Πέμπτη 6 Ιουνίου 2019


                               Απόβαση στη Νορμανδία


Το συννεφιασμένο πρωινό της 6ης Ιουνίου 1944 πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και η μεγαλύτερη αμφίβια επιχείρηση στα στρατιωτικά χρονικά, η απόβαση στη Νορμανδία ή D-Day, όπως έμεινε στην ιστορία. Επρόκειτο για ένα κρίσιμο πλήγμα εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας και, όπως συμφωνούν οι ιστορικοί, ένα από τα σημεία που έκριναν την έκβαση του πολέμου.
Η προετοιμασία για την Απόβαση στη Νορμανδία

Οι διαφωνίες των Συμμάχων για το αν θα έπρεπε να ασκηθεί πίεση από Νότο προς Βορρά ή να γίνει απόβαση μέσω Μάγχης, προκειμένου να ηττηθεί η Γερμανία, λύθηκαν στη Διάσκεψη της Τεχεράνης (28 Νοεμβρίου - 1 Δεκεμβρίου 1943). Ο Στάλιν, υποστηριζόμενος από τις ΗΠΑ, επέμενε ότι η εισβολή στη Γαλλία ήταν ο μόνος τρόπος να ηττηθεί η Γερμανία.

Τον Ιανουάριο του 1944 άρχισε να προετοιμάζεται η επιχείρηση «Επικυρίαρχος» (Operation Overlord). O αμερικανός στρατηγός Ντουάιτ Αϊζενχάουερ ορίστηκε ανώτατος διοικητής, με βρετανούς διοικητές στο στρατό ξηράς, στο ναυτικό και την αεροπορία. Σύμφωνα με το σχέδιο, η επίθεση θα γινόταν σ’ ένα στενό μέτωπο στη Νορμανδία, στις βόρειες ακτές της Γαλλίας, από πέντε σώματα στρατού. Για την πραγματοποίησή της, ο Αϊζενχάουερ έπρεπε να συγκροτήσει τον μεγαλύτερο στην ιστορία στόλο που επιχείρησε ποτέ απόβαση. Σε περίπτωση επιτυχίας, η απόβαση θα αποτελούσε την απαρχή προέλασης μεγάλων συμμαχικών δυνάμεων προς Ανατολάς μέσω της Γαλλίας, κατευθείαν στην καρδιά της ναζιστικής Γερμανίας.

Το βασικότερο μέλημα για τους σχεδιαστές της επιχείρησης ήταν να μη μάθουν οι Γερμανοί το σημείο της απόβασης. Έτσι, οι δυνάμεις τους θα ήταν αναγκασμένες να αναπτυχθούν σε ολόκληρη την ακτογραμμή. Είχε καταρτιστεί εξάλλου σχέδιο παραπλάνησης, η επιχείρηση «Σωματοφύλακας» (Operation Bodygard), που κατόρθωσε πέραν πάσης προσδοκίας να πείσει τον Χίτλερ ότι κύριος στόχος ήταν η περιοχή του Καλέ, αρκετά βορειότερα της Νορμανδίας. Παρότι στη Γαλλία υπήρχαν 58 γερμανικές μεραρχίες, μόνο οι 14 βρίσκονταν στις ακτές της Νορμανδίας. Μεγάλη σημασία είχε και η αξιοποίηση της αεροπορικής υπεροχής των Συμμάχων, ώστε να εξουδετερωθεί η εχθρική πολεμική αεροπορία και να απομονωθεί το συγκοινωνιακό δίκτυο της Βόρειας Γαλλίας.

Ενώ τα σχέδια τής απόβασης καταρτίζονταν από Αμερικανούς και Βρετανούς στρατιωτικούς στην Αγγλία, ο Γερμανός στρατάρχης Έρβιν Ρόμελ - γνωστός ως «αλεπού της ερήμου», από την προηγούμενη θητεία του στο αφρικανικό μέτωπο- επιφορτισμένος με την αναχαίτιση της αναμενόμενης απόβασης, ενίσχυσε τη γερμανική αμυντική οχύρωση κατά μήκος της ακτής της Γαλλίας με υποβρύχια εμπόδια, δεξαμενές καυσίμων, ανθεκτικές στους βομβαρδισμούς, καθώς και με ναρκοπέδια. Το βασικό του πρόβλημα ήταν ότι έπρεπε να περιφρουρεί 3.000 μίλια δυτικοευρωπαϊκής ακτής, από την Ολλανδία έως τα ιταλικά σύνορα.

Η απόβαση στη βόρεια Γαλλία από την Αγγλία προγραμματίστηκε τελικά για τις 5 Ιουνίου 1944, αλλά αναβλήθηκε για ένα εικοσιτετράωρο, λόγω της κακοκαιρίας που επικρατούσε στο στενό της Μάγχης. Συγκροτήθηκε ένας τεράστιος στόλος, με επικεφαλής τον άγγλο ναύαρχο Μπέρτραμ Ράμσεϊ, ο οποίος περιλάμβανε 1.200 πολεμικά πλοία, 10.000 αεροπλάνα, 4.126 αποβατικά σκάφη, 804 μεταγωγικά πλοία και εκατοντάδες τεθωρακισμένα άρματα αμφίβιων και άλλων αποστολών. 156.000 άνδρες (73.000 Αμερικανοί και 83.000 Βρετανο-Καναδοί) θα αποβιβάζονταν στη Νορμανδία, από τους οποίους 132.000 θα μεταφέρονταν με πλοία μέσω Μάγχης και 23.500 με αεροπλάνα. Τις χερσαίες δυνάμεις διοικούσε ο άγγλος στρατηγός Μπέρναρντ Μοντγκόμερι, που είχε απέναντί του ένα παλαιό γνώριμό του από τις επιχειρήσεις στην Αφρική, τον γερμανό στρατάρχη Έρβιν Ρόμελ.

Η απόβαση με την κωδική ονομασία «Ποσειδών» (Operation Neptune) άρχισε πριν από την αυγή της 6ης Ιουνίου σε πέντε ακτές κατά μήκος της Νορμανδίας, οι οποίες έφεραν τις κωδικές ονομασίες Utah (Γιούτα), Omaha (Όμαχα), Gold (Χρυσός), Juno (Ήρα) και Sword (Σπαθί). Οι παραλίες που είχαν επιλεγεί για την απόβαση εκτείνονταν από τον ποταμόκολπο του Ορν ως το νοτιοδυτικό άκρο της χερσονήσου Κοταντέν. Την παραμονή της επιχείρησης βρετανικές μονάδες καταδρομέων είχαν πέσει πίσω από της γραμμές του εχθρού, καταλαμβάνοντας γέφυρες - κλειδιά και αχρηστεύοντας τις επικοινωνίες των Γερμανών.


Οι τέσσερις ακτές καταλήφθηκαν εύκολα και γρήγορα από τις συμμαχικές δυνάμεις, ενώ στην πέμπτη, την «Όμαχα», αντιμετώπισαν σκληρή γερμανική αντίσταση. Με το σούρουπο μεγάλα προγεφυρώματα είχαν ήδη δημιουργηθεί και στις πέντε περιοχές της απόβασης και η τελική επιχείρηση για τη συντριβή τής Γερμανίας είχε αρχίσει.


Για την επιτυχία της απόβασης, καθοριστική ήταν η αεροπορική υπεροχή των Συμμάχων. Τα αεροπλάνα τους κατέστρεψαν τις περισσότερες γέφυρες του Σηκουάνα στ’ ανατολικά και του Λίγηρα στα νότια, εμποδίζοντας έτσι τους Γερμανούς να ενισχύσουν έγκαιρα τις προκεχωρημένες μονάδες τους στα προγεφυρώματα των ακτών της Νορμανδίας.

Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, οι Βρετανοί θα καταλάμβαναν τη στρατηγικής σημασίας πόλη Καν την πρώτη ημέρα της απόβασης. Παρότι εξουδετέρωσαν γρήγορα τη γερμανική άμυνα, εν τούτοις έπρεπε να περιμένουν έως τις 9 Ιουλίου για να εισέλθουν νικηφόρα στην πόλη, εξαιτίας της εμφάνισης μιας μεραρχίας Πάντσερ, που καθήλωσαν τις δυνάμεις τους, αλλά και των διαφωνιών μεταξύ Αϊζενχάουερ και Μοντγκόμερι για θέματα τακτικής. Στον τομέα τους, οι Αμερικανοί αντιμετώπισαν σοβαρή αντίσταση στη χερσόνησο Κοταντέν, αλλά τελικά κατέλαβαν το ζωτικής σημασίας λιμάνι του Χερβούργου στις 26 Ιουνίου.

Οι συνεχείς συγκρούσεις έφθειραν τα γερμανικά στρατεύματα και στις 25 Ιουλίου ο στρατηγός Ομάρ Μπράντλεϊ διέσπασε το δυτικό μέτωπο και μέσα σε λίγες μέρες εξάλειψε κάθε αντίσταση στην πορεία του προς τον Σηκουάνα. Αντεπίθεση των γερμανικών τεθωρακισμένων στο Μορτέν αποκρούστηκε (7-13 Αυγούστου). Στα τέλη Αυγούστου οι Σύμμαχοι διέσχισαν τον Σηκουάνα και τον Σεπτέμβριο βρίσκονταν μπροστά στα γερμανικά σύνορα.
*sansimera.gr


Τρίτη 4 Ιουνίου 2019


Η Μάχη της σποράς και της σοδειάς

Ήταν μια μάχη «μεγάλη, ιδιόρρυθμη, συνεχής και εκτεταμένη», όπως έχει γραφεί, η μάχη που δόθηκε στο θεσσαλικό κάμπο από τους Θεσσαλούς αγρότες και τους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Είναι μάχη εναντίον του στρατού κατοχής, για να σωθεί η σοδειά του σιταριού από την αρπαγή.
Πριν όμως απ' αυτή, το Φθινόπωρο του 1943 δόθηκε άλλη μάχη, εξίσου σπουδαία, η μάχη της σποράς. Έπρεπε να σπαρθούν όσο περισσότερες εκτάσεις γινόταν. Οι Θεσσαλοί αγρότες όργωσαν τη γη με όποιο μέσο είχαν στη διάθεση τους. Με άλογα, με βόδια, με βουβάλια. Ακόμη και μερικά παλιά τρακτέρ που υπήρχαν, μπήκαν στην υπηρεσία της σποράς. Επειδή δεν υπήρχε πετρέλαιο, ειδικά τμήματα του ΕΛΑΝ (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό) το αντλούσαν από τα αμπάρια βυθισμένων πλοίων στο λιμάνι του Βόλου. Σπόρο εξασφάλισαν με μεγάλη δυσκολία. Οι γεωργοί διέθεσαν όσο σιτάρι τους περίσσευε.
Η γη σπάρθηκε και κάρπισε. Τον καιρό όμως του θερισμού, Καλοκαίρι του 1944, ο κατακτητής έστειλε στον κάμπο ειδικά τμήματα ΕΣ-ΕΣ και Γκεστάπο, για να αρπάξουν τη σοδειά. To EAM πήρε τα μέτρα του. Συγκροτήθηκαν ειδικά τμήματα για την προστασία της σοδειάς, τα οποία σε συνεργασία με τις Οργανώσεις του κάμπου έδωσαν πολλές μάχες στον καρδιτσιώτικο κάμπο, με σπουδαιότερη εκείνη του Κοσκινά. Τελικά, ο εχθρός αναχαιτίστηκε και η σοδειά γλίτωσε από τα νύχια του. Ετσι, εξασφαλίστηκε η διατροφή του πληθυσμού.

Οι Γερμανοί ενδιαφέρονταν για την ελληνική αγροτική παραγωγή, από την αρχή της Κατοχής. Και την άρπαζαν.
Συνέπεια: μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες νεκροί από πείνα το 1941-42. Χάνοντας με τον πόλεμο εδάφη και έχοντας μεγαλύτερη έλλειψη τροφίμων, μεγαλώνει το ενδιαφέρον τους για το ελληνικό σιτάρι το 1944. Ο κάμπος της Θεσσαλίας, 5 εκατομμύρια περίπου στρέμματα, με υψηλή απόδοση, προσιτός στα μηχανοκίνητά τους, τράβηξε την προσοχή τους. Μαθαίνοντας μάλιστα ότι σπάρθηκαν με στάρι 30% περισσότερα στρέμματα, μεγάλωσε η όρεξή τους. Η αύξηση αυτή, φαινόμενο για την Κατοχή, υπήρξε καρπός της Αντίστασης. Κάλεσε το 1943 έγκαιρα τους αγρότες στην Μάχη της Σποράς με σύνθημα:
 ούτε πιθαμή άσπαρτης γης.
Κινητοποιήθηκαν ΕAM, ΕΠΟΝ, Εφ. ΕΛΑΣ, ΕΛΑΝ, Λαϊκή Αυτοδιοίκηση χωριών και πόλεων της "Ελεύθερης Ελλάδας", με περισσότερα από 150.000 μέλη και στελέχη τους. Με ειδική εξόρμηση έγινε προμήθεια σπόρων και από την Μακεδονία και μοιράσθηκαν σε όσους χρειάζονταν. 
Στους φτωχούς δωρεάν.
Κάθε αγρότης σπέρνει τα δικά του χωράφια και κάτι παραπάνω, μετέχοντας σε ομαδική καλλιέργεια οργανωμένη από το ΕΑΜ σε κάθε χωριό. Χωράφια φυγάδων, απόντων σε πόλεις, ανταρτών που οι οικογένειές τους αδυνατούν να καλλιεργήσουν, σπάρθηκαν με εξόρμηση. Κρατικές, κοινοτικές και κοινόχρηστες εκτάσεις σπάρθηκαν ομαδικά για λογαριασμό των κατοίκων κάθε χωριού. Και την άνοιξη του 1944 με τις πολλές βροχές, ο κάμπος είναι καταπράσινος, προμηνύοντας σοδειά μεγάλη.

Για να πάρουν το σιτάρι οι Γερμανοί οργάνωσαν ειδική επιχείρηση. Από κρατικές υπηρεσίες πήραν στοιχεία για τις εκτάσεις. Αρχές Μαΐου η νομαρχία Λαρίσης κοινοποιεί έγγραφο υπογραμμένο από τον Γερμανό φρούραρχο, που ζητά από τις κοινότητες ονομαστικές καταστάσεις όσων έσπειραν. Αυτό έγινε και στις άλλες νομαρχίες. Οι κρατικοί γεωπόνοι πιέζονται να βγουν στα χωριά και να συντάξουν αυτές τις καταστάσεις. Πριν τον θερισμό έρχονται στην Θεσσαλία Γερμανοί γεωπόνοι από την Ουγγαρία και από την Ρωσία, με «πείρα» για την σοδειά. Ο επικεφαλής τους, ο γεωπόνος Μάκενε, πλαισιώνεται από SS και ES-DE. Δέκα περίπου από αυτούς τους γεωπόνους εγκαταστάθηκαν στον Βόλο-Αλμυρό και ανάλογοι σε άλλες περιοχές. Κατατοπίζονται για τις συνθήκες θερισμού και αλωνισμού στην Θεσσαλία, καταγράφουν τα συγκροτήματα που τον διενεργούν, βάζουν ελέγχους στα καύσιμα και μετά από προετοιμασία εκδίδουν διαταγή:
Ο θερισμός να γίνει γρήγορα, τα δεμάτια με σιτάρι θα προσκομισθούν για αλωνισμό σε ορισμένα κέντρα, κοντά σε γερμανικές φρουρές.
Στον νομό Μαγνησίας ορίζονται μόνον τρία τέτοια κέντρα. Ανά ένα στον Αλμυρό, Βόλο και Βελεστίνο. Κάθε αλωνιστική μηχανή θα φρουρείται από 40 μέχρι 100 SS. Ο αλωνισμός θα αρχίσει με ειδική διαταγή. Η έλλειψη εργατών θα καλυφθεί με χρησιμοποίηση δημοσίων υπαλλήλων και... δικηγόρων. Όπου δεν υπάρχουν σακιά, το σιτάρι θα σωριάζεται κοντά στις μηχανές και θα φορτώνεται χύμα σε αυτοκίνητα κλπ., κλπ. Ακολουθούν συσκέψεις, διαταγές και προειδοποιήσεις για αυστηρή τιμωρία παραβατών, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η τιμωρία μπορεί να είναι και θάνατος. Εκτός από τις φοβέρες, οι Γερμανοί χρησιμοποιούν και την εξαπάτηση. Διαδίδουν ότι με τα μέτρα τους θα προστατέψουν το σιτάρι να μη το αρπάξουν οι αντάρτες και ότι θα το μοιράσουν κατόπιν στους Έλληνες, κρατώντας μόνο το 35% για τον κόπο τους.
Δεν τους πίστεψε κανένας.

Όλοι κατάλαβαν τον κίνδυνο της σοδειάς. Την άνοιξη του 1944 δεν υπήρχε προοπτική απελευθέρωσης της Ελλάδας. Ούτε λόγος για απόβαση στην Γαλλία γινόταν τότε, ούτε η προέλαση των Σοβιετικών στα Βαλκάνια είχε αρχίσει. Όλοι υπολόγιζαν παράταση της Κατοχής και τον επερχόμενο χειμώνα. Παράταση, όμως, χωρίς ψωμί, περικλείει κίνδυνο πείνας για την Ελλάδα. 
Τον κίνδυνο αυτόν ανέλαβε να αποτρέψει το ΕΑΜ με την Μάχη της Σοδειάς.
Σε «Ειδική Διαταγή Επιχειρήσεων» το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ (10/6/1944) με αφορμή τις προθέσεις του κατακτητή επισημαίνει:
«Πρόθεσις του Γενικού Στρατηγείου είναι να εμποδίσει την επιτυχία της ανωτέρω επιδιώξεως των κατακτητών δι’ όλων των εις διάθεσίν των μέσων και εν ανάγκη διά μεγάλων θυσιών εις αίμα, αφ’ ενός δια της εξασφαλίσεως της παραγωγής των αγροτών των πεδινών περιοχών της χώρας και αφ’ ετέρου διά της μεταφοράς και εναποθηκεύσεως εις τα καταφύγια (ασφαλή, πολλαπλά, κλιμακωμένα εις μέγα βάθος και πλάτος της ορεινής ελευθέρας περιοχής) του μέρους της παραγωγής ταύτης, του κατ’ ελάχιστον αναγκαιούντος δια την μέχρι της επομένης εσοδείας διατροφήν των ορεινών πληθυσμών και των τμημάτων του ΕΛΑΣ. Προς τον σκοπόν αυτόν διατάσσει ρητώς και κατηγορηματικώς την προώθησιν προς τας πεδινάς και τας πλουσίας εις γεωργικήν παραγωγήν περιοχάς, μέρους της όλης δυνάμεως του ΕΛΑΣ, εξικνουμένου μέχρι του τρίτου ή τετάρτου ταύτης. Και επιπλέον κατά τας εκάστοτε παρουσιασθησομένας ειδικάς τακτικάς περιπτώσεις κατά περιοχάς και έτερον μέρος της όλης δυνάμεως των τμημάτων του.
Στέφανος Σαράφης, υποστράτηγος»
.
Με βάση τη διαταγή αυτή ο ΕΛΑΣ ανέλαβε επιθετικές ενέργειες κατά των χιτλερικών και των συνεργατών τους που επιχείρησαν να κινηθούν στους κάμπους και ν’ αρπάξουν τη σοδειά από τα χέρια του λαού. Δόθηκαν πλήθος μάχες με επίκεντρο το Θεσσαλικό κάμπο αλλά και αλλού.
Η «Μάχη της Σοδειάς» ήταν μία ιδιότυπη μάχη που μπορούσε να δώσει μόνο ένας πραγματικά λαϊκός στρατός, ένας στρατός δεμένος με το λαό, το οπλισμένο στην κυριολεξία χέρι του.
Ο δημοσιογράφος Κώστας Βιδάλης, απεσταλμένος της "Ελεύθερης Ελλάδας" στον θεσσαλικό κάμπο, γράφει στο βιβλίο του "Η Μάχη της Σοδειάς-Μάχη Θρίαμβος"«Ο θεσσαλικός κάμπος είναι, προ παντός σήμερα, η μάνα από την οποία περιμένουν τα παιδιά της, τα βουνά, η Αθήνα, ο Πειραιάς, ο Βόλος, ακόμα και η Ήπειρος, η Πελοπόννησος, τα νησιά. Και ακόμα από την Θεσσαλία - προ παντός από την Θεσσαλία - περιμένουν οι αντάρτες μας, ο εθνικός στρατός ΕΛΑΣ, να τραφούνε. Χωρίς την σοδειά του θεσσαλικού κάμπου το αντάρτικο της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και μέχρις ενός σημείου και της Στερεάς, δεν θα μπορούσε να σταθεί, να πολεμήσει τους Γερμανούς και τους προδότες, να λευτερώσει την πατρίδα. Με δυο λογία: από την θεσσαλική σοδειά και γενικότερα από την ελληνική σοδειά εξαρτάται οικονομικά ολόκληρος ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας Η Θεσσαλία είναι η κεντρική αποθήκη του αγώνα. Ακριβώς γιατί έχει αυτήν την μεγάλη και εξαιρετική σημασία η σοδειά και ειδικότερα η θεσσαλική σοδειά, οι κατακτητές (...) με όλη την φάρα των προδοτών θέλησαν να αρπάξουν την σοδειά. Με το άρπαγμα της σοδειάς, κοντά στα άλλα μέτρα πείνας, ήθελαν να πετύχουν ό,τι δεν κατάφεραν με την τρομοκρατία, με τα καψίματα κ.λπ. Ήθελαν να εξαθλιώσουν τον λαό (...). Η καμόρα των Γερμανών και των προδοτών στο άρπαγμα της σοδειάς βλέπει την πλούσια γελάδα που θ' άρμεγε, για ν' αποκτήσουν περιουσίες, ν' αυξήσουν άλλοι τα πουγγιά τους σε λίρες, να κάνουν την μαύρη αγορά (...). Τώρα θα έκαναν την μεγάλη μπάζα, τώρα θα σώζονταν για όλα τους τα χρόνια. Ή τώρα θα τα κατάφερναν ή ποτέ. Όμως, οι απάνθρωποι αυτοί λογαριασμοί των χιτλερικών γινόντουσαν χωρίς τον μεγάλο ξενοδόχο, τον ελληνικό λαό. Λαός και ΕΛΑΣ (...) έδωσαν την Μάχη της Σοδειάς, που θα μείνει στην ιστορία της νέας Ελλάδας σαν παράδειγμα της θέλησης των λαών, να ζήση, να λευτερωθεί. Και η μάχη αυτή κατέληξε σ' ένα πραγματικό θρίαμβο, για τον οποίο θα μιλάνε οι κατοπινές γενιές με υπερηφάνεια».

Για το άρπαγμα της σοδειάς οι Γερμανοί στηρίζονται στην βία. Με τα φυλάκια τους είναι σαν να έχουν περιμαντρωμένο όλον τον κάμπο, με μήκος σε ορισμένα σημεία μέχρις 180 χιλιόμετρα και πλάτος 100. Στο εσωτερικό του, σε πόλεις και σε επίκαιρα σημεία, πυκνές φρουρές σαν αχινοί ελέγχουν μια περιοχή σε ακτίνα 20-30 χιλιομέτρων καθεμία, έτσι που δεν αφήνονται κενά, ενώ όλες μαζί αποτελούν καλοσχεδιασμένο σύστημα ελέγχου. Στον Αμπελώνα και σε άλλα καίρια σημεία με τα τανκς, υπάρχουν και έφιππες μονάδες. Τρεις σιδηροδρομικές γραμμές και κάμποσοι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι, εξασφαλίζουν ιδεώδη συγκοινωνία, χώρια οι χωραφόδρομοι που οδηγούν στο πιο απίθανο σημείο, ενώ η περίοδος του καλοκαιριού χωρίς λάσπες, παρέχει βατότητα καλύτερη στα εχθρικά μηχανοκίνητα και λιγότερη ασφάλεια στους κατοίκους. Σε σταυροδρόμια και σε επίκαιρα σημεία υπάρχουν άλλα φυλάκια με ασυρμάτους. Σε κάθε ύποπτη κίνηση, θα ειδοποιούν και θα καταφτάνουν σύντομα τανκς.
Η Θεσσαλία, λοιπόν, κλήθηκε να δώσει την Μάχη της Σοδειάς σε δύσκολες συνθήκες. Μέχρι τις παραμονές του θερισμού, οι Γερμανοί ενεργούν εξορμήσεις για συλλήψεις και εκτελέσεις. Να μερικές από αυτές:
Την 18η και την 19η Απριλίου 1944 συνέλαβαν στα Τρίκαλα 350 πατριώτες. Πέντε κρέμασαν στην πλατεία και 8 σκότωσαν. Άλλους 5 κρέμασαν στο Μεγαλοχώρι.
Στην Καρδίτσα, την 8η Μαΐου, σκότωσαν 5. Από 18 Μαρτίου μέχρι τέλους Μαΐου, σε δυόμιση μήνες, Γερμανοί και ΕΑΣΑΔ ενήργησαν 41 εξορμήσεις με πεζικό, άρματα και πυροβολικό, σε περιοχές της Καλαμπάκας, της Καρδίτσης και των Τρικάλων. Και περισσότερες στην Κεντρική και Ανατολική Θεσσαλία, όπου οι μεγαλύτεροι και οι πλουσιότεροι κάμποι με πυκνότερα δίκτυα συγκοινωνίας.
Από δημοσιεύματα στον Ρήγα μαθαίνεται ότι στον Αμπελώνα και στην Φαλάνη Γερμανοί με Εασαδίτες σκότωσαν 20 πατριώτες, ανάμεσά τους και δυο γεροντάκια, πατέρες ανταρτών. Τον Βάιο Γκουλέτσα, υπεύθυνο της ΕΠΟΝ Αμπελώνα, τον βασάνισαν και κατόπιν έσπασαν το κεφάλι του χτυπώντας τον με τακούνια.
Από τον Μάρτιο μέχρι τον Ιούλιο του 1944 Γερμανοί και ΕΑΣΑΔ σκότωσαν 2.530 πατριώτες στην θεσσαλική ύπαιθρο. Τον Μάιο αρχίζουν να μεταφέρουν από την Γερμανία σακιά για το σιτάρι. Τόσο βέβαιοι είναι ότι θα το πάρουν.

Κυνηγημένοι οι αγρότες από επιδρομές Γερμανών, απομακρύνθηκαν από τα σπίτια τους και κρύβονται σε χωράφια, ενδιαφερόμενοι περισσότερο να σώσουν τα κεφάλια τους και λιγότερο την σοδειά. Πώς, λοιπόν, να δοθεί με τέτοιες συνθήκες η Μάχη της Σοδειάς, Και πώς ένας αναρτο-λαϊκός στρατός να αντιμετωπίσει σε κάμπο, εχθρό μηχανοκίνητο;

Η Μάχη της Σοδειάς
Αυτό που έγινε αποτελεί άθλο. Η Μάχη της Σοδειάς αποτελεί εποποιία. Ξεχωρίζει από κάθε άλλη. Δεν δόθηκε σε καθορισμένο οργανωμένο μέτωπο, ούτε μόνο από ενόπλους. Ούτε βάσταξε μια, δυο, πέντε μέρες. Διεξάγεται από λαό και στρατό σε πεδίο απέραντο, σε όλους τους κάμπους. Άντρες, γυναίκες και παιδιά, με όπλα ή χωρίς αυτά, ρίχθηκαν ορμητικά, ακράτητα σε προσπάθεια που κράτησε δυο περίπου μήνες, αψηφώντας κόπους και κινδύνους. Και έσωσαν το σιτάρι.


ethniki-antistasi-dse

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2019

                  Η μάχη της Παύλιανης – 3 Ιουνίου 1943
Στις εκατοντάδες συγκρούσεις των ανταρτών του ΕΛΑΣ και των λαϊκών οργανώσεων τούφα με του κατακτητές της χώρας μας,η μάχη της Παύλιανης υπήρξε μια από τις πιο εντυπωσιακές της Ελληνικής αντιστασιακής εποποιίας. Υπήρξε η κορυφαία αναμέτρηση των μαχητών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ του Συγκροτήματος Κεντρικής και Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας (Ρούμελης) με μια δύναμη χιλιάδων Ιταλών στρατιωτών,οι όποιοι ενεργούσαν την πρώτη μεγάλη εκκαθαριστική τους επιχείρηση προς την περιοχή της Ελεύθερης Ελλάδος.
Οι υποδουλωμένοι Έλληνες,ως γνωστόν,πέρασαν πολύ γρήγορα στην αντίσταση και οργανωθήκαν προετοιμάζοντας την απελευθέρωση τους.Ο εχθρός παρακολουθούσε πανικόβλητος αυτόν τον απελευθερωτικό συναγερμό του Ελληνικού λάου,και ετοίμαζε τα δικά του σχεδία να αντιμετωπίσει την κατάσταση.Οι ωμικές οργανώσεις, οι οποίες είχαν παντού τις πήγες των πληροφοριών τους,έμαθαν,αμέσως τα σχεδία των κατακτητών.Τεράστιες εχθρικές δυνάμεις,κυρίως Ιταλικές,επρόκειτο να εξαπολυθούν σε μια λυσσαλέα έφοδο,σε όλη τη χωρά,σε όλα τα ορεινά συγκροτήματα. Κυρία ιδέα των ηγετικών οργάνων του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, για την αντιμετώπιση των μεγάλων εκκαθαριστικών επιχειρήσεων,ήταν να αποσύρουν τα τμήματα τους από τις προωθημένες περιοχές δράσεως και να τα εγκαταστήσουν σε κεντρικές ορεινές θέσεις.Για την Κεντρική Ανατολική Ρούμελη το αρχηγείο εγκαταστάθηκε στην Ορεινή Παρνάσσιδα. Υπήρχαν πληροφορίες ότι για τους Ιταλούς η περιοχή Παρνάσσιδος -Παύλιανης είχε στρατηγική σημασία για τις περαιτέρω εξελίξεις.Έτσι λοιπόν το σχέδιο αντιμετώπισης και αναχαίτισης των Ιταλών στήθηκε στην Παύλιανη. Η μαχητική ομάδα της Παύλιανης αποτελείτο από 60 άντρες με αρχηγείο,τους τον Κώστα Σάπια, Ιωάννη Θεοχάρη και Κώστα Κριάρη. Ενισχύθηκαν και με άντρες του εφεδρικού ΕΛΑΣ από το Κουμαρίτσι και το Γαρδίκι . Σύνολο 200 άντρες περίπου. Ο Καλλίας (ανθυπολοχαγός Χαρ. Μώκος ) και Παν.Τζιβάρας Δήμος, αποτελούσαν το αρχηγείο της επιχείρησης.Το ηθικό των χωριανών και των ανταρτών ήταν υψηλότατο.


3 Ιουνίου 1943. Λίγο πριν το μεσημέρι o Καλλίας και η ομάδα των Παλιόσπιτων είχαν κι oλας αρπαχτεί σχεδόν στα χεριά με τους Ιταλούς,ενώ αναμένοντα οι συντεταγμένες δυνάμεις από το Μαυρολιθαρι. Σύσσωμο το χωριό συμπαραστάτη στους μαχητές.Νέοι και γεροί ζούσαν στον παλμό των γεγονότα.Το συγκινητικό ήταν ότι ο Καλλίας είχε δώσει ρητή εντολή να γίνεται οικονομία πυρομαχικών. Κάθε σφαίρα έπρεπε να βρίσκει τον στόχο τρίβολοι οι άντρες που συμμετείχαν στην επιχείρηση πάλευαν με λιονταρίσια καρδιά και πατριωτισμό και ώσπου να νυχτώσει η Ιταλική φάλαγγα ήταν εντελώς διασκορπισμένη και αποδεκατισμένη.


Τα νέα για την μάχη της Παύλιανης και το λαμπρό της αποτέλεσμα διαδόθηκαν ακαριαία σε όλη την ορεινή Παρνασσίδα, σε όλα τα χωριά της και σε όλο το μέτωπο των αντάρτικων δυνάμεων.Οι συνέπειες βεβαία ήταν ανάλογες και για τον άμαχο πληθυσμό.Ο λυσσαλέος κατακτητής επιδόθηκε σε επιδρομές αεροπλάνων αναγνωριστικών,καταδικαστικών ακόμη και στούκας στην προσπάθεια του να εντοπίσει τους αντάρτες μέσα στα δασωμένα βουνά.


Τελικά οι ιταλικές δυνάμεις αποκρούστηκαν και εγκατέλειψαν την περιοχή μετά από την νέα μάχη,ανάλογη προς εκείνη της Παύλιανης που θα λάβαινε χώρο αργότερα στην περιοχή της Καλοσκοπής. Η προσπάθεια τους να εκμηδενίσουν τις αντάρτικες δυνάμεις είχε αποτύχει ολοκληρωτικά,ενώ η εκστρατεία αυτή τους είχε στοιχίσει σοβαρότατες απώλειες.


Οι απώλειες της Ελληνικής ανταρτικής δύναμης ήταν:


Σειρίνος Σκούφος από την Ιτέα Παρνασσίδος


Σπύρος Αρβανίτης από την Μαριολάτα


Ηλίας Παπαδόπουλος από την Παύλιανη


Δημήτρης Ανδρατσουλας από το Μαυρολιθαρι


Βασίλης Δρόγες από την Αθήνα


Δημήτρης Κ. Κατσαρός από την Παύλιανη


και ο πρόεδρος της Οίτης Ευθύμιος Ευσταθίου,ο ποιος με πατριωτισμό και συναίσθηση του χρέους του ως πρόεδρος,αρνήθηκε να δώσει πληροφορίες στους Ιταλούς για το τι συνέβαινε στην περιοχή της Παύλιανης,καλύπτοντας έτσι τους αγωνιστές.


Η επέτειος της 3ης Ιουνίου του 1943,είναι μια τιμή που οφείλουμε εμείς οι Έλληνες,στην μνήμη αυτών των ανθρώπων που έδωσαν την ζωή τους για την πατρίδα και τον αγώνα κατά του κατακτητή.Είναι και ένα μάθημα για να μαθαίνουν οι νεώτεροι και να θυμούνται οι παλαιότεροι. Ο ποιητής Καβάφης,είναι και εδω παρών για να μας θυμίσει: «Τιμή σε όσους όρισαν να φυλάνε Θερμοπύλες».


Αυτό έκαναν και οι δικοί μας αγωνιστές,φυλάξανε τις δίκες τους Θερμοπύλες και θα είναι για μας πάντα ένα φωτεινό παράδειγμα. Με την υπόσχεση ότι θα τους θυμόμαστε για πάντα και να είμαστε άξιοι συνεχιστές των αγώνων τους.


Απο : pavliani-fthiotidas.gr


            Ο αφανισμός της Κανδάνου Χανίων


Στις 3 Ιουνίου 1941 οι γερμανοί κατακτητές κατέστρεψαν ολοσχερώς το χωριό Κάνδανος Χανίων και εκτέλεσαν 180 από τους κατοίκους του, σε αντίποινα για την αντίσταση που πρόβαλαν κατά τη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης (20 -31 Μαΐου 1941). Πρόκειται για ένα από τα πιο σοβαρά εγκλήματα πολέμου των Γερμανών στην Ελλάδα.
Η Κάνδανος ή Κάντανος βρίσκεται στο κέντρο του Νομού Χανίων, στο δρόμο που συνδέει τα Χανιά στα βόρεια με την Παλαιόχωρα στα νότια. Βομβαρδίστηκε από τις πρώτες ημέρες της γερμανικής εισβολής στη μεγαλόνησο, επειδή η περιοχή θεωρήθηκε στρατηγικής σημασίας για τις επιχειρήσεις τους. Στις 23 Μαΐου ένα μηχανοκίνητο απόσπασμα προσπάθησε να την καταλάβει, αλλά οι ντόπιοι με αυτοσχέδια όπλα κατόρθωσαν να τους απωθήσουν. Την επόμενη ημέρα οι Γερμανοί επανήλθαν με υπέρτερες δυνάμεις και στις 25 Μαΐου κατέλαβαν το χωριό, ενώ οι κρήτες μαχητές διασκορπίστηκαν στα γύρω βουνά.
Στις 3 Ιουνίου, δύναμη του 3ου τάγματος αλεξιπτωτιστών υπό τον υπολοχαγό Χορστ Τρέμπες έφθασε στο χωριό για να προβεί σε αντίποινα για τον θάνατο 25 γερμανών στρατιωτών κατά τη διάρκεια των μαχών για την κατάληψη της Κανδάνου (23-25 Μαΐου). Οι γερμανοί αλεξιπτωτιστές εκτελούσαν διαταγές του αρχηγού τους, στρατηγού Κουρτ Στούντεντ και την προηγουμένη ημέρα είχαν ξεκινήσει τα αντίποινα στη Κρήτη, εκτελώντας αμάχους στο χωριό Κοντομαρί Χανίων.
Αμέσως, οι Γερμανοί άρχισαν να πυρπολούν τα σπίτια της Κανδάνου και μέσα σε λίγες μέρες την κατέσκαψαν κυριολεκτικά. Φόνευσαν όλους τους κατοίκους που είχαν απομείνει, περίπου 180, και απαγόρευσαν με ποινή θανάτου την επίσκεψη του χώρου, καθώς και την ανοικοδόμησή του. Η καταστροφή τής Κανδάνου και η δολοφονία αμάχων αποτελεί ένα από τα πολλά εγκλήματα που διέπραξαν στην Ελλάδα οι Γερμανοί. Για να δικαιολογήσουν την πράξη τους ανάρτησαν πινακίδες στα ελληνικά και τα γερμανικά στην κατεστραμμένη Κάνδανο που έγραφαν:
Εδώ υπήρχε η Κάνδανος. Κατεστράφη προς εξιλασμόν της δολοφονίας 25 Γερμανών στρατιωτών.
Ως αντίποινον των από οπλισμένων πολιτών, ανδρών και γυναικών, εκ των όπισθεν δολοφονηθέντων γερμανών στρατιωτών κατεστράφη η Κάνδανος.
Δια την κτηνώδη δολοφονίαν γερμανών αλεξιπτωτιστών, αλπινιστών και του Μηχανικού, από άνδρας γυναίκας, παιδιά και παπάδες μαζί και διότι τόλμησαν να αντισταθούν κατά του Μεγάλου Ράιχ, κατεστράφη την 3η-6-1941 η Κάνδανος εκ θεμελίων δια να μη επανοικοδομηθή πλέον ποτέ.
Μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας, ο στρατηγός Κουρτ Στούντεντ συνελήφθη από τους Βρετανούς και τον Μάιο του 1947 δικάσθηκε από στρατοδικείο για τα εγκλήματα πολέμου της Βέρμαχτ στην Κρήτη και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πέντε ετών. Το αίτημα των ελληνικών αρχών για την έκδοσή του στην Ελλάδα απορρίφθηκε από τους Συμμάχους. Ο Στούντεντ δεν έμεινε για πολύ στη φυλακή και αποφυλακίστηκε για λόγους υγείας το 1948. Πέθανε σε ηλικία 88 ετών, το 1978.
*www.sansimera

                                    Ο αφανισμός της Κανδάνου Χανίων


Στις 3 Ιουνίου 1941 οι γερμανοί κατακτητές κατέστρεψαν ολοσχερώς το χωριό Κάνδανος Χανίων και εκτέλεσαν 180 από τους κατοίκους του, σε αντίποινα για την αντίσταση που πρόβαλαν κατά τη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης (20 -31 Μαΐου 1941). Πρόκειται για ένα από τα πιο σοβαρά εγκλήματα πολέμου των Γερμανών στην Ελλάδα.
Η Κάνδανος ή Κάντανος βρίσκεται στο κέντρο του Νομού Χανίων, στο δρόμο που συνδέει τα Χανιά στα βόρεια με την Παλαιόχωρα στα νότια. Βομβαρδίστηκε από τις πρώτες ημέρες της γερμανικής εισβολής στη μεγαλόνησο, επειδή η περιοχή θεωρήθηκε στρατηγικής σημασίας για τις επιχειρήσεις τους. Στις 23 Μαΐου ένα μηχανοκίνητο απόσπασμα προσπάθησε να την καταλάβει, αλλά οι ντόπιοι με αυτοσχέδια όπλα κατόρθωσαν να τους απωθήσουν. Την επόμενη ημέρα οι Γερμανοί επανήλθαν με υπέρτερες δυνάμεις και στις 25 Μαΐου κατέλαβαν το χωριό, ενώ οι κρήτες μαχητές διασκορπίστηκαν στα γύρω βουνά.
Στις 3 Ιουνίου, δύναμη του 3ου τάγματος αλεξιπτωτιστών υπό τον υπολοχαγό Χορστ Τρέμπες έφθασε στο χωριό για να προβεί σε αντίποινα για τον θάνατο 25 γερμανών στρατιωτών κατά τη διάρκεια των μαχών για την κατάληψη της Κανδάνου (23-25 Μαΐου). Οι γερμανοί αλεξιπτωτιστές εκτελούσαν διαταγές του αρχηγού τους, στρατηγού Κουρτ Στούντεντ και την προηγουμένη ημέρα είχαν ξεκινήσει τα αντίποινα στη Κρήτη, εκτελώντας αμάχους στο χωριό Κοντομαρί Χανίων.
Αμέσως, οι Γερμανοί άρχισαν να πυρπολούν τα σπίτια της Κανδάνου και μέσα σε λίγες μέρες την κατέσκαψαν κυριολεκτικά. Φόνευσαν όλους τους κατοίκους που είχαν απομείνει, περίπου 180, και απαγόρευσαν με ποινή θανάτου την επίσκεψη του χώρου, καθώς και την ανοικοδόμησή του. Η καταστροφή τής Κανδάνου και η δολοφονία αμάχων αποτελεί ένα από τα πολλά εγκλήματα που διέπραξαν στην Ελλάδα οι Γερμανοί. Για να δικαιολογήσουν την πράξη τους ανάρτησαν πινακίδες στα ελληνικά και τα γερμανικά στην κατεστραμμένη Κάνδανο που έγραφαν:
Εδώ υπήρχε η Κάνδανος. Κατεστράφη προς εξιλασμόν της δολοφονίας 25 Γερμανών στρατιωτών.
Ως αντίποινον των από οπλισμένων πολιτών, ανδρών και γυναικών, εκ των όπισθεν δολοφονηθέντων γερμανών στρατιωτών κατεστράφη η Κάνδανος.
Δια την κτηνώδη δολοφονίαν γερμανών αλεξιπτωτιστών, αλπινιστών και του Μηχανικού, από άνδρας γυναίκας, παιδιά και παπάδες μαζί και διότι τόλμησαν να αντισταθούν κατά του Μεγάλου Ράιχ, κατεστράφη την 3η-6-1941 η Κάνδανος εκ θεμελίων δια να μη επανοικοδομηθή πλέον ποτέ.
Μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας, ο στρατηγός Κουρτ Στούντεντ συνελήφθη από τους Βρετανούς και τον Μάιο του 1947 δικάσθηκε από στρατοδικείο για τα εγκλήματα πολέμου της Βέρμαχτ στην Κρήτη και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πέντε ετών. Το αίτημα των ελληνικών αρχών για την έκδοσή του στην Ελλάδα απορρίφθηκε από τους Συμμάχους. Ο Στούντεντ δεν έμεινε για πολύ στη φυλακή και αποφυλακίστηκε για λόγους υγείας το 1948. Πέθανε σε ηλικία 88 ετών, το 1978.
*www.sansimera

Κυριακή 2 Ιουνίου 2019


Η ανατίναξη της σήραγγας του Κούρνοβου και η εκτέλεση των 106 στο Νεζερό



Οι Αγιοι 106
«Οχι κραυγές και κλάματα
ιερή σιγή να φέξει
το χώρο ετούτο που έπεσαν
οι Αγιοι 106
γερόντοι και ανταρτόπουλα
παιδιά της Ρωμιοσύνης
κάθε όνομα και ένα σπαθί
κ’ ένα άστρο αδελφοσύνης
ωσότου να ‘ρθει η Λευτεριά
στάρι κι ανθό να σπείρει
και το θλιμμένο Κούρνοβο
να στήσει πανηγύρι
κ’ οι 106 αδούλωτοι για πάντα αναστημένοι
φρουροί του δίκιου να ορθώσουν
μέσα στην οικουμένη».
επιτύμβιο γραμμένο από τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο

Στις 19 του Μάη 1943, 6 μήνες μετά την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου (25.11.1942) συγκροτήθηκε το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ, με στρατιωτικό αρχηγό το Στέφανο Σαράφη, καπετάνιο τον Αρη Βελουχιώτη και Πολιτικό Επίτροπο, αντιπρόσωπο του ΕΑΜ τον Βασίλη Σαμαρινιώτη (Ανδρέα Τζήμα). Σ’ αυτή τη συνεδρίαση ο Αγγλος Ταξίαρχος Εντι Μάγιερς καταθέτει σχέδιο για την ανατίναξη της γέφυρας του Ασωπού[1] και ζητάει από τον ΕΛΑΣ να διαθέσει δυνάμεις για να κτυπήσει τη φρουρά της γέφυρας και να διευκολύνει τους Αγγλους σαμποτέρ. Η πρόσβαση στη γέφυρα από ανατολικά και δυτικά, ήταν αδύνατη. Μόνο μέσα από τις σήραγγες και στις δυο πλευρές του φαραγγιού μπορούσε να πλησιάσει κανείς την γέφυρα και να επιτεθεί στη φρουρά της. Το Στρατηγείο εκτίμησε ότι το σχέδιο καταστροφής, με αυτό τον τρόπο, της γέφυρας, ήταν ανεφάρμοστο, το απέρριψε και αντιπρότεινε την ανατίναξη της σήραγγας κοντά στο Κούρνοβο, κοντά στο σταθμό Νεζερού – Δομοκού, συνολικού μήκους 510 μέτρων.
Τη νύχτα της 1ης προς τη 2α Ιούνη  4 ομάδες ανταρτών του ΕΛΑΣ Δομοκού αναλαμβάνουν την εκτέλεση της επιχείρησης. «Η μια ομάδα δεξιά της γραμμής προς το Κούρνοβο, καμιά 300 μέτρα από το στόμιο της Γαλαρίας, με αποστολή να χτυπήσει τυχόν περίπολο ή άλλο ιταλικό τμήμα που θα ερχόταν από το στόμιο της Γαλαρίας. Η 2η ομάδα θα πήγαινε 300 μέτρα από το στόμιο της Γαλαρίας προς Νεζερό, με την ίδια αποστολή. Σ’ αυτή την ομάδα ήμουν και εγώ. Η 3η ομάδα ήταν η εφεδρεία , για κάθε απρόβλεπτο ενδεχόμενο. Η 4η ομάδα είχε τα εκρηκτικά. Σ’ αυτήν υπεύθυνος και αρχηγός των σαμποτέρ ήταν ο καπετάν Λάμπρος (Σπύρος Μπέκιος) από το Μαυρίλο.

 Κατά το σούρουπο ξεκινήσαμε για την αποστολή μας. Δεν ήμασταν μακριά από τον αντικειμενικό στόχο μας και φθάσαμε το κάθε τμήμα στο καθορισμένο μέρος και φτιάξαμε πρόχειρα τις θέσεις μας. Σε λίγο, απρόοπτα, έρχεται τρένο. Πέσαμε όλοι πρηνηδόν, ακίνητοι. Τα φώτα του τρένου περνούσαν δίπλα μας και χύνονταν στη Γαλαρία. Σε λίγο ακούμε το αγκομαχητό του τρένου που ερχόταν απ’ το Λιανοκλάδι. Για μια στιγμή ελαττώνεται το αγκομαχητό και το τρένο μπήκε στη Γαλαρία. Σε δευτερόλεπτα βλέπουμε από το στόμιο της Γαλαρίας να βγαίνει μια τεράστια λάμψη. Ενας δαιμονισμένος κρότος ακούστηκε και σείστηκε ο τόπος, σαν να έγινε σεισμός»[2].
Οι αντάρτες ανατινάζουν τη γαλαρία τη στιγμή που είχε μπει σ’ αυτήν ένα τρένο που μετέφερε Ιταλούς αξιωματικούς και στρατιώτες, Ελληνες αιχμαλώτους, αρκετοί από αυτούς ήταν «κλουβίτες».  Η έκρηξη ήταν μεγάλη, αλλά η καταστροφή πολλαπλασιάστηκε από την έκρηξη των πυρομαχικών που μετέφερε το τρένο.
Η σήραγγα έπαθε σημαντικές ζημιές, ο συρμός αποτεφρώθηκε και μαζί του αποτεφρώθηκαν περίπου 580 Ιταλοί στρατιωτικοί μαζί τους και ένας στρατηγός, που μεταφέρονταν από την Αθήνα στην Ιταλία μέσω Θεσσαλονίκης. Δυστυχώς μαζί με τις απώλειες των κατακτητών έχασαν τη ζωή τους και γύρω στους 54 Ελληνες πατριώτες – κρατούμενοι, «κλουβίτες» και σιδηροδρομικοί υπάλληλοι.
Η «κλούβα» ήταν ένα ξεσκέπαστο σιδηροδρομικό βαγόνι, με κάγκελα, σιδεριές και αγκαθωτό σύρμα γύρω του. Στο πάτωμα της τοποθετούσαν εκρηκτικά που μπορούσαν να πυροδοτηθούν από τη μηχανή του τρένου.  Ηταν συνήθως μπροστά από τη μηχανή, μέσα της στοίβαζαν 20 – 25 ομήρους, συνήθως αντάρτες κρατούμενους. Σε περίπτωση που το τρένο έπεφτε σε νάρκη ή δεχόταν επίθεση ανταρτών, ο μηχανοδηγός πυροδοτούσε τα εκρηκτικά της κλούβας. Με αυτό τον τρόπο οι ναζί επιδίωκαν να κυκλοφορούν τα στρατιωτικά τρένα ανενόχλητα από τα σαμποτάζ και τις επιθέσεις της Αντίστασης.
Οι αντιστασιακές οργανώσεις των σιδηροδρομικών έχουν χάσει πολλά επώνυμα και ανώνυμα μέλη και στελέχη τους που έπεσαν στο καθήκον.

Η Γαλαρία του Κούρνοβου όπως είναι σήμερα.
Η ανατίναξη της στρατιωτικής αμαξοστοιχίας στο Κούρνοβο ήταν σοβαρό πλήγμα για τις κατοχικές δυνάμεις. Η σήραγγα αυτή που βρίσκεται στη γραμμή Λιανοκλάδι – Λάρισα είχε πάθει σοβαρή ζημιά με αποτέλεσμα να κοπεί η συγκοινωνία για 8 μέρες.
Λυσσασμένη ήταν η αντίδραση των Ιταλών φασιστών. Στο στρατόπεδο  ομήρων της Λάρισας στις 5 Ιούνη το απόγευμα ένας Ιταλός υπολοχαγός διάβασε με καταφανή ταραχή ένα μακρύ κατάλογο κρατουμένων, 106 μελλοθάνατοι, και διέταξε γρήγορα να ετοιμαστούν όσοι άκουσαν τα ονόματά τους και να επιβιβαστούν στα στρατιωτικά καμιόνια που περίμεναν κοντά στην είσοδο του στρατοπέδου, ήξεραν πως πάνε για εκτέλεση.
Προς το βράδυ τα καμιόνια ξεκίνησαν, μα τη νύχτα ξαναγύρισαν φορτωμένα. Ξημερώματα στις 6 Ιούνη τους ξαναφώναξαν από τον κατάλογο. Τα καμιόνια είχαν ξανάρθει. Τους φόρτωσαν και έφυγαν από το στρατόπεδο της Λάρισας, διέσχισαν τον θεσσαλικό κάμπο κι ανέβηκαν τις στροφές προς το Δομοκό, διέσχισαν την καταπράσινη πλαγιά της Οθρης και κατά το μεσημέρι είχαν φτάσει στο χώρο της εκτέλεσης. Ενας Ιταλός συνταγματάρχης διαβάζει την απόφαση της εκτέλεσης.
Ο εφεδροελασίτης Γιάννης Καραδήμας που από κάποιο παρατηρητήριο εκεί κοντά παρακολουθούσε την εκτέλεση των 106, περιγράφει:[3]
«… Η μέρα προχωρεί. Φτάνει το μεσημέρι και καθώς αγναντεύαμε  κάτω προς τον κάμπο της Ξυνιάδας διακρίνουμε μεγάλη φάλαγγα, 25-30 αυτοκινήτων. Ξεπρόβαλαν στα υψώματα της Κορομηλιάς, προχώρησαν προς Νεζερό (…) Πέρασαν το χωριό Αγιο Στέφανο και κατευθύνονταν προς το Περιβόλι. Μα, στο ρέμα, εκεί στα πλατάνια σταμάτησαν. Εκαναν κάποια αναγνώριση προς τη γαλαρία, περνούν αντίθετα, τώρα στον Αγιο Στέφανο και κοντά στο νεκροταφείο του χωριού, εκεί στη μικρή κοιλαδίτσα του Χασνά, ξεφορτώνουν τα αυτοκίνητα. Κατεβαίνουν πρώτα οι Ιταλοί με τον οπλισμό τους και τρέχοντας πιάνουν θέσεις στην πλαγιά με μέτωπο προς το βουνό. Στήνουν τα πολυβόλα και οπλοπολυβόλα και ταυτόχρονα κατεβάζουν από τα αυτοκίνητα τους κρατούμενους δεμένους ανά δυο με χειροπέδες. Μετράμε πάνω από 100. Γύρω τους τα πολυβόλα έτοιμα και οι φασίστες με το χέρι στη σκανδάλη. Οι μελλοθάνατοι κινούνται αριστερά – δεξιά, περπατούν, σκύβουν, χτυπάνε πάνω στις πέτρες, κάνουν ανεξήγητες κινήσεις. Δεν μπορούμε να διακρίνουμε καλά. Μετά καταλάβαμε ότι έσπαζαν τα ρολόγια τους, ξέσχισαν τα ρούχα και τα χαρτονομίσματά τους για να μη συληθούν από τους δήμιους.
Αυτό κράτησε περίπου 10 λεπτά με ένα τέταρτο. Κι ύστερα στήσαν το χορό. (…) Μα το παράγγελμα: Πυρ! Του Ιταλού αξιωματικού έκοψε απότομα το τραγούδι και σιγά – σιγά έσβησε και τον αντίλαλο. Τα πολυβόλα των Ιταλών ξερνούν φωτιά και καυτό μολύβι. Σα στάχυα στ5η γη και το αίμα τους ποτίζει το χώμα. Σιγή θανάτου απλώνεται παντού στη πλάση. (…)
Τώρα κάτω στη κοιλάδα κείτονταν τα άψυχα κορμιά. Και η αδούλωτη Ελλάδα συντροφιά με τη Λευτεριά. Η νύχτα που έρχονταν μας κράτησε ξάγρυπνους πάνω στο ύψωμα, σαν τιμητική φρουρά των ηρώων και μαρτύρων της λευτεριάς.
Το πρωί κατεβήκαμε στον τόπο της εκτέλεσης μαζί με τους κατοίκους των γειτονικών χωριών, σκάψαμε λίγο πιο κει στα Βαρκά ένα κοινό μνήμα για τη στερνή τους κατοικία ενώ γυναίκες πνιγμένες στο κλάμα μοιρολογούσαν…»
Οι περισσότεροι από του 106 εκτελεσμένους είναι Ρουμελιώτες, Θεσσαλοί, Πελοποννήσιοι και Αθηναιοπειραιώτες. Ολοι τους κρατούνταν στο στρατόπεδο της Λάρισας. Ανάμεσά τους αρκετοί ΕΑΜίτες αγωνιστές, και πάνω από τους μισούς ήταν Ακροναυπλιώτες και Αναφιώτες, παλιοί αγωνιστές στελέχη του ΚΚΕ και συνδικαλιστές που παραδόθηκαν τις πρώτες μέρες της κατοχής από τις ελληνικές αρχές στους κατακτητές. Ακόμα ήταν πέντε διεθνιστές – τροτσκιστές, ανάμεσά στους οποίους και ο Παντελής Πουλιόπουλος[4].
Στις 25 Ιούνη 1943, πραγματοποιήθηκε μεγάλη αντιτρομοκρατική διαδήλωση στην Αθήνα. Σχεδόν 100.000 λαού διαδήλωσαν διαμαρτυρόμενοι για την εκτέλεση 106 κομμουνιστών στο Κούρνοβο. Οι διαδηλωτές απαιτούσαν το σταμάτημα των εκτελέσεων, των συλλήψεων και την κατάργηση της ομηρίας. Η διαδήλωση συνδυάστηκε και με γενική απεργία που νέκρωσε τα εργοστάσια και τους δρόμους της Αθήνας. Στις σφοδρές συγκρούσεις των διαδηλωτών με στρατεύματα κατοχής που επακολούθησαν, έπεσαν νεκροί 15 διαδηλωτές, ενώ τραυματίστηκαν 75.
Τα ονόματα των 106 εκτελεσμένων μαζί με τα περισσότερα ονόματα, που διασώθηκαν, των σκοτωμένων κρατουμένων πατριωτών μπορεί να διαβάσει κανείς εδώ, ή στον τόμο 3α του «Επεσαν για τη Ζωή», Εκδοση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, σελ. 77 – 81 και 83 – 86.

imerodromos