεντίνας Καρδίτσας στην Εθνική Αντίσταση, εκδόσεις Γένεσις, Τρίκαλα 2006, σ. 27.
18. Για μια σύντομη ιστορική αναδρομή της Ρεντίνας από την αρχαιότητα, βλ. Γιώργου Π. Κονταξή, Η Ρεντίνα των Αγράφων και ο Προεστός Τσολάκογλου, Αθήνα, 2009, σσ. 65-87.
19. Για τον Ρεντινιώτη ανθυπολοχαγό και εκπαιδευτή της Σχολής Ρεντίνας, Γιώργο Κ. Βασιλό, βλ. Ραμαντάνης, οπ. παρ. σσ. 39-40. Επίσης στο Περικλής Κ. Βασιλός, Αγωνιστικά: Επιλογή από τα Καθημερινά 2005-2011, Τρίκαλα 2011, σσ. 50-51.
20. Βλ. Αδελφότης Μικροχωριτών, Μνήμη και Χρέος: Αφιέρωμα, το Μικρό Χωριό Ευρυτανίας στην περίοδο της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης 1940-44, Αθήνα, 1983 και περ. Μικροχωρίτικα Γράμματα, τ. 91, 2011.
21. Βλ. Ακέλας, οπ.παρ. σελ 153.
22. «Ακέλας», οπ. παρ. σ. 152. Για την άριστη εικόνα που εμφάνιζαν οι σπουδαστές της τελευταίας σειράς στη Σχολή, αξίζει να παραθέσουμε τις εντυπώσεις που κατέγραψε ο Θεμιστοκλής Δ. Τσάτσος σε ενθυμήσεις του. Συγκεκριμένα, επιστρέφοντας από την Καζέρτα η ελληνική αντιπροσωπεία, μέρος της οποίας ήταν και ο ίδιος, μετά την αφιξή τους στην Καρδίτσα έφθασαν στην Ρεντίνα. Εκεί, όπως γράφει: «Επιθεωρήσαμεν τους παρατεταγμένους μαθητάς και μαθητρίας, αι οποίαι είχον αμαζονικώτατον πράγματι παράστημα και ήσαν ιδιαιτέρως υπερήφανοι φέρουσαι την στρατιωτικήν στολήν». Στο Θεμιστοκλή Δ. Τσάτσου, Αι Παραμοναί της Απελευθερώσεως (1944), Β΄ έκδοσις, Ίκαρος, 1973, σελ. 165 σε φωτοτυπική ανατύπωση στην εφ. «Ο Φουρνάς των Αγράφων», αρ. φύλλου 113 (2015).
23. «Ανταίος» συνέντευξη της 23ης Ιουνίου 2015. Καιρό μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή Αξιωματικών, πήρε ως καπετάνιος το όνομα «Ανταίος». Βλ. σχετική αφήγησή του στο βιβλίο του Γιώργου Κ. Νταουλά (Ανταίου), Στη Δίνη του Εμφυλίου, χ.χ. σελ. 15. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο Γιώργος Κ. Νταουλάς, ο μόνος εν ζωή σήμερα από τους μνημονευόμενους εδώ, ανθυπολοχαγός της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΛΑΣ, έχει δημοσιεύσει κατά καιρούς άρθρα του σε διάφορα περιοδικά, όπως: Εθνική Αντίσταση, Χωριάτικοι Αντίλαλοι και Συγκρελλιώτικα Νέα (τοπικού περιεχομένου). Ωστόσο έχει ακόμη στο ενεργητικό του μερικά αξιοπρόσεχτα αυτοβιογραφικού περιεχομένου βιβλία, στα οποία είναι εμφανές το αυθεντικό λογοτεχνικό του ταλέντο, που τα κάνει ιδιαιτέρως ελκυστικά. Μεταξύ αυτών είναι: 1) Εν Συγκρέλλω: Ευθυμοδιηγήματογραφήματα (2008). Βλ. σχετική βιβλιοπαρουσιάσή του στο περ. Αρχείο Ευρυτανικών Σπουδών και Ερευνών τ.10 (2012), σσ. 58-62, 2) Ματωμένη Πορεία: Μυθιστόρημα, Αθήνα 2009, 3) Στη Δίνη του Εμφυλίου Πολέμου, χ.χ., 4) Αφανείς – Τραγικοί Ήρωες (υπό έκδοση).
*ethniki-antistasi-dse.gr