Πέμπτη 18 Ιουλίου 2019

                                         Απεβίωσε  η Άρια Κλάρα- Μαϊντά

 Απεβίωσε σήμερα, 18 Ιουλίου 2019 η Άρια Κλάρα- Μαϊντά, του Άρη Βελουχιώτη και μεγαλύτερη κόρη του αδελφού του, Μπάμπη Κλάρα. Η Άρια Κλάρα σπούδασε νομικά και ήταν δικηγόρος στο νομικό τμήμα της Αγροτικής Τράπεζας. Ήταν παντρεμένη με το γιατρό Δημήτρη Μαϊντά και είχε τρεις κόρες, την Κατερίνα, τη Τζένη και την Ισμήνη. Η ταφή θα γίνει σήμερα στις 3 το μεσημέρι στον οικογενειακό τάφο της οικογένειας Δημητρίου Κλάρα στο νεκροταφείο της Ξηριώτισσας στη Λαμία. Το Σωματείο "Φίλοι του Μουσείου Εθνικής Αντίστασης και Σύγχρονης Ιστορίας Ρούμελης" συλλυπείται θερμά τους οικείους της και αντί στεφάνου θα καταθέσει ένα συμβολικό ποσό στο Ορφανοτροφείο Θηλέων Λαμίας.

το Δ.Σ

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019

                             Η αντίσταση κατά της χούντας στις ένοπλες δυνάμεις. 

45 χρόνια από την πτώση της δικτατορίας και αποκατάσταση της Δημοκρατίας



Καθώς πλησιάζουμε στην 45η επέτειο από την πτώση της δικτατορίας της χούντας και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, παρουσιάζουμε πτυχές της αντιδικτατορικής δράσης στον στρατό κατά την περίοδο της μαύρης επταετίας 1967-1974 από μέλη και στελέχη των ενόπλων δυνάμεων, όπως αναδείχθηκαν σε ημερίδα του Συλλόγου Φυλακισθέντων Εξορισθέντων Αντιστασιακών (ΣΦΕΑ), μέσα από αφηγήσεις αξιωματικών ε.α., οι οποίοι εκείνη την περίοδο βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν, ή διώχθηκαν για τα δημοκρατικά τους φρονήματα.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε το Μάϊο του 2018 στο χώρο του Πολεμικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, ο οποίος κατά τη διάρκεια της δικτατορίας χρησιμοποιήθηκε, ως έδρα της χουντικής ΚΥΠ και ως χώρος κράτησης, ανακρίσεων και βασανιστηρίων πολλών αγωνιστών.

Σιδηροδέσμιος ο Παναγούλης μετά την απόπειρα κατά του
δικτάτορα Παπαδόπουλου που είχε συνταράξει την υφήλιο
Σε όλη την περίοδο της δικτατορίας, παρότι οι δικτάτορες δεν έχαναν ευκαιρία ναυποστηρίζουν ότι, δήθεν, είχαν τον πλήρη έλεγχο και την «αποδοχή» του στρατεύματος, μεγάλα τμήματα του στρατού ξηράς, του ναυτικού και της αεροπορίας, δυσφορούσαν με την κατάλυση των δημοκρατικών θεσμών. Πρόσωπα, γνωστά, όπως ο Αλέκος Παναγούλης και ο Σπύρος Μουστακλής, αλλά και αρκετοί άλλοι ανώνυμοι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί υπέστησαν, ίσως, σκληρότερα βασανιστήρια ακόμη και από αντιστασιακούς πολίτες, ακριβώς επειδή ανέτρεπαν αυτή την ψευδή εικόνα «συναίνεσης» και «αποδοχής», που ήθελαν να προσδώσουν στο στράτευμα, οι δικτάτορες.
Ο αντιναύαρχος Κωνσταντίνος Γκορτζής
Ο αντιναύαρχος ε.α. του πολεμικού ναυτικού Κωνσταντίνος Γκορτζής, νεαρός τότε σημαιοφόρος (ανθυπολοχαγός) υπηρετούσε στο αντιτορπιλικό «Βέλος» και χωρίς δεύτερη σκέψη ακολούθησε τον κυβερνήτη του Νίκο Παππά, ο οποίος κατηύθυνε το πολεμικό πλοίο προς την Ιταλία, όπου ο ίδιος και μέλη του πληρώματος ζήτησαν πολιτικό άσυλο.
Ο κ. Γκορτζής υπογράμμισε ότι το «Κίνημα του Ναυτικού» υπήρχε ήδη από το 1968 και παρότι δεν εκδηλώθηκε, πέτυχε μέσα από την ενέργεια του αντιτορπιλικού «Βέλος» να στείλει τα ηχηρά μηνύματα σε όλον τον κόσμο ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς των συνταγματαρχών.
«Ήμουν πλήρωμα στο αντιτορπιλικό “Βέλος” και ακολούθησα τον κυβερνήτη Νίκο Παππά, όταν ζήτησε πολιτικό άσυλο στην Ιταλία, στο πλαίσιο του Κινήματος του Ναυτικού» είπε ο κ. Γκορτζής και συνέχισε :
«Το Κίνημα του Ναυτικού οργανωνόταν από το 1968 μέχρι το 1972, γιατί έπρεπε να συντονιστούν πολλά πράγματα και να βρεθεί ο κατάλληλος χρόνος, ώστε όλοι οι μυημένοι να είναι σε καίριες θέσεις στα πλοία, ως κυβερνήτες, ύπαρχοι, μηχανικοί, κ.α. Πολλοί ρωτούν γιατί καθυστέρησε να εκδηλωθεί. Δεν εκδηλώθηκε, αλλά πέτυχε. Και πέτυχε, επειδή το αντιτορπιλικό “Βέλος” εκείνη την ημέρα, 22 Μαΐου 1973 ήταν εν πλω σε μια άσκηση του ΝΑΤΟ και ο αντιπλοίαρχος Νίκος Παππάς, πήρε την απόφαση του. Σκεπτόμενος, ότι εάν γυρνούσε πίσω -η χούντα μιλούσε ήδη για μια κίνηση “οπερέτα”, τριών, τεσσάρων αξιωματικών, ενώ ήταν όλο το ναυτικό- ίσως να μην είχε άλλη ευκαιρία. Συν, του ότι και στρατός και αεροπορία συμμετείχαν στο Κίνημα του Ναυτικού».
Ο ηρωικός αντιπλοίαρχος Νίκος Παππάς και το θρυλικό αντιτορπιλικό "Βέλλος"
«Αποφάσισε, λοιπόν, ο Νίκος Παππάς, να βγει έξω στην Ιταλία να ζητήσει πολιτικό άσυλο και μόλις το αποφάσισε αυτό, όλο το πλήρωμα ήθελε να τον ακολουθήσει. Γιατί ήταν ένας ηγέτης πραγματικός, στη θεωρία και στην πράξη. Και στη φωτιά να μας έλεγε να πέσουμε, θα πέφταμε. Ο ίδιος είπε, ότι δε θα παραδώσουμε το πλοίο στους Ιταλούς και ας βγουν δέκα, είκοσι μέλη του πληρώματος, να ακολουθήσουν χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις… Τριάντα, τον ακολουθήσαμε».
«Από εκεί και πέρα, μόλις βγήκαμε στην Ιταλία, πολλοί βρήκαν δουλειά στο εμπορικό ναυτικό, άλλοι σε διάφορες άλλες δουλειές. Μας βοήθησαν πάρα πολύ οι Ιταλοί και οι Έλληνες απόδημοι σε διάφορα μέρη του κόσμου. Εγώ προσωπικά, μαζί με δύο άλλους συμμαθητές μου, βρέθηκα στο Λονδίνο και εκεί σπουδάσαμε στον κλάδο που ήθελε ο καθένας, με μια υποτροφία του ΟΗΕ για τους …Σομαλούς πρόσφυγες…».
O K.Γκορτζής υπενθύμισε ότι μόλις έγινε η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ο πλοίαρχος και το πλήρωμα του «Βέλους» αποφάσισαν να επιστρέψουν και να υπηρετήσουν την πατρίδα, υφιστάμενοι ακόμη και τις πιθανές συνέπειες, καθώς ήδη είχαν απαγγελθεί βαριές κατηγορίες από τη χούντα σε βάρος τους. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ακόμη και ως απλοί ναύτες. Κάτι που τελικώς δε συνέβη, επειδή στο μεταξύ κατέρρευσε η δικτατορία.
«Όταν έγινε η εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο, ο Παππάς και το πλήρωμα, αμέσως πήγαμε στην πρεσβεία και είπαμε ότι γυρνάμε πίσω, ανεξάρτητα από τις συνέπειες που θα έχουμε, για να επανδρώσουμε τα πλοία σαν απλοί ναύτες -γιατί μας είχαν αποτάξει, μας είχαν στερήσει τους βαθμούς, μας είχαν απαγγείλει κατηγορίες, τρεις εκ των οποίων ήταν “εις θάνατον” τουλάχιστον. Το δέχθηκε ο Μπονάνος κι ώσπου να γίνουν όλες οι διαδικασίες γιατί έπρεπε να επικυρωθούν τα διαβατήρια μας από την πρεσβεία για να πάμε πίσω, γυρίσαμε τη δεύτερη μέρα μετά τον Καραμανλή. Είχε έρθει ήδη η μεταπολίτευση».
«Από εκεί και πέρα, στη μεταπολίτευση, μετά από έναν μήνα βρεθήκαμε στο ναυτικό, σταδιοδρομήσαμε όσοι από μας συνέχισαν στο ναυτικό και σήμερα αναρωτιόμαστε εάν είμαστε ευχαριστημένοι από την ποιότητα της σημερινής δημοκρατίας. Ανεξαρτήτως, αν κάποιοι ιδιοτελείς, απαξιώνουν τους όποιους αγώνες, οι αγώνες αυτοί πρέπει να προβάλλονται και να υπενθυμίζονται ως σύμβολα στην αιώνια διαπάλη του καλού και του κακού» συμπλήρωσε.
Ο Αντιστράτηγος και αργότερα βουλευτής της Ν.Δ. Άγγελος Πνευματικός
Ο επίτιμος αντιστράτηγος και πρώην βουλευτής της ΝΔ, Άγγελος Πνευματικός, υπηρετούσε ως αξιωματικός στο Β’ Σώμα Στρατού στη Βέροια, όταν εκδηλώθηκε η δικτατορία. ‘Αρχισε να δραστηριοποιείται και να συντονίζει τη δράση του και με άλλους κι όταν αποκαλύφθηκαν οι ενέργειες του, υπέστη από τα όργανα του καθεστώτος, διώξεις, φυλάκιση και σκληρά βασανιστήρια.
Άγγελος Πνευματικός
«Αυτό που πείραξε πιο πολύ τη χούντα, σε ότι αφορά εμένα, ήταν ότι ήμουν από τους πρώτους αξιωματικούς που αντέδρασαν και έπεφτε ο μύθος ότι ο στρατός στηρίζει τη δικτατορία. Με βασάνισαν πάρα πολύ σκληρά….» είπε ο κ. Πνευματικός και συνέχισε:
«Το παράπονο μου είναι ένα. Ότι με βασάνισαν συμμαθητές μου της Σχολής Ευελπίδων. Με βασάνισαν συμμαθητές μου της Σχολής Πολέμου…»
Ο κ. Πνευματικός αφηγήθηκε με ποιόν τρόπο εκδηλώθηκε και μορφοποιήθηκε η αντίδραση του κατά της χούντας, πώς αποκαλύφθηκε, καθώς και τα βασανιστήρια που υπέστη για την αντιστασιακή του δράση.
«Όταν έγινε το πραξικόπημα ήμασταν μέσα στο γραφείο, δεν είχαμε καμία πληροφόρηση, το πληροφορηθήκαμε από το ραδιόφωνο και αυτό ήταν και μια αιτία που δεν αντιδράσαμε αμέσως. Υπεστήκαμε, αλλά δεν αποδεχθήκαμε το πραξικόπημα, όχι μόνο εγώ, αλλά οι περισσότεροι αξιωματικοί».
«Η φήμη, η οποία κυκλοφόρησε στη συνέχεια ότι αξιωματικοί στήριζαν το δικτάτορα, είναι ψευδής. Αποδεικνύεται και από τη δράση τη δική μου και των περίπου τριακοσίων αξιωματικών, οι οποίοι συντάχθηκαν με την “Ένωση Εθνικής Σωτηρίας”, όπως επίσης και με το “Κίνημα του Ναυτικού”, που απέδειξε και στο εξωτερικό ότι οι δικτάτορες ήταν μόνοι, μέσα στον κάμπο, χωρίς τη στήριξη ούτε του στρατού, ούτε του ναυτικού, ούτε της αεροπορίας».
Ο κ. Πνευματικός πολύ νωρίς μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό ξεκίνησε να δραστηριοποιείται, αξιοποιώντας τη δυσφορία που επικρατούσε σε μέλη του στρατεύματος για τη δικτατορία. Μάλιστα, μια πρώτη εικόνα διαμόρφωσε, επισκεπτόμενος δύο μέρες μετά το πραξικόπημα, ένα ακριτικό φυλάκιο στο Μπέλες.
«Διαπίστωσα, ότι οι δικτάτορες ήταν άνθρωποι, οι οποίοι σκόπευαν, μόνο να καταλάβουν την εξουσία. Εκεί άρχισα μια αντίδραση, η αντίδραση συνεχίστηκε και όπως είπα προηγουμένως συντάχθηκαν μαζί μας γύρω στους τριακόσιους αξιωματικούς και περίπου διακόσιοι πολίτες».
«Εγώ διώχθηκα από το στρατό με το “Κίνημα του Βασιλιά”. Εδώ, υπάρχει μια αντίφαση. Διότι ενώ πράγματι είχα εντολή να καταλάβω τον ραδιοφωνικό σταθμό, αυτή η εντολή δε μου είχε κοινοποιηθεί. Δεν ήξερα τίποτε. Με είχαν εντάξει μέσα στα σχέδια τους, αλλά δεν ενημέρωσαν, αυτό ήταν και το παράπονο μου ότι δεν με ειδοποίησαν. Και την 21η Απριλίου ήμουν στο Β’ΣΣ στο γραφείο μου. Όταν κατελήφθη η Σχολή Πολέμου από τους δικτάτορες μετά το “Κίνημα του Βασιλιά” βρήκαν τα χαρτιά τους, μεταξύ αυτών, ότι εγώ είχα τη συγκεκριμένη αποστολή και με απέταξαν».
«Η απόταξη μου, πάρα πολύ χρόνο με απασχόλησε, γιατί έγινε. Διότι, την οργάνωση που είχα δεν την αποκάλυψαν. Δεν προδόθηκε, παρά μόνο μετά τη σύλληψη μου. Το έμαθα δύο χρόνια μετά, μέσα στη φυλακή…».
Από την εκδήλωση του ΣΦΕΑ για την Αντίσταση στις Ένοπλες Δυνάμεις
«Ενώ έκανα αντίσταση, δε με διώξανε από το στρατό για την αντίσταση, με διώξανε για ανύπαρκτη αιτία και με συνέλαβαν για την αντίσταση, όταν με πρόδωσε κάποιος από τους συνεργάτες μου… Με ρώτησε: “Η κίνηση του βασιλιά είναι αυτή που ετοιμάζουμε εμείς;” Του λέω όχι. Μου αποκρίνεται: “Εδώ, δεν πέτυχε ο βασιλιάς θα πετύχουμε εμείς;”. Και πήγε και με πρόδωσε… Με έπιασαν ανήμερα 25ης Μαρτίου, ιδιώτη, στην Αθήνα».
Ακολούθησαν δίκες, φυλάκιση και βασανιστήρια. Οι βασανιστές του μετήλθαν στυγνές μεθόδους για να «κάμψουν» το ηθικό του.
«Δικάστηκα στο στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, έξι και μισό χρόνια φυλακής. Και δύο φορές στην Αθήνα κεκλεισμένων των θυρών για περιύβριση αρχής. Έστειλα δύο υβριστικά γράμματα στον δικτάτορα Παπαδόπουλο. Καταδικάστηκα σε τρία χρόνια φυλακή για το καθένα. Κατά συγχώνευση έγιναν δώδεκα χρόνια και έμεινα στη φυλακή έξι χρόνια».
Με βασάνισαν πολύ σκληρά. Εκτός των άλλων βασανιστηρίων, φάλαγγες, κλπ, με θάψανε σε έναν λάκκο ζωντανό, έχασα τις αισθήσεις μου και όταν ξύπνησα, ήταν νύχτα, ήμουν στο αναρρωτήριο. Έριξαν σκυλιά στο κελί μου να με φάνε. Τα έδερναν έξω, για να τα αγριέψουν, ήταν ιδρωμένα. ‘Ανοιξα τα χέρια μου, τα αγκάλιασα. ‘Απλωσαν τα πόδια δεξιά και αριστερά, ηρέμησαν και με γλύφανε. Και γράφω στα απομνημονεύματα μου: «Τα σκυλιά γίνανε άνθρωποι και οι άνθρωποι έγιναν κτήνη».
Ο κ. Πνευματικός μίλησε στην εκδήλωση του ΣΦΕΑ (1967-74) για τη δράση του και έστειλε και ένα μήνυμα σε συναγωνιστές του και σε παρευρισκόμενους πολίτες που επίσης αγωνίστηκαν ενάντια στη δικτατορία.
«Ήρθα να τιμήσω όσους αγωνίστηκαν για την ελευθερία και τη δημοκρατία. Να δω και ορισμένους φίλους που γνώρισα στη φυλακή. Δεν έχουμε όλοι τα ίδια φρονήματα, τις ίδιες ιδέες. Αλλά για μένα δεν υπάρχει πρόβλημα. Για μένα είναι αγωνιστής, φίλος, αυτός που αγωνίζεται για την ελευθερία και τη δημοκρατία. Στον αγώνα αυτό, είμαστε αδέλφια».
Ο υποναύαρχος Γιάννης Ντουνιαδάκης
Ο υποναύαρχος ε.α. του πολεμικού ναυτικού Γιάννης Ντουνιαδάκης παρέστη, μεταξύ άλλων, στην εκδήλωση για να τιμήσει τους παλαιότερους συναδέλφους του αξιωματικούς που συμμετείχαν σε αντιστασιακές δράσεις κατά της δικτατορίας. Και ο ίδιος θυμάται εκείνη την εποχή, ως δόκιμος τότε, στο πολεμικό ναυτικό.
«Εγώ, συγκεκριμένα, ήμουν στη σχολή το 1972, λίγους μήνες αφότου είχε αποφοιτήσει η σειρά του κ. Γκορτζή, του μετέπειτα μέλους του πληρώματος του «Βέλους». Θυμάμαι, ότι στα εκπαιδευτικά ταξίδια που κάναμε κυρίως είχαμε κάποιες ενδείξεις, υπήρχαν μηνύματα από την αντίσταση. Όταν ήμουν σε εκπαιδευτικό ταξίδι στο Σαν Ραφαέλ, η ομάδα Παππά, του «Βέλους» – που είχε ήδη εγκατασταθεί στην Ευρώπη, είχε ζητήσει πολιτικό άσυλο στην Ιταλία – είχε προσπαθήσει να προσεταιριστεί και τα δύο εκπαιδευτικά πλοία, με τα οποία είχαμε πάει εμείς, ως δόκιμοι τότε, εκπαιδευτικό ταξίδι».
Στην αρχή της εκδήλωσης μίλησε ο ιστορικός υπεύθυνος Αρχείων Μουσείου Μπενάκη, Τάσος Σακελλαρόπουλος, περιγράφοντας το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώθηκαν κινήσεις, ή δράσεις αντίστασης μέσα στο στράτευμα στη διάρκεια της δικτατορίας.
Γραπτό μήνυμα, το οποίο διαβάστηκε στο κοινό, έστειλε η Χριστίνα Μουστακλή, η χήρα του Σπύρου Μουστακλή, υπενθυμίζοντας τις ευθύνες των δικτατόρων για την κατάλυση των δημοκρατικών θεσμών και για την «τραγωδία της Κύπρου», αλλά και τον ηρωικό αγώνα του συζύγου της και άλλων δημοκρατικών αξιωματικών, οι οποίοι όρθωσαν το ανάστημα τους στη δικτατορία.
http://farosthermaikou.blogspot.com
Αναρτήθηκε από Σπύρος Κουζινόπουλος

Τρίτη 16 Ιουλίου 2019

16 Ιούλη 1945: Η πρώτη εικόνα του εφιάλτη-Η πρώτη ατομική δοκιμή στην ιστορία


«Όταν η λάμψη χιλιάδων ήλιων φέξει μεμιάς στον ουρανό, ο άνθρωπος θα γίνει θάνατος, απειλή για όλη την γη» θα απαγγείλει σκυθρωπά ο Robert Oppenheimer ο -για την ιστορία- «πατέρας της ατομικής βόμβας» από το ιερό ινδικό βιβλίο «Μαχαγκάβαντ Γκίτα», λίγες στιγμές μετά.
Μέσα στην βαριά σιωπή των συναδέλφων του, ο George Kistiakowsky, άλλος ένας επιστήμονας της ατομικής «εποχής», θα δηλώσει: «Είμαι βέβαιος ότι πριν από το τέλος του κόσμου, στο τελευταίο χιλιοστό του δευτερολέπτου ύπαρξης της Γης, ο τελευταίος άνθρωπος θα δει αυτό που είδαμε κι εμείς σήμερα».
«Λες κι από τα σωθικά της γης ξεπετάχτηκε ένα φως, ένα φως όχι από τούτον τον κόσμο, μα από πολλούς ήλιους που ενώθηκαν σε έναν. Ένας τεράστιος πράσινος υπερήλιος ανέβηκε για μερικά κλάσματα του δευτερόλεπτου σε ύψος πάνω από δυόμιση χιλιάδες μέτρα. Ήταν μια φυσική δύναμη, απελευθερωμένη από τα δεσμά, που την κρατούσαν δεμένη δισεκατομμύρια χρόνια…» θα καταγράψει ο μοναδικός δημοσιογράφος που είχε άδεια να καταγράφει, ο William Leonard Laurence ή αλλιώς «Atomic Bill» και στην ίδια λογική θα θριαμβολογήσουν οι στρατηγοί, το πεντάγωνο και ο Πρόεδρος.
Ήταν 16 Ιούλη 1945. Πολιτεία Νιου Μέξικο, Κοιλάδα του Θανάτου.
Μια μέρα πριν τη διάσκεψη του Πότσδαμ που σφράγιζε το τέλος του ναζισμού.
Πρόεδρος των ΗΠΑ ο Χάρι Τρούμαν.
Το Manhattan Project στην πράξη. Η πρώτη ατομική δοκιμή στην ιστορία. Η σφραγίδα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.
Το όνομα της βόμβας «Χοντρή» ή «Gadget». Πανομοιότυπη με αυτή που σε λιγότερο από ένα μήνα, στις 9 Αυγούστου 1945, ρίχτηκε στο Ναγκασάκι που μετατράπηκε σε «νεκροταφείο δίχως ούτε μια ταφόπλακα όρθια» εξαφανίζοντας μεμιάς 80.000 ανθρώπους.

Αυτή είναι η πρώτη εικόνα του εφιάλτη που αστράφτει στα μάτια όλων των μεταπολεμικών γενιών, μια εικόνα που δεν έχει θολώσει ακόμη, μια εικόνα που έγινε πράξη και δεν αποφεύχθηκε ακόμη η φρικιαστική απειλή της…
Χρήστος Σκυλλάκος
.toperiodiko.gr

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

                         45 χρόνια από το προδοτικό πραξικόπημα στην Κύπρο


Ήταν Δευτέρα, 15 Ιουλίου 1974. Σαράντα πέντε ακριβώς χρόνια πριν. Νωρίς το πρωί ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπος Μακάριος επιστρέφει από τη θερινή του κατοικία στο όρος Τρόοδος στο προεδρικό μέγαρο.
Λίγη ώρα νωρίτερα έχουν αποσυρθεί από τις κεντρικές οδικές αρτηρίες οι ένοπλοι εθελοντές της σοσιαλιστικής ΕΔΕΚ και του κομμουνιστικού ΑΚΕΛ που εκτελούσαν κάθε νύχτα περιπολίες με αυτόματα καλάσνικοφ για να αποτρέψουν πραξικόπημα της ελλαδικής χούντας που εκτελούσε εντολές των ΗΠΑ.
Η επίθεση κατά του προεδρικού μεγάρου
Στις 8.30 το πρωί ο Μακάριος βρίσκεται στην αίθουσα υποδοχής του προεδρικού μεγάρου για να καλωσορίσει μια ομάδα παιδιών της Ελληνορθόδοξης Νεολαίας του Καΐρου, τα οποία φιλοξενεί η κυπριακή αρχιεπισκοπή. Πριν προλάβει να τα χαιρετήσει, ακούγονται οι πρώτοι πυροβολισμοί που ρίχνουν οι προδότες πραξικοπηματίες. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα αρχίζουν να πέφτουν ρουκέτες και όλμοι. Το προεδρικό μέγαρο φλέγεται. Μεγάλο μέρος του μετατρέπεται σε σωρό ερειπίων.
Ο ραδιοφωνικός σταθμός της Λευκωσίας μεταδίδει την πρώτη ανακοίνωση της χούντας: «Σήμερον την πρωίαν η Εθνική Φρουρά επενέβη διά να σταματήση τον αδελφοκτόνον εμφύλιον πόλεμον. Η Εθνική Φρουρά είναι την στιγμήν αυτήν κυρία της καταστάσεως. Ο Μακάριος είναι νεκρός!». Το άκουσμα της δολοφονίας του Μακαρίου παγώνει τους Κύπριους και τον κόσμο ολόκληρο.
Πάφος, 3 η ώρα μετά το μεσημέρι. ‘Ενας ασήμαντος, τοπικός ιδιωτικός ραδιοσταθμός γίνεται πρωταγωνιστής των εξελίξεων, καθώς μεταδίδει ένα μήνυμα που αστραπιαία κάνει τον γύρο του κόσμου! «Ελληνικέ κυπριακέ λαέ! Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις ποίος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος!… Δεν είμαι νεκρός, όπως η χούντα των Αθηνών και οι εδώ εκπρόσωποί της θα ήθελαν!… Η χούντα δεν πρέπει να περάσει και δεν θα περάσει! Νυν υπέρ πάντων ο αγών!»
Ο Ν.Σαμψών, ανδρείκελο της χούντας
Η χούντα όμως περνάει. Ο οργανωτής του επιτόπιου κλάδου του πραξικοπήματος, ταξίαρχος Μιχαήλ Γεωργίτσης, τοποθετεί ως Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας τον κατάπτυστο Νικόλαο Σαμψών. «Εν ονόματι Θεού και ανθρώπων και κατόπιν τιμητικής επιλογής μου υπό των Ενόπλων Δυνάμεων του λαού μας… με ιδιαιτέραν υπερηφάνειαν αναλαμβάνω σήμερον τα υψηλά μου καθήκοντα» αναφέρει στο πρώτο διάγγελμα τούτο το ακροδεξιό ανδρείκελο της χούντας του Ιωαννίδη.
Ούτε οι ΗΠΑ ούτε η Βρετανία, παρόλο που η τελευταία έχει κυβέρνηση των Εργατικών, καταδικάζουν το πραξικόπημα της χούντας της Αθήνας στην Κύπρο. Δύο μέρες αργότερα οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης» αποκαλύπτουν ότι ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Χένρι Κίσινγκερ απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε εισήγηση, έστω και τυπικής καταδίκης του πραξικοπήματος για τα μάτια του κόσμου.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός Χάρολντ Ουίλσον φέρεται πιο έξυπνα. Υποδέχεται τον Μακάριο στο Λονδίνο ως νόμιμο εκπρόσωπο της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού προηγουμένως τον φυγαδεύει από την Πάφο μέσω της βρετανικής βάσης προς τη Μάλτα και από εκεί προς την Αγγλία.
Δεκάδες χιλιάδες Ελληνοκύπριοι αποθεώνουν τον Μακάριο μόλις αυτός φθάνει στη βρετανική πρωτεύουσα. Το σχέδιο των Αμερικανών όμως που εκτελούν οι προδότες αξιωματικοί της χούντας των Αθηνών έχει πετύχει. Απονομιμοποιώντας την κυβέρνηση της Λευκωσίας μέσω του πραξικοπήματος, τα πάντα είναι πλέον έτοιμα για να αναλάβει δράση η Τουρκία.
Να εισβάλει δηλαδή στην Κύπρο και να κατακτήσει το 40% του νησιού όχι ως εισβολέας και κατακτητής, αλλά ως… «φορέας αποκατάστασης της δημοκρατικής ομαλότητας και της συνταγματικής νομιμότητας» που έχουν ανεπανόρθωτα τρωθεί από τους Ελληνες πραξικοπηματίες!!! Σε πέντε μέρες θα αρχίσει η τελική πράξη του δράματος, που συνεχίζεται ως τις μέρες μας, σαράντα χρόνια μετά…
Δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία...
Το πραξικόπημα της προδοτικής χούντας στην Κύπρο δεν ήταν σε καμία περίπτωση κεραυνός εν αιθρία. Ολοι το περίμεναν. Ολοι τότε είχαν καταλάβει ότι μπαίνουμε στην κορύφωση της τραγωδίας όταν δημοσιοποιήθηκε η συγκλονιστική επιστολή του Μακαρίου προς τον στρατηγό Γκιζίκη, τον δήθεν «πρόεδρο» του χουντικού καθεστώτος.
«Ουχί άπαξ μέχρι τούδε ησθάνθην, και είς τινας περιπτώσεις σχεδόν εψηλάφησα, εκτεινομένην αοράτως εξ Αθηνών χείρα αναζητούσαν προς αφανισμόν την ανθρωπίνην ύπαρξίν μου» αναφέρει το κορυφαίο, ανατριχιαστικό απόσπασμά της.
«Δεν δύναμαι να είπω ότι τρέφω ιδιαιτέραν συμπάθειαν προς στρατιωτικά καθεστώτα και μάλιστα εις την Ελλάδα, την χώραν η οποία εγέννησε και ελίκνισεν την δημοκρατίαν» προανέφερε στην επιστολή του ο Μακάριος, την οποία έδωσε προς κοινοποίηση στον κυπριακό Τύπο. Η χούντα απάντησε με πραξικόπημα, το οποίο σηματοδότησε αφενός τον χαμό της μισής Κύπρου και αφετέρου το δικό της τέλος…
του Γιώργου Δελαστίκ στην εφημερίδα Εθνος

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2019

                                           Η μάχη της Αμφιλοχίας


έλαβε χώρα από την 12η μέχρι την 13η Ιουλίου του 1944 στην πόλη της Αμφιλοχίας Αιτωλοακαρνανίας στο Ξηρόμερο. Οι μάχη δόθηκε ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τις γερμανικές και συμμαχικές προς αυτές δυνάμεις. Η μάχη της Αμφιλοχίας αποτελεί την μεγαλύτερη τακτική επιχείρηση του ΕΛΑΣ σε όλη την διάρκεια της ένοπλης δράσης του, τόσο από πλευράς δυναμικού όσο και από αυτήν των επιτευγμάτων και έδειξε ότι οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ ήταν εξίσου ικανές να μάχονται αποτελεσματικά και σε κατοικημένη περιοχή.
Η μάχη του ΕΛΑΣ αποφασίστηκε από το Γενικό Αρχηγείο του ΕΛΑΣ για δύο κυρίως λόγους
1) Για να αποδυναμωθεί η Γερμανική δύναμη στον δρόμο Ιωαννίνων Αγρινίου, δρόμος πολύ σημαντικός για τις διακινήσεις αγαθών και στρατευμάτων
2) Γιατί κατά τον Ιούλιο του 1944, με την ναζιστική Γερμανία να βρίσκεται σε υποχώρηση, η γερμανική διοίκηση στην Ελλάδα επιθυμούσε να έχει εξασφαλισμένη την οδική αρτηρία που ένωνε την χώρα με τα Βαλκάνια. Ο λόγος ήταν ότι σε περίπτωση υποχώρησης τους οι δρόμοι έπρεπε να είναι ανοιχτοί. Όμως με τον ΕΛΑΣ να δραστηριοποιείται στην Πίνδο και την Στερεά κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό. Έτσι ήδη από τον Μάρτη του 1944 οι Γερμανοί ξεκινούν μεγάλη επίθεση στον ΕΛΑΣ Μακεδονίας, Στερεάς και Ηπείρου με δύο μεραρχίες και άλλα ενισχυμένα σώματα στρατού. Έτσι με την μάχη της Αμφιλοχίας ο εχθρός θα αποσπούσε δυνάμεις του και η πίεση σε άλλα μέτωπα θα ελαττώνονταν.
Στο άρθρο αυτό, σε πείσμα όσων έχουν παραχαράξει την ιστορική αυτή μάχη θα παρατεθεί ΟΛΗ Η ΑΛΗΘΕΙΑ. Πηγές μας, εκτός από διηγήσεις ανταρτών, αποτελούν πάμπολλα βιβλία όπως αυτό του Θέμη Μοσχάτου και του Φιλίππου Γελαδόπουλου καθώς και από τα Αρχεία του ΓΕΣ που επιβεβαιώνουν ακριβώς τ’ ανωτέρω ( βλ. ΓΕΣ, 2014, Χρονολόγιο Πολεμικών Γεγονότων του Ελληνικού Έθνους, σελ. 158). Η πληροφορίες έχουν διασταυρωθεί και εδώ θα αναφερθούν ΜΟΝΟ οι ιστορικά διαπιστωμένες. Ο λόγος που κάνουμε αυτή την διευκρίνιση τώρα είναι ότι τα στοιχεία για την μάχη αυτή έχουν πολλαπλώς παραποιηθεί από διάφορες φασιστικές πηγές του διαδικτύου...
*Εθνική Αντίσταση - ΔΣΕ

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2019

                Ο αγώνας κατά της καθόδου των Βουλγάρων φασιστών στη Μακεδονία


Πριν 76 χρόνια μια από τις συγκλονιστικότερες στιγμές της ΕΑΜικής Αντίστασης
*του Σπύρου Κουζινόπουλου
Μία από τις συγκλονιστικότερες στιγμές αντίστασης στην τριπλή φασιστική κατοχή της πατρίδας μας, υπήρξε στις 10 Ιουλίου 1943, όταν με την πρωτοβουλία και καθοδήγηση του ΕΑΜ, δεκάδες χιλιάδες λαού ξυχύθηκαν στους δρόμους της Θεσσαλονίκης και των άλλων πόλεων της βόρειας Ελλάδας, διαμαρτυρόμενοι με μαχητικές διαδηλώσεις ενάντια στην επέκταση της βουλγαρικής κατοχής στη Μακεδονία.
Την ώρα που στις πόλεις και τα βουνά αναπτύσσονταν η Αντίσταση, οι διορισμένοι
ακόμη από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου "πατριώτες" διακήρυσσαν ότι
"αι τύχαι της Ελλάδος εξαρτώνται εκ της μεγάλης Γερμανίας...."
Λίγο μετά την είσοδό τους στη χώρα μας, στις 25 Απριλίου 1941, οι βουλγαρικές φασιστικές αρχές, λαμβάνοντας ως "δώρο" από τον Χίτλερ την έγκριση εισβολής τους στην Ανατολική Μακεδονία και το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης, εφάρμοσαν απίστευτα σκληρά καταπιεστικά μέτρα σε βάρος του υπόδουλου ελληνικού πληθυσμού, με στόχο τον αφελληνισμό της περιοχής και τον βίαιο εκβουλγαρισμό της. Στο πλαίσιο αυτό, στην περιοχή της ζώνης κατοχής τους και ιδιαίτερα στους νομούς Σερρών, Δράμας και Καβάλας, επέβαλαν στους καταστηματάρχες να αλλάξουν τις επιγραφές των καταστημάτων τους στα βουλγάρικα, απαγόρευσαν στους έλληνες γιατρούς και δικηγόρους να ασκούν επάγγελμα, τοποθέτησαν δικές τους δημοτικές και κοινοτικές αρχές, υποχρέωσαν τους κατοίκους να αλλάξουν την κατάληξη των επιθέτων τους σε –εφ και –οφ, επιδόθηκαν σε λεηλασίες, βιασμούς και άλλες ωμότητες.
Εκατοντάδες πατριώτες εκτελέστηκαν, δεκάδες χιλιάδες στάλθηκαν σε καταναγκαστικά έργα ως «ντουρντουβάκια», κυρίως στην κατασκευή οδικών και σιδηροδρομικών έργων στη Βουλγαρία και στα Σκόπια. Αποτέλεσμα εκείνων των καταπιεστικών μέτρων, ήταν περίπου 170.000 άτομα να εγκαταλείψουν την Ανατολική Μακεδονία, αναζητώντας καταφύγιο στην γερμανοκρατούμενη κεντρική Μακεδονία και την υπόλοιπη χώρα.
Προσπάθεια επέκτασης και στην υπόλοιπη Μακεδονία
Οι βουλγαρικές αρχές, δεν περιορίστηκαν στην περιοχή που τους είχε "χαρίσει" η Ναζιστική Γερμανία, αλλά επεδίωξαν να πατήσουν πόδι και στην υπόλοιπη Μακεδονία, αναπτύσσοντας ένα πυκνό προπαγανδιστικό δίκτυο.
Τον Ιούλιο του 1943, οι Βούλγαροι φασίστες θα προσπαθήσουν ανεπιτυχώς να πάρουν στην κατοχή τους και την κεντρική Μακεδονία, ως «δώρο» για τη συνέχιση της παραμονής της Βουλγαρίας στον Άξονα. Η είδηση εκείνη, ξεσηκώνει τον ελληνικό λαό και με πρωτοβουλία του ΕΑΜ, διοργανώνονται ογκώδη μαχητικά συλλαλητήρια σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και όλες σχεδόν τις πόλεις και κωμοπόλεις της Μακεδονίας.
Στο συλλαλητήριο της Αθήνας, τα γερμανικά τανκς ρίχνονται πάνω στους διαδηλωτές. Στις συγκρούσεις που ακολουθούν, έπεσαν νεκροί 53 διαδηλωτές, ανάμεσά τους και οι φλογερές αγωνίστριες Παναγιώτα Σταθοπούλου και Κούλα Λίλη, που πρόταξαν τα κορμιά τους αψηφώντας τα γερμανικά άρματα μάχης, ενώ τραυματίστηκαν 280 διαδηλωτές και συνελήφθησαν από τους Γερμανούς 500 άτομα.
Στη Θεσσαλονίκη, στις 10 Ιουλίου 1943, οργανώνεται από το ΕΑΜ παλλαϊκή 24ωρη απεργία, με τη συμμετοχή όλου του πληθυσμού, ενώ συγκροτήθηκαν ογκώδεις διαδηλώσεις τόσο στο κέντρο της πόλης (στις οδούς Τσιμισκή και Νίκης), όσο και στις συνοικίες. Συλλαλητήρια, είχαν πραγματοποιηθεί επίσης εκείνες τις ζεστές ημέρες του Ιουλίου 1943 στο Κιλκίς, το Λαγκαδά, την Έδεσσα, τη Βέροια, την Κοζάνη, τα Γιαννιτσά κ.α.
Το έγκλημα του διαμελισμού της Μακεδονίας
Είχε αφήσει εποχή το συλλαλητήριο κατά της καθόδου των Βουλγάρων φασιστών, που είχε πραγματοποιηθεί στη Νιγρίτα, τις ίδιες μέρες, καθώς είχαν πάρει μέρος πάνω από 15.000 λαού, δύο φορές δηλαδή περισσότεροι από τους κατοίκους που είχε η πόλη της Νιγρίτας, καθώς είχαν καταφθάσει αγρότες από όλες τις περιοχές της σημερινής επαρχίας Βισαλτίας. Με τον Γραμματέα του ΕΑΜ Νιγρίτας, Γιώργη Τσαρουχά, να εκφωνεί πατριωτικό λόγο, συνεγείροντας τα πλήθη.
Όπως έγραφε σε ρεπορτάζ της η μυστική εφημερίδα Ελευθερία, όργανο του ΕΑΜ Μακεδονίας:
"Η Μακεδονία ολόκληρη συνταράχτηκε από ένα τεράστιο κύμα παλλαϊκών απεργιών και διαδηλώσεων. Οι καταγανακτισμένες μάζες του λαού μας ξεχύθηκαν στους δρόμους των Μακεδονικών πόλεων… για το καινούριο έγκλημα του διαμελισμού της Μακεδονίας και της παράδοσης της Κεντρικής Μακεδονίας στους Βουλγάρους δολοφόνους φασίστες. Η Μακεδονική ύπαιθρος αντιλάλησε από τις μαχητικές κραυγές του λαού μας: Θάνατος και κατάρα στους δολοφόνους φασίστες. Έξω από τη χώρα μας οι Βούλγαροι, Γερμανοί και Ιταλοί κατακτητές. Κάτω οι εκτελέσεις και το αίσχος της ομηρίας. Ζήτω η ενιαία, ακέραια και ελεύθερη Ελλάδα μας".
(Εφημερίδα Ελευθερία, 28 Ιουλίου 1943)
Για τις υπέροχες εκείνες ημέρες εθνικής έξαρσης και πατριωτικού μεγαλείου στη σκλαβωμένη Μακεδονία, έγραψε ο χρονικογράφος της Θεσσαλονίκης, Κώστας Τομανάς:
"Στις 10 Ιουλίου 1943, έπειτα από κινητοποίηση του λαού (οι εθνικόφρονες είχαν κλειστεί στα σπίτια τους κατόπιν εντολής του συνταγματάρχη Χρυσοχόου), οι Γερμανοί δεν επέτρεψαν στον βουλγαρικό στρατό, που πήγαινε στη Δυτική Μακεδονία για να αντικαταστήσει τους Ιταλούς, να μπει και να παρελάσειστην πόλη μας. Μόνο ένα τμήμα ηλικιωμένων βοηθητικών στρατιωτών, στρατωνίστηκε για λίγο καιρό στο Δημοτικό Σχολείο της Νεάπολης".
(Κώστας Τομανάς, Χρονικό της Θεσσαλονίκης 1941-1944, Θεσσαλονίκη 1996, Νησίδες, σ. 244)
Προσπάθεια εκφοβισμού
Για να εκφοβίσουν τον πληθυσμό και να αποτρέψουν τις προετοιμαζόμενες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας κατά της καθόδου των Βουλγάρων φασιστών στη Μακεδονία, οι Γερμανοί κατακτητές μετέδιδαν από το ραδιόφωνο, από το απόγευμα της Παρασκευής 9 Ιουλίου, μια απειλητική ανακοίνωση της στρατιωτικής διοίκησης Θεσσαλονίκης-Αιγαίου, που την επαναλάμβαναν διαρκώς με τα μεγάφωνα και τα ειδικά αυτοκίνητα της γερμανικής προπαγάνδας σε όλη την πόλη, πως θα εφαρμοστούν σοβαρά μέτρα ενάντια σε όποιον με την απεργία "ήθελε παραβλάψει αμέσως ή εμμέσως τα συμφέροντα των αρχών κατοχής".
Παρ΄όλα αυτά, οι εργάτες, υπάλληλοι, επαγγελματίες, βιοτέχνες, υπακούοντας στα συνθήματα του ΕΑΜ, απεργούν. [...] Τρεις νύχτες συνέχεια, δεκάδες συνεργεία αγωνιστών έγραφαν συνθήματα στους τοίχους της Θεσσαλονίκης ενάντια στον βουλγαρικό επεκτατισμό..."
(Γιώργος Καφταντζής, Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στον καιρό της Κατοχής, Θεσσαλονίκη 1983, χ.ε., σ.91-92)
Βούλγαροι στρατιωτικοί στην κεντρική λεωφόρο Μεραρχίας των Σερρών
Η προκήρυξη του ΕΑΜ
Είχε προηγηθεί εμπνευσμένη προκήρυξη της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ, στις 8 Ιουλίου 1943 που καλούσε το λαό «σε συναγερμό για τη σωτηρία του Μακεδονικού λαού από τα νύχια των αιμοβόρων εισβολέων, που καταπατούν τα καθαγιασμένα χώματα των πλουσιότερων και ομορφότερων Ελληνικών περιφερειών». Και η προκήρυξη του ΕΑΜ κατέληγε ως εξής: «Θάνατους στους Βούλγαρους εισβολείς. Κάτω οι τύραννοι χιτλεροφασίστες. Ζήτω η Ελληνική Μακεδονία και ο Μακεδονικός λαός. Ζήτω η Ελλάδα μας. Η Κ.Ε. του ΕΑΜ».
Σε απόφασή του εκδόθηκε στις 10 Ιουλίου 1943, το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ, προειδοποιούσε ότι «Οι Βούλγαροι εισβολείς θα πληρώσουν ακριβά τον άναντρο θρίαμβο τους. Θάνατος στους Γερμανο–Ιταλο-Βουλγάρους επιδρομείς. Ζήτω ο ενωμένος εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας του Ελληνικού λαού…».
Τις ημέρες που είναι να μπουν τα βουλγαρικά στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη,
η Αστυνομία με γερμανική εντολή επιβάλλει στους κατοίκους όχι μόνο απαγόρευση
κυκλοφορίας, αλλά και να κάθονται στα μπαλκόνια και τις αυλές των σπιτιών τους.
(εφημερίδα Νέα Ευρώπη 23-7-1943)
Η μαρτυρία του Στρατή Αναστασιάδη
Όπως έγραψε ο 24χρονος τότε φοιτητής της Γεωπονίας και αργότερα καθηγητής στο πανεπιστήμιο Humpolt του Βερολίνου, Στρατής Αναστασιάδης (1919-2004):
"Μεγάλη μαχητική διαδήλωση στη ΘΕσσαλονίκη πραγματοποιήθηκε στις 10 Ιούλη, κατά της επέκτασης της κατοχής των Βουλγάρων και της παράδοσης σε αυτούς, ενός μεγάλου μέρους της Μακεδονίας, με συνθήματα "Κάτω τα χέρια από την ελληνική Μακεδονία και Θράκη" και "Θάνατος στους Βολυλγάρους εισβολείς".
Για το ίδιο πρόβλημα, οργανώθηκαν επίσης διαδηλώσεις στο κέντρο της πόλης, στη λαϊκή αγορά Καπάνι και μπροστά στη Λέσχη των Φοιτητών, στην παραλία. Ταυτόχρονα, στα μέσα του Ιούλη, κηρύχθηκε γενική απεργία σε όλη τη χώρα κατά της επέκτασης των Βουλγάρων"
(Στρατής Αναστασιάδης, Από την αντίσταση στη διάψευση, Θεσσαλονίκη 2013, Επίκεντρο, σ. 53)
Έκδοση της ΕΠΟΝ περιγράφει τις προσπάθειες να
αποτραπεί η κάθοδος των Βουλγάρων στη Μακεδονία
Ο γραμματέας της ΕΠΟΝ Θεσσαλονίκης Λ.Ελευθερίου
Σύμφωνα με τον τότε γραμματέα της ΕΠΟΝ Θεσσαλονίκης, Λευτέρη Ελευθερίου, η αντίθεση κατά της επέκτασης της βουλγαρικής κατοχής, αγκάλιασε πλατύτερα στρώματα με παθητική και ενεργητική αντίσταση. ΌΠως ανέφερε:
"Την 10η Ιουλίου 1943 που θα έμπαινε ο βουλγαρικός στρατός στη Θεσσαλονίκη, το ΚΚΕ, το ΕΑΜ, η ΕΠΟΝ με όλα τα διαφωτιστικά μέσα και τις παράνομες εφημερίδες τους Λαϊκή Φωνή, Ελευθερία, Λεύτερα Νιάτα αλλά και με συγκεντρώσεις, καλούσαν το λαό ενάντια στους βουλγαροφασίστες. Το βράδυ της 9ης Ιουλίου, ομάδες φοιτητών σκέπασαν με μαύρα πέπλα όλα τα κεντρικά αγάλματα της Θεσσαλονίκης.
Το ΕΑΜ κάλεσε το λαό σε συναγερμό, σε γενική απεργία και μαχητικές διαδηλώσεις για τις 11 Ιουλίου. Πήραν μέρος 50.000 άτομα. Οι εργάτες απεργούν αψηφώντας τις απειλές των γερμανικών αρχών κατοχής. Οι σιδηροδρομικοί κάνουν δίωρη στάση εργασίας. Κεντρικά συνθήματα: "Όχι στη βουλγαρική επέκταση", "Κ¨ατω τα χέρια από την ελληνική Μακεδονία και Θράκη".
Αντιβουλγαρικές διαδηλώσεις και συλλαλητήρια, γίνονται με τη συμμετοχή δεκάδων χιλιάδων λαού στις 10 Ιουλίου στο Κιλκίς, στις 12 Ιουλίου στη Λαγκαδά, στις 17 Ιουλίου στην Κοζάνη.
Κυκλοφόρησε στις 10-7-1943 προκήρυξη της Κ.Ε. του ΕΛΑΣ που κατέληγε: "Θάνατος σε όλους τους τυράννους, θάνατος στους Γερμανούς και Ιταλούς φασίστες, θάνατος στους Βουλγάρους εισβολείς". Με τον παλλαϊκό αυτό ξεσηκωμό, ο βουλγαρικός στρατός στις 10 Ιούλη 1943 δεν έκανε παρέλαση στη Θεσσαλονίκη".
(Λευτέρης Ελευθερίου, Το Πολυτεχνείο και η ΕΠΟΝ Θεσσαλονίκης στην Εθνική Αντίσταση, Αθήνα 1992, Θεμέλιο, σ. 68
Γιώργος Καφταντζής
Το περιστατικό με τον Γιώργο Καφταντζή
Την επόμενη ημέρα, συνεχίστηκαν οι συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις στις περισσότερες συνοικίες της Θεσσαλονίκης. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση είχε πραγματοποιηθεί δίπλα στο Διοικητήριο, με ομιλητή το στέλεχος της ΕΠΟΝ Πανεπιστημίου, Γιώργο Καφταντζή. Όπως αφηγήθηκε αργότερα ο ίδιος: «Πήδηξα σε μία καρέκλα του καφενείου «Εθνικό», πλάϊ στο Διοικητήριο και άρχισα την ομιλία. Δεν πρόφτασα να πω παρά εννιά λέξεις: “Λαέ της Θεσσαλονίκης, κάτω από το τρικέφαλο φασιστικό τέρας…” και οι γκεσταμπίτες καραδοκώντας, άρχισαν τους πυροβολισμούς. Επακολούθησαν συμπλοκές και άγριο κυνηγητό. Είχαμε ορισμένους τραυματίες και πιάστηκαν μερικοί».
(Γιώργος Καφταντζής, Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στον καιρό της Κατοχής, ό.π., σ93)
Ένα ρεπορτάζ της Ελευθερίας
Στο φύλλο της μυστικής εφημερίδας Ελευθερία , δημοσιογραφικού οργάνου του ΕΑΜ Μακεδονίας, που κυκλοφόρησε μερικές ημέρες μετά τα ογκώδη συλλαλητήρια, δημοσιεύονταν αναλυτικο ρεπορτάζ για τις κινητοποιήσεις που έγιναν στη Θεσσαλονίκη κατά της βουλγαρικής επέκτασης . Όπως έγραφε: «Ολόκληρος ο λαός της Μακεδονίας διαδήλωσε την αγανάκτηση και διαμαρτυρία του κατά του νέου διαμελισμού της Μακεδονίας με την παραχώρηση του τμήματος μέχρι του Αξιού στους Βουλγάρους τη μεταβολή του υπόλοιπου σε Γερμανικό προτεκτοράτο. Στη Θεσσαλονίκη από 5-10 Ιουλίου, έγιναν λαϊκές διαδηλώσεις κάτω από την καθοδήγηση του ΕΑΜ σε όλες τις συνοικίες (Επτάλοφο, Νεάπολη, Διοικητήριο, Τούμπα, Χαριλάου, Καλαμαριά) στις οποίες πήραν μέρος πάνω από 10.000 λαού. Παρά τις προσπάθειες των Γερμανών, της Ασφάλειας και της ΠΑΟ να κλείσουν τον πληθυσμό στα σπίτια τους με προκήρυξή τους και να εμποδίσουν τις εκδηλώσεις, στην οδό Τσιμισκή και στη Λεωφόρο Νίκης μόλις εμφανίστηκαν οι Βούλγαροι, αποδοκιμάστηκαν. Επακολούθησε διαδήλωση με επικεφαλής της ΕΠΟΝ που διέσχισε τη Λεωφόρο Νίκης, τραγουδώντας τον Εθνικό Ύμνο. Επίσης σε διάφορες συγκεντρώσεις και στις εκκλησίες έγιναν ομιλίες από ομιλητές του ΕΑΜ».
Εφημερίδα Ελευθερία, 28ης Ιουλίου 1943,
Ελάχιστοι τελικά Βούλγαροι στρατιωτικοί μπόρεσαν να εισέλθουν
Διέσχισαν νύχτα τη Θεσσαλονίκη
Τελικά, λόγω εκείνων των τεράστιων λαϊκών αντιδράσεων, ο βουλγαρικός στρατός δεν έκανε την παρέλαση στη Θεσσαλονίκη που είχε οργανώσει για τις 10 Ιουλίου 1943, παρά μόνο εισήλθε μια υπηρεσία αρτοποιών, που κατέφθασε με αυτοκίνητα από τις Σέρρες και στρατωνίστηκε σε σχολείο της Νεάπολης που είχε επιταχθεί από τους Γερμανούς. Κι όταν δύο εβδομάδες αργότερα χρειάστηκε μονάδες του βουλγαρικού στρατού να διέλθουν από τη Θεσσαλονίκη, καττευθυνόμενες προς τη Χαλκιδική, το έκαναν νύχτα για να μην υπάρχουν αντιδράσεις. Τις οποίες τελικά δεν τις απέφυγαν.
Για να επιστρέψουμε και πάλι στον Γιώργο Καφταντζή, που κατέθεσε τη μαρτυρία του για εκείνο το περιστατικό:
Τα βουλγαρικά στρατεύματα άρχισαν να έρχονται από τις 18 Ιουλίου, Κυριακή, διασχίζοντας πάντα νύχτα τη Θεσσαλονίκη. Μόνο στις 22 Ιουλίου πέρασαν μέρα τμήματα ιππικού με αντιαρματικά πυροβόλα και μεταγωγικά οχήματα για τη Χαλκιδική, μα τα αποδοκίμασαν στην οδό Τσιμισκή και στη λεωφόρο Νίκης (παραλία) οι περαστικοί και οι θαμώνες των καφενείων και των μαγαζιών, χτυπώντας κάτω τις καρέκλες, σφυρίζοντας, χλευάζοντας, τραγουδώντας τον εθνικό μας ύμνο κλπ. Ταυτόχρονα, σφύριζαν και τα καίκια.
Οι αποδοκιμασίες ήταν τόσο έντονες, ώστε ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Θεσσαλονίκης την ίδια ημέρα σε έκτακτη εκπομπή ανάφερε πως "αναρχικά στοιχεία προσέβαλαν και εξύβρισαν συμμαχικό στρατό".
(Γιώργος Καφταντζής, Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στον καιρό της Κατοχής, ό.π., σ93)
Διαβάστε περισσότερα για τη βουλγαρική κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία-Θράκη:
http://farosthermaikou.blogspot.com/2016/…/75-1941-1944.html

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019

                    Ο ΕΛΑΣ καταλαμβάνει την κορυφογραμμή της Πίνδου


Μηνάς Λάγγαρης
Με τη μάχη στο Ανθοχώρι Μετσόβου (22/4/1943) ολοκληρώνεται η κατάληψη της κορυφογραμμής και εξασφαλίζεται ο έλεγχος των διαβάσεων της Πίνδου. Από τα βόρεια σύνορα μέχρι σχεδόν τον Κορινθιακό σχηματίζεται η «Γεωγραφική» αλλά και διοικητική οντότητα, που θα περάσει στην ιστορία ως η «Ελεύθερη Ελλάδα» της Κατοχής.
Τον Φεβρουάριο-Μάρτιο του '43 η Δυτική Μακεδονία και η ορεινή Δυτική Θεσσαλία βρίσκονταν σε κατάσταση ανοιχτής εξέγερσης. Η Μεραρχία Pinerolo [1] δέχεται απανωτά χτυπήματα στο Σνίχοβο (Δεσπότης Γρεβενών), στη Μερίτσα (Οξύνεια, βόρεια της Καλαμπάκας), με αποκορύφωμα τον θρίαμβο του Φαρδύκαμπου όπου ο ταγματάρχης Perrone και σύσσωμο το τάγμα του (Ι/13 με έδρα τα Γρεβενά) θα παρελάσουν αιχμάλωτοι στα πλακόστρωτα σοκάκια της Σιάτιστας.
Η Pinerolo οργάνωσε μεγάλη επιχείρηση καταστολής του αντάρτικου (αρχές Μάρτιου-μέσα Απριλίου) και έστειλε το μεγαλύτερο μέρος της δύναμής της με σκοπό να ανακαταλάβει τις εξεγερμένες περιοχές.
Και ενώ η Pinerolo αναλισκόταν να ανεβοκατεβαίνει, χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα, τους σκονισμένους δρόμους της Δυτικής Μακεδονίας, το Γενικό Στρατηγείο Θεσσαλίας [2], σε συνεργασία με το νεοσυσταθέν Αρχηγείο Ανταρτών Δυτικής Θεσσαλίας [3] του ΕΛΑΣ, προβαίνει σε μια ενέργεια, όχι τόσο εντυπωσιακή όσο οι παραπάνω μάχες, αλλά ιδιοφυής και εξόχως μεγάλης στρατηγικής σημασίας.

Από τις αρχές Απριλίου, δηλαδή απ’ όταν άρχισαν να λιώνουν τα χιόνια, ξεκινά τη συστηματική κατάληψη της κεντρικής ραχοκοκαλιάς της οροσειράς της Πίνδου. Πρώτο βήμα για αυτό ήταν να εκκαθαριστούν οι Αυτονομιστές Λεγεωνάριοι [4] και οι διάφορες ληστοσυμμορίες που καταδυνάστευαν τους χωρικούς.
Το εγχείρημα ανέλαβε να εκτελέσει το ειδικό απόσπασμα του Υπαρχηγείου Κόζιακα.[5] Αποτελούνταν από 160 αντάρτες από Ολυμπο, Οξυά και Κίσσαβο, ομοιόμορφα ντυμένους στο χακί, καλά οπλισμένους και επαρκώς εφοδιασμένους. Τη διοίκηση είχαν: στρατιωτικός ο Κ. Οικονόμου (Τσαπουρνιάς), καπετάνιος ο Δ. Σαρακατσάνης (Μακεδόνας) και πολιτικός ο Θ. Πάλλας, (που σύντομα θα πάρει και το προσωνύμιο «Κόζιακας»). Σε βοήθεια έρχεται και το Υπαρχηγείο Χασίων (Ζαραλής - Καφαντάρης). Τα δύο αποσπάσματα με συγχρονισμένες κινήσεις λαβίδας σύντομα καταλύουν το βασίλειο του «Αρχιλεγεωνάριου» Βαζούρα.
Οι συνεργάτες των Ιταλών «Λεγεωνάριοι» είχαν καταστεί η μάστιγα της υπαίθρου. Ομάδες τους, ενισχυμένες ενίοτε και από Ιταλούς μελανοχίτωνες ή καραμπινιέρους, με πρόσχημα την ανακάλυψη κρυμμένων όπλων λεηλατούσαν απροκάλυπτα τα χωριά. Με τέχνασμα του Ζαραλή [6] ο Βαζούρας συλλαμβάνεται και εκτελείται. Οι δε ληστές (Κλαρίτες), που λυμαίνονταν από χρόνια τα περάσματα και τους δρόμους της Δυτικής Θεσσαλίας, Νικολάου, Μοτίτσιος, Στούμπης, Παύλης, Βήκας και Μανάβας οδηγούνται δέσμιοι στο ανταρτοδικείο. Ο δρόμος πλέον και για την εκδίωξη και των Ιταλών από την Πίνδο είναι ανοιχτός.
Η αποφασιστική κίνηση γίνεται το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Απριλίου. Ενεργοποιείται πάλι το απόσπασμα «Κόζιακα» (Αρσένιου τΑ, σελ. 221). Σε αυτό εντάχτηκαν και οι υπολοχαγοί Κ. Πατσιατζής και Γ. Μάης καθώς και αρκετοί νέοι αντάρτες.
Το απόσπασμα κινήθηκε σε τμήματα που ανέβηκαν στα Τρία Ποτάμια, προχώρησαν στο Χαλίκι, ανηφόρισαν στον αυχένα Μάντρα Χότζια, κατηφόρισαν στο Ανήλιο και κατέλαβαν θέσεις γύρω από το Ανθοχώρι Μετσόβου. Με αυτές τις κινήσεις έθεσαν κάτω από τον έλεγχό τους τις δύο διαβάσεις, Ζυγό και Μάνδρα Χότζια, που ενώνουν την Ηπειρο με τη Θεσσαλία. Παράλληλα άλλο τμήμα 100 ανταρτών από τον Ολυμπο, με τους Κηπουρό - Ζαραλή, ξεκινούν από τα Χάσια και καταλαμβάνουν θέσεις στη Μηλιά, στον Αώο.

Η κορυφογραμμή της Πίνδου, από τα Ζαγοροχώρια μέχρι τον Ασπροπόταμο, βρίσκεται πλέον στα χέρια του ΕΛΑΣ. Αυτό που απέμεινε να γίνει ήταν η κατάληψη και του ίδιου του Μετσόβου.
H ηπειρώτικη κωμόπολη νιώθει τον αντάρτικο κλοιό, ο οποίος σιγά σιγά σχηματίζεται τριγύρω της από τις μαχητικές ομάδες που συρρέουν από όλα τα τριγύρω χωριά. Αυτές τις τοπικές δυνάμεις έρχονται να ενισχύσουν οι Θεσσαλοί που θα αποτελέσουν και την αιχμή του δόρατος των «Πολιορκητών». Εγχείρημα όμως όχι και τόσο απλό, μια που το Μέτσοβο φυλάσσεται από ουκ ευκαταφρόνητες ιταλικές δυνάμεις.
Από τις αρχές του '43 βρίσκεται εκεί σταθμευμένος λόχος επίλεκτων χιονοδρόμων μαζί με την «κλασική» φρουρά της Μεραρχίας Modena. [7] Και μπορεί από τα τέλη Μαρτίου, στο πλαίσιο της απόσυρσης των ιταλικών μονάδων από τις απομακρυσμένες και ευάλωτες στις αντάρτικες επιθέσεις φρουρές, ο ιταλικός στρατός να απομακρύνεται από χωριά και πόλεις, στις 10 Απριλίου όμως, στο μεγάλης στρατηγικής σημασίας Μέτσοβο, καταφτάνει ως ενίσχυση ολόκληρο το τάγμα Αλπινιστών Val Leogra. [8]
Καθόλου τυχαία επιλογή. Αποτελείται από σκληραγωγημένους Αλπινιστές με εμπειρία που αποκόμισαν στο Μαυροβούνιο κατά τη διάρκεια αντι-αντάρτικων επιχειρήσεων κόντρα στους παρτιζάνους τού Τίτο. Το μέγεθος της ιταλικής φρουράς, πάνω από 1.200 άντρες, καθιστά απαγορευτική μια κατά μέτωπο επίθεση. Ετσι το απόσπασμα Κόζιακα παίρνει θέσεις στα νότια του Μετσόβου και περιμένει, το απόσπασμα των Χασίων που έρχεται από τα ανατολικά.
Ταυτόχρονα από τα δυτικά, λίγο πιο πάνω από τη Χρυσοβίτσα, συγκεντρώνονται οι «ντόπιες δυνάμεις του ΕΛΑΣ», [9] που κάθε μέρα που περνά ενισχύονται με όλο και περισσότερους «εφεδρικούς» της ευρύτερης περιοχής. Οι δε φήμες για αποχώρηση των Ιταλών όλο και θεριεύουν.
Από την άλλη μεριά οι Ιταλοί γίνονται δέκτες διογκωμένων πληροφοριών για τις δυνάμεις των «Ribelli», που όλο και σφίγγουν τον κλοιό γύρω από το Μέτσοβο.
Αν και η φρουρά που υπάρχει καθιστά μια πιθανή επίθεση παρακινδυνευμένη, ο κίνδυνος του αποκλεισμού και της διαφαινόμενης πολιορκίας του κρίνεται από τον Regio Esercito πολύ πιθανός. Για να αποφευχθεί μια νέα καταστροφή αποφασίζεται τελικά η εκκένωση. Οσο «προσωπικό» της Modena έχει μείνει αποσύρεται και φτάνουμε στις 21 Απριλίου όπου η τελευταία φάλαγγα φορτηγών με εξοπλισμό και άντρες εγκαταλείπει το Μέτσοβο στις 15.00 ακριβώς.
Στην κωμόπολη μένει πλέον μόνο, ως οπισθοφυλακή, το Val Leogra (περίπου 1.000 άντρες) και ο ειδικός λόχος των χιονοδρόμων της Modena (ακριβώς 60 άντρες). Το απόγευμα της ίδιας μέρας οι παραμένοντες Ιταλοί διαπιστώνουν ότι οι Ελληνες μεταφραστές, οι διάφοροι έμπιστοι υπάλληλοι και οι χωροφύλακες έχουν «εξαφανιστεί». Οι μόνοι που παραμένουν στο πόστο τους είναι οι «Λεγεωνάριοι του Πριγκιπάτου», που πανικόβλητοι πληροφορούν τους Ιταλούς ότι οι αντάρτες βρίσκονται ήδη στο ύψωμα Μηλιές, νοτιοδυτικά από το κοντινό Ανθοχώρι.
Και φτάνουμε πλέον στα χαράματα της 22ης Απριλίου, όπου στις 5 το πρωί η φάλαγγα της οπισθοφυλακής εγκαταλείπει το Μέτσοβο με προορισμό τα Γιάννενα. Κινούνται προσεκτικά με όλες τις προφυλάξεις και μόλις προσπερνούν το Ανθοχώρι ο 259ος Λόχος κατευθύνεται να πιάσει θέση στο ύψωμα του Προφήτη Ελισαίου, απέναντι από τις Μηλιές, ώστε να οργανώσει από εκεί μια επίθεση ενάντια στους απέναντι ευρισκόμενους αντάρτες.
Η ώρα είναι λίγο μετά τις 7 και είναι η ώρα που αλλάζουν οι σκοποί. Ο αντάρτης που θα αναλάμβανε υπηρεσία πέφτει κυριολεκτικά πάνω στους προπορευόμενους Ιταλούς ανιχνευτές. [10] Λίγα μέτρα πιο μακριά οι αντάρτες κοιμούνταν αμέριμνοι γύρω από ένα μικρό εκκλησάκι. [11] Ο αιφνιδιασμός είναι απόλυτος. Ο σκοπός όμως, ψύχραιμος, αρχίζει να πυροβολεί δίνοντας το σήμα του συναγερμού και οι αντάρτες πετάγονται από τον ύπνο τους αλαφιασμένοι.
Οι Ιταλοί είναι και αυτοί ξαφνιασμένοι. Περίμεναν τους αντάρτες να είναι στις διπλανές Μηλιές και όχι στο ύψωμα του Προφήτη Ελισαίου.
Στο κρίσιμο αυτό σημείο είναι που φαίνονται οι πραγματικοί ηγέτες.
Ο καπεταν Κόζιακας τρέχει στην πρώτη γραμμή και με φωνές προσπαθεί να συνεφέρει και να δώσει κουράγιο στους μουδιασμένους άντρες του. Δίπλα του ο υπολοχαγός Κ. Πατσιατζής [12], έμπειρος στρατιωτικός, με κοφτές διαταγές αρχίζει να οργανώνει μια στοιχειώδη αμυντική γραμμή. Ο υπολοχαγός Μάης, λίγο πιο πίσω, βάζει μπρος έναν όλμο ώστε να καλύψει τους αμυνόμενους.
Από την άλλη μεριά ο διοικητής τού Val Leogra, λοχαγός Arnaldo Adami [13], ψύχραιμα, ρίχνει στη μάχη τον προπορευόμενο 259ο Λόχο. Επικεφαλής του λόχου είναι ο νεαρός υπολοχαγός Bruno Rispoli. Μόλις στήνονται οι πρώτοι όλμοι αρχίζει την επίθεση παρακινώντας τους άντρες του φωνάζοντας: «Forza ragazzi! Teniamo duro!» [14]
Η μάχη φουντώνει με τον ιταλικό λόχο [15] να ξεδιπλώνεται και να ελίσσεται προσεκτικά απέναντι στην ανταρτική άμυνα. Από την άλλη μεριά οι περίπου 65 αντάρτες [16] αρχίζουν σιγά σιγά να ενισχύονται από το κύριο τμήμα στις Μηλιές. Οι Ιταλοί επιτίθενται με πείσμα, αλλά και οι αντάρτες αποκρούουν τις επιθέσεις εξίσου πεισματικά.
Η σύγκρουση διαρκεί κάνα δίωρο και μοιραία οδηγείται σε αδιέξοδο. Ο Adami βλέποντας το πράγμα να βαλτώνει στέλνει τον 260ο Λόχο να καταλάβει τη γέφυρα νότια από το Βοτονόσι και δίνει διαταγές για συντεταγμένη σταδιακή απεμπλοκή όλης της φάλαγγας. Ετσι και γίνεται. Στις 10.00 η γέφυρα έχει «διασφαλιστεί» και στις 14.00 όλο το τάγμα έχει συμπτυχτεί μέσα στο χωριό.
Κάτοχοι του πεδίου της μάχης οι αντάρτες μετρούν τις απώλειές τους. Ο απολογισμός είναι 4 νεκροί, οι περισσότεροι «έπεσαν» τα πρώτα λεπτά του αιφνιδιασμού. Ανάμεσά τους ο υπολοχαγός Κ. Πατσιατζής (από την Καλαμπάκα), ο Χ. Χριστογιάννης (από τον Τύρναβο), ο Χρήστος (με το ψευδώνυμο Κύκλωπας, από τη Βεντίστα) και ο Βαγγέλης (από την Μπάνιστα). Εχουν επίσης 5 βαριά τραυματισμένους. [17]
Οι Ιταλοί μετρούν 6 νεκρούς. Τον υπολοχαγό Bruno Rispoli, τον υποδιοικητή της διμοιρίας ανιχνευτών λοχία Lerdi Calatino, τον cap.magg [18] της ομάδας πολυβόλων Gildo Dell’Igna και τρεις Αλπινιστές. Επίσης έχουν 5 τραυματίες. Στους αντάρτες το κλίμα είναι βαρύ, θάβουν με οδύνη τους νεκρούς τους και τις επόμενες μέρες θα ασκηθεί έντονη κριτική για τον αιφνιδιασμό [19] που υπέστησαν. Σε αντίποινα θα εκτελέσουν στο Μέτσοβο όσους λεγεωνάριους έπεσαν στα χέρια τους. [20]
Εξαλλοι γίνονται και οι «Χασιώτες» μόλις μαθαίνουν τα νέα και ξεχύνονται πίσω από τους Ιταλούς, στο Βοτονόσι, για να πάρουν εκδίκηση. Πρώτα «πιάνουν» το ύψωμα «Καλιγωμένο Αλώνι», έξω από το χωριό. Ο Adami, βλέποντας ότι κινδυνεύει να περικυκλωθεί, εφαρμόζει το εξής στρατήγημα [21]: βάζει τους άντρες του να στήσουν τις σκηνές τους, ώστε να πείσουν τους αντάρτες ότι θα διανυκτερεύσουν στο χωριό, ενώ αντίθετα πραγματοποιεί απογευματινή έξοδο. Βαλλόμενος από τα γύρω υψώματα κάνει 2 ώρες να διανύσει τα πρώτα 400 μέτρα, [22]
Παρ’ όλες τις αντιξοότητες κατορθώνει να φτάσει, στις 19.30, στον δρόμο κάτω από τη Χρυσοβίτσα. Στις 22.45 η φάλαγγα φτάνει στη γέφυρα της Μπάτζας. Και τα ξημερώματα, στις 3.30 της 23ης Απριλίου, ξεκινά για τα Γιάννενα, όπου και εισέρχεται στις 18.30. Ολη η επαρχία του Μετσόβου είναι πλέον κάτω από τον έλεγχο του ΕΛΑΣ.
Ηδη από τις 5 Απριλίου τμήμα του ΕΛΑΣ Γρεβενών διέσχισε νύχτα το χιονισμένο πέρασμα Αβδέλα-Περιβόλι, χτύπησε τον σταθμό της Καραμπινιερίας και κατέλαβε τη Βωβούσα, στο ανατολικό Ζαγόρι. Ο δρόμος που ενώνει τα Γρεβενά με τα Γιάννενα [23] βρίσκονταν και αυτός στα χέρια του ΕΛΑΣ.
Το τελειωτικό χτύπημα έρχεται στις 28 Απριλίου. Οι Ιταλοί αποσύρονται από το Καρπενήσι. Η οροσειρά της Πίνδου, από τα σύνορα έως την Γκιώνα και τον Παρνασσό, είναι πια ελεύθερη. Η Pinerolo (Μακεδονία-Θεσσαλία) μπορεί να επικοινωνήσει με τη Μοdena (Ηπειρο) μόνο μέσω Κορινθιακού πλέον!